4.5.22

ΜΑΡΙΑΣ ΤΣΑΜΗ: Της μπάμπως το «γιατί»


ΟΔΟΣ εφημερίδα της Καστοριάς | Τσάμη | Χατζής

Ήρθε πάλι στη θύμησή μου ένα βροχερό πρωινό του Απρίλη με γκρίζο ουρανό. Σεργιανούσαμε με τη μητέρα μου στα παλαιοπωλεία μιας πλατείας. Ξάφνου η νεροποντή δυνάμωσε. Ξεγλιστρήσαμε σ’ ένα υπόγειο, να φυλαχτούμε από τις χοντρές ψιχάλες και τον αέρα που λυσσομανούσε. Η έντονη μυρωδιά του παλιατζίδικου σαν ναφθαλίνη ανάκατη με μούχλα και σκουριά σε ζάλιζε. Χάιδευα με τα ακροδάχτυλά μου ένα σκαλιστό ρολόι τσέπης με ασημιά καδένα. Θαρρείς και άγγιξα μαγικό λυχνάρι, μεμιάς πρόβαλε απέναντί μου η όψη της μέσα σε χρυσή κορνίζα. Ίδια η μπάμπω! Ο δυνατός κρότος του κεραυνού χτύπησε την καρδιά μου και η καταιγίδα έστησε χορό στην ψυχή μου. Μεθυσμένη από τις οσμές σφάλισα τα μάτια μου και από τη λήθη του γιουσουρούμ αναδύθηκε ολοζώντανη η μνήμη κείνης της μέρας.

Και τότε Απρίλης ήταν. Σαν ξανθό τρελοκόριτσο μια σκοτείνιαζε και μια χαιρόταν! Απόγιομα Μεγάλης Παρασκευής. Τα δρομάκια μοσχοβολούσαν απ’ τα λούλουδα που βαστούσαν οι λευκοφορεμένες κοπέλες. Ο ουρανός κατάμαυρος θρηνούσε και τα δάκρυα της Παναγίας γιόμιζαν τις καρδιές μας πόνο. Οι καμπάνες βαρούσαν θολά, πένθιμα θαρρείς και έψαλλαν ελεγεία για το χαμό Του. Καθόμουν σιμά στη λίμνη σ’ ένα ξύλινο παγκάκι. Εκεί φωλιάζαμε να ξομολογηθούμε τα παράπονά μας, ν’ ακούσει το νερό να τα ξεπλύνει όλα. Τότε φάνηκε κατακίτρινη σαν να την ποτίσανε θειάφι. Ένα τόσο δα πράμα ήταν, έμοιαζε με πουλάκι. Τα μάτια της καταγάλανα, λες και τα μπόλιασε η θάλασσα. Από το πρώτο κλάμα ήμασταν αχώριστες! Αλκυόνη τη φώναζα. Όταν μάθαμε το μύθο του πουλιού στα προνήπια, μόλις αντίκρισα το έντονο μεταλλικό γαλάζιο φτέρωμά του, της άλλαξα το βαφτιστικό όνομα. Έσβησε τούτο, ξεχάστηκε και όλοι τη λέγανε Αλκυόνη. Με φωνή βουρκωμένη και μάτια φορτωμένα δάκρυα μου είπε: «Τις χάνω και τις δυό! Η γιαγιά, λένε, έχει πέτρα στο κεφάλι. Το’ μαθε η μπάμπω και δε βάσταξε το κακό. Έγινε πέτρα η καρδιά της, μαρμάρωσε και τώρα παλεύει με τον κάτω κόσμο, λένε. Τί θα κάνω; Και οι δυό θα χαθούν από μια πέτρα!». Πήρε τότε μια κοτρώνα από καταγής και με θυμό την έστειλε στ’ ανταριασμένα κύματα. Αμέσως σκέφτηκα ότι αυτό εννοούνε όταν λένε «έμεινε πεντάρφανη». Είχα ακούσει κάποτε πως «του παιδιού μου το παιδί, δυό φορές παιδί μου». Άρα, η γιαγιά της Αλκυόνης ήταν 2 φορές μάνα της και η προγιαγιά της 3 φορές. Σύνολο 5. Πεντάρφανη, λοιπόν. Ήμασταν τότε στην Α΄ Δημοτικού και είχαμε αρχίσει τις προσθέσεις και αφαιρέσεις. Όλα τα λογάριαζα με συν και πλην. Μου ’μεινε κουσούρι αυτό το μέτρημα και τώρα έτσι κάνω, μα πιότερα είναι τα μείον πια... Γράπωσε σφιχτά το χέρι μου και χωθήκαμε στους σκούρους από τα λασπόνερα μαχαλάδες. Μέσα από τα καλντερίμια βγήκαμε στο σπιτάκι της μπάμπως.

Η μπάμπω ήταν η προγιαγιά της Αλκυόνης. Όταν βάρυνε από τα γηρατειά, άφησε τα ζωντανά στο χωριό και ήρθε να ξεχειμωνιάσει στη θυγατέρα της, τη γιαγιά της Αλκυόνης. Βολεύτηκε σε μια μικρή ισόγεια αποθήκη, παλιό εργαστήριο που ρήμαζε πια από την αναδουλειά. Κλεφτά, κλεφτά τρυπώσαμε στο δώμα. Βαδίζαμε στα νύχια. Απέναντι στον τοίχο ήταν η εικόνα του Ταξιάρχη του Μανταμάδου. Της την είχε φέρει δώρο η δισέγγονή της. Μαζί είχαμε πάει για προσκύνημα στη Μυτιλήνη. Η μάνα της ήταν μεγαλόσωμη γυναίκα, ροδαλή σαν τριαντάφυλλο και δυνατή σαν θύελλα. Δε χωρούσε ο νους της που η μικρή της ήταν σαν λουλουδάκι που τρέμει στον αγέρα. Έτσι, έκανε τάμα και έσυρε την Αλκυόνη στον Αρχάγγελο να την γιάνει. Δυό ολάκερες ώρες είχα σταθεί αντίκρυ του. Μάταια όμως... Από γινάτι που δε μου χαμογέλασε έφυγα δίχως ενθύμιο! Μόλις η μπάμπω έριξε τα μάτια της στην μπλαβιά ανάγλυφη μορφή του, πλασμένη από χώμα και αίμα, γούρλωσε τα μάτια και σταυροκοπήθηκε. Σκιαγμένη με το βλέμμα ψηλά τσίριξε σαν λαβωμένη: «Ούι, ούι ! Λε λε, μάνα μου! Τι ’ναι τούτο, Παναγιά μου! Κρύφτε το, μη το ’δει ο παπάς και με παραχώσουνε αδιάβαστη...». Μα στην πόλη όταν ήρθε, την κρέμασε από την πρώτη μέρα. Όχι για ν’ αραδιάζει προσευχές, αλλά για αγγελικό σκιάχτρο του σπιτιού, που θα διώχνει τους φόβους των τελευταίων χρόνων της.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που την αντάμωσα. Στεκόταν στην αυλή και έκανε τη «μαγγανεία» στην κυρά Μάρω, τη γειτόνισσα. Η φουκαριάρα έχασε στεφάνι και παιδί σ’ ένα βράδυ. Το πρωί ξύπνησε στα μαύρα και ρίχτηκε στο κρεβάτι. «Κάλλιο να σε βρει ντουφεκιά παρά να σε πιάσει το κακό το μάτι», είπε η μπάμπω και βάλθηκε να διώξει τη βασκανία από τη χαροκαμένη. Έβαλε σ’ ενα ποτήρι νερό και ψυθιρίζοντας κάτι έσταξε με το δάχτυλό της λάδι. Ευθύς άρχισε το χασμουρητό μονολογώντας: «Δόξα σοι ο Θεός! Δόξα σοι ο Θεός! Δόξα σοι ο Θεός!». Κοίταγα δίχως λαλιά, δίχως ανάσα. Ήρθε και στάθηκε δίπλα μου. Είχε λουλακιά περήφανα μάτια και κάτωχρη όψη. Το βλέμμα της ήταν θλιμμένο, μα καθάριο. Ο λαιμός της θύμιζε κύκνο και τα κάτασπρα μαλλιά της τον έλουζαν σαν αφρισμένα κύματα. Οι φλέβες των χεριών της ξεπρόβαλαν σαν μελανές μολυβιές. 
-«Είναι μεσημέρι, δε σε γυρεύει η μάνα σου;», με ρώτησε.
-«Είναι στο δικαστήριο, βάζει φυλακή τους κακούς…», τόλμησα να ψελλίσω.
Τότε σούφρωσε τα χείλη της και άφησε να φύγει αργά αργά ένας πικρός αναστεναγμός. «Έχω μπει και ‘γω πίσω απ’ τα σίδερα», είπε με βλέμμα απλανές και απορημένο θωρώντας τον ουρανό. «Μόλις περάσαμε βέρες στο δεξί, ο άντρας μου κρύφτηκε στο βουνό. Μια νυχτιά ακούστηκε ένα μικρό χτύπημα στην πόρτα και πιάστηκε η καρδιά μου! Ένα λιγνό παιδί στεκόταν όξω στα σκοτάδια και γύρευε ψωμί. Του ’δωκα ένα καρβέλι και το ’στειλα στην ευκή της Παναγιάς. Πριν χαράξει, χύμηξαν στο σπιτικό και με φόρτωσαν σ’ ένα φορτηγό. Δεν είχα ματαπάει στο δικαστήριο. Μια φιδίσια μούρη με ρώτηξε:
-«Γιατί τους έδωσες ψωμί;»
-«Ο άντρας μου κι ο αδερφός του πάησε στο βουνό. Τ’ άλλα δυό του αδέρφια πάησαν στο στρατό. Όποιος μου γυρέψει ψωμί, θα του δώκω! Ούλοι πεινάμε! Δεν λογαριάζω ποιός είναι κόκκινος, μπλε, πράσινος ή μαύρος. Ούλοι άνθρωποι είμαστε! Ούλοι Έλληνες είμαστε!», υψώθηκα με βροντερή φωνή. Έτσι, βρέθηκα σ’ ένα μπουντρούμι. Είχα σπλάχνο τότε μέσα μου. Η κόρη μου, η γιαγιά της Αλκυόνης, ήρθε στον κόσμο στο κελί. Εκεί βύζαξε το πρώτο της γάλα. Λίγες μέρες μετά τη γέννα, μ’ άρπαξαν το βλαστάρι μου και με πέταξαν σ’ ένα ξερονήσι. Ήμουν λεχώνα… τα στήθια μου έσταζαν ακόμα γάλα. Ύστερα κυλούσε αίμα και αβάσταχτος πόνος. Το αίμα του αποχωρισμού από τη μονάκριβή μου. Επτά χρόνια έκαμε να φωνάξει τη λέξη «μάνα». Επτά ολάκερα χρόνια έκαμα να τη σφίξω στο κόρφο μου. Γιατί; Είδα αδέρφια να τρώνε ο ένας τον άλλο, να βγάζει ο ένας το μάτι του αλλουνού. Γιατί; Οι μεγάλοι απ’ όξω παίξανε ζάρια με την πατρίδα. Στήσανε ανάμεσα στους ανθρώπους χαρακώματα, σήκωσαν απάτητα βουνά. Γιατί; Σπείρανε διχόνοια, θερίσανε καρδιές και αλέσανε χαρές. Γιατί; Γκρέμισαν ονείρατα και γιόμισαν τα ποτάμια αίμα. Γιατί;». Σαν τέλεψε τα λόγια της, ξεκίνησε συρτά συρτά και μπήκε στο καμαράκι. Κάθισε στο μεντέρι και σκούπισε μ’ένα πανί τα πλημμυρισμένα μάτια της.

Είμαστε στην καμαρούλα. Χωνιασμένες κάτω από το τραπέζι και η μπάμπω στο κρεβάτι. Έχει τα μάτια σφραγισμένα και δε σαλεύει. Αφουγκράζομαι μόνο ένα ανατριχιαστικό κροταλισμό που βγαίνει από το στόμα της. Αγριεύομαι και ρίχνω τα μάτια ολόγυρα μήπως μ’ έχουν ζώσει φίδια… Σιμώνει και η κόρη της. «Μανούλα μου, πριν φύγεις να σου πω πως σ’ αγαπώ... κρυμμένο το κρατούσα τόσα χρόνια από θυμό που μ’ άφησες μωρό σε ξένα χέρια». Σηκώνεται η γριούλα σαν κύκνος στο τελευταίο του άσμα. Της χαϊδεύει τα μαλλιά, τη γλυκοφιλάει, της ψιθυρίζει κάτι μυστικά στο αυτί για παρηγοριά. Ύστερα καρφώνει το βλέμμα στον πονόψυχο Αρχάγγελο σαν να τον ικετεύει να την αποτελειώσει με το σπαθί του και γέρνει το κεφάλι στον ώμο της κόρης. Βασιλεύει... Ταξιδεύει αργά-αργά στον άλλο κόσμο. Ο σπλαχνικός άγγελος φτεροκοπάει, γυρίζει μου χαμογελάει... ναι, αληθεύει πως ο Ταξιάρχης φανερώνει τη χαρά του. Έχει παγώσει το αίμα μας, έχει κερώσει το κορμί μας. Λαχταρούν τα σωθικά μας και στις κόγχες τρεμουλιάζουν τα δάκρυα. Έχει νυχτώσει και σκεπάζουν τους καθρέφτες. Ξεγλιστράμε μη δούμε τα είδωλα μας και σκιαχτούμε. Θέλουμε να φύγουμε έξω. Να σπαράξουμε γοερά στο σκοτάδι. Τρέχουμε τρομαγμένες στον έρημο δρόμο, σαν να μας κυνηγά η νύχτα και τρέμουμε μη μας πιάσει. Μόνο ο χτύπος της καμπάνας ακούγεται, θαμπός, πνιχτός, ίδιος με τη μοναξιά, ίδιος με το θάνατο...

Τούτες οι στιγμές μας ένωσαν μ’ ένα ανομολόγητο μυστικό και μας σημάδεψαν για όλη μας τη ζωή. Οι μέρες έκτοτε κυλούσαν σαν μαρμαρωμένες. Εγώ έθαψα βαθιά μέσα μου τις αναμνήσεις του θανατικού για να μπορέσω να στεριώσω, να μη αποτρελαθώ. Όμως η κακόμοιρη η Αλκυόνη χλώμιανε κι’ άλλο, έγινε ξέθωρη. Ολημερίς πετάριζε σαν πουλί που ’χασε το φως του. Θολωμένη, βουτηγμένη στον καημό. Σερνόταν σαν τσακισμένος ίσκιος, αμίλητη, αγέλαστη σαν να μην ήταν του κόσμου τούτου. Λες και μαζί με την μπάμπω πέταξε και το μυαλό της Αλκυόνης στον άλλο κόσμο και δε ματαγύρισε... Της αλλάξανε πάλι τ’ όνομα και στις γειτονιές τη φωνάζανε αλαφροΐσκιωτη. Όσο περνούσαν οι μήνες ψήλωνε, μα δε βάρυνε. Είχε γίνει σαν κλαράκι από πλατάνι, που γέρνει να φιλήσει τα νερά της λίμνης.

Ένα χρόνο μετά, βαστάζαμε τις λαμπάδες μας και το φως του Πανάγιου Τάφου έλουζε τα πρόσωπά μας. Η Αλκυόνη λαμπύριζε σαν ξωτικό. Μόλις ακούστηκε το «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών...», γύρισε συννεφιασμένη. Με φοβισμένη φωνή ξεκλείδωσε την ψυχή της και μου φανέρωσε τους εφιάλτες της:
«Κάθε βράδυ έρχεται στα όνειρά μου η μπάμπω. Στηλώνει τα παραπονεμένα μάτια και μουρμουρίζει: «Γιατί; Γιατί; Γιατί;» Τί θα κάνω άμα αναστηθεί κι αυτή και γυρίσει; Δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω στης μπάμπως το γιατί....». Τούτο το γιατί που χρόνια βασάνιζε την μπάμπω, έμελλε να στοιχειώσει και τη δισέγγονή της. Άμαθα, νιόφυτα βλασταράκια τότε δε γνωρίζαμε πως η κηδεία δεν έχει γυρισμό, είναι σαν τον ποταμό...

Δεν την άφησα ποτέ από κοντά μου. Στεκόμουν πλάι της σαν φύλακας άγγελος να ξορκίζω τα παιδικά της δαιμόνια, που όσο μεγάλωνε τόσο θέριευαν. Μια μέρα, έφηβες πια στο Γυμνάσιο, η κ. Μάρθα, η φιλόλογος, απήγγειλε την "Ελένη" του Σεφέρη. Μόλις ξεστόμισε τους τελευταίους στίχους «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη», η Αλκυόνη κοίταξε σαν χαμένη. Ύστερα σταύρωσε στο θρανίο τα χέρια της, έριξε μέσα το πρόσωπό της κι άρχισε να κλαίει βουβά, δίχως παρηγοριά. Στην αρχή έμεινα άφωνη. Έπειτα άρχισα να καταλαβαίνω. Της έσφιξα το χέρι και δάγκωσα τα χείλη μου, μην τυχόν μου φύγει ο λυγμός. Η κ. Μάρθα την αγκάλιασε με τη ματιά της. Ύστερα πλησίασε, άνοιξε την αγκαλιά της και μας έκλεισε μέσα. Μια αγκάλη ζεστή σαν εκκλησιά, που όλα τα γνωρίζει και όλα τα συγχωράει. Μια αγκάλη που θύμισε την μπάμπω. Ναι, σίγουρα ήξερε κι αυτή κι ο ποιητής και η πλάση όλη την απάντηση στης μπάμπως το «γιατί»... 


Φωτογραφία: Βασίλειος Χατζής (Καστοριά 1870 - Αθήνα 1915) Ψάρια 1898, Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων.



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 8 Ιουλίου 2021, αρ. φύλλου 1087.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ