13/7/07

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΖΗΜΑΚΑ: Τα πρώτα χρόνια της ζωής του Παρμενίωνος Τζίφρα (Aντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ε.τ.)

Οφείλω ευχαριστίες προς το διοικητικό συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Καστοριάς, για την τιμή που μου έκανε να εκφράσω τα κοινά αισθήματα εκ μέρους των Βογατσιωτών προς τον τιμώμενον συμπατριώτη μας Παρμενίωνα Τζίφρα αντιπρόεδρο επί τιμή του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Ωστόσο, επειδή οι διακονούντες στο τέμενος του Ασκληπιού δυσκόλως κατανοούν τα πράγματα των διακονούντων στον ναόν της Θέμιδος, και τανάπαλιν, θα επιχειρήσω μια σύντομη σκιαγράφηση μόνον των πρωτινών χρόνων της ζωής του τιμωμένου, σε σχέση με τα πρόσωπα του αμέσου περιβάλλοντός του και τις καταστάσεις που επικρατούσαν τους χαλεπούς εκείνους καιρούς και που αναμφισβήτητα επέδρασαν στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του και στην πορεία της λαμπρής σταδιοδρομίας του.

Ο Παρμενίων Τζίφρας γεννήθηκε στην ιστορική κωμόπολη του Βογατσικού, που με το ψευδώνυμο «Γάβρος» αποτέλεσε το κέντρο της πολιτικής επιτροπής του Μακεδονικού Αγώνα. Δεν είχε παρέλθει ακόμη 15ετία, που η ελευθερία ήρθε τραυματισμένη να περπατήσει μετά από 400 και πλέον χρόνια βαριάς σκλαβιάς, και ύστερα από σκληρούς αγώνες, εδώ πάνω στα ερείπια που άφησε η αγαρινή μανία κατά την ολοκληρωτική καταστροφή του χωριού τον Οκτώβριο του 1912. Οι ισχνές φιγούρες των συγχωριανών κυκλοφορούσαν ανάμεσα στα καπνίζοντα ακόμη ερείπια, μέσα σε μια προσπάθεια αναδημιουργίας και ανασυγκρότησης των ολοσχερώς κατεστραμμένων νοικοκυριών τους.

Το τέταρτο κατά σειρά μεταξύ των έξι τέκνων του Ναούμ, είναι γόνος της ιστορικής και ηρωικής εξ Ηπείρου ορμωμένης πατριάς των Τζιφραίων. Ο πατέρας του, επιπλοποιός στο επάγγελμα, άνθρωπος ευπροσήγορος, ήρεμος, ευσυνείδητος και επιμελής, ήταν ευφυής με αγάπη προς τα γράμματα, εργατικός και ως άριστος οικογενειάρχης εργαζόταν σκληρά για να εξασφαλίσει το «ευ ζειν» της πολυμελούς οικογένειάς του. Η μητέρα του Πελαγία άριστη νοικοκυρά και πραγματική αρχόντισσα, ήταν άξια γυναίκα, δυναμική, έξυπνη και προνοητική. Έβλεπε μακριά και είχε βάλει στόχο στη ζωή της να μορφώσει τα τέκνα της. Εξήπτε τη φαντασία του Παρμενίωνα με διηγήσεις ηρωικών παραμυθιών. Διέθετε μια απαράμιλλη ικανότητα να συνθέτει και να διανθίζει ιστορίες τις οποίες είχε ακούσει στο σχολείο ή είχε ζήσει η ίδια με πρωταγωνιστές επιλεγμένους από το πάνθεον των ηρώων κυρίως του Μακεδονικού Αγώνα.

Η εκ μέρους των γονέων του αγωγή, αλλά και οι διδαχές των ικανών δασκάλων του στο σχολείο προέτρεψαν τον νεαρό Παρμενίωνα να επιλέξει παιδιόθεν το δρόμο της δημιουργίας, της αρετής και του δικαίου. Την εποχή εκείνη οι μεγάλοι συνήθιζαν να υποβάλλουν στους νέους ερωτήσεις, προκειμένου να διαπιστώσουν το επίπεδο της ευφυίας και των γνώσεών τους. «Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις» τον ρωτούσαν. Και εκείνος απαντούσε ευθαρσώς: «Βασιλιάς, αρχηγός, άνθρωπος μεγάλος και χρήσιμος στους συνανθρώπους μου και στην κοινωνία». Του άρεζε να χρησιμοποιεί μια σφύρα την οποία του είχε χαρίσει κάποιος θείος του υποδηματοποιός, για να διευθετεί τους λίθους, να κατασκευάζει λιθόστρωτους δρόμους και να χτίζει με τη φαντασία του κάποιο οικοδόμημα, υποσυνείδητα ίσως το μελλοντικό της Θέμιδος Μέλαθρο.

Ψηλά, από το λόφο του Αγίου Αθανασίου, ξεκινάει ένας απότομος χείμαρρος ο οποίος περνάει μέσα από το χωριό, το χωρίζει στα δυο και το κάνει να μοιάζει με ανοιχτό βιβλίο, όπου οι περαστικοί μπορούν να διαβάσουν την ιστορία του τόπου. Εκεί ο Παύλος Μελάς ξαπόστασε σε μια από τις περιοδείες του στη Μακεδονία και από εκεί πρωτοείδε την ιδιαίτερη πατρίδα της συζύγου του Ναταλίας Δραγούμη. Ένθεν και ένθεν του χειμάρρου ευδοκίμησαν αξιόλογοι άνθρωποι, η πορεία της ζωής των οποίων αποτέλεσε για τον Παρμενίωνα παράδειγμα μίμησης στον πνευματικό του στίβο. Αναφέρομαι σε μερικούς. Απέναντι από το πατρικό του σπίτι ο Αλέξανδρος Λέτσας εκ των ιδρυτών και γενικός γραμματέας της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Εκεί κοντά ο Ιωάννης Κούσκουρας ιδρυτής και διευθυντής της εφημερίδας «Νέα Αλήθεια». Πιο πέρα η οικογένεια των αρχιτεκτόνων και μηχανικών Νάτση με αξιόλογη συμμετοχή στα δημοτικά πράγματα της Θεσσαλονίκης. Απέναντι ο Κλεόβουλος Τσούρκας εκ των ιδρυτών της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, ιδρυτής και διευθυντής του περιοδικού «Μακεδονική Ζωή». Εκεί κοντά και η οικογένεια του Αθανασίου Ρουσόπουλου καθηγητού της αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και πατέρα επιφανών τέκνων, όπως του χημικού, καθηγητού και πολιτικού Όθωνος, η κόρη του οποίου ήταν η γνωστή νομικός Αγνή Ρουσοπούλου. Επίσης, ο Ρούσος Ρουσόπουλος καθηγητής των ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, δάσκαλος και σύμβουλος της αυτοκράτειρας της Αυστρίας Αικατερίνης, της γνωστής με το όνομα «Σίσυ».

Όταν ο Παρμενίων είχε σχόλη συνήθιζε να κάνει περιπάτους ανάμεσα στην πλούσια βλάστηση των παρυφών του χειμάρρου ή να πηγαίνει με τους συμμαθητές του στα αλώνια πάνω στον συμπαγή και σκληρό λόφο, «Μάρμαρα» αποκαλούμενο στην τοπική διάλεκτο. Εκεί έπαιξε και πάλευε στα «Μαρμαρένια Αλώνια» ως άλλος Διγενής Ακρίτας και κάπου-κάπου έριχνε το βλέμμα του στα ριζά του λόφου, όπου υπήρχαν τα ερείπια της οικίας των Δραγούμηδων, θλιβερό και αυτό απομεινάρι της τουρκικής μανίας. Από εκεί ξεκίνησε ο Μάρκος Δραγούμης που διέπρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και διετέλεσε αντιπρόσωπος των Μακεδόνων στις εθνοσυνελεύσεις της Τροιζήνας και Ερμιόνης. Ύστερα ήρθε ο γιος του Νικόλαος γραμματέας του Καποδίστρια και ακολούθως υπουργός εξωτερικών. Από την ίδια οικογένεια και ο Στέφανος, δικαστικός και μετέπειτα υπουργός δικαιοσύνης και πρωθυπουργός της Ελλάδος. Γνωρίζω όμως πολύ καλά ότι ο Παρμενίων επηρεάστηκε περισσότερο από την ευγενική, συνάμα δε τη δυναμική και ηρωική μορφή του Ίωνα, του αδικοχαμένου μεγάλου Έλληνα πατριώτη, της πιο τραγικής πολιτικής φυσιογνωμίας της νεοτέρας Ελλάδος. Μέσα στην καρδιά του έστησε τη δική του εικόνα, πιστός στους στίχους του Κωστή Παλαμά.

Λευκή ας βαλθεί στη μνήμη σου κολώνα
Λευκή με της πατρίδας την εικόνα
Μόνο αυτή ταιριάζει να σε κλαίει
Βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίει.

Τις Άνοιξες, όταν ανάμεσα στα χαλάσματα φύτρωναν από μόνοι τους οι αγριανθοί κι έρχονταν οι ανέμοι πότε ήρεμοι από τα βουνά της Πίνδου φορτωμένοι με παλιές μνήμες, και πότε κατηφορίζοντας από το φαράγγι του ΑϊΓιώργη με γοερό μοιρολόι, πρώτος έτρεχε εκεί ο Παρμενίων τη γύρη των ανθών να μάσει με χρυσόσκονη να στολίσει το άγιο φωτοστέφανο του Ίωνα.

Ήταν 10 ετών, όταν η οικογένειά του αποφάσισε να μετοικίσει οριστικώς στην Καστοριά, γιατί εδώ οι προοπτικές από πλευράς εργασίας και σπουδών ήταν καλύτερες. Ο ίδιος διηγείται ότι λυπήθηκε πολύ γιατί αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη γενέτειρά του και τους παιδικούς του φίλους, που τόσο αγαπούσε. Ατυχώς, σύντομα ήρθαν οι μαύρες μέρες του δευτέρου παγκοσμίου και του εμφυλίου πολέμου. Έπρεπε τώρα να παρακολουθεί το σχολείο κατά τις πρωινές ώρες, να εργάζεται το απόγευμα στο ξυλουργείο ως άλλος μικρός Ναζωραίος και το βράδυ να μελετάει υπό το φως μιας λάμπας πετρελαίου. Οπωσδήποτε, η απελπισία του κορυφώθηκε, όταν του απαγορεύθηκε να συνεχίσει τις σπουδές του στο γυμνάσιο. Τότε ήταν που η ευφυία του τον έβγαλε από το αδιέξοδο. Προσποιούμενος ασθένεια απομακρύνθηκε από την εργασία του, ζήτησε το αντίτιμο των εξετάσεων από κάποιον θείο του, ο οποίος τον αγαπούσε πολύ και πίστευε στις ικανότητές του, ασθμαίνων δε και καθυστερημένος προσήλθε στο γυμνάσιο για να εξεταστεί. Οι φωτισμένοι καθηγητές αμέσως αντιλήφθηκαν περί τίνος πρόκειται και του υπέβαλαν «βροχή» ερωτήσεων στις οποίες απήντησε επιτυχώς.

Οι σπουδές του είχαν πάρει το δρόμο τους σε πείσμα του κατοχικού ζόφου. Ωστόσο, ήταν η εποχή που έζησε από κοντά την εθνική ταπείνωση αλλά και την αντίσταση, τις οιμωγές των μαρτύρων και τον επιθανάτιο ρόγχο των αδικοχαμένων. Όλα αυτά τα γεγονότα σφυρηλάτησαν ακόμη περισσότερο την προσωπικότητά του και τον κατέστησαν διάπυρο αγωνιστή υπέρ του δικαίου.

Μετά την περάτωση των γυμνασιακών του σπουδών και τη φοίτησή του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, επέλεξε τον δικαστικό κλάδο, όπου αφοσιώθηκε, εργάστηκε με ζήλο και ανελίχθηκε επαξίως και κατ΄ απόλυτη εκλογή σε όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας. Ο γράφων είχε την τύχη να μαθητεύσει κατά καιρούς κοντά του προκειμένου να μυηθεί στην τέχνη του προφορικού και γραπτού λόγου.

Το 1958 νυμφεύτηκε τη Φανή Γκαμέρα με την οποία απέκτησε ένα άρρεν τέκνο, τον Ναούμ, ο οποίος ύστερα από αξιόλογες νομικές σπουδές στην Ελλάδα και το εξωτερικό ασκεί λίαν επιτυχώς τη δικηγορία στα ανώτατα δικαστήρια της χώρας.

* * * 

Μέσα στην παρηκμασμένη εποχή μας ο Παρμενίων Τζίφρας κράτησε ψηλά τις θεμελιώδεις αρχές της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της ηθικής και της κοινωνικής ισορροπίας, τις πρωταρχικές αυτές αξίες τις οποίες εδραίωσε πρωίμως στο βάθος του πνευματικού και συναισθηματικού του κόσμου. Πίστεψε πως σε μια δικαιοκρατούμενη δημοκρατία η δικαιοσύνη δεν πρέπει να εκδικείται τους πολίτες, αλλά να τους αντιμετωπίζει με ψυχραιμία, αντικειμενικότητα και ισομετρία κατά νόμο, ώστε να αποφεύγεται η ρήξη του κοινωνικού ιστού. Θεώρησε πως η δικαιοσύνη πρέπει να κινείται όχι στην απλή συμβατική και καθημερινή πραγματικότητα, αλλά στη σφαίρα του ανοιχτού ορίζοντα και της φιλοσοφίας. Υπήρξε ο δικαστής της επιείκειας την οποία ο ίδιος αποκαλούσε «δροσιά της δικαιοσύνης». Κατ΄ εξοχήν ενορατικός αλλά και με πηγαίο συνειδησιακό έλεγχο απέβλεπε πάντα στο επόμενο βήμα μετά την απονομή της δικαιοσύνης.

Αξιότιμε κύριε αντιπρόεδρε επί τιμή του Αρείου Πάγου, φίλτατε Παρμενίων, τον αγώνα τον καλόν δια βίου ηγώνισαι, τον νόμον και το δίκαιον τετήρηκας, το ήθος και την αρετή κεκράτηκας. Απόκειταί σοι, λοιπόν, ο της δικαιοσύνης και τιμής στέφανος. Χαίρε

4 σχόλια:

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.