 |
| ΟΔΟΣ 23.1.2025 | 1257 |
Καιρός, χάλια. Και τέτοια ώρα, τρεις το μεσημέρι, δεν περίμενα κανέναν. Όταν χτύπησε το κουδούνι της εξώθυρας, έτσι όπως ήμουν απορροφημένη στο βιβλίο που διάβαζα, πρώτα τρόμαξα και, σχεδόν την ίδια ακριβώς στιγμή, ξαφνιάστηκα: ποιος με θυμήθηκε; Ή ακόμη καλύτερα, γιατί; Έσπρωξα την καρέκλα του γραφείου μου και, μάλλον ενοχλημένη, κατευθύνθηκα στην πόρτα. Κοίταξα από το κρυστάλλινο παράθυρο: ένας νέος άντρας στεκόταν, κάπως αμήχανος, με το χέρι επάνω στο κουδούνι, από την άλλη πλευρά του κρύσταλλου. Άγνωστος εντελώς. Στην ερώτησή μου ποιος ήταν και τι ήθελε, ένα «παρακαλώ, βοηθήστε με. Να μου συντάξετε ένα γράμμα στα Γερμανικά, στη σπιτονοικοκυρά μου. Μου είπαν να έλθω σ’ εσάς. Έρχομαι από το χωριό μου και είναι επείγον». Δεν ήταν δυνατόν να αρνηθώ τη βοήθειά μου σε έναν άνθρωπο με τόσο ικετευτικό τόνο στη φωνή του.