25/11/15

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Έρχου και ίδε!


ΟΔΟΣ 2.7.2015 | 795

Η συνάντηση της Όλγας Σταυρίδου 

και του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου με την Καστοριά



* * *
Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από την παρουσίαση του λευκώματος ζωγραφικής της Όλγας Σταυρίδου (εκδ. Πατάκη), που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 16 Ιουνίου στο Ενυδρείο Καστοριάς (συνδιοργάνωση του ινστ. “Α. Ραδηνή” και ΚΠΕ Καστοριάς).

* * *

Η σημερινή εκδήλωση αποδείχτηκε πολύπαθη και με δύσκολη γέννα. Είχαμε αρχίσει να την σχεδιάζουμε από τις αρχές του ’14 όταν είχε εκδοθεί και κυκλοφορήσει το λεύκωμα «Όλγα Σταυρίδου» από τις εκδόσεις Πατάκη. Από αναμονή σε μετάθεση κι αποκεί σε αναβολή και ούτω καθ’ εξής λόγω των περιστάσεων, οδηγηθήκαμε πλέον στην οριστική ανακοίνωσή της πριν σχεδόν δυο μήνες και με αποκλειστικό διοργανωτή το νεαρό Ινστιτούτο Έρευνας και Διαχείρισης Πολιτιστικής κληρονομιάς «Άννα Ραδηνή». Και πάλι όμως δεν ευδοκίμησε να πραγματοποιηθεί στην ημερομηνία που ανακοινώθηκε, αφού κάποιο έκτακτο και σοβαρό κώλυμα προέκυψε.

Κάτι λοιπόν ισχυρότερο, από τις δικές μας προθέσεις και δυνατότητες, φαίνεται να έσπρωχνε την εκδήλωση στη σημερινή ημέρα σ’ αυτόν εδώ το χώρο, με συνδιοργανωτή τούτη τη φορά το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Καστοριάς. Τυχαίνει δυστυχώς η ημερομηνία αυτή ν’ αφήνει πίσω της σφραγισμένο ολόκληρο πια τον κύκλο της σύντομης ζωής της Όλγας Σταυρίδου, που έσβησε ανήμερα του Αγίου Πνεύματος. Έτσι δεν βρισκόμαστε πια εδώ για να παρουσιάσουμε το λεύκωμα της Όλγας -ή να κρίνουμε το έργο της- μα για να καταθέσουμε ο καθείς το πρόσφορό του σε μνημόσυνο πνευματικό.

Η πρώτη φορά που αντίκριζα έργο της Όλγας Σταυρίδου ήταν στο εξώφυλλο του βιβλίου «Ταξίδι στην Αλεξανδρούπολη» του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου. Μια ακουαρέλα της Όλγας με γήινα χρώματα σαν ξέφτια, που πρόβαλλαν μέσα από βροχή και ομίχλη. Τότε δεν γνώριζα ούτε τον έναν ούτε τον άλλον. Και φυσικά αγνοούσα πως οι δυο τους είχαν ήδη έλθει εις γάμου κοινωνίαν.

Έπειτα ξανασυνάντησα τη ζωγράφο στο «Λόγος εις Ν.Γ. Πεντζίκη» και μετά στις δυο τελευταίες εκδόσεις-εκδοχές του βιβλίου «Τα δυο φορέματα». Kι ύστερα γνώρισα και τα υπόλοιπα τυπωμένα παιδιά του Αλέξανδρου. Όλα τους με το στίγμα της υπαρξιακής αγωνίας, το κεντρί της ανθρώπινης αγωνίας για την πορεία στη ζωή, όλα τους σημαδεμένα αλάνθαστα και καίρια από την πετριά της λογοτεχνίας. Τα εξώφυλλα των βιβλίων του Αλέξανδρου -εκτός από λίγα ίσως μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού- κοσμούνται από έργα της Όλγας Σταυρίδου. Δυο άνθρωποι ενωμένοι στη ζωή, ένωσαν και τη δημιουργία τους παριστάμενοι ως σάρκα μία.

Το λεύκωμα «Όλγα Σταυρίδου» - εκδόσεις Πατάκη 2014, δέον να θεωρείται, χωρίς καμιά υπερβολή, σαν εκδοτικό γεγονός. Για την υψηλή αισθητική του, την εξαιρετική ποιότητα έκδοσης και το άψογο τυπογραφικό στήσιμο. Η φροντισμένη έκδοση φέρει τη σφραγίδα επιμέλειας του σημαντικού εικαστικού Αλέξη Βερούκα, που ζει ανάμεσα σε Βερολίνο-Παρίσι-Αθήνα αλλά και του συγγραφέα Αλέξανδρου Κοσματόπουλου συντρόφου της Όλγας. Στο λεύκωμα αποτυπώνεται με σαφή και συγκλονιστικά αποκαλυπτικό τρόπο ολόκληρη η καλλιτεχνική διαδρομή της Όλγας Σταυρίδου. Είναι σε θέση φυλλομετρώντας το κάποιος να πει πώς: «Ναι. Γνωρίζω πια την Όλγα Σταυρίδου». Κι αυτό καθόλου μικρό κατόρθωμα δεν αποτελεί. Απαιτεί πρώτ’ απ’ όλα γνώση και πείρα μα και συναίσθηση ευθύνης, καθώς με σεβασμό καλείται κανείς να σταθεί απέναντι σ’ έναν άνθρωπο που δεν είναι πια σε θέση να υπερασπιστεί το έργο της ζωής του. Ο επιμελητής και ο ανθολόγος κλήθηκαν να σκεφτούν με το μυαλό εκείνου και να δουν με την ματιά του.

Με πολύ κόπο συνάχθηκε φωτογραφικό υλικό από έργα της ζωγράφου που ανήκουν πλέον σε ιδιωτικές συλλογές και από άλλα που παρέμειναν στην προσωπική της συλλογή. Πολλές, σπάνιας εκφραστικής δεινότητας, φωτογραφίες της Όλγας παρεμβάλλονται ανάμεσα στις σελίδες. Στις φωτογραφίες αυτές η ωραία της μορφή αποτυπώνεται σε στιγμές νεότητας, χαράς, περισυλλογής ή πυρετικής εργασίας. Γοητευτικές στιγμές μιας ζωής που δεν σπαταλήθηκε. Αρκετές φωτογραφίες επίσης μαζί με τον Αλέξανδρο. Τότε που ο χρόνος και η ζωή μιλούσαν αλλιώς…

Στο λεύκωμα συναντάμε εκλεκτά κριτικά σημειώματα, ή και εκτενέστερα αισθητικά κείμενα [1] για την Όλγα Σταυρίδου και τη ζωγραφική της μαζί με μια, ατμοσφαιρική και συμβατή απολύτως με το σύμπαν της ζωγράφου, ανθολόγηση κειμένων και ποιημάτων [2] που έγινε από τον Αλέξανδρο Κοσματόπουλο. Αρκετά επίσης αποσπάσματα από το εμβληματικό «Τα δυο φορέματα» με αναφορές στην Καστοριά συνοδεύουν, αφού αυτό αποτελεί ένα αναπόσπαστο προς την ζωγραφική της Όλγας κείμενο… Τα έργα με θέμα τους την Καστοριά καταλαμβάνουν σχεδόν το τέταρτον του βιβλίου. Αυτό και μόνον είναι σε θέση να μας αποκαλύψει τη σημασία που έλαβε μέσα στο έργο της Όλγας αυτή η πόλη.
«Πολύν καιρό μετά αφ’ ότου είχαμε πια φύγει από την Καστοριά» λέει ο Αλέξανδρος «εκείνη ακόμα συνέχισε να ζωγραφίζει την πόλη…».

Μου είναι αδύνατον μιλώντας για τον Αλέξανδρο να μην μιλώ για την Όλγα [ή και τ’ ανάποδο…]. Κι επίσης μιλώντας για το έργο και των δυο να μην μιλώ και για την Καστοριά. Σ’ αυτήν η μεν Όλγα έβλεπε πως «υπήρχαν πράγματα κρυμμένα!» ο δε Αλέξανδρος επιμένει πως αυτή υπήρξε «η τροφός του» και η πόλη που «ενέδυσε πνευματικά την γύμνια του»…
Διαβάζω από Τα δυο φορέματα:

[…] O Αλέκος επιστρέφει στο ξενοδοχείο γεμάτος συγκίνηση, αντικρίζοντας την Καστοριά ως τροφό που τα χώματά της ζωντάνεψαν μυστικά το κορμί του, νιώθοντας βαθιά να τον αναπαύει σαν να λικνίζεται σε σιωπηλή ακύμαντη θάλασσα […] [3]

Γνώρισα δυστυχώς την Όλγα όταν πια η ζωή από μέσα της είχε αδειάσει το φως. Όταν εκείνη είχε βρεθεί σε ξενιτειά αναπόδραστη. Στην σύντροφο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου "εδωρήθη" μια σχετικά μακρόχρονη παραμονή στην πιο ποιητική ίσως πόλη της βόρειας Ελλάδας: στην Καστοριά. Με τη σιωπηλή της λίμνη, την απαράμιλλα υποβλητική της ομίχλη, τις σέπιες των φθινοπωρινών δέντρων της, τις υψηλόσωμες λεύκες που φυλλοροούν, τους αγγέλους που παραστέκουν την άλλοτε καστροπολιτεία με τους αινιγματικούς καλαμιώνες, τις μνήμες των σπαραγμών και του αίματος, την διαρκή βυζαντινή υπόμνηση και τα αμέτρητα κομψοτεχνήματα των εκκλησιών της.

Τέμπερες, λάδια, σε μουσαμά ή σε χαρτί. Δέντρα πλάι στη λίμνη, σαν παραστάτες ή σαν σιωπηλοί μύστες που συνθέτουν ένα διάφανο προπέτασμα. Πίσω του θεμελιώνεται ο κτιστός κόσμος αλλά υποδηλώνεται επίμονα και πεισματικά κι ο άλλος. Ο αόρατος, ο μυστικός και άκτιστος. Άγιοι και Άγγελοι, κόκκινες εκκλησιές και μνήμες πορφύρας, διαδρομές αιμάτινες της ιστορίας. Δέντρα που κρατούν μονάχα τον όγκο και το περίγραμμά τους και σαν διάφανα, υποδέχονται ένα φως. Η πόλη που αναδύεται όμορφη και καθρεφτίζεται σαν ψεύτικη μέσα στα νερά. Τα καστοριανά καράβια ν’ αρμενίζουν δίχως βαρκάρη, χωρίς επιβάτες ή απλωμένα τα δίχτυα τους. Χωρίς σκοπό. Σαν φύλλα στην επιφάνεια της λίμνης. Οργιαστική, και σε εξωπραγματικές εκδοχές, βλάστηση που συμμετέχει στην μεταφυσική πολεοδομία, στη ναοδομία μα και στην αρχιτεκτονική των βράχων. Στοιχείο που φαινομενικά ενσωματώνεται στην ύλη από την οποία είναι φτιασμένα τα πρόσκαιρα έργα των ανθρώπων. Όμως η φύση είναι εκείνη που θα κατακτήσει και θα καταπιεί τα πάντα εις το διηνεκές. Γιατί όπως γράφει ο Αλέξανδρος:

Όλα θα φύγουν σαν να μην έγιναν [3]

Ασαφή περιγράμματα μορφών διαγράφονται κάποτε στους πίνακες που ιστορεί η Όλγα στην Καστοριά. Ελαφροί τόνοι, δίχως ένταση κι ανεπαίσθητα μεταβαλλόμενες αποχρώσεις του κυανού (ο ουρανός που σκέπει και το νερό που θάλπει) στους τόνους του ιριδίζοντος ερυθρού (τα έργα των ανθρώπων και ο φόρος του αίματος εις τον αιώνα). Αντιστίξεις, συνομιλίες χρωμάτων, μυριστικές ανθοδέσμες με εξαίσια αρώματα που αφήνουν να διαγράφεται το σώμα της πόλης ως σημαίνον, ως αποστολή, ως προορισμός. Μυστηριακά συμπλέγματα ευθυτενών δέντρων σαν αγιοκέρια σε μανουάλι που το διαχειρίζεται ο ακούραστος νεωκόρος του σύμπαντος κόσμου.

«Τα μαγαζιά της Καστοριάς», «Λεύκες και όνειρο», «Λίμνη και φάσματα», «Φύλακες της Καστοριάς», «Υψώματα της Καστοριάς», «Φθινοπωρινή Καστοριά», «Σκέψεις στη λίμνη», «Ονειρικός τόπος», «Άγγελοι της λίμνης», «Λίμνη τις εστίν», «Νυχτερινή Καστοριά». Είναι μερικοί από τους εμμονικούς τίτλους των έργων με τη συγκλονιστική ομορφιά. Τα έργα της Όλγας Σταυρίδου υποβάλλουν σε σιωπή. Αποπνέουν ποίηση και εσωτερισμό ενώ προσφέρουν μια σχεδόν εξωπραγματική και ονειρική αποτύπωση των ορατών. Στέκομαι στα εκπληκτικά «Δονήσεις της ψυχής» και «Αποτυπώσεις της λίμνης» μικρά έργα μεγάλης αισθητικής πνοής που συνομιλούν με τις χρωματικές κλίμακες και την τεχνοτροπία του Πωλ Κλέε. Ομολογώ πως παρόμοια Καστοριά δεν έχω ξαναντικρίσει (κι ας με συγχωρέσει εδώ η ψυχούλα του εργατικού, γηγενούς και συνεπέστατου ζωγράφου της Βασίλη Παπαντίνα ).

Αλέξανδρος-Όλγα. Δυο πρόσωπα, δυο προορισμοί πάνω στην ίδια ρότα. Ταξιδεύοντας προς τον έναν αντιλαμβάνεσαι πως σε κουβαλά ο άλλος. Κι όταν φτάνεις στον άλλον αναγνωρίζεις το πρόσωπο που νόμισες πως είχες δει όταν ξεκινούσες. Μέθοδος εργασίας και των δυo: αυτή της επαλληλίας, των παλιμψίστων. Όπως γράφει ο ένας ζωγραφίζει ο άλλος.

Οι επιρροές πάνω στο έργο της Όλγας πολλές. Από τον Πεντζικικό ιδιότυπο ναϊφ τρόπο, μέχρι τον ονειρικό Γουναρόπουλο, τον γεωμέτρη και χωροθέτη Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Μπονάρ και άλλους. Μέθοδοι του πουαντιλιστικού ιμπρεσιονισμού και αφαιρετικές εκδοχές του. Η σχεδόν εξωπραγματική τοπιογραφία, τα παλιά σπίτια, η πανταχού παρούσα και σε ακατάπαυστη δραστηριότητα φύση. Η εισβολή του φυσικού στο κατασκευασμένο. Τα τοπία ως απεικόνιση ενός άφθαρτου κόσμου. Όλα χωρίς την παρουσία ανθρώπων στην μεγαλύτερη διαδρομή της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η στιγμή που θα απεικονισθεί το πρόσωπο έρχεται αργά. Η αγιογραφία και τα Φαγιούμ -αυτά τα σπαρακτικά βλέμματα από τον κάτω κόσμο- περίμεναν στο τέλος της διαδρομής.

Ο Κοσματόπουλος φτάνει στην Καστοριά στο τέλος της δεκαετίας του ’80, σε μια περίοδο μοναδικής ευμάρειας και πλούτου για την πόλη. Σε μια γιορτή απάνω πέφτει. Στη γιορτή των εγκοσμίων ψιμυθιώσεων και ψευδαισθήσεων, στην αποθέωση των χειροπιαστών και των υλικών πραγμάτων. Το χρήμα έχει κατακτήσει κι έχει κατακτηθεί, η ιδιοκτησία ως αυτοσκοπός, η υπερβολή και η ύβρις καθώς αποτελούν τον κανόνα δεν γίνονται αντιληπτά μεταξύ των γηγενών. Στα «Δυό φορέματα» ο συγγραφέας μονολογεί:
[…] Από τη συμπεριφορά των κατοίκων που απολαμβάνουν τα αγαθά της γουνοποιίας, καταλαβαίνει πως τον θεωρούν αποτυχημένο και ασήμαντο […].

Η Καστοριά λαβαίνει χαρακτηριστικά εξορίας, αποξένωσης εν τω κόσμω και θα ενθαρρύνει έναν ιδιότυπο αναχωρητισμό. Η κρατούσα κοινωνική συμπεριφορά και τα αποδεκτά ήθη οδηγούν στην συναίσθηση και συνειδητοποίηση αυτού του χαρακτήρα της από τον νέο καθηγητή της αγγλικής Φιλολογίας που διδάσκει στην πόλη. Μετά την Καστοριά ο Κοσματόπουλος θα είναι άλλος. Θα έχει περάσει την ατραπό του αυτοπροσδιορισμού και της εναισθησίας. Θα έχουν χαραχτεί για κείνον οι καινούργιοι όροι του ζειν.

Οι επισκέψεις του στη βιβλιοθήκη, η εντρύφηση στη γραμματεία που αφορά την πόλη, οι μυστικές διαδρομές. Οι βυζαντινοί ναοί, οι αγιογραφίες, οι φυσικές ομορφιές, η γλώσσα των λαϊκών ανθρώπων, τα εργαλεία τους, οι τέχνες τους, ο τρόπος ζωής τους, τα καστοριανά «καράβια», η λίμνη με τα μυστήρια νερά, οι ψαράδες της. Μια διαρκής τροφοδότηση της εργαλειοθήκης του συγγραφέα. «Δεν είμαι συγγραφέας... Είμαι ένας αντιγραφέας!» λέει συχνά και σήμερα αν τον ρωτήσετε.

[....] Ο Θεόδωρος Ταμπάκης αναζητά και καταγράφει. Καταρτίζει τον καμβά της πόλης για την μελλοντική της τοιχογραφία. Κρατά τα χρήσιμα υλικά και τα ονόματα που θα την κρατήσουν αναγνωρίσιμη στις επόμενες γενεές όπως την κράτησαν μέχρι σήμερα. Βαδίζει στο «Άλσος των φίλων» και στο «Άλσος της Ηρεμίας». Α-να-φέρει το εστιατόριο «Ομόνοια», το κέντρο «η δροσερή Μύτκα», το πνευματικό κέντρο «η Έλλη». Ονοματίζει τα ψάρια της λίμνης (τσουκάνια, γριβάδια, γουλιανούς, πλατίκες, τούρνες και γλύνια). Θυμάται και μνημονεύει την λόγια παράδοση της πόλης (τον Αθανάσιο Χριστόπουλο, τον Λουκά Σιάνο, τον Παντελή Τσαμίση, τον Αναστάσιο Ορλάνδο, τον Θωμά Παπαθωμά ή Ορέστη Μακεδνό, τον Αργύρη Παπαδίσκο ή Άρειο, τον Θωμά Βαλαλά και άλλους). Παρατηρεί τους ψαράδες της λίμνης και τις βάρκες τους (πρόβλιακας, λυτάρια, λαμπάδες, δικουπόσχοινα, αυγατή) […] [3].

Σε αυτήν την πόλη έρχεται και η Όλγα, η σερραία ζωγράφος και σύντροφός του, που έμελλε να ζωγραφίσει μ’ αυτόν τον απαράμιλλο και συγκλονιστικό τρόπο την πόλη. Μένει μαζί του στην Καστοριά. Συχνά τους επισκέπτεται εδώ και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Το πράγμα αρχίζει να δένει γερά. Έργα που βρίσκονται σε μια διαρκή συνομιλία: μολύβι και χαρτί οδηγούν στο έργο. Χρωστήρας και Λόγος συντονίζονται. Όραμα, μυστική ζωή, Πίστη. Ο Πεντζίκης, η Καρέλλη, Τα Ευαγγέλια... Η Καστοριά χαράχτηκε μέσα τους αλλά και σημαδεύτηκε από τη δημιουργική τους πνοή. Οφείλουν στην πόλη πολλά μα κι αυτή τους οφείλει τα ανάλογα.

[…] Ολοκληρώνοντας με τα πόδια το γύρο της χερσονήσου προς την Γκραντίτσα, τον Ταμπαχανά και την πλατεία Καραβαγγέλη, όπου παλαιότερα γινόταν το ξυλοπάζαρο, ο Θεόδωρος στοχάζεται τις ανθρώπινες ανάσες που έγιναν χώμα. Τις εκφράσεις των ανθρώπινων μορφών που διαλύθηκαν στα χώματα, απ’ όπου λαβαίνουμε καρπούς εύγευστους. Θέλει να πειστεί πως απ’ ότι πέρασε τίποτα δεν έχει πάει στα χαμένα [3].



Σημειώσεις
 Έρχου και ίδε! = Έλα και δες με τα μάτια σου! Στο Κατά Ιωάννην 1, 46
1. Κείμενα ή αποσπάσματα κειμένων των: Θανάση Γεωργιάδη, Φωτεινής Παπαντωνίου, Κώστα Σιμόπουλου, Αλέξανδρου Κοσματόπουλου, Χρήστου Γουσίδη, Έρης Κασίμη, Βασιλικής Νευροκοπλή και Στέλιου Κούκκου.
2. Κείμενα και ποιήματα των Ηλία Παπαμόσχου, Νίκου Καρούζου, Τάσου Λειβαδίτη, Ζωής Καρέλλη, Τζελαλαντίν Ρουμί, Κώστα Καρυωτάκη κ.α.
3. Αποσπάσματα απο “Τα δυό φορέματα “, Αλεξ,. Κοσματόπουλου 3η έκδοση-εκδοσεις Μυγδονία (2008).

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 2 Ιουλίου 2015, αρ. φύλλου 795


Σχετικά:

11 σχόλια:

  1. Τι ωραία θα ήταν αν βλέπαμε και μερικά έργα. Οι περιγραφές μας άνοιξαν την όρεξη. Έστω μία παραπομπή - ένας σύνδεσμος. Ωραία να γράφεις για ζωγραφική - ωραιότερο να την βλέπεις...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος26/11/15

    @Nikos Dimou
    Υπάρχουν παραπομπές/σύνδεσμοι. Σας διέφυγαν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος27/11/15

    @2
    Δεν διαφεύγουν στον Νίκο Δήμο οι παραπομπές. Μάλλον το σχόλιο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο του κ. Τσίγκα, ενώ οι σύνδεσμοι είναι της ΟΔΟΥ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. προς "Ανωνυμος" @3

    Βλέπεις εσύ πoυθενα σχόλια του Ν.Δ. στη σχετική ανάρτηση του blog μου;
    (γιατί εγώ δεν βλέπω....)
    http://xartokoptis.blogspot.gr/2014/01/blog-post_16.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανώνυμος27/11/15

    Εντάξει, κύριε Τσίγκα, μια υπόθεση εξέφρασα, γιατί δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ένας οξυδερκής άνθρωπος όπως ο Νίκος Δήμου έκανε τέτοια γκάφα. Αντιθέτως στο δικό σας ιστολόγιο υπάρχουν φωτογραφίες από έργα.
    Και η ΟΔΟΣ όμως έχει "σχετικά", οπότε το " Έστω μία παραπομπή - ένας σύνδεσμος." δεν δικαιολογείται.
    Κι εσείς όμως το δικό μου το "μάλλον" δεν το είδατε ή αν το είδατε, σημασία δεν του δώσατε.

    Ανώνυμος @3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος27/11/15

    Άλλο το κείμενο στην "Οδό" και άλλο στο "Χαρτοκόπτη". Ο Νίκος Δήμου -προφανέστατα- έγραψε για να γράψει....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ανώνυμος27/11/15

    @1
    Και ωραιότερο να μασάς τσίχλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. 5@Ανώνυμος
    #Κι εσείς όμως το δικό μου το " μ ά λ λ ο ν " δεν το είδατε ή αν το είδατε, σημασία δεν του δώσατε#

    Μα δεν μ α λ λ ώ ν... ουμε -αυτό εννοείται- αγαπητότατε φίλε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Τασούλης ο ηλεκτρολόγος27/11/15

    Πώς τα λες όμως βρε Νώντα, πώς τα λες !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Ανώνυμος28/11/15

    Βούρκος η Καστοριά σήμερα. Βούρκος.
    Άλλες εποχές αυτές του Κοσματόπουλου....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Ανώνυμος28/11/15

    #Βούρκος η Καστοριά σήμερα. Βούρκος.
    Άλλες εποχές αυτές του Κοσματόπουλου....#

    Ας μην έιμαστε τόσο σίγουροι επ΄αυτού.
    Υπήρχε τότε πολύ χρήμα τώρα λίγο έως καθόλου.
    Αλλα οι άνθρωποι; Aυτό έχει σημασία!
    Ο άνθρωποί της κι ότι έχει καταφερει να σωθεί.[…]

    {...] Από τη συμπεριφορά των κατοίκων που απολαμβάνουν τα αγαθά της γουνοποιίας, καταλαβαίνει πως τον θεωρούν αποτυχημένο και ασήμαντο […].


    [....] Ο Κοσματόπουλος φτάνει στην Καστοριά στο τέλος της δεκαετίας του ’80, σε μια περίοδο μοναδικής ευμάρειας και πλούτου για την πόλη. Σε μια γιορτή απάνω πέφτει. Στη γιορτή των εγκοσμίων ψιμυθιώσεων και ψευδαισθήσεων, στην αποθέωση των χειροπιαστών και των υλικών πραγμάτων. Το χρήμα έχει κατακτήσει κι έχει κατακτηθεί, η ιδιοκτησία ως αυτοσκοπός, η υπερβολή και η ύβρις καθώς αποτελούν τον κανόνα δεν γίνονται αντιληπτά μεταξύ των γηγενών. Στα «Δυό φορέματα» ο συγγραφέας μονολογεί:
    […] Από τη συμπεριφορά των κατοίκων που απολαμβάνουν τα αγαθά της γουνοποιίας, καταλαβαίνει πως τον θεωρούν αποτυχημένο και ασήμαντο […].

    Η Καστοριά λαβαίνει χαρακτηριστικά εξορίας, αποξένωσης εν τω κόσμω και θα ενθαρρύνει έναν ιδιότυπο αναχωρητισμό. Η κρατούσα κοινωνική συμπεριφορά και τα αποδεκτά ήθη οδηγούν στην συναίσθηση και συνειδητοποίηση αυτού του χαρακτήρα της από τον νέο καθηγητή της αγγλικής Φιλολογίας που διδάσκει στην πόλη. [...]

    -απόσπασμα απο το κείμενο-


    α υ τ ό χ θ ω ν

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.