11/4/16

ΘΑΝΑΣΗ ΜΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Παραμονές με αναμνήσεις

Ένας από αυτούς που βρίσκονται στον Φθινόπωρο της ζωής τους, που οι μέρες τους κυλούν σαν τα χλωμά φύλλα που πέφτουν στην γη και χάνονται ως να πέσει και το τελευταίο είναι και ο Γερο-Νέστορας. Απόμαχος της ζωής μετράει θέλει δεν θέλει τις μέρες, τους μήνες, τα εννιά χρόνια της μοναξιάς του, από τα ογδόντα έξι του που έχασε αναπάντεχα την γυναίκα του.

Όλα βλέπεται στην ζωή είναι μεταβλητά και παροδικά εκτός και φυσικά από τον νόμο της μεταβολής όπως το επισήμανε ο Ηράκλειτος. Είναι κι αυτός λοιπόν ένα θύμα της απότομης μεταβολής της ζωής του που τον υποχρέωσε, όμως καίνε την θέλησή του, να ζει την μοναξιά των αναμνήσεων στην απόλυτη σιωπή της φωλιάς του. Που τις κάνει όμως πάμπλουτες η λάμψη μια γυναίκας αυτές τις τόσο όμορφες αναμνήσεις ανάβοντας πολλούς ήλιους από φως και ζεστασιά στην ζωή του και έσβησαν όλα τόσο απότομα στο άπειρο του υπερπέραν με τον χαμό της

Από τότε δεν είχε άλλη επιλογή να κάνει εκτός από του να ζει στην μοναξιά του επειδή μόνον αυτός ο τρόπος ζωής του προσέφερε λυτρωτικό εξαγνισμό και μια ανεξαρτησία όπως ο ίδιος την ήθελε.
Αυτός ο τρόπος ζωής μάλιστα απέκτησε μονιμότητα όταν τα μνημόνια της ανεργίας έστειλε στην ξενιτιά τα δύο σπουδαγμένα εγγόνια του που του προσέφεραν πολλές φορές την συντροφιά τους.

Τις πρωινές ώρες μπορεί να έκανε την παρουσία του στον έξω κόσμο, μπορεί να επέλεγε να κάνει την εμφάνισή του σε εκδηλώσεις που τον ενδιέφεραν, όμως πολύ γρήγορα μεγάλωνε η επιθυμία του να ξαναμείνει μόνος. Πόσο μάλλον όταν αυτή η μέρα είναι παραμονή Χριστουγέννων και η συγκινησιακή επίδραση των αναμνήσεων γυρίζουν πίσω τον χρόνο στα τότε χιλιάκριβα από ευτυχία Χριστούγεννα.

Επέστρεψε όσο πιο γρήγορα γινόταν στην αστόλιστη χριστουγεννιάτικα κάμαρά του σπιτιού του, με άστρωτο το γιορτινό τραπέζι που τότε γέμιζε με μοσκοβολιές από τα χέρια της.
Ξάπλωσε στο ντιβάνι με την φλοκάτι αντίκρυ ακριβώς από τις κρεμασμένες φωτογραφίες στον απέναντι τοίχο που κρατούσαν μόνιμα την χαρούμενη έκφρασή τους και ανέμελο το βλέμμα τους που φέρνουν πίσω ολοζώντανες χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις από τα παλιά για να γίνουν βάλσαμο στην σημερινή του θλίψη.

 Έτσι που είναι αργόπορες οι ώρες της μοναξιάς που αργοπορούν για να περάσουν ακόμα περισσότερο σαν είναι ώρες χριστουγεννιάτικης μοναξιάς ο Γερο-Νέστορας ξεχνιέται ολότελα στο παρελθόν του με το βλέμμα ασάλευτα καρφωμένο στις άψυχες φωτογραφίες που στην συνείδησή του τις ζωντανεύουν οι αναμνήσεις για να νιώσει ψευδαίσθητα αγκαλιές και γιορτιάτικα φιλιά.
Να ξαναζήσει αυτές τις ώρες σήμερα το χθες. Να κάνει το παρελθόν παρόν με όλα τα όμορφα συμβάντα του της οικογενειακής χριστουγεννιάτικης θαλπωρής.

Να ξεγελάσει την σκληρή μοναξιά όχι μονολογώντας μόνον με τον εαυτόν του αλλά να επικοινωνεί και να μιλάει με αυτούς που έχασε, με οποιονδήποτε τρόπο ακόμα και μα τις άψυχες φωτογραφίες που την σιωπή τους την νιώθει μέσα του σαν άηχη μουσική που τραγουδάει τα κάλαντα.

Όμως η ζωή με αναμνήσεις διαρκεί στιγμές, όσο ένα όμορφο όνειρο των δευτερολέπτων ή ένα όνειρο εφιάλτη που σε αναγκάζει να ξυπνήσεις και τότε για τον Γέρο Νέστορα έρχεται η προσγείωση στην σκληρή πραγματικότητα με τους αλλιώτικους και παράξενους πόνους της μοναξιάς. Μιας μοναξιάς που τα έχει όλα. Και αναστεναγμούς και θλίψη και λυγμούς και δάκρυ αλλά και χαμόγελο που προσπαθούν όλα αυτά μαζί να σπάσουν την κρυάδα της σιωπής που κυριαρχεί στους τέσσερις τοίχους της απομόνωσης. Πόσο μάλλον μια τέτοια μέρα που γεννιέται η αγάπη την οποία όμως έχουν εκτελέσει εν ψυχρώ οι άρχοντες της Ευρώπης.

Μια μέρα που ο Γερο-Νέστορας υποχρεώνεται να την γιορτάσει χριστουγεννιάτικα ακούγοντας τα κάλαντα των παιδιών με κλειστές τις πόρτες γιατί δεν έχει κανένα περίσσευμα η κουρεμένη σύνταξή του. Να καθίσει στο τραπέζι με το ένα πιάτο με τους σαρμάδες που τους μαγείρεψε με την συνταγή από το δικό της βιβλίο που κρατούσε και το ποτήρι με το κρασί που αγόρασε από την λαϊκή στο πλαστικό μπουκάλι.

Για το τι θα φέρει το αύριον ο Γερο Νέστορας ποτέ δεν ασχολήθηκε και προσπαθεί να ζήσει την κάθε μια μέρα σαν να είναι η τελευταία αφού το μέλλον του το προετοιμάζει η φθορά του χρόνου, το Φθινόπωρό του που συνεχίζουν να φυλλοροούν τα κίτρινα φύλλα ως να πέσει και το τελευταίο. Αυτό όμως που δεν παραλείπει να κάνει είναι να θυμάται κάθε μέρα τους έξι στίχους του Σαίξπηρ από τον Μακβεθ για το αύριον.

"Αύριον και αύριον και αύριον 
 σέρνεται με τον ίδιο ρυθμό από μέρα σε μέρα 
 ίσαμε με την τελευταία συλλαβή του χρόνου που πέρασε
 Κι όλα τα χθες φώτισαν τους μωρούς 
 στον δρόμο για τον θάνατο. 
Σβήσε σβήσε μικρό κερί
η ζωή δεν είναι παρά μια σκιά που σέρνεται". 


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 24 Δεκεμβρίου 2015, αρ. φύλλου 817.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.