9.1.20

ΔΑΦΝΗΣ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ: Καλό σαββατοκύριακο με τους νεκρούς μας!



Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2019

Όλες οι ώρες δεν είναι καρπερές, κι όμως
όλες τις ώρες σκαλίζω την ψυχή μου από συνήθεια.
    Ίων Δραγούμης, Το μονοπάτι*

2 Νοεμβρίου, 3.30 π.μ., και γράφω έξω στην αυλή. Υποσχέθηκα κάτι για ιερό σκοπό και θέλω όταν ξυπνήσει ο παραλήπτης να το έχει λάβει. Μα ο νους τρέχει… τρέχει…
Νύχτα γλυκιά σαν ανοιξιάτικη αν δε μοσχοβολούσε αυγουστιάτικα ο ημικύκλιος ώριμος βασιλικός μου όποτε τον χαϊδεύω. Σπάνια άπνοια, αθόρυβη νύχτα μαύρη με πυκνή σιωπή.

Περνώντας για να ξανασερβίρω τσάι στο ψηλό ποτήρι μου τρομάζουν τα μικρά πουλιά που κάθε χειμώνα έρχονται να φωλιάσουν πάνω από την πόρτα μου. Για μια στιγμή, αυθόρμητα, διστάζω να ανάψω το έξω φως για να μην τα ξυπνήσω, αλλά μετά θυμάμαι ότι έχουν συνηθίσει. Χθες ούτε που ξεμύτισαν τέτοια ώρα με τη μπόρα που λίγοι την κατάλαβαν. Ήρθε η σαιζόν ανάπαυσης, κοιμάται το νησί από νωρίς. Λάμπουν από μακριά τα λίγα μαγαζιά που ξενυχτούν, το φως τους καθρεφτίζεται ως μακριά στο μαύρο δρόμο.

Βγήκα και μάζευα τα μαξιλάρια της αυλής κάτω από τη δυνατή βροχή που ξέπλυνε άμμο και σκόνη μηνών από τα λίγα δέντρα και τα αυτοκίνητα. Φρέσκα έλαμπαν τα φύλλα των αειθαλών ενώ συκιές κι αμπέλια κιτρίνισαν τη γη με τα κρουστά τους φύλλα.
―Έβρεξε; Τι ώρα; με ρωτούσε φίλος που ξέρει ότι δεν κοιμάμαι και που ξύπνησε το πρωί σε νησί αστραφτερό, καινούργιο.

Στον κοιμισμένο κόσμο ολομόναχη μάζεψα τα βαριά μαξιλάρια μα τα πουλιά δε βγήκαν, το έχουν βέβαια για φυσικό να βρέχει όταν μπει ο Νοέμβριος. Η Νύχτα των Νεκρών μάς τραβάει μέσα να στρώσουμε λαμπρό τραπέζι στο βαθύ σκοτάδι, για ευχές και προσευχές ανάβοντας κεριά που τρεμοπαίζουν.

Κάποιος θα προσευχόταν να μην έρθει ο χειμώνας. Κι αυτού του κάποιου η προσευχή εισακούστηκε: Δουλεύω έξω, με μια εσάρπα αχρείαστη κρεμασμένη στη ράχη της καρέκλας μου, ακίνητη τη φλόγα στο μικρό κερί και παγωμένο τσάι στο ψηλό ποτήρι μου.

Του Αγίου Δημητρίου, λένε οι παραδόσεις, στην Ελλάδα άναβε το τζάκι. Να καπνιστεί, ν' αρχίσουν στα χωριά τα χοιροσφάγια που θέλουν αέρα κρύο βορινό και ήλιο χειμωνιάτικο ώστε δίχως μύγες να κρεμαστούν λουκάνικα έξω να στεγνώσουν ή, στα ορεινά χωριά, να στριμωχτούν τσιγκέλια κάτω από την καμινάδα ώστε να καπνιστούν τα χοιρομέρια απ’ τη φωτιά που πλέον δε θα έσβηνε ως το Πάσχα, το θάνατο του Άδωνι και την ανάσταση της Περσεφόνης. Έθιμα αρχαία, πλέον ανεφάρμοστα, ούτε λόγω αστυφιλίας και χορτοφαγίας ούτε επειδή το σφάχτη αντικατέστησε ο χασάπης (ή ο ταβερνιάρης και εστιάτωρ) αλλά λόγω της Κλιματικής Αλλαγής, της Υπερθέρμανσης της Γης, που βιώνουμε όλοι εκτός του Πλανητάρχη.

Μόνη μου φλυαρώ κι ακόμα να τελειώσω αυτό που ανέλαβα. Κοκκίνισε η Ανατολή και τα χαρτιά μου τα σκορπά ένα αεράκι. Ξημέρωσε η ημέρα των ψυχών σήμερα, Ψυχοσάββατο.
Καλό σαββατοκύριακο με τους νεκρούς μας!



(*)  Το «Όλες οι ώρες δεν είναι καρπερές, κι όμως όλες τις ώρες σκαλίζω την ψυχή μου από συνήθεια» το έγραφε ο πολυαγαπητός μου Ίων Δραγούμης στο «Μονοπάτι» του και τον διαβάζω στην εξαιρετική εφημερίδα «Οδός» της Καστοριάς με την οποία συνεργάζεται ο φίλος γιατρός και ποιητής, και εν Δραγούμῃ αδελφός μου, Νώντας Τσίγκας.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 28 Νοεμβρίου 2019, αρ. φύλλου 1011.
Το κείμενο αντλήθηκε από το blog Δάφνη Χρονοπούλου όπου και πρωτοδημοσιεύθηκε. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.