30/10/08

ΕΛΕΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ: Δημήτριος Λάλας (1844-1911)

Ένας Μακεδόνας την καταγωγή και το φρόνημα. Μαθητής και συνεργάτης του Βάγκνερ. Πιστός φίλος της οικογένειας και μεγάλος θαυμαστής του δασκάλου του. Κι ο Βάγκνερ είχε μεγάλο θαυμασμό για τον Λάλα. Ήταν πιανίστας, μαέστρος και σπουδαίος συνθέτης, που το έργο του κατάπιε ο Θερμαϊκός κόλπος.

Το ασυχώρετο
Να λησμονήσεις φίλους,
να περιγελάσεις τον τεχνίτη,
Και το βαθύτερο μυαλό
να το περνάς μικρό και τιποτένιο,
Ο θεός το συχωράει – μην ταράξεις μόνο
Ποτέ σου την ειρήνη των αγαπημένων.


Φρήντριχ ΧαίλντερλινΣεπτέμβριος του 1798
Μετ. Ζήσιμου Λορεντζάτου


Ο κόσμος της μουσικής και της τέχνης γενικότερα έχει προσηλωμένο το βλέμμα του φέτος στη μεγάλη μορφή, της όπερας, στον Ρίχαρτ Βάγκνερ, ο οποίος γεννήθηκε στις 22 Μαΐου του 1813. Χρονιά αφιερωμένη, στον μεγάλο αυτόν συνθέτη. Στη μουσική ιδιοφυΐα. Τον αγαπημένο των θεών, όπως τον αποκαλούν, με τις ανθρώπινες αδυναμίες.
Πόσα και πόσα δεν έχουν γραφτεί για την τεράστια αυτή προσωπικότητα και την πολυτάραχη ζωή του. Τη λατρεία των φίλων της όπερας και της μουσικής, όσο και για τα αμφιλεγόμενα αισθήματα που εμπνέει στις καρδιές το ίνδαλμά τους. Έχουν περάσει 125 χρόνια από τον θάνατό του, πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου του 1883, και το 2008 κηρύχθηκε ανά τον κόσμο έτος Βάγκνερ.

Κατά τους ειδικούς, το βαγκνερικό ρεύμα βρισκότανε στη δυνατότερή του ορμή γύρω στα 1880, κι είχε παρασύρει όλη τη μουσική του τέλους του 19ου αιώνα. Τότε, όλοι οι μουσικοί ήταν αλυσοδεμένοι στο «δράμα» του Βάγκνερ, ο οποίος, γράφοντας το τελευταίο του έργο, τον «Πάρσιφαλ», έκλεισε τον κύκλο. Κανένας ύστερα απ’ αυτόν, έγραφε το 1939 η αξέχαστη μουσικολόγος Λουκία Φωτοπούλου, ζητώντας να τον ακολουθήσει στον ίδιο δρόμο, δίπλα στη λάμψη της μεγάλης αυτής φυσιογνωμίας δεν θα μπορούσε να δώσει άλλο από μιμήσεις. Γιατί ο Βάγκνερ είναι από τους δημιουργούς που κλείνοντας μέσα στο έργο τους τις προσπάθειες μια προηγούμενης εποχής βάζουν την τελευταία πέτρα στο οικοδόμημα. Ο μεγάλος βαγκνεριστής ιστορικός Καρλ Φρήντριχ Γκλάζεναπ γράφει: «Από τη Βιέννη έφτασε στις 22 του μηνός, συστημένος από τον Λιστ και τον Στάντχαρντερ, ο νεαρός Φέλιξ Μοττλ, για να συγκαταταχθεί στους μουσικούς βοηθούς. Τότε οι μουσικοί βοηθοί ήσαν οι: Anton Seidl, Franz Fischer και ένας νεαρός έλληνας, ονόματι Λάλας».

Ο εξαίρετος μουσικολόγος και ερευνητής Γεώργιος Λεωτσάκος σ’ ένα βιβλίο του γράφει: «Όταν γίνεται λόγος για την επίδραση του Ρίχαρντ Βάγκνερ στην ελληνική μουσική δημιουργία, ο μόνος πραγματικός μαθητής του, με την έννοια του πιστού, και συνεργάτης του, υπήρξε ένας Μακεδόνας την καταγωγή και το φρόνημα, ο Δημήτριος Στεργίου Λάλας».

Ο Έλληνας Μακεδόνας, Δημήτριος Λάλας, ήταν στενός φίλος και οικείος επισκέπτης στο σπίτι του ζεύγους Κόζιμα και Ρίχαρντ στο Μπάϊροιτ για ένα χρόνο και οκτώμισι μήνες. Στο διάστημα αυτό κάνει μουσική με τον Ρίχαρντ. Συνεργάστηκε με τον Βάγκνερ και στις τέσσερες όπερες του κύκλου του «Δαχτυλιδιού του Νίμπελουγκ». Κι όπως έγραφε ο καθηγητής Ορτακώφ, ίσως ήταν Konzertmeister (:Μαέστρος) της ορχήστρας, κατά τις τελετές των εγκαινίων του θεάτρου του Μπάϊροιτ, όταν ο Ρίχαρντ Βάγκνερ παρουσίασε για πρώτη φορά τις τέσσερες αυτές όπερες το 1876 στο πρώτο φεστιβάλ, σε ένα ακροατήριο που περιελάμβανε τον Κάιζερ, τον Νίτσε και τον Τσαϊκόφσκι. Αυτές τις μέρες μάλιστα, διαβάσαμε στις εφημερίδες ότι: «… το φεστιβάλ Βάγκνερ στο Μπάϊροιτ, το οποίο εγκαινιάστηκε από τον ίδιο το συνθέτη το 1876, γνώρισε μεγάλη ακμή επίσης στα τελευταία 57 χρόνια από τότε που οι εγγονοί του συνθέτη το αναστήσανε το φεστιβάλ του παππού τους το 1951. Ειδικά ο Βόλφγκανγκ, κράτησε το Μπάϊροιτ και το μοναδικό, οραματικό του θέατρο στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής ζωής και γνώρισε μεγάλη ακμή στα χρόνια της διεύθυνσής του». Τώρα, τον διαδέχτηκαν οι δύο κόρες του, Καταρίνα και Εύα.

Άλλωστε στα ημερολόγιά της, που πρωτοεκδόθηκαν το 1976 από τον οίκο R. Piper και co Verlag στο Μόναχο, στις 6 Απριλίου του 1877, ημέρα Παρασκευή, η Κόζιμα Βάγκνερ σημειώνει: «…Ο ξένος της ημέρας είναι ο καλός μας Λάλας, που ήρθε εδώ από το Ζάλτσμπουργκ για να μας αποχαιρετήσει. Επιστρέφει στο Μοναστήρι. Σκεφτόμαστε τις μέρες των Νιμπελούγκεν…». Ο Λάλας, επιπλέον, για κάμποσο καιρό διετέλεσε ο δοξασμένος μαέστρος της μεγάλης ορχήστρας του Ζάλτσμπουργκ.

Ο σοφός φιλόλογος που όχι μόνο γνώριζε προσωπικά τον Λάλα μα ήταν και στενός φίλος του, στο Μακεδονικό Ημερολόγιο του 1913, με τον τίτλο «Ο Δημήτριος Στεργίου Λάλας και το έργον αυτού», ανάμεσα σε πλήθος ενδιαφέρουσες πληροφορίες, που στην έρευνά του ο εκλεκτός μουσικολόγος τις λαμβάνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν, έγραφε σε καθαρεύουσα: «Τα μέγιστα τον Λάλα ετίμα και η αντάξια του Wagner γυνή, η μουσοχαρής Cosima, θυγάτηρ του Ούγγρου μελοποιού Lisst τα κατά την μουσικήν δε και σκηνοθετικήν ανδρός και γυναικός συνεργασίαν πολλάκις ο Λάλας κατ’ εξαίρεσιν του κανόνος ιδιότροπον και ταύτην, αφηγείτο μεθ’ ηδονής». Και μέχρι το τέλος της ζωής του διατηρούσε το κύπελλο απ’ το οποίο ο Βάγκνερ είχε πιει γάλα κατά την τελευταία τους συνάντηση στο Μπάϊροιτ. Αλλά κι η Κόζιμα, μετά το θάνατο του Βάγκνερ, ενώ ζούσε απομονωμένη και δεν δεχόταν κανέναν, όταν την επισκέφτηκε, πηγαίνοντας για το Παρίσι, ο Αιμίλιος Ριάδης, ένας από τους διάσημους μαθητές του Λάλα, της έφερε ένα γράμμα από κείνον. Τον δέχτηκε με καταφανή συγκίνηση και διάβασε το γράμμα του παλιού φίλου με δάκρυα στα μάτια, όπως διηγιόταν αργότερα ο Ριάδης. Ο Λάλας ήταν πραγματικά μια φυσιογνωμία βγαλμένη θαρρείς από τις σελίδες της γερμανικής ρομαντικής λογοτεχνίας, με μια εξίσου ρομαντική φιλοπατρία, που δεν διστάζει να μεταφέρει και να εκφράσει με παρρησία μέσα στο ίδιο το σπιτικό του Βάγκνερ.

Τον είδαμε να γίνεται ένας από τους συχνούς και οικείους επισκέπτες του σπιτιού των Βάγκνερ. Δεν κάνει όμως μόνο μουσική με τον δάσκαλό του, αλλά το ζεύγος συχνά τον επισκέπτεται για να πιει καφέ στο σπίτι του. Τους συστήνει κι έναν από τους αδελφούς του, τον οποίον και δέχονται στο σπίτι τους τουλάχιστο δυο φορές. Τα καταγράφει όλα αυτά, μαζί με άλλα πολύ ενδιαφέροντα που τον αφορούν, η Κόζιμα σε πολλά σημεία του ημερολογίου της. Υπήρξε ο Λάλας μια πραγματικά συναρπαστική φυσιογνωμία.

Γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1848 στο Μεγάροβο του Μοναστηριού. Ήταν γόνος βαθύπλουτης οικογένειας. Κατά τον δικηγόρο και ιστοριοδίφη του Μοναστηριού Γεώργιο Μόδη, παλιά στο Μοναστήρι, δίναν μια ευχή που ’λεγε: «Να ‘χεις του Λάλα τα καλά». Αδέλφια του ήταν η Δόμνα, ο Κωνσταντίνος, ο Μιχαήλ και ο Πέτρος. Η Φανή Λάλα, εγγονή του Μιχαήλ Λάλα, έγραφε, μεταξύ πολλών άλλων, στον κύριο Γεώργιο Λεωτσάκο, ότι στο Μοναστήρι, η οικογένεια είχε σπίτι περιστοιχισμένο από μια τεράστια έκταση, με όλων των ειδών τα ζώα. Πράγματι, από την έρευνα που με τόσο βάθος έκανε ο εκλεκτός μουσικολόγος, μέχρι τις αρχές του 1978 τουλάχιστον, υπήρχε στο Μοναστήρι ένα σπίτι που συσχετιζόταν μ’ αυτό της οικογένειας. Μάλιστα οι κληρονόμοι της συζύγου του Κωνσταντίνου, αδελφού του συνθέτη, Κατίνας Λάλα, περίφημης καλλονής, διατηρούσαν τα υπάρχοντα αυτού του σπιτιού.

Από το Μοναστήρι ο Δημήτριος Λάλας έφυγε 12 χρονών, το 1856, και φοίτησε σε σχολείο στη Θεσσαλονίκη. Δάσκαλός του εκεί ήταν ο περίφημος Μαργαρίτης Δήμητσας. Η μεγάλη αυτή μορφή των γραμμάτων, εκείνης της εποχής.

Το 1859 πήγε στην Αθήνα για τη συνέχεια των σπουδών του στο γυμνάσιο. Εικάζεται, προσθέτει ο κύριος Λεωτσάκος, ότι εκεί πήρε και τα πρώτα μαθήματα μουσικής. Αλλά ο πατέρας του, εύλογα αντίθετος κατά τα ήθη της εποχής, να σπουδάσει ο γιος του μουσική, τον έστειλε στο Ινστιτούτο Thudicum της Γενεύης, ένα είδος Ανωτάτης εμπορικής Σχολής, απ’ όπου, μεταξύ 1856 και 1858, αποφοίτησε με άριστα. Για δύο χρόνια(1868-1870), γράφτηκε στο ωδείο του Μονάχου, και τα υπόλοιπα στο Μπάϊροιτ, «τα ειδικά μυούμενος παρά του μεγάλου Wagner», όπως έγραψε ο Πέτρος Παπαγεωργίου. Ο ίδιος, στο Μακεδονικό ημερολόγιο, λέει και πάλι για τον Λάλα: «…Εν τη Βιέννη, ο Λάλας, καίπερ μηδεμία μουσικήν αυτού σύνθεσιν, μήτε δημοσιεύσας ποτέ, ήτο τούτ’ αυτό persona gratissima…».

Πράγματι, όλοι όσοι έγραψαν, στα χρόνια που πέρασαν, για τον Λάλα, εδώ και δώδεκα χρόνια που πρωτάκουσα να γίνεται λόγος γι’ αυτή την παράδοξη προσωπικότητα, οι γνώμες όλων συγκλίνουν πως πράγματι ο Δημήτριος Λάλας ασκούσε παντού μια γοητεία. Του ανοίγαν, όπως όλοι βεβαιώνουν, τα πιο κλειστά σαλόνια των γερμανικών πόλεων και αργότερα και της Κωνσταντινούπολης του 19ου αιώνα. Σ’ αυτά τα σαλόνια ο γοητευτικός Λάλας, με τους άψογους τρόπους του, εξωτικός Έλληνας, αρνήθηκε τον έρωτα της κόρης του Βιεννέζου ευπατρίδη βαρόνου Χιλλ στη Βιέννη, που τον ήθελε για άντρα της. Στη Βιέννη ζήτησε να τον γνωρίσει κι ο πρίγκιπας Σβάρτσενμπεργκ. Οι Σβάρτσενμπεργκ, μία από τις μεγαλύτερες οικογένειες της Αυστρίας.

Ξαφνικά, κι όταν ήταν ήδη διάσημος και με προοπτική για λαμπρή καριέρα στα επόμενα χρόνια, πήρε την απόφαση ν’ απομακρυνθεί από τον φίλο του Βάγκνερ, ν’ αφήσει το Μπάϊροιτ και να επιστρέψει στην Ελλάδα. Παρασκευή, 6 Απριλίου του 1877. Πολλά ειπώθηκαν γι’ αυτό. Όλες οι πηγές αναρωτιούνται γι’ αυτή την περίεργη απόφασή του. Ίσως, καταλήγουν λίγο πολύ όλοι, αν αυτά δεν είναι μυθεύματα, κάποιο κρυφό αίσθημα του Λάλα για τη γυναίκα του Βάγκνερ, τη θρυλική Κόζιμα, κόρη του Λιστ και πρώην γυναίκα του μαέστρου φον Μπύλοφ, και η επιθυμία του, σαν ένα ισχυρότατο πρόσχημα, να μην προδώσει τον φίλο του, να του υπαγόρευσε την επιστροφή στην Ελλάδα, εγκαταλείποντας έτσι μια λαμπρή καριέρα.

Αρχικά πηγαίνει στο Μοναστήρι, κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη, όπου διδάσκει για ένα διάστημα στη Χάλκη, και καταλήγει στη Θεσσαλονίκη.

Ο Παπαγεωργίου έγραφε: «…Διότι εν τη Ανατολή, έξω της Μακεδονίας, ο Λάλας διετέλεσε άγνωστος ων, πλην ότι επί βραχύ τινά χρόνον προ πολλών ετών εγνώρισε αυτόν η ερατεινή πρωτεύουσα της Τουρκίας διδάσκοντα την μουσικήν εν τη σχολή της Χάλκης…».

Γράφει πάλι για την αυτοεξορία του ο Παπαγεωργίου: «…μακράν δε των αμούσων ακοών των περί αυτόν βεβήλων τέρπων και παραμυθούμενος την εαυτού ψυχήν δια του κλειδοκυμβάλου και του τετραχόρδου (βιολιού)…».

Σ’ αυτή τη Θεσσαλονίκη, μαρτυρούν όλοι, μοναχικός προφήτης στη μουσική της έρημο, θα διδάξει μουσική επί τρεις δεκαετίες. Κι από την εφημερίδα «Το Φως», πληροφορούμαστε: «…Η πρώτη σοβαρή εκδήλωση για τη δημιουργία μουσικής σχολής, εσημειώθη με την άφιξη και εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη του μαθητού του Βάγκνερ Δημητρίου Λάλα…».

Μαζί του ο Λάλας στη Θεσσαλονίκη, είχε φέρει ολόκληρη βιβλιοθήκη από παρτιτούρες. Απέφευγε όμως να προωθεί στη δημοσιότητα τις συνθέσεις του. Ο Παπαγεωργίου και πάλι: «…Ο Λάλας ουδέποτε έλιπεν αυτήν, ει και πολλαχόθεν του τε Βορρά (Οδησσόν) και του Νότου(Αθήνα) πυκναί απεστέλλοντο προς αυτόν προτάσεις επί συμφορωτάτας όροις». Και αλλού επανέρχεται: «…Και δεν είναι μεν ψευδές ότι η αγνή αυτή μετριοφροσύνη παρά τω Λάλα ουχί σπανίως μετέπιπτεν εις ιδιοτροπίας, ας να παρερμηνεύση ηδύνατο μόνος ο αγνοών ή επιλανθανόμενος ότι έξοχα πνεύματα ουκ ολίγα ουδ’ ολιγάκις εκ τε φύσεως και εκ παιδείας και εξ αγωγής δουλεύουσιν εις ιδιορρυθμίας, αλλά ουχ’ ήττον αψευδές είναι ότι η ιδιότροπος του Λάλα μετριοφροσύνη συγκεκραμένη και πικρά τινι απογοητεύσει απέβαινεν εν τέλει αξιοθρήνητον ελάττωμα…».

Στη Θεσσαλονίκη ακόμη παίρνει μέρος κάποιες φορές σε μουσικές εκδηλώσεις και παραδίδει μαθήματα πιάνου. Οι δύο διάσημοι μαθηταί του, ήταν ο Αιμίλιος Ριάδης, στον οποίο αναφέρθηκα ήδη, και ο ιδρυτής του πρώτου Ωδείου Θεσσαλονίκης Σωτήρης Γραικός. Αναφέρεται επίσης μια μαθήτριά του Ιφιγένεια, το επίθετό της άγνωστο στις μέρες μας, που τη μουσική της καλλιέργεια, αλλά και το ευαίσθητο παίξιμό της στο πιάνο, παίνεσε κάποτε κι ο τενόρος Ενρίκο Καρούζο. Μαθήτριά του ήταν και η μητέρα του ηθοποιού και διευθυντή του Δημοτικού θεάτρου της Βιέννης Ραούλ Ασλάν, η Κορίνα Ασλάν, η οποία είχε μια φωνή με «σκούρο» ηχόχρωμα μετζοσοπράνο. Ο γιος της, στις σελίδες της βιογραφίας του, γράφει ότι ο Λάλας εμφύσησε στη μαθήτριά του, λατρεία για τον Βάγκνερ και τους γερμανούς ρομαντικούς, Σούμπερτ και Σούμαν. Η μητέρα του, έγραφε, τραγουδούσε στα γερμανικά Lieder και άριες χωρίς να ξέρει τη γλώσσα.

Ο Λάλας πέθανε στο Μοναστήρι το 1911, με το τέλος ενός άλλου μεγάλου ρομαντικού, του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκυ, από επιδημία χολέρας, γιατί αρνιόταν να πάρει το παραμικρό προφυλακτικό μέτρο.

Το συνθετικό έργο του Λάλα ήταν πλούσιο σε όγκο. Κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, το 1917, μαζί με άλλα συμμαχικά στρατεύματα, βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη και μια ιταλική μεραρχία με μουσικούς, επανδρωμένη από στελέχη, όπως τονίζει ο κύριος Λεωτσάκος, εξαιρετικής αγωγής και παιδείας. Ήταν Αυστριακοί, Γάλλοι, Άγγλοι, Ιταλοί και Ρώσοι. Συγγενείς του Λάλα, ο αδελφός του συνθέτη συγκεκριμένα, έδειξαν το έργο του σε ιταλό ταγματάρχη της μουσικής. Εκείνος έμεινε έκπληκτος από την υψηλή ποιότητά του. Θέλησε όμως να διασταυρώσει τη γνώμη του, με εκείνες των άλλων ξένων συναδέλφων του. Φαίνεται ότι όλοι αποφάνθηκαν ομόφωνα για το εξαιρετικό ενδιαφέρον της δημιουργίας αυτής και αποφάσισαν, με τη συναίνεση των συγγενών, να στείλουν τα χειρόγραφα στην Ιταλία, ώστε να εκδοθούν.

Μας μιλούσε ο πατέρας και η μητέρα, ότι τα έργα του θείου μας ήταν σ’ ένα μεγάλο κασόνι, έγραφε η πιανίστα, ανεψιά του Δημήτρη Λάλα, σε γράμμα της στον κύριο Λεωτσάκο. Πήγε να τα παραλάβει ο Ιταλός, κι ο πατέρας της άνοιξε τότε το κασόνι και κράτησε μερικά έργα. Ήταν αυτά που η κυρία Λάλα είχε στην κατοχή της μετά. Η μητέρα της(Βικτωρία, το γένος Κεχαγιά, σύμφωνα με το γενεαλογικό δέντρο που είχε στείλει στον κύριο Λεωτσάκο) δεν συμφωνούσε να δοθούν. Παρά ταύτα, τα εμπιστεύτηκαν, μάλιστα δίχως να φροντίσουν να κρατηθούν αντίγραφα. Το πλοίο όμως αυτό, που θα ταξίδευε μαζί τους για την Ιταλία, τορπιλίστηκε από γερμανικό υποβρύχιο έξω από τη Θεσσαλονίκη και βυθίστηκε μαζί μ’ ολόκληρο το έργο του Λάλα. Από τα έργα του Λάλα που σώθηκαν είναι και το «Αγγελούδι του φτωχού παιδιού», έργο ιδιαίτερης αρμονικής ευαισθησίας, που θυμίζει έντονα το τραγούδι του Μάλερ: «Η επίγεια ζωή». Όμως, όπως παρατηρεί ο κύριος Λεωτσάκος: «…μένουμε έκπληκτοι διαπιστώνοντας ότι το τραγούδι του Λάλα τυπώθηκε το 1885 στην Οδησσό, ενώ του Μάλερ γράφτηκε μεταξύ Απριλίου του 1892 και καλοκαιριού του 1893 και πρωτοεκτελέστηκε με ορχήστρα στη Βιέννη, στις 14 Ιανουαρίου του 1900…». «Εύλογα αναρωτιέται κανείς», συνεχίζει ο εκλεκτός μουσικολόγος, «πόσο ο Δημήτρης Λάλας γνώριζε τον Μάλερ ή τον Χούγκο Βολφ», και συμπληρώνει ότι «βέβαια γεγονός ήταν ότι διατήρησε τακτική αλληλογραφία, όχι μόνο με τον Βάγκνερ αλλά με πολλούς άλλους μουσικούς».

Άλλωστε όταν πριν από πολλά χρόνια, είχα διαβάσει στο βιβλίο του κυρίου Τομανά (Η καλλιτεχνική κίνηση στη Θεσσαλονίκη, 1885-1944. εκδ. Νησίδες) ότι σε μια μουσική εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη, στις 20 Φεβρουαρίου του 1888, σε μια συναυλία συγκεκριμένα, με έργα για φλάουτο, τον Ευρυσθένη Γκίζα, το πρώτο φλάουτο της όπερας της Βιέννης, τον είχε συνοδεύσει στο πιάνο ο Δημήτρης Λάλας. Ο διάσημος φλαουτίστας Ευρυσθένης Γκίζας ήταν στενός φίλος του Μάλερ. Όταν πέθανε ο Γκίζας, ο Μάλερ ήταν από τους πρώτους συνεργάτες και φίλους του που τον συνόδεψαν στο τελευταίο του ταξίδι.

Ο Λάλας πάντως, έγραψε ο κύριος Λεωτσάκος, τόσο στο τραγούδι, “το αγγελούδι του φτωχού παιδιού”, όσο και σε άλλα, εντυπωσιάζει με την ευαισθησία του στο συγκινησιακό και εκφραστικό περιεχόμενο της ποίησης, που εκφράζεται με εύστοχες αντιθέσεις ρυθμικής αγωγής, τονικότητας ή ακόμη και μέτρου, και με την άνεσή του στην αντιμετώπιση τραγουδιών με «διάλογο» κατά το πρότυπο λ.χ του “Ερλκένιγκ” του Σούμπερτ. Εν προκειμένω παραπέμπουμε στο αριστούργημά του, το οκτάφωνο «Η σκήτη», σε ποίηση J.V. Voge, ιδιαίτερης αρμονικής ευαισθησίας έργο, κορύφωμα των χαρισμάτων του Λάλα ως συνθέτη. Το έργο αυτό, οκτάφωνη μεικτή χορωδία συγκαταλέγεται στο μουσικό άλμπουμ της πολιτιστικής Ολυμπιάδας 2004 με τον τίτλο «Αντίς για όνειρα», με έλληνες συνθέτες.

Άλλο ένα από τα έργα του Λάλα, ο Μακεδονικός παιάνας, το έδωσε ο συνθέτης στον Ίωνα Δραγούμη, όταν γνωρίστηκαν στο Μοναστήρι. Ο Ίων, έλεγε κι εκείνος ότι ήταν άνθρωπος μεγάλης αξίας και εξαιρετικό ταλέντο, κι ότι ήθελε το έργο του αυτό να παιχτεί μόνο σε Μακεδονική γιορτή. Πράγματι, ο Μακεδονικός παιάνας, παίχτηκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1907, ημέρα Πέμπτη στο «Μακεδονικό χορό», στη στρατιωτική λέσχη της Αθήνας, από μπάντα 30 μουσικών της Ανακτορικής φρουράς. Το έπαιξαν μάλιστα δυο φορές και άρεσε πολύ. «…και αλήθεια είναι ωραιότατος• απ’ αρχής μέχρι τέλους είναι μελαγχολικός• κατ’ αρχάς παριστάνει την λυπηράν κατάστασιν της Μακεδονίας, αίφνης ακούονται σάλπιγγες εξεγείρουσαι πάλιν την συνείδησιν των Ελλήνων και εις το τέλος συναρμολογεί την αρχήν του εθνικού ύμνου, δηλών ούτω τας ελπίδας του Ελληνισμού, και τελειώνει με ήχους ενθουσιασμού. Αισθάνεται κανείς ότι είναι(ο Λάλας) μαθητής του Wagner και θαυμαστής του Beethoven», έγραφε στο ανέκδοτο, προσωπικό ημερολόγιό του ο Φίλιππος Δραγούμης. Το υλικό αυτό διέθεσε στον κύριο Λεωτσάκο ο φίλος του, μουσικολόγος Μάρκος Δραγούμης. Στην εκδήλωση αυτή ήταν μαζί, ο Ίων, η αδελφή του Νάτα Μελά, ο Μαζαράκης και βέβαια πολύς κόσμος.

Θα κλείσω όλο αυτό το αφιέρωμα στον Δημήτριο Λάλα, έναν πόθο πολλών χρόνων, συγκεντρώνοντας γραπτές κυρίως πληροφορίες, όπου ήταν δυνατόν να συναντήσω, με την επισήμανση του λόγου του φίλου του από το Μοναστήρι, Γεωργίου Θ. Σαγιαξή (1874-1941), ποιητή και Βαλκανολόγου. Από την εφημερίδα «Το Φως», στις 4 Σεπτεμβρίου 1911, εφημερίδα που εκδίδονταν κάθε Κυριακή από τον Χρ. Νώτη στο Μοναστήρι, ξεχωρίζω τα παρακάτω, που είναι μια έκκληση και μοιάζει με προφητεία, για την καταστροφή που έμελλε να συμβεί έξη χρόνια μετά. Σημείωνε λοιπόν προς το τέλος του λόγου του, για τον χαμό του αγαπημένου του φίλου:

«…Αλλά το έργον του αειμνήστου Λάλα μένει και ούτω ατελές και ακατάρτιστον, απαράλλακτα ως του μεγάλου εθνικού ποιητού Σολωμού. Πρέπει να έλθουν εις φως όλα τα ανέκδοτα έργα του –εν τέλειον μελόδραμα, διάφωροι συμφωνίαι και μερικά άσματα– όπως γνωσθή εις ευρύτερον κύκλον και κριθή επαξίως υπό των επαϊόντων ο μέγας Μουσικός και Συνθέτης. Ο εν Θεσσαλονίκη ακόμη ευρισκόμενος διαπρεπής καθηγητής του εθνικού Πανεπιστημίου εις την εσχάτως εν τη «Νέα Αληθεία» δημοσιευθείσαν Νεκρολογία του, υψιπετές εγκώμιον Μεγάλου Διδασκάλου, προς Μέγαν Μουσουργόν, βεβαιοί την ύπαρξιν των ανωτέρων χειρογράφων, την οποίαν και ημείς γνωρίζομεν…».

Κι ακόμη τα εύστοχα λόγια, όπως τα χαρακτηρίζει στην έρευνά του για τον Λάλα ο κύριος Λεωτσάκος, του Γιάννη Μάντακα: «Γυρνά, φέρνοντας με τα έργα του τον γερμανικό ρομαντισμό στην Ελλάδα και μια τεχνική χορωδιακής γραφής άγνωστης εδώ. Τα ελάχιστα χειρόγραφα χορωδιακών του έργων παρ’ όλη την επίδραση του Βάγκνερ, μαρτυρούν ιδιαίτερες ικανότητες και μια ευαισθησία όχι τυχαία». Και συμπληρώνει για το τέλος της έρευνάς του ο ίδιος ο κύριος Λεωτσάκος:
«Η ανεπανόρθωτη, δυστυχώς, απώλεια των έργων του, πρέπει να στάθηκε ένα από τα μεγαλύτερα (και αναρίθμητα αλίμονο) πλήγματα αυτού του είδους που δέχτηκε η Έντεχνη Νεοελληνική Μουσική».



Πηγές:
1) Από το Μουσικό Αρχείο του κυρίου Γεωργίου Λεωτσάκου, Αρχείο Δημητρίου Λάλα.2) «Ο Δημήτριος Στεργίου Λάλας και το έργο αυτού» του Πέτρου Ν. Παπαγεωργίου, στο Μακεδονικό Ημερολόγιο-1913.3) Μια νεκρολογία του Γεωργίου Θ. Σαγιαξή στην εφημερίδα «το Φως», Μοναστήρι 4 Σεπτεμβρίου 1911.4) Τα ημερολόγια της Κόζιμα Βάγκνερ, εκδ. R. Piper&co Verlag, Μόναχο, 1976.



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9 Οκτωβρίου 2008


Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας δεν θα εμφανισθεί αμέσως. Θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.