![]() |
ΟΔΟΣ 30.1.2014 | 725
|
Θυμάμαι την γιαγιά μου τη Σμυρνιά, τότε που ακόμη είχαμε την παιδική αθωότητα, να μας εξιστορεί πως έφευγε στην καταστροφή της Σμύρνης με τη μία τετράχρονη κόρη στο ένα χέρι και τη δεύτερη κόρη –μωρό στην αγκαλιά. Ο παππούς αιχμάλωτος, έμεινε για ένα ολόκληρο χρόνο στη φυλακή και στα τάγματα εργασίας και έψαχνε, μετά την απελευθέρωσή του, την οικογένειά του στους προσφυγομαχαλάδες της Ελλάδας. Μας εξιστορούσε πώς μπήκαν στα καράβια, πώς έβλεπε ανθρώπους να πνίγονται στη προσπάθειά τους να ανεβούν στις βάρκες και τους έσπρωχναν οι ναύτες των ξένων πλοίων, πώς άκουγε τους αλαλαγμούς των ατάκτων και τους θρήνους των προσφύγων. Μας τα έλεγε αυτά η γιαγιά Βασιλική και μας έδειχνε το σημάδι στο χέρι από τη βίαια απόσπαση της χρυσής βέρας, ενώ παραπονιόταν για την βρισιά «τουρκόσποροι» που άκουγαν οι πρόσφυγες από τους ελλαδίτες. Στα παιδικά μας αυτιά, όλη αυτή η ιστορία ακούγονταν σαν παραμύθι, που όμως επειδή δεν ήταν και ευχάριστο, της ζητούσαμε να μας πει κάποιο άλλο.







