22.5.11

ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΤΡΩΝΟΥ ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Επιτάφιος θρήνος

Η Σάρα είχε μαύρα κατακάθαρα μάτια, κι ένα πλατύ χαμόγελο, όπως μόνο αυτοί που είδαν το χάρο  με τα μάτια τους, μπορούν να έχουν.
Είχε ενσωματωθεί από πολύ νωρίς στον ντόπιο πληθυσμό. Εβραία στο θρήσκευμα, Ελληνίδα γνήσια σε όλα της. Κάπου στα γύρω μέρη τής Μακεδονίας είχε γεννηθεί και μεγαλώσει, μεγάλη ήταν εκεί η εβραϊκή κοινότητα, με τα σχολειά της, τη συναγωγή της τα ήθη και έθιμά της και η ζωή κυλούσε ήρεμα και ειρηνικά δίπλα στους Χριστιανούς συμπατριώτες τους.
Οχτώ παιδιά είχε να θρέψει η μάνα της Σάρας, χήρα η ίδια από πολύ νωρίς. Τα μεγαλύτερα όλο και κάτι έβρισκαν να κάνουν, όλο και κάτι έφερναν στο σπίτι. Η Σάρα πήγαινε στη μοδίστρα από τα μικράτα της, να μάθει την τέχνη, να βγάζει και κανένα χαρτζιλίκι. Όλοι την αγαπούσαν, ομόθρησκοι και μη, και όλους τους αγαπούσε.
Μεγάλωσε κι αυτή, όπως και όλες οι άλλες κοπελιές, ομόθρησκό της ερωτεύτηκε. Σύντομα και ο γάμος, δεν ήθελαν να περιμένουν και πολύ...
Άρχισε η Σάρα να δουλεύει σαν μοδίστρα, δειλά-δειλά στην αρχή, κάτι διορθώματα στις γειτόνισσες, όσο πήγαινε και τα κατάφερνε και με πιο απαιτητικές κυράδες. Καμάρωνε η ίδια, καμάρωνε και ο άντρας της που ήταν τόσο προκομμένη η γυναικούλα του..

Φάνηκαν όμως σύντομα τα πρώτα σύννεφα στη ζωή... Πρώτα το άκουσαν σαν φήμη. Οι Γερμανοί που κατέλαβαν τη χώρα όλη, μάζευαν και όλους τους Εβραίους.  Η αρχική φήμη μεταβλήθηκε σε βαθιά ανησυχία, δεν άργησε να γίνει φόβος, κοντά και ο πανικός.
Πήρε τότε ο νέος άντρας τη Σάρα, με φουσκωμένη ήδη την κοιλιά, και ανέβηκε στα βουνά με τους αντάρτες. Τίποτα από δω και πέρα δεν ήταν εύκολο για τη νέα γυναίκα, μόνο η αγάπη  για τον άντρα της, αντάρτη κατά των κατακτητών, και το αγέννητο σπλάχνο, τής έδιναν κουράγιο να τα βγάλει πέρα.
...Κάπου, σε έναν στάβλο έφερε στον κόσμο το κοριτσάκι της. Οι βοσκοί που ήταν εκεί γύρω την φρόντισαν σαν αγρίμι κυνηγημένο, με το μωρό στην αγκαλιά, πήρε το δρόμο μέσα στο πυκνό δάσος, μήπως και βρει κάπου στέγη και φαγητό, για το νεογέννητο, προπαντός. Μια αγελάδα ήταν το πρώτο ζωντανό πλάσμα που βρέθηκε μπροστά της. Καλό σημάδι, σκέφτηκε και κίνησε για το κοντινότερο χωριό, μακρυά από τη βοή και τους ολολυγμούς των δικών της.
Τον άντρα της, κυνηγημένο μαζί μ` όλους τους άλλους αντάρτες, δεν τον ξανάδε. Την κράτησαν οι ντόπιοι βουνίσιοι αυτήν και το παιδί, της έδωσαν χριστιανικά ονόματα, Ελένη η μάνα, Ελευθερία η μικρούλα. Ό,τι μπορούσε έκανε η Σάρα, Ελένη πια, για να μην γίνει βάρος.
Σποραδικά  μάθαινε και κάτι για τους δικούς της. Για όλες τις μετακινήσεις, την συγκέντρωση και αποστολή τους στην Πολωνία, αλλά εκεί σταματούσαν τα νέα.

Πέρασαν τα χρόνια, η Ελευθερία μεγάλωνε μαζί με τα άλλα παιδιά τού χωριού, έμενε η Σάρα με τη λαχτάρα να ξαναδεί τον άντρα της, να ξανακούσει για τη μάνα και τ` αδέλφια.
Τέλειωσε ο πόλεμος, τα νέα  έφτασαν και την έκαψαν, σωστό αστροπελέκι! Χαμένοι όλοι! Κι ο άντρας πουθενά. Χάθηκε στα βουνά, όπως και τόσοι άλλοι. Πήρε τη μικρή Ελευθερία, προσπάθησε να της εξηγήσει πως το όνομά της ήταν Παλόμπα, πως και την ίδια τη λέγανε Σάρα, δεν κατάλαβε και πολλά η μικρή, αλλά ακολούθησε τη μάνα σε μια μεγάλη πόλη.
Έψαξε εκεί να βρει κάποιους ομόθρησκούς της τουλάχιστον, όσους τα είχαν καταφέρει να κρυφτούν σε σπηλιές ή και φτωχόσπιτα γενναίων.
...Κάποιος  της ανέφερε για έναν άντρα που γλύτωσε απ` τα στρατόπεδα, μόνος κι αυτός, έψαχνε μια Εβραιοπούλα για να κάνει οικογένεια, να ξαναρχίσει μια ζωή απ` την αρχή, μήπως και μπορέσει να γλυτώσει από τους ολονύχτιους εφιάλτες.
Έτσι βρέθηκε η Σάρα σε άλλη πόλη, ξένη μέσα σε ξένους. Ποτέ δεν δείλιασε, τα εμπόδια και οι δυσκολίες ήταν τώρα γι αυτήν παιχνιδάκι.
 Μεγάλωσε η οικογένεια με νέο αίμα, γνωρίστηκε με κόσμο, άρχισε και την κοινωνική ζωή. Καλοδιάθετη πάντα και καλοσυνάτη, δεν άδειαζε να καλημερίζει γνωστούς και αγνώστους.
Ένα παράπονο είχε μόνο η Σάρα. Οι γιορτές όλες χριστιανικές, να συμμετέχει δεν μπορούσε, άλλοι Εβραίοι δεν υπήρχαν στην πόλη, και όταν έρχονταν Χριστούγεννα και Πάσχα, την πλάκωνε ένα αβάσταχτο βάρος στην ψυχή. Kαι μάλιστα, ήξερε από τις ίδιες τις φίλες της, ότι τη Μεγάλη Παρασκευή ειδικά, κατά την Αποκαθήλωση, πήγαιναν όλες στην εκκλησιά με τα καλύτερά τους ανοιξιάτικα ρούχα, ειδικά ραμμένα για την περίπτωση!
Πάσχα πλησίαζε πάλι, στρώθηκε η Σάρα στη δουλειά και έραψε ένα φίνο ταγέρ.  Ξημέρωσε η Μεγάλη Παρασκευή, γέμισαν οι δρόμοι κομψές κυρίες που πήγαιναν να προσκυνήσουν  τον επιτάφιο. Έτοιμη η Σάρα, χτενισμένη και ντυμένη στην τρίχα, ξεκινάει να φύγει.
Πού πας, ρωτάει ο άντρας της, τέτοια ώρα με τα καλά σου; Στην εκκλησιά, πετάει η Σάρα, να μην καμαρώσω κι εγώ το καινούργιο μου ταγέρ;
Τάχασε στην αρχή ο Εβραίος σύζυγος. Για πολύ λίγο όμως. Και βέβαια να πας!  Ποιος δικαιούται περισσότερο από μας να κλάψει τους νεκρούς του; Για όλους τους δικούς μας επιτάφιος είναι ο θρήνος!


Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.