7.7.13

ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΤΡΩΝΟΥ ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Η καθοδήγηση


ΟΔΟΣ 28.3.2013 | 685

Δεν είχαν βγει από το χωριό τους, και πάλι όχι όλες τους, παρά μόνο κανά δυο φορές, είτε για να πάνε σε κάποιο γειτονικό, σε πανηγύρια ή γάμους, ή το πολύ-πολύ ως την πρωτεύουσα του νομού.
Ήρθε ένα έγγραφο τότε στον πρόεδρο της κοινότητας, που ενημέρωνε, ότι μεγάλη γερμανική εταιρία ζητούσε νέους και νέες να πάνε στη Γερμανία να εργαστούν. Τα έξοδα από το χωριό μέχρι τον τόπο προορισμού θα τα κάλυπτε όλα η εταιρία, δικό της έμπιστο πρόσωπο θα φρόντιζε για τα πάντα, στον τόπο εργασίας θα τούς έδιναν και στέγη. Η φτώχεια περίσσευε στο χωριό, η προσφορά φάνηκε σαν μάννα
εξ’ ουρανού.
Κίνησαν λοιπόν, γύρω στις δέκα νέες, περισσότεροι νέοι, με τις τοπικές ακόμη φορεσιές, για το μεγάλο ταξίδι. Αθήνα, Πειραιά, σάλπαραν για το Πρίντεζι και από κει στο τρένο για τη γη τής επαγγελίας. Πρωτόγνωρα τα πάντα γύρω τους, δεν είχαν προφτάσει να καταλάβουν ούτε πού πήγαιναν, ούτε τι θα έκαναν εκεί.
Με την άφιξη έγινε και ο διαχωρισμός. Σε άλλο οίκημα οι άντρες, αλλού κατάλυμα για τα κορίτσια. Ένα παλιό οικοτροφείο της εκκλησίας ήταν το καινούργιο τους σπιτικό. Απ` όλα τα σύγχρονα μέσα είχε εκεί: Κεντρική θέρμανση, ηλεκτρικές  συσκευές, κρεβάτια με πουπουλένια σκεπάσματα...
Η Ελπίδα, μια από τις νέες που ξενιτεύτηκαν, ήταν αυτή που ανέλαβε πρωτοβουλία για να ρωτήσει και να μάθει λεπτομέρειες για τη νέα τους ζωή. Έξυπνη και δραστήρια ήταν από τα μικράτα της. Δεν άργησε να εξοικειωθεί και να εξοικειώσει και τις άλλες με  τη νέα καθημερινότητα, που σήμαινε από τα χαράματα στο τραμ για το εργοστάσιο, δουλειά κανονικό οκτάωρο, επιστροφή νωρίς το απόγευμα στο "χάϊμ", μαγείρεμα, πλύσιμο, και αν ο καιρός το επέτρεπε -σπάνιο πράγμα- και μία βόλτα στην πόλη. Στις αργίες συναντούσαν τους συμπατριώτες τους, που απασχολούνταν σε άλλο εργοστάσιο της εταιρίας. Μαζί μ’ αυτούς γνώρισαν και άλλους Έλληνες εργάτες. Πήγαιναν τσούρμο στο πάρκο, έπιναν και κανένα αναψυκτικό στο καφενείο τού σταθμού, ήταν πιο φτηνό εκεί.
Ανάμεσα στους Έλληνες που γνώρισαν, ξεχώριζε ένας νέος, πολύ επιβλητικός στην εμφάνιση, ακόμη πιο ελκυστικός στο χειρισμό τού λόγου. Ο νέος αυτός άρχισε να τούς μιλάει για τα δικαιώματά τους, τις διεκδικήσεις που έπρεπε να απαιτήσουν από τα αφεντικά, ότι, τόσο τα ταξιδιωτικά έξοδα όσο και το ενοίκιο του σπιτιού θα αφαιρούνταν από το μεροκάματό τους...
Η Ελπίδα δεν χόρταινε να τον ακούει. Άρχισε να περιμένει με ξεχωριστή λαχτάρα τις συναντήσεις τους, ένοιωθε ένα περίεργο σκίρτημα σε κάθε του βλέμμα, με τη σκέψη στα λόγια του κοιμόταν, με τη μορφή του ξυπνούσε. Δεν άργησε η σχέση των δυο τους να γίνει πιο στενή. Να απομονώνονται συχνά από τους άλλους οι εξηγήσεις πάνω στη δουλειά συνεχίζονταν, η Ελπίδα είχε σκοπό να γίνει η πιο καλή του μαθήτρια! Προσπαθούσε να είναι καλή σε όλα, τής είχε διδάξει τον τρόπο που θα φρόντιζε να γράψει όσες μπορούσε περισσότερες στο κόμμα εκεί βέβαια συνάντησε αρκετές δυσκολίες, οι άλλες κοπέλες δεν νοιάζονταν για τέτοιες λεπτομέρειες, να κάνουν ένα κομπόδεμα ήθελαν, να γυρίσουν σε μερικά χρόνια πίσω στο χωριό, να χτίσουν δικό τους σπιτικό.
Καιρός πολύς δεν είχε περάσει, βρέθηκε η Ελπίδα στην αγκαλιά του καθοδηγητή... Τρελή και παλαβή από έρωτα, τού ανακοίνωσε όλο χαρά έπειτα από τρεις μήνες, ότι ήταν έγκυος και σύντομα θα γινόταν η μητέρα του παιδιού του!
Κάτι δεν άρεσε απ` όλη αυτή την ιστορία στο λεβέντη της. Δεν  είχαν καιρό για οικογένεια τώρα. Καλό θα ήταν να φρόντιζε να απαλλαγεί από το έμβρυο, όσο ήταν καιρός ακόμη. Της Ελπίδας ο κόσμος γκρεμίστηκε όλος, συθέμελα.
Στη Γερμανία οι εκτρώσεις απαγορεύονταν αυστηρά. Τέρμα οι ελπίδες και τα όνειρα...  Μπήκε στο τρένο τότε, πήρε από κάποιον συμπατριώτη, γνώστη των πραγμάτων, τη διεύθυνση μιας κλινικής στη Θεσσαλονίκη, και χωρίς να ενημερώσει κανέναν από τους δικούς της, αποφάσισε να κάνει ό,τι της πρότεινε ο καθοδηγητής.
Έκλαιγε σ` όλη τη διαδρομή, έγκλημα για τη συνείδησή της η αφαίρεση ζωής, αλλά η αγάπη και η αφοσίωση στο πρόσωπό του, πιο δυνατή απ’ όλα. Η εγκυμοσύνη προχωρημένη, η κλινική όχι από τις καλύτερες. Η Ελπίδα είχε ακόμη τις αισθήσεις της, όταν το αίμα πλημμύρισε το χειρουργείο. Κόκκινα όλα γύρω της, ύστερα μαύρα... γκρίζα... και τίποτα..
Η καθοδήγηση ήταν ελλιπής. Δύο ήταν οι ζωές που χάθηκαν...



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 28 Μαρτίου 2013, αρ. φύλλου 685.
φωτό: Pierre-Paul Prud'hon (1758–1823)

4 σχόλια:

  1. Ανώνυμος7/7/13

    San tou papades ena pramma!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ρούλα Ζουπανιώτη7/7/13

    Ευθύβολα και χωρίς πολλές περιστροφές τα κείμενα της η κυρίας Παπατέρπου. Μου αρέσουν !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος7/7/13

    @1
    Πλάκα κάνεις;
    Αυτοί... δεν παίζονται!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος7/7/13

    Έλα να μη ξεφεύγουμε και χαζεύουμε!
    Ξεκολλάτε. Στο κείμενο και σβέλτα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.