12.7.13

ΟΔΟΣ: ΠΡΟΜΝΗΣΙΑ μνημεία | μνήμες της πόλης


ΟΔΟΣ 28.3.2013 | 685

Μπορεί (αδικαιολόγητα) πολλοί από τους σημερινούς κατοίκους της Καστοριάς, να μην γνωρίζουν πού ακριβώς βρίσκονται η Παναγία Κουμπελίδικη, ο Άγιος Στέφανος ή οι Άγιοι Ανάργυροι, παρά το ότι είναι οι πιο χαρακτηριστικές από τις πολλές, εξαιρετικές βυζαντινές εκκλησίες της πόλης.

Όπως μπορεί άλλοι τόσοι, να μην έχουν επισκεφθεί ποτέ το βυζαντινό μουσείο, να μην γνωρίζουν ούτε σε ποιο σημείο βρίσκεται ή αν υπάρχει τέτοιο, ή να μην έχουν την περιέργεια να γνωρίσουν το εσωτερικό ενός μεταβυζαντινού ναού. Όπως μπορεί και να υπάρχουν αρκετοί που κυριολεκτικά δεν τους καίγεται καρφί για αυτά και τα υπόλοιπα μνημεία ή αξιοθέατα της πόλης στην οποία ζουν.

Στον αντίποδα πάλι, δεν πρέπει να υπάρχει κανείς πολίτης απ’ αυτούς που παρακολουθούν την δημόσια ζωή στην Καστοριά, ακούν ραδιόφωνο ή βλέπουν τηλεόραση, ή έστω είναι πολύ λιγότεροι αυτοί που δεν έχουν ακουστά ότι υπήρξε κάποτε ένα κτήριο, γνωστό με το όνομα «παλιό Γυμνάσιο». Το οποίο, κατεδάφισαν «οι Καστοριανοί» της εποχής της δικτατορίας, για να ανεγερθεί το «νέο» τότε Γυμνάσιο.

Και τα γνωρίζουν επειδή φροντίζουν να το υπενθυμίζουν τα διάφορα κέντρα που συνειδητά ή ασυνείδητα, έχουν παρεξηγήσει ή αγνοούν την Καστοριά του παρελθόντος. Με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν στην κοινή γνώμη συχνά την πόλη και προπαντός τους παλιότερους Καστοριανούς ως απαίδευτους, παραδόπιστους, συντηρητικούς κ.ο.κ. Και να υποστηρίζουν σθεναρά την άποψη, ότι η πόλη άρχισε να εκσυγχρονίζεται αποκλειστικά και μόνο χάρη στην συμβολή των νεότερων κατά καιρούς κατοίκων της. 

Και ας μην γνωρίζουν τις γειτονιές της πόλης, ούτε καν τους δρόμους της. Ούτε τους παλιότερους από τους κατοίκους που ξεχώρισαν, ούτε καν τα μνημεία που έμειναν πίσω τους. Κι’ ας αφήνουν τα βυζαντινά τείχη να καταρρέουν ή και να κατεδαφίζονται κιόλας, ας αγνοούν ότι υπήρχαν ακόμη και υπολείμματα πελασγικών πολιτισμών που όλα αυτά, έχουν αφανιστεί από προσώπου γης, μόλις τα τελευταία χρόνια. Όπως στα τελευταία χρόνια, έχουν πέσει θύματα εμπρησμών και λεηλασιών μερικά από τα πιο σημαντικά διατηρητέα της πόλης. 

Αυτοί πάντως, έχουν το moto τους πίσω από το οποίο είναι καλά οχυρωμένοι: το Γυμνάσιο και ο διηνεκής θρήνος.

Και όμως, οι ίδιοι κύκλοι -πρόκειται ασφαλώς για τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης και όχι για καθ’ εαυτούς τους πολιτικούς της Καστοριάς- είναι που πρωτοστάτησαν για την κακή τύχη του εξαίρετου κτηρίου του άλλοτε στρατοπέδου Μαθιουδάκη. Το οποίο τελικά, δεν κρίθηκε ως νεώτερο διατηρητέο μνημείο από το Κ.Α.Σ. (όπως προφανώς δεν κρίθηκε από το τότε «ΚΑ.Σ.» διατηρητέο το παλιό Γυμνάσιο). 

Παράξενο πράγμα στ’ αλήθεια, και δύσκολα εξηγείται χωρίς δεύτερες σκέψεις. Να ανακηρύσσονται δηλαδή διατηρητέα ιδιωτικές κατοικίες από μόνα τα κεραμίδια τους. Και την ίδια ώρα να αποφασίζεται από τους σοφούς του ΚΑΣ, ότι ολόκληρο δημόσιο κτήριο, μεγάλων διαστάσεων με ηλικία ενός αιώνα και σαφή μνημειακά στοιχεία, ότι είναι αδιάφορο.




Το δύστυχο κτήριο, παρά τα ολοαφάνερα αξιόλογα αρχιτεκτονικά και ιστορικά του χαρακτηριστικά, μοιάζει να έπεσε θύμα της εποχής του μνημονίου. Και της συκοφάντησής του απ’ αυτούς που συμπτωματικά θρηνούν το παλιό Γυμνάσιο. Είχαν συμπαραστάτες τους, με την διακριτική διαφοροποίηση του δημάρχου Καστοριάς, όλη την πολιτική ηγεσία της περιοχής: Από τον περιφερειάρχη κ Γ. Δακή και τον αντιπεριφερειάρχη κ. Δ. Σαββόπουλο, που υποστήριξε ζωηρά την κατεδάφιση και «απαξίωση» του κτηρίου.  Ως την ίδια την βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, που κατάφερε στην πρώτη της πολιτική πράξη να θριαμβολογεί για το κατόρθωμα: Την κατεδάφιση ενός ιστορικού κτηρίου (η ανέγερση του αστυνομικού τμήματος δεν αποτελεί έργο της θητείας της). Βουλευτής πανηγυρίζει για την κατεδάφιση!

Θα ανέμενε κανείς να φροντίζουν να προσφέρουν. Να προσθέτουν, και όχι να αφαιρούν, οι κρατούντες. Ούτε βεβαίως να κατεδαφίζουν. Πράξη, για την οποία, τουλάχι- στον σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο κτήριο, οι πρωτοστατήσαντες έχουν πλήρες ονοματεπώνυμο και ήδη έχουν καταγραφεί στην ιστορία του τόπου. 

Για την κακή εξέλιξη ίσως και να συνέβαλε το γεγονός ότι δεν σχηματίσθηκε κίνημα ή ρεύμα για την διάσωση του κτηρίου. Οι τρεις σύλλογοι, ανέλαβαν μόνοι τους την πρωτοβουλία και την ευθύνη της εξέλιξης. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι θα ήταν διαφορετική η εξέλιξη αν υπήρχε μαζικότητα και περισσότερη εξωστρέφεια στην προσπάθεια, η οποία ήταν βεβαίως ειλικρινής, αλλά τελικά, δεν στέφθηκε με επιτυχία.

Έτσι εφ’ όσον δεν υπάρξει άλλου είδους εμπλοκή (π.χ. δικαστική αναστολή, εξέλιξη που ωστόσο δεν πιθανολογείται) αναμένεται σύντομα αυτό το ενδιαφέρον και προπαντός ιστορικό κτήριο, που είναι συνυφασμένο με την νεώτερη Καστοριά από την απελευθέρωσή της μέχρι σχετικά πρόσφατα, να κατεδαφιστεί. Να χαθεί από προσώπου γης.

Ας μην εκπλαγεί κανείς, αν παρά το γεγονός ότι το κτήριο του Μαθιουδάκη συκοφαντήθηκε και περιφρονήθηκε όσο τίποτε άλλο τον τελευταίο καιρό, αν παρόλα αυτά οι γνωστές μοιρολογίστρες του παλιού Γυμνασίου, συνεχίσουν το μακρόσυρτο βουβό πόνο τους για τους παλιότερους Καστοριανούς που δεν είχαν τις δικές τους ευαισθησίες. 
Εύγε!



Προμνησία: Ο όρος προμνησία περιγράφει την αίσθηση ότι κάποιος έχει δει ή βιώσει ξανά στο παρελθόν μίακατάσταση. Συχνότερα χρησιμοποιείται ο όρος déjà vu που στη γαλλική γλώσσα σημαίνει "ήδη ιδωμένο". Η εμπειρία της προμνησίας συνοδεύεται συνήθως από μία αίσθηση "παράξενου", και αποδίδεται από το υποκείμενο της εμπειρίας σε όνειρό του, παρόλο το ότι υπάρχει η αίσθηση ότι η εμπειρία έχει πραγματικά υπάρξει στο παρελθόν.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 28 Μαρτίου 2013, αρ. φύλλου 685



Σχετικά κείμενα:

7 σχόλια:

  1. Ανώνυμος12/7/13

    
    Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καστοριάς ως κέντρο του κόσμου

    του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου

    (...) Ανασηκώνοντας τα μάτια από τις σελίδες της εφημερίδας η Δήμητρα στρέφει το βλέμμα στην άδεια βιβλιοθήκη. Παρότι ο άντρας της χάθηκε, αισθάνεται δεσμευμένη, σαν να βιώνει μια προέκταση πέρα από τον εαυτό της, προς έναν κόσμο απροσδιόριστο αλλά υπαρκτό. Για χρόνια δεν γνώριζε το νόημα της μετάνοιας, αλλά τώρα έμενε άλαλη μπροστά στην ασημαντότητα της ύπαρξής της. Η ψυχή της που περιπλανιόταν σε κρυμμένες και σκοτεινές αλέες, ήθελε έναν δρόμο αυθεντικό και εξαγνισμένο, όχι από πίστη στη ζωή, αλλά γιατί έπρεπε να καταλάβει, να δικαιολογήσει, και να δεχτεί το θάνατο. Ποια σκέψη θα μπορούσε να φτάσει στην διατύπωση «αγαπάτε αλλήλους», αν η αγάπη δεν παραμείνει αγάπη ως το τέλος, χωρίς εξαιρέσεις; Κι έτσι ολόκληρη η ζωή, που δεν είναι παρά φρίκη και άχθος, φωτίζεται. Δεν ήταν ένα αυθεντικό μέλλον που επεδίωκε, όσο ένα αυθεντικό παρόν. Δεν επιθυμούσε το δέος που προέρχεται από την ιερότητα, από τον φόβο, από την τρομερή παρουσία, αλλά το δέος μπροστά στην άφατη αγάπη.

    Μερικές φορές την επισκεπτόταν ο Θεόδωρος Ταμπάκης. ΄Εχουν κουβεντιάσει για την βιβλιοθήκη και την ησυχία της, ότι μπορούσε να μένει εκεί για ώρες, χωρίς να την ενοχλεί η παρουσία κανενός. Τούτο όμως δεν σήμαινε πως ένιωθε μόνη. Δεν ήταν μόνο η υποβολή από την παρουσία των βιβλίων στα ράφια˙ ανοίγοντάς τα ο χώρος γέμιζε από μύριες ανάσες, καθώς μέσα από τις γραμμές των βιβλίων ξεπηδούσαν οι αναπνοές εκείνων που τα έγραψαν και την έπαιρναν μαζί τους διασχίζοντας τους ωκεανούς της γραφής, για να επιστρέψει πάλι εκεί απ’ όπου ξεκίνησε με κατάγραφα τα δώματα της ψυχής της. Σε κάθε βιβλίο συμποσούνταν η πνοή του ανθρώπου, κάθε βιβλίο ήταν και ένας άνθρωπος ξεχωριστός, διατηρώντας μια σωματικότητα που υπερέβαινε το συγκεκριμένο σχήμα του. Παράξενες συγκινήσεις την κατέκλυζαν τότε, καθώς οι υποτυπώδεις κατάλογοι των βιβλίων που υπήρχαν την ανάγκαζαν να ψάχνει στα ράφια, ανακαλύπτοντας βιβλία που ούτε υποψιαζόταν την ύπαρξή τους, και η ανακάλυψη αυτή πολλές φορές λάβαινε τον χαρακτήρα αποκάλυψης.

    Μήπως η φτωχική και απόμερη Δημοτική βιβλιοθήκη της Καστοριάς, στο ισόγειο του παλιού διώροφου κτιρίου του Δημαρχείου, συνδεόταν με αόρατες ανεμόσκαλες και κλίμακες στριφογυριστές, σαν μια τετράπλευρη απόφυση που παραστράτησε, με τα κανονικά εξάγωνα της ατελεύτητης Βιβλιοθήκης που είναι το σύμπαν*, όπως οι σκοτεινές γαλαρίες της σπηλιάς του Δράκου, πριν την Μαυριώτισσα, συνδέονταν με τον κάτω κόσμο; ΄Η μήπως ήταν το ίδιο το κέντρο του σύμπαντος, που για να το γνωρίσεις πρέπει να καταδυθείς στα έγκατα της υπάρξεως, με τρόπο ανάλογο της περιγραφής του Ιουλίου Βερν στο «Ταξίδι στο κέντρο της γης»;

    Στη Θεσσαλονίκη συχνά την έπαιρνε η μητέρα της να επισκεφτούν μια θεία στο συνοικισμό Ευαγγελιστρίας, πίσω απ’ το νεκροταφείο. Η διαδρομή με το λεωφορείο της φαινόταν ταξίδι. Δεν είχε γεμίσει ο τόπος σπίτια που φέρανε τον συνοικισμό κοντά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Θεωρούσε το νεκροταφείο Ευαγγελιστρίας, με το γκρίζο χώμα, τη μεγάλη καγκελωτή πόρτα, τους κτιστούς τάφους με τα λουλούδια και τα κεριά, αναπόσπαστο τμήμα του τοπίου, που μετά το Προσφυγικό Νοσοκομείο, νυν Γεννηματά, αναδυόταν τα μάτια της. Τώρα το νεκροταφείο είχε κλείσει, δεν έθαβαν άλλους νεκρούς. ΄Ελεγαν πως το χώμα είχε κορεσθεί και δεν σήκωνε άλλο. Ωστόσο, στο νεκροταφείο Ευαγγελιστρίας οι νεκροί έλιωναν, ενώ στο νέο νεκροταφείο η «Ανάστασις του Κυρίου» στη Θέρμη, το κόκκινο χώμα είχε αποδειχτεί ακατάλληλο και πολλοί έβγαιναν άλιωτοι. Απορούσε όταν κάποιοι επέμεναν να φύγουν τα μνήματα απ’ την Ευαγγελίστρια, και στη θέση τους να γίνει πάρκο. Θεωρούσε το πάρκο πολύ φτωχό αντιστάθμισμα του παρελθόντος χρόνου που ήταν θαμμένος εκεί. ΄Αλλοι υποστήριζαν αναχρονιστική την παραμονή του νεκροταφείου μέσα στην πόλη, εστία μολύνσεως, ενάντια στην πρόοδο και την αξιοποίηση της περιοχής(…).

    *Βλ. Jorge Luis Borges, Η Βιβλιοθήκη της Βαβέλ, («Περί Βιβλιοθηκών», εκδ. ΑΓΡΑ 1993).

    πηγή: Aντίφωνο, (Απόσπασμα από το βιβλίο «ΤΑ ΔΥΟ ΦΟΡΕΜΑΤΑ»

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ρούλα Ζουπανιώτη12/7/13

    Διαμορφωτές της κοινής γνώμης εν δυνάμει είμαστε όλοι μας, αν ενεργοποιούμαστε φυσικά και δεν επιτρέπουμε σε κάποιους μόνο να έχουν το μονοπώλιο.
    Νομίζω ότι η εξέλιξη στα του στρατοπέδου, μετά την κινητοποίηση που υπήρξε, το αποδεικνύει, έτσι δεν είναι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος12/7/13

    Δυστυχώς οι Νεοέλληνες κατά κανόνα δεν έχουμε συνείδηση πολιτιστικής διατήρησης και διαφύλαξης. Μας διακατέχει ειδικά σύμπλεγμα κατωτερότητας για το μεταβυζαντινό παρελθόν μας και μετά μανίας καταστρέφουμε ότι σχετίζεται με αυτό προσπαθώντας να το διαγράψουμε τελείως από τη μνήμη μας με αποτέλεσμα να καθιστούμε τους εαυτούς μας αφενός ανούσιους αρχαιολάγνους και αφετέρου ξενομανείς και ευτελείς μιμιτές μοντέρνας ξενόφερτης κουλτούρας. Πρωτοτυπούμε όμως στην υποκειμενική παντογνωσύνη και στο φτηνό φραμπαλά. Είμαστε δηλαδή "μόνε γε μαμπέτια" που θά 'λεγαν κι παλαιότεροι κάτοικοι αυτής της πόλης. Η έλειψη παιδείας από τη μια και η μανιώδης επιδίωξη του πρόσκαιρου κέρδους από την άλλη μας έχουν κάνει το μυαλό μακάλο. Ακόμη και αχυρώνας να ήταν το 'Μαθιουδάκη' το γεγονός ότι συνδέεται με την απελευθέρωση αυτής της πόλης είναι αρκετό για να επιβάλει τη διάσωσή του ως ιστορικό μνημείο. Αλλά τι να περιμένεις όταν εν έτη 2000 στην καρδιά της πλέον παραδοσιακής περιοχής της πόλης επέτρεψαν να χτιστεί σύγχρονου τύπου οικοδομή ανάμεσα στα ωραιότερα διατηρητέα μόνο και μόνο επειδή ο δημοσιοϋπάλληλος ιδιοκτήτης της είχε προφανώς 'γερό δόντι'; και εννοώ την σουπερμπαλκονάτη οικοδομή που βγάζει μάτι στο Ντουλτσό δίπλα από το παλαιό πατρικό του [.....]

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος13/7/13

    Τι έγινε ρε παιδιά ξαφνικά με το όνομα του ιδιοκτήτη του παλαιού πατρικού στο Ντουλτσό στο σχόλιο του προηγούμενου ανώνυμου; Μήπως το έφαγε η λογοκρισία του δημοσιοϋπαλλήλου και των μικρομεγαλοσυμφερόντων της πολεοδομικής κλίκας; Που να αναφερόταν ο άνθρωπος και στο όνομα του δημοσιοϋπαλλήλου δηλαδή; Σε κάθε περίπτωση πάντως πιστεύω πως τα κακώς κείμενα πρέπει να ξεμπροστιάζονται. Εσείς τι λέτε κύριε διευθυντά;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανώνυμος13/7/13

    Ναι ρε παιδιά, κατάλαβα σε ποια οικοδομή αναφέρεται το σχόλιο. Εκεί έστεκε κάποτε το παλιό σπίτι της οικογένειας [.....]. Και ο τωρινός ιδιοκτήτης όντως πρέπει να είχε γερό δόντι γιατί τον καιρό εκείνο, αν δεν κάνω λάθος, διατελούσε και δημοτικός σύμβουλος και κανείς από τους περίοικους δεν είχε καταφέρει τότε να εμποδίσει το έκτρωπο παρόλες τις αλλεπάλληλές τους καταγγελίες. Και βέβαια πρέπει τα κακώς κείμενα να βγαίνουν στη φόρα έστω και αργά για να ξεσηκώνεται ο κόσμος μήπως και ψιλοσυμμαζευτούν οι επόμενοι εν δυνάμει επίδοξοι θρασείς και ασυνείδητοι. Φωνή λαού οργή Θεού (και κεντρικής διοίκησης ίσως παρ' ελπίδα). Λέω τώρα εγώ.................!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος16/7/13

    Ωραίος ο τίτλος! Θα μπορούσε βέβαια να είναι και
    "Αμνησία",
    αλλά ο δικός σας είναι πιο πρωτότυπος.
    Όλο το άρθρο σημαντικό.
    Να είστε καλά, να ξυπνάτε συνειδήσεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ανώνυμος17/7/13

    Βρε και "αμνησία" έχουν πάθει οι δικοί μας!
    Είναι επιβεβαιωμένο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.