22/9/13

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΟΡ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ: Στη μνήμη της Άλωσης της Πόλης


ΟΔΟΣ 30.5.2013 | 694

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ – ΘΡΑΚΗ: 

Μειονότητες ένθεν και ένθεν



Μέρος α’

Δε θα αναφερθώ στα χιλιοειπωμένα, τα γνωστά σε κάθε συνειδητοποιημένο πολίτη, κάθε στοιχειωδώς εγγράμματο Έλληνα. Δε θα σταθώ σ’ εκείνα που συνηθίζεται να λέγονται κάθε χρόνο σε επετειακές για την Άλωση εκδηλώσεις. Δεν θα πω για τον Κωνσταντίνο τον Δραγάτση Παλαιολόγο, ούτε για την πολιορκία και για την Κερκόπορτα, ούτε για τον Μεχμέτ, τις μάχες και τις καταστροφές. Όλα αυτά, ειπωμένα χιλιάδες φορές, δεν έχουν πολλά να προσφέρουν πέρα από στείρα επανάληψη. Όχι βεβαίως ότι δεν έχουν σημασία τα ιστορικά γεγονότα – κάθε άλλο: η 29η Μαΐου είναι κορυφαία μέρα στην ιστορία του Ελληνισμού. Μέρα πένθους και οδύνης, αλλά ταυτόχρονα και απαρχή της συγκρότησης του νεώτερου ελληνικού έθνους. Όμως ένας επετειακός διθύραμβος ή ένας θρήνος, θαρρώ ότι θα ήταν ένας λόγος χωρίς ουσία. Πιστεύω λοιπόν ότι ορθότερο είναι να αναζητήσουμε το μήνυμα της Άλωσης και τα σημερινά όρια του Ελληνισμού.

Την επαύριο της Μικρασιατικής Καταστροφής ο ηττημένος Ελληνισμός είχε να αντιμετωπίσει άμεσα πληθώρα φλεγόντων προβλημάτων. Είχε προηγηθεί μια καταδικασμένη από τη σύλληψη της Εκστρατείας, όπου στην προσπάθεια ικανοποίησης αλυτρωτικών ονείρων και υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας, η Ελλάδα ενεπλάκη σε ένα καταστροφικό πόλεμο, οι ευρωπαίοι σχεδιαστές του οποίου μεριμνούσαν για ίδια συμφέροντα, εκμεταλλευόμενοι τους αγώνες και το αίμα των Ελλήνων.

Μετά την ήττα στη Μικρασία λοιπόν, η Ελλάδα έπρεπε να επιλύσει ταχέως τα σχετιζόμενα με την αποκατάσταση των προσφύγων, την εθνική ομογενοποίηση των βόρειων επαρχιών, και ιδίως της Μακεδονίας και της Θράκης, αλλά και γενικότερα την οικονομική ανασυγκρότηση της ηττημένης και καθημαγμένης χώρας, καθώς και για την τύχη των εγκλωβισμένων Ελλήνων της Ανατολής και των μουσουλμάνων του ελλαδικού χώρου, αλλά και το κορυφαίο ζήτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης. Η ηττημένη Ελλάδα του 1922 έπρεπε να επουλώσει τα τραύματα και τις πληγές της και να ξαναστηθεί στα πόδια της. Η Ελλάδα έπρεπε να ζήσει…

Με τη Συνθήκη της Λοζάνης επιχειρήθηκε να λυθούν όλα τα ζητήματα ανάμεσα στις δυο πρώην εμπόλεμες χώρες. Μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε – παρά τη σθεναρή κατ’ αρχήν αντίδραση της τουρκικής πλευράς – η παραμονή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Πόλη – και ένεκα αυτού εξαιρέθηκε της Ανταλλαγής των πληθυσμών ο Ελληνισμός της Πόλης – η Ρωμιοσύνη – προκειμένου να υπάρχει ένα επιχώριο ποίμνιο, το οποίο θα πλαισιώνει το Πατριαρχείο.

Σε αντιστάθμισμα εξαιρέθηκαν επίσης από την υποχρεωτική Ανταλλαγή των πληθυσμών και οι μουσουλμάνοι που κατοικούσαν στη σημερινή Δυτική Θράκη. Κάπως έτσι σχηματίστηκαν οι σύγχρονες εθνικοθρησκευτικές μειονότητες, που σχετίζονται εκατέρωθεν με τις δυο γειτονικές χώρες, Ελλάδα και Τουρκία. Σχετίζονται – αλλά δεν ευθύνονται για τις επιλογές και την πολιτική των ηγεσιών των δυο χωρών και δεν πρέπει να καθίστανται θύματα και άνθρωποι σε ομηρεία…

Η ιστορία των μειονοτήτων βεβαίως ανατρέχει πολύ πίσω. Αμέσως μετά την Άλωση της Πόλης, ο Μεχμέτ ο Β’ βρήκε μια καταρρέουσα και εγκαταλελειμμένη πρωτεύουσα, συρρικνωμένη πληθυσμιακά – καθώς ολόκληρες συνοικίες είχαν καταστεί ακατοίκητες. Ο πληθυσμός της Πόλης στα 1453 απαρτιζόταν από μερικές χιλιάδες απέλπιδες Έλληνες. Η πληγωμένη βασιλίδα των πόλεων, είχε πάψει –προσωρινά– να είναι βασιλίδα και Βασιλεύουσα. Ο Μεχμέτ όμως, θέλοντας να καταστήσει τη νέα του πρωτεύουσα μια λαμπρή πόλη, ήθελε να της προσδώσει την αλλοτινή της αίγλη. Για το λόγο αυτό, πρώτιστο μέλημα του ήταν η πληθυσμιακή της ανάταξη.

Θα μετέφερε λοιπόν και θα εγκαθιστούσε στην Πόλη υγιή πληθυσμιακά στοιχεία από διάφορα μέρη της αχανούς Αυτοκρατορίας του, τόσο από τη Βαλκανική όσο και από την Μικρά Ασία: Έλληνες, Εβραίοι και Αρμένιοι θα πλαισίωναν το μουσουλμανικό πληθυσμό που συνέρρευσε στη Ντερ Σααντέτ, την Κωνσταντίνιε, και θα ζούσαν σε γενικές γραμμές αρμονικά τους επόμενους αιώνες, μέχρι την κορύφωση των εθνικισμών στις αρχές του 20ου αιώνα. Η Οθωμανική διοίκηση φρόντιζε μάλιστα να διατηρείται μια σταθερή και ελεγχόμενη πληθυσμιακή αναλογία στο διάβα των αιώνων, ώστε καμιά ομάδα να μην πλειοψηφεί συντριπτικά.


Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν υπήρχαν εθνικοθρησκευτικές μειονότητες με τον τρόπο και τη σημασία που τις γνωρίζουμε και τις εννοούμε εμείς σήμερα. Υπήρχε το σύστημα των Μιλλέτ, των εθνικοθρησκευτικών ή των εθνοτικών αν θέλετε ομάδων, κοινοτήτων καλύτερα, που είχε το δικό του αυτοδιοίκητο, τον ηγέτη του – Πατριάρχη για τους Ρωμιούς και τους Αρμένιους, Αρχιραββίνο για τους Εβραίους – και βεβαίως τις φορολογικές του υποχρεώσεις, οι οποίες αντισταθμίζονταν με τη στρατιωτική υποχρέωση του «κυρίαρχου» μουσουλμανικού στοιχείου.

Με όλα τα παραπάνω, δε θέλω βέβαια να πω ότι η ζωή στα χρόνια των Οθωμανών ήταν ρόδινη – είναι πλάνη όμως να πιστεύουμε ότι ήταν επίγεια Κόλαση. Η ζωή ήταν δύσκολη τόσο για τους μη μουσουλμάνους, όσο και για τους μουσουλμάνους. Εξάλλου, πόσο ρόδινη είναι η ζωή ενός Έλληνα πολίτη στην θεωρητικώς ελεύθερη Ελλάδα του 2013;

Πλάνη είναι επίσης να πιστεύουμε στους μύθους των κρυφών σχολειών, όταν στην Πόλη αμέσως μετά την Άλωση αναπτυσσόταν και δέσποζε αργότερα η Μεγάλη του Γένους Σχολή, αλλά και τα άλλα μεγάλα σχολεία όλων των μειονοτήτων. Είναι πλάνη να πιστεύουμε κάτι τέτοιο στην Ελλάδα του σήμερα – όπου η παιδεία – και όχι μόνον η παιδεία - με ραγδαίους ρυθμούς εξελίσσεται σε ακριβό προνόμιο των ολίγων…

Η συγκρότηση του νεοελληνικού κρατιδίου στα 1830 βρήκε μερικές αραιοκατοικημένες επαρχίες – τη Ρούμελη και το Μοριά, αυτό δηλαδή που αργότερα αποκαλέστηκε «παλιά Ελλάδα», οι κάτοικοι των οποίων προσπαθούσαν να ξαναστήσουν στοιχειωδώς μια νέα ζωή και ακολουθήθηκε από πλήθος παθογενειών, με πρώτιστο το σχηματισμό ενός σάπιου γραφειοκρατικού κρατικού μηχανισμού – ένα μοντέλο που δυστυχώς βασανίζει ως τα σήμερα τον Ελληνισμό. Από τη μια, Βαυαροί γερμανοί έθεσαν τη χώρα απ’ εξαρχής σε κηδεμονία – κηδεμονία, από την οποία δυο αιώνες τώρα δε λέει να απαλλαγεί, καθώς με ποικίλες μορφές επανέρχεται. Κι από την άλλη, αναβαπτισμένοι κοτζαμπάσηδες, παραμέρισαν τους αγωνιστές και ως επιτήδειοι κυβερνώντες στήσανε ένα σάπιο κράτος, που στόχευε στην προάσπιση των δικών τους συμφερόντων – των μεν και των δε, εξωχώριων και επιχώριων.

Αισθάνομαι εδώ την ανάγκη να σημειώσω αναφορικά με την Άλωση, ότι τότε, στην καταρρέουσα Πόλη, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και οι συν αυτώ προέταξαν τα στήθη τους, υπερασπιζόμενοι το λαό και θυσιαζόμενοι για τα ιδανικά της πατρίδας – και γι’ αυτό το όνομα τους γράφτηκε με χρυσά γράμματα στην ιστορία. Τραγική αντίφαση, είναι το ότι στις μέρες μας η Ελλάδα κυβερνήθηκε από αρκετούς ηγέτες, που προέταξαν τα κομματικά ή ιδιωτικά συμφέροντα έναντι εκείνων της πατρίδας, ενεργώντας σε βάρος του λαού, που τους ανέδειξε…

Τον επόμενο αιώνα, η Ελλάδα επεκτάθηκε και απέκτησε τα σημερινά της σύνορα. Και όπως ήδη σημειώθηκε, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, παρέμεινε στη Δυτική Θράκη μουσουλμανικός πληθυσμός, αποτελούμενος από τρεις κύριες ομάδες που συγκροτούν τη σημερινή μουσουλμανική μειονότητα: Πομάκους, τσιγγάνους και τουρκόφωνους…

 * * *
Η συνέχεια της ιστορίας, τα 90 χρόνια που μας χωρίζουν από τη Λοζάνη, είναι μια ιστορία «αμοιβαιότητας» και εσφαλμένων πολιτικών, με αλυσίδα λαθών εκ μέρους της Ελλάδας και καταπιέσεις με διαλείμματα γαλήνης για τις εκατέρωθεν μειονότητες. Σημειώνω επιγραμματικά κομβικές ημερομηνίες, που σημάδεψαν την Κωνσταντινουπολίτικη Ρωμιοσύνη: Στράτευση 20 ηλικιών, φόρος περιουσίας - γνωστός ως Βαρλίκι, Σεπτεμβριανά και Απελάσεις Ελλήνων υπηκόων. Στην άλλη όχθη, στη Θράκη, συστηματική και μακρόχρονη καταπίεση και περιορισμός δικαιωμάτων της μουσουλμανικής μειονότητας με έλλειψη διοικητικής ισοπολιτείας από μια Ελλάδα, που αποδεικνυόταν κατώτερη των περιστάσεων και της ιστορίας της.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 30 Μαΐου 2013, αρ. φύλλου 694
φωτό: Ara Guler

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΟΡ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ: 
Στη μνήμη της Άλωσης της Πόλης [II]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.