12/2/18

ΕΛΕΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ: Χρήστος Χαιρόπουλος

ΟΔΟΣ 13.7.2017 | 894

Ο συνθέτης από την Καστοριά



Αναρωτιέμαι, γιατί δεν αναφέρεται πουθενά η καταγωγή του συνθέτη Χρήστου Χαιρόπουλου και απλώς γράφεται ότι γεννήθηκε στην Αθήνα. Όμως, είναι γνωστό ότι ήταν εγγονός του Καστοριανού Χρήστου Χριστόδουλου Χαιρόπουλου που έφυγε από την Καστοριά τα παλιά εκείνα χρόνια και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εκεί παντρεύτηκε την Πετρούλα Μωραϊτίνη, αδελφή του πατέρα του γνωστού λογοτέχνη Τίμου Μωραϊτίνη, που ήταν σχολάρχης. Τα παιδιά τους, ο Κωστής, η Αφροδίτη, η Ολυμπιάδα και ο Αλέκος ήταν όλα εγκατεστημένα στην Αθήνα.

Ο Κωστής, πατέρας του Χρήστου Χαιρόπουλου, γεννήθηκε το 1871 και διετέλεσε βουλευτής Καστοριάς και Φλωρίνης το 1915. Είχε εξαιρετική μόρφωση με πλατιές αντιλήψεις και από τα 18 του χρόνια ξεκίνησε ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες "Σκριπ" και "Άστυ", ενώ αργότερα (1903) εξέδωσε την δική του εφημερίδα με τίτλο "Χρόνος". Η εφημερίδα αυτή συντάραξε τα νερά της ελληνικής δημοσιογραφίας, ξάφνιασε το αθηναϊκό κοινό και σφράγισε την ιστορία του ελληνικού τύπου. Τελικώς, μετά τις οδυνηρές συνέπειες εναντίον του, εξ αιτίας της μαχητικότητάς του, όλοι παραδέχθηκαν ότι βοήθησε στην επιτυχία της επανάστασης του 1909.

Σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε και έζησε ο Χρήστος Χαιρόπουος ο οποίος είχε τις ρίζες του στην Καστοριά. Αυτός ο "απλουστευμένος Σοπέν", ο "Λαλάκης" όπως ήθελε να τον φωνάζουν οι συγγενείς και οι φίλοι του. Ήταν ο άνθρωπος με την βαθειά καλλιέργεια, που ξεχείλιζε με χιούμορ, ευγένεια και καλοσύνη. Αυτός που ήταν συνάμα συνθέτης, δημοσιογράφος και συγγραφέας. Χρονογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, συνθέτης της οπερέτας και δημιουργός δεκάδων κοσμοαγάπητων τραγουδιών που ερμηνεύτηκαν από διάσημους Έλληνες και ξένους τραγουδιστές και τραγουδίστριες, όπως το "Έλα γι' απόψε" από την Ζάρα Λεάντερ, στα γερμανικά.

Το ελαφρύ τραγούδι χρωστάει πολλά στον Χρήστο Χαιρόπουλο, όσα περίπου και στον Αττίκ. Δεν ήταν μαθητής ή διάδοχος του ιδρυτή της "Μάντρας", αλλά συναθλητής και συνοδοιπόρος του σε ποιότητα στίχου και μουσικής που τραγουδήθηκε από την Βέμπο, την Στέλλα Γκρέκα, την Δανάη, την Ελίζα Μαρέλη και πιο πρόσφατα από την Ζορμπαλά. Ακόμη και τώρα μας έρχεται ο ήχος των τραγουδιών του και παίρνουμε "γεύσεις" από το αγνό ρομαντικό, αυθόρμητο και πλούσιο σε έμπνευση ταλέντο του, μέσα από την συναισθηματική και απαλή μελωδία που τόσο ανθρώπινα, εμπνευσμένα και επιδέξια καλλιέργησε και απλόχερα μας έδωσε ο συνθέτης. 

Όταν ο Χαιρόπουλος έγραψε το "Μπορεί και να μην σ' αγαπώ", που εγκαινίασε μία καινούργια εποχή στο ελαφρό τραγούδι, ο Αττίκ εκμυστηρεύτηκε στην Δανάη: «Λυπούμαι πολύ που δεν το έγραψα εγώ αυτό το τραγούδι». Πολλά ήταν τα τραγούδια και οι μελωδίες που έβαλε στα χείλη και την καρδιά μας και τα τραγούδησε με πάθος όλη η Ελλάδα: "Ψαροπούλα", "Έλα γι' απόψε", "Της φαντασίας το καράβι", "Όνειρο φτωχό μου", "Τα χρυσάνθεμα" , "Ας ήταν νάξερες", "Μη μ' αφήνεις μοναχό", "Γεια σου", "Οι μοιραίοι", "Μπορεί και να μην σ' αγαπώ", "Νινέτα, Νανίνα, Νινόν και Νανά" και τόσα άλλα. Τα τραγούδια αυτά, που ο ίδιος δεν έπαυσε να συνοδεύει στο πιάνο σε κάθε ευκαιρία μέχρι τον θάνατό του, δεν έχασαν ποτέ την αξία τους και δεν θα πάψουν να ερμηνεύονται και από σύγχρονους τραγουδιστές, όπως και τα τραγούδια του Αττίκ, του Κώστα Γιαννίδη και άλλων διακεκριμένων παλιών συνθετών. Θα συγκινούν τους νοσταλγούς των περασμένων χρόνων της αθωότητας και του ρομαντισμού και θα βρίσκουν απήχηση σε πολλούς νέους ανθρώπους, μολονότι η πορεία του ελληνικού τραγουδιού άλλαξε την δεκαετία του '60 με την εμφάνιση του Χατζηδάκη και του Θεοδωράκη. Η μουσική του Χαιρόπουλου, που ακούγεται κάπου-κάπου στο ραδιόφωνο, μας προκαλεί οπωσδήποτε μία ευχάριστη έκπληξη. 

Ο Χρήστος Χαιρόπουλος γεννήθηκε στις 29 Απριλίου του 1909, μέσα σε μία ατμόσφαιρα έντονης ζωής, πάλης και ανησυχίας. Ήταν καλός μαθητής και όπως τα περισσότερα παιδιά της εποχής του διάβαζε εκείνο το μοναδικό παιδικό περιοδικό "Η διάπλαση των παίδων". Αργότερα άρχισε να γράφει στις στήλες του με το ψευδώνυμο "Πουλί της νυχτερίδας", όπου φάνηκαν οι ικανότητές του στον στίχο, παίρνοντας μάλιστα ένα πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό του περιοδικού. Από την ηλικία των έξι ετών άρχισε, μαζί με την αδελφή του, να παίρνει μαθήματα πιάνου από τον περίφημο συνθέτη κλασσικής μουσικής Μάριο Βάρβογλη, τον αποκαλούμενο και "Ραβέλ της Ελλάδας", που διέκρινε το ταλέντο του μικρού  Χαιρόπουλου.

Το 1923 γράφτηκε στην νομική σχολή από όπου πήρε το πτυχίο του νεότατος και διορίστηκε στο τμήμα των δικηγόρων της Εθνικής Τράπεζας. Όμως, προς απογοήτευση του πατέρα του δεν έμεινε στον τομέα αυτό, γιατί από φοιτητής ερωτοτροπούσε με την δημοσιογραφία. Έτσι άρχισε αμέσως να εργάζεται στην εφημερίδα "Καθημερινή" υπό την διεύθυνση τότε του Γεωργίου Βλάχου, ο οποίος παλιότερα ήταν συντάκτης της εφημερίδας "Χρόνος" υπό την διεύθυνση του πατέρα του.

Σε ένα γράμμα του ο Γεώργιος Βλάχος έγραψε στον Κωστή Χαιρόπουλο: «Αγαπητέ μου, σου ομολογώ ότι όταν ήρθε ο νεαρός Χαιρόπουλος στην "Καθημερινή" είπα: Γυιος του Κωστή είναι, αφρίζει ξαφρίζει θα τον φάμε. Και χωρίς συζήτηση τον οδήγησα σ' ένα γραφείο, του έδωσα την πένα και ένα μισθό και τον κατελόγησα στα συναισθηματικά βάρη της εφημερίδας. Πέρασε έκτοτε ένας μήνας και κάτι, και αν προσπαθήσεις να τον πάρεις πίσω δεν θα σου το επιτρέψω. Επειδή ως πατέρας είσαι κακός κριτής, εγώ την κόρη μου την βλέπω καλλονή, σου λέω τούτο μόνο. Τα χειρόγραφά του είναι από τα ελάχιστα που μπορούν να πάνε κατευθείαν στο τυπογραφείο. Εκτός αυτού έχει πνεύμα, έχει εύκολον φράσιν και ευγένεια εις το ύφος. Αυτές είναι οι κρίσεις μου...», έγραψε και άλλα.

Ο Γιάννης Καιροφύλας στις 10 Μαρτίου 1993 σε μία εκδήλωση προς τιμήν του αείμνηστου συνεργάτη του, είπε: «Ο Λαλάκης, όπως τον φωνάζαμε όλοι, πρόσφερε πολλά στην δημοσιογραφία. Εργάστηκε σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1980, δηλαδή μέχρι τα βαθειά του γεράματα. Ήταν ακούραστος, ανεξάντλητος, ανυπέρβλητος». 

Στην εν λόγω εφημερίδα, ο μεν Καιροφύλας ασχολούνταν με τα αθηναϊκά θέματα του παρελθόντος, ο δε Χαιρόπουλος με τις γλυκές ή πικρές αναμνήσεις του, οι οποίες είχαν τεράστιο ενδιαφέρον, γιατί ξαναζωντάνευαν παλιές εποχές, συνταρακτικά γεγονότα σχετιζόμενα με την ιστορία της χώρας, ή περιστατικά που αποκάλυπταν τις σκοτεινές μέχρι τότε σελίδες της δημοσιογραφικής και θεατρικής ζωής του τόπου. Και ο Καιροφύλας συνεχίζοντας είπε: «Ήταν ο προικισμένος δημοσιογράφος με την πολυτάλαντη προσωπικότητα και την ανθρώπινη ευαισθησία, που έδωσε στην διάρκεια της καριέρας του πλούσιους καρπούς, με κείμενα που και σήμερα συνιστούν δείγματα σωστής γραφής. Η μαχητικότητά του εξ άλλου, δεν τον εγκατέλειψε ποτέ, ούτε και στα τελευταία χρόνια της σταδιοδρομίας του». 

Την εμφάνισή του στο ελληνικό θέατρο έκανε το 1926. Νεαρός τότε, με τους επίσης νεαρούς Δημήτρη Χρονόπουλο και Παναγιώτη Παπαδούκα, έγραψαν την επιθεώρηση "Ντόπιο πράγμα" που ανέβηκε το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Παπαϊωάννου από τον θίασο Γονίδη. Αυτό ήταν το ξεκίνημα. Από εκεί και πέρα άνοιξαν οι δρόμοι των μεγάλων επιτυχιών.

Το 1928 γράφει με τον Χαιρόπουλο την οπερέτα "Ντόλυ αν μ' αγαπούσες", που παίχτηκε στο θέατρο "Αλάμπρα" από τον θίασο Μηλιάδη και Ζωζώς Νταλμά. Με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, ανεψιό του Γεωργίου Σουρή, γράφουν την οπερέτα "Γυναίκες, γυναίκες", που παίχτηκε με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο "Αθήναιον" της οδού Πατησίων. Ο Χαιρόπουλος ήταν αυτός που ανακάλυψε το ταλέντο του Γιαννακόπουλου και του πρότεινε συνεργασία. Ο Γεώργιος Βλάχος ενθουσιάστηκε από αυτήν την οπερέτα και ζήτησε από τον Χαιρόπουλο να την διασκευάσει σε μποέμικο μυθιστόρημα, πράγμα που έγινε με τον τίτλο "Η χελιδονοφωλιά" και δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην "Καθημερινή".

Το 1932 παίζεται στο θέατρο "Διονύσια" της πλατείας Συντάγματος η οπερέτα "Όνειρο ήταν και πάει", όπου ο Χαιρόπουλος έγραψε το λιμπρέτο και την μουσική. Την ίδια εποχή γράφει με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο την "Βασιλοπούλα της Πλάκας" και το 1934 το "Έναν χρόνο χωρίς γυναίκα", που παίχτηκε στο θέατρο "Κεντρικό". Στο ίδιο θέατρο, για τον θίασο Μουσούρη, γράφει την μουσική του λυρικού παραμυθιού "Ρόδο του Ισπαχάν", σε κείμενο των Σπύρου Μελά και Αλέκου Σακελλάριου. Το 1935 γράφει με τον Αλέκο Σακελλάριο την οπερέτα "Μποέμ της Αθήνας" που σημείωσε την μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία.

Το 1939, που ήδη είχε αρχίσει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, χωρίς βέβαια της συμμετοχής της Ελλάδας, ο Χαιρόπουλος σε συνεργασία με τους Σακελλάριο, Γιαννακόπουλο και Γιάννη Παρίση, γράφει την πρώτη πολεμική επιθεώρηση "Παύσατε πυρ", που ανέβηκε την ίδια χρονιά στο θέατρο "Μόντιαλ" από τον θίασο "Μαρκέδο". Στην επιθεώρηση αυτή πρωταγωνιστούσαν ο Μάνος Φιλιππίδης, ο Μίμης Κοκκίνης, ο Πέτρος Κυριάκος και η Λουΐζα Ποζέλι. Εκεί η Βέμπο τραγούδησε για πρώτη φορά το περίφημο λαϊκό τραγούδι "Στην Λάρισα βγαίνει ο Αυγερινός" που αργότερα έγινε "Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός" και το "Νάνι, νάνι" που ο Χ αιρόπουλος έλεγε ότι ήταν το πιο πετυχημένο τραγούδι. Ας θυμηθούμε λίγους στίχους από το τραγούδι αυτό: 

"Έξω βρέχει πολύ κι είν' η νύχτα θολή, σαν να βρέχει παντού στον πλανήτη. Πού να πάμε και πώς και ποιος θάν' ο σκοπός, πιο καλά να καθίσουμε σπίτι. Αγκαλιά εγώ και συ στ' αμπαζούρ το θαλασσί από κάτω, μ' ένα δυο μαρασκίνο κι ένα τσιγαράκι αγνό μυρωδάτο...". 

Στην ίδια επιθεώρηση τραγουδήθηκαν επίσης "Το καινούργιο φεγγάρι" και η "Ψαροπούλα", ενώ η Λουΐζα Ποζέλι τραγούδησε τότε "Τα χρυσάνθεμα" και το περίφημο "Μπορεί και να μη σ' αγαπώ". 

Μετά την 28η Οκτωβρίου του 1940 έγραψε πολλές επιθεωρήσεις, όπως την "Μάρε Νόστρουμ" και την "Κόβε ρόδα" που παίχτηκαν στα παλιά "Ολύμπια" από τον θίασο Πάολα - Αγγέλου Μαυρόπουλου. Την εποχή αυτή, και ενώ η παραγωγή των επιθεωρήσεων συνεχιζόταν, ο Χαιρόπουλος έλεγε ότι το θέατρο είναι για τον φασισμό εξ ίσου καταστρεπτικό, όπως και η ξιφολόγχη, και ότι η πένα κεντρίζει με το δηλητήριο της ανελέητης σάτυρας τον επηρμένο μισητό εχθρό. Η νίκη της Ελλάδας, έλεγε, είναι μια νίκη γενική και της ελληνικής παλληκαριάς και του πνεύματος.

Ο Χαιρόπουλος έγραψε μουσική και για τον κινηματογράφο. Η πρώτη του επαφή με το είδος αυτό ήταν η μουσική για την κωμωδία του Σακελλάριου "Παπούτσι από τον τόπο σου". Το "Τρελλοκόριτσο" με στίχους Σακελλάριου και μουσική δική του, τραγουδήθηκε από τον Τώνη Μαρούδα. Ήταν η πρώτη εμφάνιση του αλησμόνητου τραγουδιστή, που πραγματοποιήθηκε χάρη στον Χαιρόπουλο. Έγραψε ακόμη την μουσική για την ταινία "Η φωνή της καρδιάς", στην οποία έπαιζαν ο γίγαντας της ελληνικής σκηνής Αιμίλιος Βεάκης, η Νίτσα Τσαγανέα και ο Δημήτρης Χορν, και για την ταινία "Η βίλα με τα νούφαρα".

Τα ιερά χέρια του καστοριανής καταγωγής Χρήστου Χαιρόπουλου, βουτηγμένα στο τυπογραφικό μελάνι, έγραψαν την δημοσιογραφική ιστορία του, αλλά και την ιστορία του στο θέατρο. Τα δάχτυλά του δεν σταμάτησαν να χτυπούν τα πλήκτρα του πιάνου, για να δημιουργήσουν τις πιο όμορφες μελωδίες που ακούστηκαν εκείνα τα χρόνια. Δεν σταμάτησαν να δίνουν αυτούς τους γλυκούς ήχους που ζυμώθηκαν με την ίδια την συναισθηματική μας ζωή, σε χρόνους οπωσδήποτε πιο ρομαντικούς από τους σημερινούς. Δεν σταμάτησαν να χαϊδεύουν την ακοή μας όπως ο φλοίσβος της θάλασσας, όπως το δροσερό αεράκι σ' ένα καυτό καλοκαιρινό μεσημέρι. Τα τραγούδια του αρέσουν ακόμη και στους νεότερους, αλλά και σε όσους δεν τα έχουν απαρνηθεί.

Με τα παραπάνω λόγια ο φίλος του Χρήστου Χαιρόπουλου δημοσιογράφος Γιάννης Καιροφύλας, έκλεισε την ομιλία του στην συγκινητική εκείνη βραδιά της 10ης Μαρτίου 1993, προς τιμή του αείμνηστου συναδέλφου του. Ο Χρήστος Χαιρόπουλος έφυγε από την ζωή στα 83 του χρόνια, το φθινόπωρο του 1992. Άφησε τρία παιδιά: την Άννα, τον Κωστή και τον Μανώλη.


* * *


Ευχαριστώ την κα Άννα Αλεξοπούλου, την αγαπημένη κόρη του Χρήστου Χαιρόπουλου, για τις πολύτιμες πηγές και πληροφορίες που μου έδωσε.Ε.Π.


Σημειώνεται ότι η συγγραφέας κ. Ελένη Παπανικολάου παρείχε πολλά από τα βιογραφικά στοιχεία του Χρήστου Χαιρόπουλου στον μουσικολόγο Τάκη Καλογερόπουλο συγγραφέα του έργου "Λεξικό της ελληνικής μουσικής από τον Ορφέα μέχρι σήμερα" (Το 9τομο αυτό λεξικό δώρισε ο μουσικολόγος στον Δήμο Καστοριάς στα πλαίσια του Ανοικτού Πανεπιστήμιου). Παρείχε επίσης βιογραφικά στοιχεία για τον Βασίλη Δόϊκο και τον Νικόλαο Δούμπα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν κατά την επανέκδοση του ανωτέρω λεξικού.


Την επιμέλεια της α’ παρουσίασης του κειμένου της κ. Ελένης Παπανικολάου στην ΟΔΟ το 2005 (φύλλα 316 / 21.7.2005 & 318 / 8.9.2005), έκανε ο αείμνηστος  Χρυσόστομος Τζημάκας.



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 13 Ιουλίου 2017, αρ. φύλλου 894
Σχέδιο Χρυσοστόμου Τζημάκα για την ΟΔΟ (2005)

1 σχόλιο:

  1. Ευχαριστώ θερμά την Κ.Παπανικολάου για τη γεμάτη αγάπη παρουσίαση της ζωής και του έργου του πατέρα μου.Μία μικρή διόρθωση:το ψευδώνυμό του στη ''Διάπλαση των παίδων''ήταν ''το πουλί της καταιγίδας''.Και ακόμα κάποιες άγνωστες πτυχές της ζωής (και της ιδεολογίας) του που ελάχιστοι δικοί του άνθρωποι γνωρίζουμε καθώς πάντα σεμνός και ταπεινός ουδέποτε διανοήθηκε να εξαργυρώσει μετά την απελευθέρωση διεκδικώντας αντιστασιακές δάφνες:κατά τη διάρκεια της κατοχής έβγαζε για κάποιο διάστημα στο επί της οδού Κύμης 7 σπίτι του με το δικηγόρο Ξενοφώντα Χτζησαράντο την παράνομη αντιστασιακή εφημεριδούλα ''Ο Ασύρματος'' την οποία διένειμαν χέρι με χέρι οι δύο τους,με όλους τους από το γεγονός αυτό θανάσιμους κινδύνους.Και δεδομένου ότι ανήκε στο ΕΑΜ των συγγραφέων στη διάρκεια των Δεκεμβριανών παρέμεινε στην ανταρτοκρατούμενη περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα μη διανοούμενος να καταφύγει στο Κολωνάκι (Σκομπία για τους αντάρτες).Μέχρι το τέλος της ζωής του μισούσε με πάθος το Ναζισμό.Ευτύχησε να μη δει την αναβίωσή του στις μέρες μας.Και πάλι ευχαριστώ.Μανώλης Χ.Χαιρόπουλος.(mchairopoulos@yahoo.gr)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.