31.8.19

ΗΛΙΑ Λ. ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΥ: Ο κορμοράνος


ODOS | newspaper of Kastoria
ΟΔΟΣ 18.4.2019 | 982

Η λίμνη παγωμένη και τα βουνά χιονισμένα, αστράφτουν σαν καθρέφτες οι πλαγιές, σαν ν’ άπλωσαν οι άγγελοι στον ήλιο τις φτερούγες. Τα πουλιά μαζεμένα πάνω στον πάγο, μόνο ένας κορμοράνος δεν είναι μαζί μ’ αυτά.
Περνούν τα λεπτά, φεύγουν οι ώρες, οι εποχές θ’ αλλάξουν, όμως ο μικρός κορμοράνος θα μείνει εκεί, στου πλάτανου το κλαρί. Τι μπορεί να πρόλαβε να έζησε, να είδε και τίποτα πια δεν τον συγκινεί, μήτε το υποψήφιο ταίρι που τον ορίζοντα διαβαίνει, μήτε η τροφή; Μοιάζει σαν να μην νοιάζεται γι’ αυτόν κανείς, πέρα από τον άνεμο που άσπλαχνα του κουνάει το κορμί, σαν βαρίδι σ’ ένα εκκρεμές που απ’ την αρχή του κόσμου έχει κουρντιστεί. Φαίνεται με το ψάρι που ’χαψε από κάποιο δίχτυ πήρε και λίγη πετονιά μαζί, κι έγινε θηλιά του αυτή. Δες, έχει αρχίσει ν’ ασπρίζει το φτέρωμά του, μια παγωνιά άλλη του βάφει το κορμί, μοιάζει με ειρωνεία πως το άσπρισμά του απ’ τον λαιμό έχει ξεκινήσει, όπως όταν ταίρι αναζητεί. Έρχονται κάθονται κοντά του οι όμοιοί του, οι αδερφοί του, κάποιοι απλώνουν τα φτερά τους, ανάβουν με ήλιο το αίμα να ζεστάνουν το κορμί. Άραγε αισθάνονται τίποτα, μήπως τον πενθάνε αυτοί; Κάνουνε κύκλο μαζί του, ο γεροχρόνος κι οι ώρες του γίνεται λες το ξερό δεντρί, ο γεροχρόνος κι οι κόρες του, ζωντανοί καρποί, να φεύγουν, να ’ρχονται, κι αυτή, μια ώρα πεθαμένη, εκεί, σπαθιά στο σύμπαν χωμένη, σαν του κρεμασμένου τη στερνή πνοή. Τον συλλογίζομαι κάθε φορά που παίρνω τον παραλίμνιο δρόμο, για τον μικρό κορμοράνο θαρρείς και κάνω αυτή τη διαδρομή, να δω αν είναι ακόμη εκεί, αγωνιώ μην φύρανε ο λαιμός του και γλίστρησε μέσα από τη θηλιά της πετονιάς το πουλί, θα χάσει άραγε πρώτα το φτέρωμά του κι ο σκελετός του έπειτα θα διαλυθεί και θα κυλήσει μέσα από τον βρόχο ο λυμένος του λαιμός, σαν λυγμός, σαν λυτρωμένη σιωπή; Για την ώρα παραμένει εκεί, σαν ανάληψη ματαιωμένη, ανάμεσα σ’ ουρανό και γη, τεντωμένος θαρρείς κι ένα σπυρί ουρανού ζητά να τσιμπήσει, οβολό, ασάλευτο για πάντα το γρήγορο πουλί, ο χορευτής των βυθών, ο δεινός των ψαριών θηρευτής. Δεν θ’ ανοίξει ξανά τα πανέμορφα μάτια, κείνο το σαπφείρινο ουρανί. Κάτι παράξενο συμβαίνει μ’ αυτόν τον κορμοράνο, θαρρείς η παγωνιά του θανάτου έχει αρχίσει να επεκτείνεται και στου πλάτανου το κορμί, σαν να γέρασε μέσα σε μια νύχτα το πλατάνι, όπως γονιός, σαν να το ’καψε μιας ψυχής το φως. Κι ο κορμοράνος από κάρβουνο θαρρείς γλωσσίδι στη γαλάζια καμπάνα του ουρανού, που σημαίνει σιγή, στη γαλάζια κιθάρα του κόσμου σπασμένη χορδή.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 18 Απριλίού 2019, αρ. φύλλου 982


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.