12.6.19

ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΤΡΩΝΟΥ ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Σεβρολέτ Σεντάν Ντελίβερι - Chevrolet Sedan Delivery


ΟΔΟΣ 21.2.2019 | 974


Παρά δέκα εκατό. Τόσα χρόνια πέρασαν από τότε που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην πόλη μας. Και μάλιστα, όχι κανένα σαράβαλο, απ’ αυτά που συνήθως έβλεπες να κυκλοφορούν στους δρόμους της πρωτεύουσας και άλλων, σχετικά μεγάλων αστικών κέντρων της χώρας. Απαστράπτουσα λιμουζίνα ήταν, με όλες τις χάρες μιας αριστοκρατικής αρχόντισσας της Δύσης. Μαύρη, επιβλητική και κομψότατη σε γραμμή και στυλ, την έβλεπες και σου έδινε την εντύπωση ότι βρισκόσουν σε κάποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, ή ακόμη και στη μητρόπολη του κόσμου, τη Νέα Υόρκη. Όσο για τον οδηγό, έναν πολύ καλοστημένο νέο, σου ενέπνεε ένα είδος θαυμασμού και απόλυτης εμπιστοσύνης. Στα χέρια του και στο όχημά του δεν κινδύνευες από τίποτα και από κανέναν. Το πρώτο ταξί λοιπόν. Φυσικά, όταν πρωτοεμφανίστηκε, φρόντισαν να το χρησιμοποιήσουν, έστω και για μια μικρή βόλτα στον κεντρικό δρόμο, όλοι οι κάτοικοι της πόλης μας· εννοείται, όσων το πουγγί μπορούσε να σηκώσει τέτοια πολυτέλεια. Οι διαδρομές που συνήθως εκτελούσε, ήταν για την εξυπηρέτηση των γύρω χωριών και πόλεων, εκεί όπου οι δρόμοι ήταν προσβάσιμοι και οι ανάγκες μετακίνησης επείγουσες.

Ο Αρμένης, ο πρόσχαρος και ευγενικός ταξιτζής, δεν ήταν ντόπιος, αλλά έγινε μετά το γάμο του με την προοδευτική και ανοιχτομάτισσα νέα, τη μοναδική ωρολογού της περιοχής. Δική της ιδέα ήταν να διαθέσει το κομπόδεμα που είχε βάλει στην άκρη ο μακαρίτης ο ωρολογάς πατέρας της, γνωστός και περιζήτητος σε όλα τα Βαλκάνια, για την αποκατάστασή της. Ως οδηγός φορτηγών εργαζόταν μέχρι τότε, ο Αρμένης. Στην καλή του, όμως, η σκέψη ότι θα γύριζε με το θηρίο σε όλες τις πόλεις και τα χωριά και ίσως να περνούσαν μέρες ολόκληρες χωρίς να έχει νέα του, δεν άρεσε καθόλου. Πρότεινε λοιπόν, να αγοράσουν μία λιμουζίνα και να είναι κύριος του εαυτού του. Ταξίδι του γάμου στην Αθήνα. Αξιοθέατο για τη μπίζνες-γούμαν δεν ήταν η Ακρόπολη. Στην εμπορία αυτοκινήτων έστρεψαν την προσοχή τους, και όταν έκλεισε η δουλειά, έβγαλαν αναμνηστική φωτογραφία με το βράχο της Ακρόπολης στο βάθος, με την ολοκαίνουργια Σεβρολέτ σε πρώτο πλάνο. Οι δουλειές πήγαιναν μια χαρά. Η Χρυσάνθη σταμάτησε να επιδιορθώνει ρολόγια και φρόντισε να ρεγουλάρει τα οικονομικά της επιχείρησης "αγοραίο".

Γύριζε ο Αρμένης τα βράδια απ’ το αγώγι, άφηνε τις εισπράξεις πάνω στο τραπέζι κι από κει και πέρα ήταν ευθύνη της κυράς του να τακτοποιεί το κομπόδεμα, το οποίο όσο πήγαινε και αυγάτιζε. Οικονόμα στη διαχείριση η ίδια, δεν στερούσε τίποτα από την οικογένεια, που τώρα πια είχε κι αυτή αυγατίσει, με δυο χαριτωμένες και ζωηρότατες κορούλες, αλλά ποτέ δεν έχανε το μέτρο των δαπανών. Όχι άσκοπες και τρελές σπατάλες. Άρχισαν με την επισκευή της παλιάς μονοκατοικίας που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της. Σύγχρονη, με όλες τις τότε προσφερόμενες ανέσεις και σε κεντρικό σημείο της πόλης, έβλεπε στη λίμνη· κτισμένη δε σε ένα λοφίσκο, έδινε τη δυνατότητα να αγναντεύεις μέχρι και τα απέναντι βουνά, έως το μοναδικό δρόμο εισόδου στην πόλη. Αυτό το δρόμο αγνάντευε κάθε απόγευμα ή και σούρουπο η κυρα-Χρυσάνθη από το μπαλκόνι, όταν η ώρα περνούσε και ο καλός της δεν είχε φανεί ακόμη. Καθώς δεν κυκλοφορούσαν πολλά τροχοφόρα και οι προβολείς της Σεβρολέτ έδιναν κίτρινο φως, διέκρινε από μακρυά την άφιξη του κύρη της. «Έρχεται ο πατέρας σας», ανακοίνωνε όλο χαρά, «γρήγορα να στρώσετε το τραπέζι!». Ερχόταν ο πατέρας, μια τρυφερή αγκαλιά στις κόρες, ένα θερμό φιλί στη Χρυσάνθη, και άδειαζε τις τσέπες επάνω στο μαρμάρινο κομό, δίπλα στην εξώθυρα, προτού απολαύσει το καλομαγειρεμένο δείπνο. Έπαιρνε η Χρυσάνθη τα λεφτά, τα μετρούσε επιμελώς και τα τοποθετούσε στο "χρηματοκιβώτιο", ένα μεταλλικό κουτί, το οποίο χρησιμοποιούσε ο ωρολογάς για να φυλάγει τα παλιά, προς επισκευή, ρολόγια. Το χρηματοκιβώτιο έκρυβε με τη σειρά του σε ένα ράφι μιας παλιάς, σκαλιστής ντουλάπας, προίκα της μάνας της, όταν εκείνη, γόνος παλιάς οικογένειας, παντρεύτηκε τον ωρολογά. Είχε πεθάνει πολύ νέα από κακό σπυρί, λέγαν, και άφησε τη Χρυσάνθη ανήλικη νοικοκυρά με τον πατέρα.

Δεν ήταν όμως, μόνο η οικογένεια που περίμενε πώς και πώς να φανεί στο βάθος η κούρσα του Αρμένη. Μια ολόκληρη φάλαγγα πιτσιρικάδων, στήνονταν στην είσοδο του παραλίμνιου δρόμου. Σταματούσε ο Αρμένης μόλις τα έβλεπε και έλεγε χαμογελώντας: «Άντε, άντε, ποιοι έχουν σειρά σήμερα;» Σκαρφάλωναν τότε έξι-εφτά από δαύτα στο γυαλιστερό πίσω προφυλακτήρα της Σεβρολέτ. Στα πιο μικρά άνοιγε ο ίδιος την πόρτα του οχήματος, και με χαμηλή ταχύτητα τα πήγαινε βόλτα μέχρι τη διασταύρωση του μονοπατιού που οδηγούσε σπίτι του. Χαιρετούσαν εκείνα όλο ενθουσιασμό όλον τον κόσμο, γελούσε ο εκκεντρικός αγωγιάτης με την καρδιά του, και όταν τα ξεφόρτωνε, πετούσε ένα: «Άντε, άντε! Σπίτι σας τώρα, αύριο η συνέχεια». Η Χρυσάνθη είχε τις αντιρρήσεις της γι αυτά τα καθημερινά αγώγια, αλλά δεν της πήγαινε η καρδιά να κακοκαρδίσει τον κύρη της. «Βρε άκου που σου λέω, έτσι τελειώνει η μέρα όμορφα, εξαφανίζεται η κούραση όλη», έλεγε εκείνος.


O Αριστομένης “Αρμένης” Γκαντάνης (1901-1963)
με ένα από τα πολλά αυτοκίνητά του. [Φωτογραφία Δημ. Τσουρτσούλας]


 * * *

Προχωρημένο Φθινόπωρο, έβρεχε ασταμάτητα μια βδομάδα και όλα τα ρέματα της περιοχής είχαν φουσκώσει επικίνδυνα. Τα δρομολόγια λιγοστά. Κανένας δεν αποκοτούσε να μετακινηθεί, αν δεν ήταν απόλυτη ανάγκη. Μόλις είχαν σηκωθεί από το μεσημεριανό τραπέζι, όταν χτύπησε το κουδούνι. Ο γιατρός στην πόρτα, παρακάλεσε να τον πάει ο Αρμένης σε ένα χωριό, όπου κινδύνευε μια ετοιμόγεννη και η μαμή ζήτησε απεγνωσμένα βοήθεια. Δεν λες όχι σε τέτοιες περιπτώσεις, παρά την έντονη ανησυχία της γυναίκας του. Έφτασαν κοντά στο χωριό κάτω από από κρουνούς ασταμάτητους. Τους σταμάτησε εκεί το ορμητικό ρέμα. Είχε ξεφύγει από τα όρια του, είχε κατακλύσει το δρόμο και η διάβαση αδύνατη. Φάνηκε τότε απέναντι ένας καβαλάρης και τους φώναξε πως θα έπαιρνε τον γιατρό πάνω από ένα μικρό ανάχωμα με το άλογο και παρακάλεσε τον ταξιτζή να περιμένει για να τον πάρει πίσω, όταν τέλειωνε με τη γέννα. Καμιά ευχάριστη έκβαση, αλλά και τι να κάνει;

Η αναμονή κράτησε ώρες, τα χρώματα από γκρίζα έγιναν μαβιά και το κροτάλισμα της βροχής στον ουρανό της Σεβρολέτ συνοδευόταν από τον άγριο βρυχηθμό του ρέματος. Ο Αρμένης είχε φροντίσει να σταθμεύσει στην άλλη πλευρά του δρόμου, πίσω από μια συστάδα δέντρων, που υποσχόταν κάποιο είδος προστασίας από τη θεομηνία. Κάποτε, είδε απέναντι να πλησιάζουν αναμμένα δαδιά, και άκουσε, ή μάλλον αισθάνθηκε, οπλές αλόγων. Πλησίασε ένας από τους άντρες με τα δαδιά όσο μπορούσε στην άκρη του ρέματος και του φώναξε, ότι ο γιατρός θα ξημέρωνε στο χωριό, δίπλα στην επίτοκη. Του έριξε ωστόσο, δεμένο σε μία πέτρα, ένα τσουβαλένιο πουγκί. «Η αμοιβή για τον κόπο σου», είπε, «γύρισε τώρα σπίτι σου». Άνοιξε ο Αρμένης το πουγκί και βρήκε μέσα δύο χρυσές, εγγλέζικες λίρες. Δεν ήξερε, αν έπρεπε να χαρεί για το γερό μεροκάματο, ή να το θεωρήσει μεροκάματο του τρόμου. Αργά, πολύ αργά έφτασε σπίτι. Πέταξε τα χρυσά στο κομό και αφού άλλαξε τα κάθυγρα ρούχα του, άρχισε την αφήγηση. Η Χρυσάνθη δεν πείραξε τα χρυσά. Αύριο, θα μπουν στον τόπο τους, μονολόγησε και πήγε για ύπνο, μια και το εκκρεμές ανάγγειλε ήδη την επόμενη μέρα.

Όταν το πρωί φρόντισε να βάλει το κάθε τι στον τόπο του, βρήκε το μεταλλικό κουτί άδειο. Ούτε λεφτά, ούτε κοσμήματα. Έπαθε ταραχή μεγάλη. Ποιος, πώς και πότε άδειασε το χρηματοκιβώτιο; Αναστάτωσε όλη τη γειτονιά, μήπως και είδαν κάποιον να μπαίνει σπίτι, όσο εκείνη καθάριζε την πίσω αυλή από τα αγριόχορτα και τα μικρά έλειπαν σχολείο; Το νέο διαδόθηκε γρήγορα σ’ όλον το μαχαλά, να μην πούμε στην πόλη ολόκληρη. Το έμαθαν και τα πιτσιρίκια, οι λαθρεπιβάτες της Σεβρολέτ, και αποφάσισαν να λύσουν το μυστήριο. Άρχισαν να φυλάν τσίλιες γύρω από το σπίτι, να παραμονεύουν όλους και όλα, όσα κινούνταν. Σύμπτωση; Δαιμόνια μυαλά; Απότιση τιμής και ευγνωμοσύνης στον αγαπημένο τους αγωγιάτη; Μέσα σε μια εβδομάδα εντόπισαν το δράστη, ή μάλλον την επιπόλαια δράστιδα, η οποία είχε την αποκοτιά να φορέσει μία καρφίτσα της Χρυσάνθης την Κυριακή στην εκκλησία. Μπαινόβγαινε στο σπίτι του Αρμένη καιρό τώρα, μέλος μιας οικογένειας καταφυγόντων, που είχε φιλοξενηθεί στο κάτω πάτωμα, στη διάρκεια των πέτρινων χρόνων. Ήθελε, λέει, να ετοιμάσει τα προικιά της, άλλους πόρους δεν είχε, στο κουτί του ωρολογά κατέφυγε.
Μόνο που δεν είχε υπολογίσει στους φανατικούς φίλους της μαύρης λιμουζίνας!



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 21 Φεβρουαρίου 2019, αρ. φύλλου 974


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.