13.10.19

ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΝΟΥ: Οδός Μητροπόλεως, 25 Ιουνίου 2019


Μητροπόλεως Καστοριά
ΟΔΟΣ 4.7.2019 | 993

Θα πρέπει να προετοίμαζε εκείνο το χαμόγελο αρκετή ώρα πριν η σιλουέτα της αναδυθεί από το σκοτάδι του πεζοδρομίου, έξω στο κιτρινωπό φως του στύλου. Μας κοιτά κατάματα καθώς πλησιάζει στο φαστφουντάδικο. Προσπαθεί να ισιώσει το αδύνατο παράστημά της, υπομένοντας τους πόνους που προδίδει το βάδισμά της.

Καλησπερίζει τον καταστηματάρχη και γυρνώντας προς το μέρος μου με κοιτά στιγμιαία στα μάτια με το βλέμμα που έχουν όσοι ζουν πολύ καιρό με τον φόβο. Σε αυτούς τους ανθρώπους ανταποδίδω το χαμόγελο μόνο όταν η καρδιά προλάβει να το γεννήσει πριν σπεύσει συμβατικά ο νους να το κατασκευάσει. Αν, τρομαγμένη και ανεξέλεγκτη η καρδιά, δεν προλάβει, σωπαίνω. Όπως τώρα.

«Θα ήθελα δύο σάντουιτς με μπιφτέκι. Πόσο κάνουν;» ρωτά, καθώς ξεδιπλώνει από τη σφιγμένη γροθιά της το πεντάευρο, για να το τσακίσει στη συνέχεια σε όλο του το μήκος και να το ευπρεπίσει. «Δύο και είκοσι, το ένα» της απαντά ο μαγαζάτορας και εκείνη ξανακοιτά το χαρτονόμισμά της.

Την παρατηρώ καθώς συνεχίζει μαζί του την κουβέντα της σχετικά με το περιεχόμενο του γεύματος. Προχωρημένα εβδομήντα, με ελάχιστες μόνο ανταύγειες μιας φτηνής ξανθιάς βαφής, μακριά από τις κάτασπρες ρίζες της κεφαλής. Αδύνατα χέρια, εμφανώς πρησμένα στους αγκώνες, χαλαρωμένο, ζαρωμένο δέρμα και βαριές, τρεμάμενες παλάμες. Το φόρεμα από το πανέρι, ένα μαύρο καλοκαιρινό αμάνικο, με χιλιάδες λουλουδάκια που πρέπει κάποτε να είχαν χρώμα. Κάτω από το γόνατο, γκρι χαμηλές αντρικές κάλτσες μέσα σε πεντακάθαρα μαύρα ίσια παπούτσια με γρατσουνιές και ένα μακρύ σκίσιμο φθοράς στο πλάι, όλα μαζί περιτυλίγουν δύο άσχημα φουσκωμένους αστραγάλους.

«Είστε καιρό εδώ;» ρωτά τον ψήστη. «Μόνο δεκάξι χρόνια κυρία μου» της απαντά εκείνος, μη έχοντας αντιληφθεί την ανάγκη της να διαχειριστεί με το ατυχές ερώτημα την αμηχανία της. «Πόσο κάνουν;», ξαναρωτά αμέσως εκείνη αλλά εκείνος, σκυμμένος στη βρύση, δεν την ακούει. «Τέσσερα και σαράντα...» της απαντώ εγώ και πριν τελειώσω καν τη φράση μου, μού χαμογελά αποκαλύπτοντας μία φριχτή οδοντοστοιχία. «Τα έχω!», μου λέει δείχνοντάς μου τα χρήματα, γέρνει σκερτσόζικα το κεφάλι στο πλάι προσποιούμενη έναν κοριτσίστικο αστεϊσμό και ξαναπερνά νευρικά δείκτη και αντίχειρα πάνω από την τσάκιση του τελευταίου ίσως χαρτονομίσματος του μήνα. Αμέσως μετά, στρέφει δίχως λόγο το βλέμμα της προς τον καθρέφτη στο βάθος του μαγαζιού, σαν κάτι άσχημο να συνέβη μόλις εκεί και με έναν μορφασμό εξάντλησης ακουμπά διστακτικά στο τζάμι του ψυγείου. Ο μαγαζάτορας της δίνει τη σακούλα με τα μπέργκερ και εξήντα λεπτά για ρέστα. Τα μετρά και φεύγει με μία ευγενέστατη καληνύχτα.

Διασχίζει τον δρόμο ξαναπερνώντας κάτω από το άρρωστο φως. Όταν το σκοτάδι την καλύπτει ξανά, ακουμπά με το δεξί της χέρι στον τοίχο, σκύβει και τρίβει τους αστραγάλους της. Δέκα βήματα πιο πέρα, βγάζει το ένα σάντουιτς από τη σακούλα και ξανατυλίγει προσεκτικά το άλλο, σαν να το ετοιμάζει για προσφορά πολύτιμη. Φέρνει αργά το φαγητό στο στόμα της, προσπαθώντας να το κρατήσει σταθερό και με τα δυο της χέρια.

Στρίβει και χάνεται στο πρώτο στενό που συναντά κάθετα την οδό Μητροπόλεως. Την οδό σύμβολο ενός ανέμελου χθες που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί τη θλίψη που με τόση αξιοπρέπεια στάθηκε δίπλα μου σήμερα.

Αν οι έρημοι δρόμοι έχουν ψυχή, τη συναντάς ίσως κάποιο δύσκολο βράδυ καλοκαιρινό.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 4 Ιουλίου 2019, αρ. φύλλου 993

1 σχόλιο:

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.