20.10.11

ΟΔΟΣ: Βόρειοι και νότιοι

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 21.10.2004 αρ. φύλλου 279.

Δεν υπάρχει σοβαρός αντίλογος στην παρατήρηση, ότι για την φύση του κάθε ανθρώπου και ιδίως για την διαγωγή του Έλληνα, πιο συνηθισμένη πιο εύκολη και πιο αποδεκτή είναι η ροπή στην δυσμενή κριτική των άλλων, στην θέαση της κακής πλευράς των ανθρώπων και της ιστορίας και όχι στον λόγο της κατανόησης, της συναίνεσης και της αλληλεγγύης. Η αρχέγονη αιτία αυτής της κατάστασης πρέπει να αναζητηθεί στην εκτίμηση που τρεφόταν κάποτε σ' αυτόν τον λαό για τον διάλογο και τον λόγο, και στο πως ο ίδιος λαός σήμερα αντί διαλόγου, αρκείται σε κραυγές και καταγγελίες.

Όπως δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι τα τελευταία χρόνια η ελληνική κοινωνία δείχνει να παραπαίει στο σύνολό της, ή στην καλλίτερη περίπτωση να διχοτομείται βαθειά σε ένα τμήμα που ερωτοτροπεί συνειδητά με την αντιδραστική Ανατολή -ή καλλίτερα με κάθε τι αντιδυτικό και σε ένα άλλο τμήμα, το οποίο επιμένει να συγκρατεί την χώρα στις κατακτήσεις της και στην θέση της στο διεθνές στερέωμα, τους οργανισμούς και τις συμμαχίες, που με κόπο και θυσίες δεκαετιών έχει κατορθώσει το πιο φιλοπρόοδο τμήμα του ελληνικού λαού με αποτέλεσμα την μεταμόρφωση της χώρας. Εξέχουσα θέση σε όλα αυτά εξακολουθεί να διατηρεί το αφύσικο φαινομενικό ειδύλλιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. 

Απτές αποδείξεις για την ζοφερή κατάσταση που δημιουργείται και που διευρύνεται δεν αποτελούν μόνο τα χωρίς φειδώ ζεϊμπέκικα, οι κουμπαριές, τα τσιφτετέλια ή πολύ πρόσφατα η εκφυλισμένη τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων. Μεταξύ άλλων απόδειξη αυτής της φθηνής εξωτερικής πολιτικής που υποτίθεται ότι εξυπηρετεί την προσέγγιση και κατανόηση των γειτονικών λαών, αποτελεί και η τηλεοπτική πλύση εγκεφάλου που ξεκίνησε με την μορφή -από καταβολής της τηλεόρασης -των πιο αμφιλεγόμενων σήριαλ που προβάλλονται στους περισσότερους τηλεοπτικούς σταθμούς, ιδιωτικούς αλλά και κρατικούς, στην τουρκική, μεικτή ή ανάμεικτη γλώσσα. Τα οποία υποτίθεται ότι προβάλλουν και εξαίρουν την τουρκική πλευρά της ελληνικής κοινωνίας και τις υποτιθέμενες κοινότητες των δύο λαών σε μια χρονική σύμπτωση και συγκυρία, η οποία καθιστά εκ των προτέρων αναξιόπιστη κάθε προσπάθεια και κάθε ισχυρισμό ότι πρόκειται απλώς για τυχαία σύμπτωση και όχι για  προπαγάνδα.    

Δια τους πολύ απλούς αυτούς λόγους, θα περίμενε κανείς απ' όσους επιφανείς Έλληνες προβάλλονται συνεχώς χάρη στο σύστημα, και ιδίως απ' αυτούς που κατέχουν θέσεις συμβολικές και εξασκούν πνευματική επιρροή στον ελληνικό λαό, ιδίως δε θα περίμενε από τους ιεράρχες οι οποίοι κατά τα λοιπά δεν φείδονται (και μάλλον καλά κάνουν) σε κηρύγματα αφύπνισης των εθνικών ευαισθησιών απέναντι στα ελληνοτουρκικά,  να εκφέρουν λόγο παιδευτικό, καλλιέργειας, λόγο πειστικό, εμπεριστατωμένο, πλήρη και ευγενή. Λόγο εννόησης, ομόνοιας και ενότητας για τον ελληνικό λαό και για τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Και πάνω από όλα, λόγο αγάπης Και όχι να ρίχνουν λάδι ή να ανάβουν φωτιά χωρίς λόγο και αιτίες.

Στο πλαίσιο αυτών των πολύ απλών σκέψεων που απεικονίζουν μεγάλες ανάγκες και ανοικτές πληγές της ελληνικής κοινωνίας, λίγοι ασφαλώς θα είναι αυτοί που με επιχειρήματα και πειστικά δεν θα χαιρέτιζαν την προγραμματισμένη (και ματαιωθείσα) επίσκεψη του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος στην Ρώμη, μετά από πρόσκληση του Πάπα Παύλου. Και τούτο ιδίως απ' όσους προσπαθούν να λησμονήσουν καλόπιστα, ότι άθελά της ίσως η Ιεραρχία, παρασυρμένη από τις παραεκκλησιαστικές φονταμενταλιστικές οργανώσεις (οι οποίες στην πραγματικότητα δεν διαφέρουν σε τίποτε από αντίστοιχες ισλαμικές, εξ άλλου και ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος τις χαρακτήρισε "Ταλιμπάν") είχε κατ' αρχήν προσχωρήσει στην αφιλόξενη "υποδοχή" πριν μερικά χρόνια του ποντίφικα στην Αθήνα, για να διαπιστώσουν μετά ότι το "δικέρατο τέρας" δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας συμπαθητικός ηλικιωμένος ιεράρχης, που ζήτησε ταπεινά και επίμονα συγγνώμη από το ελληνικό έθνος για όσα λάθη έπραξε σε βάρος του στο παρελθόν η Εκκλησία της Ρώμης, ενώ ενθαρρύνοντας τον διάλογο μεταξύ των Εκκλησιών, υποχώρησε σε πολλά από τα σημεία τριβής των δύο δογμάτων.

Είναι βέβαια γνωστό, ότι η συντριπτική πλειοψηφία της Ιεράς Συνόδου,  υπό τον φόβο μαζικών αντιδράσεων και αποσχίσεων από τους παραεκκλησιαστικούς κύκλους, απαγόρευσε στον Αρχιεπίσκοπο κ. Χριστόδουλο  να μεταβεί στην Ρώμη, παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με αξιόπιστα δημοσιεύματα και αναλύσεις, η επίσκεψη αυτή, ήταν και εξακολουθεί να είναι κρυφός πόθος του, που εκτός των άλλων, θα μετρίαζε επιπλέον και την εντύπωση -όπως ο ίδιος επιβεβαίωσε εξ άλλου- του χαρακτηρισμού του ως "Αγιατολάχ" της Ελλάδος. Η απόφαση αυτή της Συνόδου της Ιεραρχίας χαρακτηρίζει μία Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία που ποιμαίνει έναν ευρωπαϊκό λαό, με έλλειμμα οικουμενικότητας και αυτοσυνειδησίας. Άλλωστε, πρώτος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος (όπως και οι προκάτοχοί του των τελευταίων 100 ετών) ενθαρρύνουν τον θεολογικό διάλογο των δύο δογμάτων. 

Για τους λόγους αυτούς όμως και εν όψει των όσων αναφέρθηκαν για τα σημάδια βαθειάς διχοτόμησης του ελληνικού λαού, δεν μπορεί να εξηγηθεί με πειστικά επιχειρήματα, γιατί επέλεξε την Καστοριά κατά την τελευταία του επίσκεψη ο τόσο λαοφιλής Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος για να εκτοξεύσει μύδρους εναντίον των δυτικών Εκκλησιών και ιδίως της Ρωμαιοκαθολικής. Μήπως αυτός δεν ήταν που ήθελε -και ορθά ήθελε - να μεταβεί εκεί και να αναβαθμίσει την θέση του σε πανχριστιανικό επίπεδο; Ή μήπως η δυτική μόνο είναι η Εκκλησία που επιζητεί την εκκοσμίκευση; 

Και επειδή η φραστική επίθεση έγινε στην Καστοριά, όπου ήλθε  για την επέτειο του μακεδονικού αγώνα και την συμπλήρωση 100 ετών από τον θάνατο του Παύλου Μελά ο οποίος... «ένωσε τον βορρά και τον νότο με τον μακεδονικό αγώνα και αυτήν την ενότητα πρέπει να την κρατήσουμε ζωντανή απέναντι στους κοινούς εχθρούς» (κατά πολλούς η δήλωση για την ένωση βορρά και νότου ήταν υπαινιγμός με αποδέκτη το Οικουμενικό Πατριαρχείο), δεν ήταν κάπως αταίριαστες αυτές οι αναφορές για τα δεινά που προκαλούν οι καθολικοί στον ορθόδοξο κόσμο, όταν είναι γνωστό ότι ο (γεννημένος στην καθολική Γαλλία) Παύλος Μελάς από χέρια ομοδόξων δολοφονήθηκε.

Όπως και ότι ο Αρχιεπίσκοπος βρισκόταν σε μια γεωγραφική περιοχή η ελληνικότητα της οποίας δεν αμφισβητείται από τίποτε κακούς καθολικούς, αλλά από ορθοδόξους Σέρβους, ορθοδόξους Βουλγάρους, ορθοδόξους "Μακεδόνες" και άλλους ομοδόξους... "αδελφούς"; 
Άλλωστε και ο μακεδονικός αγώνας εναντίον αυτών των συγκεκριμένων "ομοδόξων" πραγματοποιήθηκε, αφού αυτοί επιβουλεύονται την ελληνικότητα της Μακεδονίας και προσπαθούσαν να προωθήσουν τα μεγαλοϊδεατικά τους απωθημένα. Στο πλαίσιο αυτό εξ άλλου σημειώθηκαν κάποτε οι αποσχίσεις των εξαρχικών και σλαυϊκών πατριαρχείων και βεβαίως στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η "οικουμενική" πολιτική την οποία προσπαθεί να ασκήσει το πατριαρχείο της Μόσχας.
Αυτοί θα έπρεπε λοιπόν λογικά να αποτελούν αντικείμενο των σχολίων στις εκδηλώσεις του περασμένου Σαββατοκύριακου και όχι οι δυτικές Εκκλησίες.

Οι αφορισμοί αυτοί εν τέλει μικρή μόνο ιστορική σημασία έχουν για τον τόπο, πόσο μάλλον αν λάβει κανείς υπ' όψη του, ότι αν κάποτε έγινε αυτό που έγινε η Καστοριά στον χώρο των γραμμάτων, του εμπορίου και της ορθόδοξης πίστης και της πατρίδας, έγινε επειδή οι Καστοριανοί της διασποράς συμβίωσαν ειρηνικά, και σε πλαίσιο κατανόησης, συνεργασίας και αλληλοσεβασμού με τους δυτικούς χριστιανούς στο Παρίσι, τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής την Γερμανία και τώρα ακόμη και στην Ισπανία, την Ιταλία και όπου ανθεί η ελευθερία και η ευημερία, οι μόνες πλειοδοσίες που ισοδυναμούν με αρετή και σοφία.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 21.10.2004 αρ. φύλλου 279.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.