Το σπίτι της κυρα-Βγένας ακουμπούσε στην ξερολιθιά που περιέφραζε το αλσύλλιο της εκκλησίας της Παναγιάς. Όχι ακριβώς το σπίτι, το πλυσταριό του. Το σπίτι, αρκετά παλιό αλλά πολύ περιποιημένο και καθαρό, είχε μια μεγάλη αυλή από την άλλη μεριά, όπου είχαν κτίσει τα δυο παιδιά της. Μερακλίδικα όλα, κάπως παράμερα από τα άλλα κτήρια της γειτονιάς, με τις γλάστρες τους, τα μικρά τους παρτέρια, ό,τι θα λέγαμε νοικοκυρεμένα.
Δεν σταματούσε εδώ το "μεράκι τους". Επεκτεινόταν και στην παρακείμενη εκκλησιά∙ δική τους τη θεωρούσαν. Τη φρόντιζαν όλο το χρόνο, η κυρα-Βγένα κρατούσε τα κλειδιά. Θεοσεβούμενη η ίδια, είχε εμπνεύσει τα ίδια αισθήματα και στα παιδιά της, κοντά σ’ αυτά και στις νύφες και τα εγγόνια. Χήρα από πολλά χρόνια, είχε βρει παρηγοριά και αποκούμπι στην "Παναγιά της". Απ’ τα χαράματα πήγαινε να ανάψει τα καντήλια, να καθαρίσει σχολαστικά το μέσα χώρο, και όταν τέλειωνε από ‘κει έκανε έναν μεγάλο γύρο στο αλσύλλιο, απλωμένο στην πλαγιά του λοφίσκου. Μάζευε κάθε σκουπιδάκι, κάθε χαρτί που είχε παρασύρει ο αέρας και το έριχνε κατά λάθος στην αυλή της Παναγιάς.