Σκέψεις για την Ελλάδα και την Ο.Ν.Ε.
‘Ενας χωρικός από ένα ορεινό χωριό κατεβαίνει στην πρωτεύουσα. Παρακινημένος από τα φώτα και τη ζωή της μεγαλούπολης, παρασύρεται και θέλει κι αυτος να γευτεί τις «γλύκες» της, να κάνει τη μεγάλη ζωή. Αποφασίζει λοιπόν να πάει σε ένα πολυτελέστατο εστιατόριο με τιμοκατάλογο βεβαίως αρκετά τσουχτερό. Προκειμένου να γίνει αποδεκτός στο ακριβό αυτό μαγαζί, αναγκάζεται να αγοράσει μοντέρνο και επώνυμο κοστούμι. Ο δε λογαριασμός του εστιατορίου, που αναπόφευκτα έρχεται μετά το πλουσιοπάροχο γεύμα, είναι εξαιρετικά υψηλός, ώστε μοιραία εξαφανίζει όλες τις οικονομίες του χωρικού. Εντούτοις, εκείνος, θαμπωμένος από τη ζωή στην πόλη, αποφασίζει να μην επιστρέψει στο χωριό του, αλλά να μείνει μόνιμα στην πρωτεύουσα και για μπορέσει να ενταχθεί στο νέο περιβάλλον, θέλει να αγοράσει νεόδμητο διαμέρισμα καθώς και αυτοκίνητο υψηλού κυβισμού, αφού αισθάνεται ότι το αγροτικό όχημα του προκαλεί σχόλια και θυμηδία σ’ όσους το βλέπουν. Ο χωρικός μας, καθώς δεν έχει άλλα χρήματα, αποφασίζει να καταφύγει σε μια τράπεζα για να πάρει δάνειο, όπου οι υπάλληλοι με χαμόγελα και προθυμία σπεύδουν να τον εξυπηρετήσουν και να τον διευκολύνουν. Μόνο που σε αντάλλαγμα, του ζητούν μερικές υπογραφές. Υπογραφές σε κάποιες συμβάσεις, τις οποίες βιάζεται να υπογράψει και δεν προλαβαίνει να διαβάσει, διότι έχει σημαντικότερες δουλειές να κάνει: ετοιμάζεται να πάει σε ένα κέντρο διασκεδάσεως…
Τη συνέχεια της ιστορίας δεν υπάρχει λόγος να τη γράψουμε, γιατί μπορεί εύκολα να τη μαντέψει ο αναγνώστης…
Tο παραπάνω παράδειγμα, που ασφαλώς αφορά σε εκατομμύρια συμπατριωτών μας, οι οποίοι κλήθηκαν ή θα κληθούν στο άμεσο μέλλον να πληρώσουν το τίμημα των εσφαλμένων επιλογών τους, είναι βεβαίως μια αδυσώπητη πραγματικότητα. Αμέτρητο είναι το πλήθος των νεοελλήνων που δανείστηκαν για να αγοράσουν κατοικίες, η αξία των οποίων υπερέβαινε καταφανώς τις δυνατότητες τους…