2.10.26

Ο θάνατος του παλληκαριού


ΟΔΟΣ εφημερίδα της Καστοριάς

Το πιο κάτω κείμενο από το συλλογικό έργο "Μακεδονικόν Ημερολόγιον" (εκδόσεις Σφενδόνη 1956), επέλεξε για αναδημοσίευση η κ. Σόνια Ευθυμιάδου Παπασταύρου:

Το έπος της Αλβανίας και της Μακεδονίας, αφού είχε τονίσει τις υψηλότερες στροφές του και είχε συγκινήσει και καταπλήξει τον Κόσμο, έγραφε τώρα τους τελευταίους τραγικούς και αιματόβρεχτους στίχους του. Οι σιδηρόφρακτες γερμανικές μεραρχίες χτύπησαν με όλη τη δύναμη που έδινε ο αριθμός και τα άφθονα συγχρονισμένα πολεμικά μέσα την αραιά γραμμή των ελληνικών οχυρών, που την κρατούσαν οι λίγοι σχετικώς άνδρες που μπόρεσε να εξοικονομήση η μικρή Ελλάς από τον μεγάλο αγώνα που διεξήγε στην Αλβανία. Ο μικρός όμως αυτός αριθμός είχε μεγάλη ψυχή κι απάνω στα ατσαλένια στήθη του στόμωσαν τα ακονισμένα χιτλερικά όπλα και γέμισαν οι μακεδονικές χαράδρες από γερμανικά κουφάρια. Ο εχθρός όμως βρήκε απ’ αλλού δρόμο για να περάση και ξεχύθηκε μέσα στην Ελληνική γη με σκοπό να χτυπήση από τα νώτα το μεγαλύτερο τμήμα του Ελληνικού στρατού που ο σύμμαχός του στάθηκε ανίκανος να κάμψη.

Αποφασισμένος να συνεχίση τον αγώνα μέχρις εσχάτων, ο στρατός της Αλβανίας είχε αρχίσει να συμπτύσσεται για να καταλάβη νέες γραμμές για την άμυνά του. Θέλοντας ακριβώς να διαταράξη και ν’ αποκόψη αυτή τη σύμπτυξη, ο γερμανικός στρατός κινήθηκε με ταχύτητα και με ορμή προς δυσμάς.

Στας 15 Απριλίου, η ΧΙΙΙη Ελληνική Μεραρχία, που κατέβαινε από την περιοχή της Κορυτσάς, βρισκόταν στο ύψος της Καστοριάς, ενώ από τα στενά της Κλεισούρας άρχιζαν να βγαίνουν οι γερμανικές φάλαγγες, απειλώντας τα πλευρά της. Ο μέραρχος άρπαξε ό,τι τμήματα είχε διαθέσιμα για ν’ αντιτάξη στη θανάσιμη εκείνη απειλή. Μερικά κουρασμένα τμήματα πεζικού είχαν ήδη καταλάβει τα υψώματα που περνούν δυτικά της λίμνης της Καστοριάς και τα πιο νοτιώτερα, φράζοντας έτσι τον δρόμο προς το Άργος Ορεστικό. Για την υποστήριξη του πεζικού αυτού έταξε ένα μικρό τμήμα μέσου πυροβολικού στον κάμπο και κάλεσε τον διοικητή της ορειβατικής μοίρας που περνούσε εκείνη την ώρα και του ανέθεσε να υποστηρίξη το πεζικό από τα υψώματα κοντά στα νότια κράσπεδα της λίμνης.

Ο ταγματάρχης πήρε τη διαταγή, χαιρέτησε, άλλαξε πορεία της μοίρας του και προηγήθηκε για ν’ αναγνωρίση θέση για να την τάξη. Ήταν μια μοίρα με παληό υλικό, κανονάκια του Δαγκλή, που είχαν κάνη τον πόλεμο του 1912, αλλά που είχαν μικρό βεληνεκές και δεν έπαιρναν βαθειά προκάλυψη.

Ο ταγματάρχης είχε ιστορία. Στην Ήπειρο, στη μάχη του Καλαμά, είχε προωθήσει το παρατηρητήριό του στην πρώτη γραμμή του πεζικού και από εκεί διηύθυνε τη βολή ολοκλήρου του πυροβολικού της μεραρχίας που έκαψε κυριολεκτικώς τη Γραμπάλα. Άλλη φορά πάλι, διάλεξε για παρατηρητήριο έναν χιονισμένο απρόσιτο βράχο από όπου φαινόταν ταψί το πεδίο της μάχης. Άλλοι δεν μπορούσαν ν’ ανεβούν, αυτός όμως που είχε πατήσει όλες τις κορυφές των ελληνικών βουνών φορτώθηκε στην πλάτη του το τηλέφωνο και το καλώδιο, φόρεσε τα σκι του και ανέβηκε μόνος εκεί επάνω, έστησε το παρατηρητήριό του και σκόρπισε τον όλεθρο στους Ιταλούς.

Και τώρα με την ίδια σκέψη προχωρούσε αναζητώντας την πιο προχωρημένη θέση για να μπορέση, με το μικρό βεληνεκές των πυροβόλων του, να δώση βαθύτερη υποστήριξη στο πεζικό. Έτσι τους τράβηξε όσο μπορούσε πιο μπροστά, σε μικρή σχετικώς απόσταση πίσω από το πεζικό. Σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές δεν είναι εύκολο να κινηθούν στρατεύματα για την εκτέλεση αποστολής, που φαίνεται καθαρά πως είναι αποστολή θυσίας και πολλά τμήματα δυστρόπησαν σε ανάλογες περιπτώσεις. Η μοίρα όμως αυτή άλλαξε απλώς πορεία, σαν να εκτελούσε ελιγμό σε γυμνάσια, και ακολούθησε τον διοικητή της. Τόση ήταν η επιβολή και η γοητεία που ασκούσε ο διοικητής απάνω στους άνδρας του, αν και μόλις μια βδομάδα πριν είχε παραλάβει τη διοίκηση. Πριν φύγη μόνο, κάλεσε τον ιπποκόμο του και του ζήτησε το πιστόλι του, που το κρατούσε εκείνος και όλες οι σφαίρες που είχε, λέγοντάς του απλά: «Θα χρειαστούν εκεί απάνω». 

Πριν ακόμα ταχθή η μοίρα, τους βρήκε ένας καταιγισμός του γερμανικού πυροβολισμού. Ήταν η ώρα που ετοιμάζονταν να ξεφορτώσουν και ο ταγματάρχης, περιμένοντας ν’ απλωθεί το καλώδιο προς το παρατηρητήριο, που ήταν λιγάκι πιο πάνω, τους παρακολουθούσε. Μερικοί ταράχτηκαν, μερικά μουλάρια πρόγκηξαν. Ο ταγματάρχης όρθιος απάνω σε μια πέτρα τους ησύχασε αμέσως με λίγα απλά λόγια. «Μην κάνετε έτσι», τους είπε, «κυττάξτε, δεν σκοτώνουν όλες». Και πραγματικά από τις τόσες εκρήξεις δεν είχε χτυπηθεί κανείς.

Άλλαξαν θέση λίγο πιο πέρα, τάχθησαν και άρχισαν βολή. Οι Γερμανοί είχαν καλή παρατήρηση και επί πλέον είχαν και την αεροπορία τους. Σε λίγο το ένα κανόνι αχρηστεύθηκε από εχθρική βολή και στη γραμμή του πεζικού ο εχθρικός βομβαρδισμός ήταν εντονώτατος. Δεν μπορούσε να γίνη σκέψη για αλλαγή θέσεως. Διέταξε λοιπόν να εξακολουθήση η βολή. Τότε ήρθαν και του είπαν ότι η γραμμή του πεζικού κλονίζεται και ότι από εκεί άρχισαν να φεύγουν. Δεν δίστασε ούτε στιγμή. Άνοιξε τα μακρυά του πόδια, με τα οποία είχε κερδίσει άλλοτε αγώνες δρόμου στο Στάδιο, και σε λίγα λεπτά βρέθηκε στη γραμμή του πεζικού. Όρθιος τη διέτρεξε, τους έδωσε κουράγιο. Η αταραξία του, το ψηλό του ανάστημα που δεν έσκυβε μπροστά στα εχθρικά πυρά, η έντονη φωνή του, έδιωξαν προς στιγμή τον φόβο και οι πεζοί ξανακάθησαν στις θέσεις των και άρχισαν πάλι να πλεμούν. Όταν νόμισε πως είχε αποκατασταθεί το ηθικό των πεζών, ξαναγλυρισε στα κανόνια του.

Δεν έμεινε όμως για πολύ. Η πίεση των Γερμανών είχεν ενταθεί, στον κάμπο προχωρούσαν ήδη και κάποιο τμήμα που ήταν εκεί παραδόθηκε. Το είδαν από ψηλά και η διαρροή του πεζικού ξανάρχισε, αυτή τη φορά εντονώτερη. Το είδε. Παράτησε το παρατηρητήριο και ξαναβρέθηκε στη γραμμή του πεζικού. Του είπαν ότι η κατάσταση είχε χειροτερέψει, του έδειξαν τον κάμπο όπου οι Γερμανοί περνούσαν και του είπαν ότι έπρεπε και αυτοί να φύγουν. Τους απάντησε: «Εγώ δεν φεύγω. Η τιμή της Πατρίδος μου και της οικογενείας μου επιβάλλει να μείνω εδώ». Και τότε κάθισε μόνος του σε ένα πολυβόλο και σε όσον τομέα εκάλυπτε αυτό, η προέλαση των Γερμανών σταμάτησε. Αυτοί όμως προχώρησαν από τα πλευρά και σε λίγο βρέθηκαν τριγύρω του. Τότε ήρθε η σειρά του πιστολιού. Στην επική αυτή πάλη μια σφαίρα από αυτόματο τον βρήκε στο μέτωπο, απάνω από το αριστερό μάτι. Έτσι τέλειωσε μια ιπποτική και άσπιλη ζωή με μια ηρωική θυσία στον βωμό της Πατρίδος.

Αυτή ήταν η τελευταία μάχη που έδωσε ο Ελληνικός στρατός στον υπέροχο αγώνα του του 1940-41. Τον έκλεισε με μια επανάληψη των Θερμοπυλών, της Αλαμάνας και του Μανιάκι. Τώρα το Παλληκάρι κοιμάται τον αιώνιο ύπνο του σ’ έναν απέριττο τάφο κάτω από τον βράχο του Δισπηλιού, έχοντας μπροστά του ένα από τα μαγευτικώτερα τοπία της Μακεδονικής γης, την οποίαν τόσο είχε αγαπήσει. Περιμένει τον καιρό που η Πατρίδα θα πρέπει να τιμήσει, όπως του αξίζει, ένα από τα αγνότερα, ευγενέστερα και ηρωικώτερα παιδιά της. Νικόλαος Παπαρρόδου, στρατηγός


Σημ. "Μακ. Ημερολογίου": Ο ηρωικός Ταγματάρχης για τον οποίον ομιλεί ο συγγραφεύς είναι ο αείμνηστος Ιωάννης Παπαρρόδου, ο οποίος έδωκε ένα από τα αξιομνημόνευτα παραδείγματα πατριωτισμού ισάξιου της αυτοθυσίας του Λεωνίδα. 


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 8 Μαΐου 2025, αρ. φύλλου 1271.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ