19.2.13

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΟΡ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ: Μαυραγορίτες και δωσίλογοι


ΟΔΟΣ 8.11.2012 | 665

Το πιο βαθύ σκοτάδι είναι πριν την αυγή
Άλκης Αλκαίος, Φύλλα αλκαλικά

Δεν είναι η πρώτη φορά που η χώρα μας βρίσκεται κάτω από τη γερμανική εξάρτηση και απειλή, έστω κι αν τώρα το ρόλο της μπότας τον παίζει το νόμισμα της Φρανκφούρτης κι εκείνον της Βέρμαχτ οι κάθε λογής λογιστές. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και οδηγεί στη διάλυση μιας κοινωνίας, στην εξόντωση ενός λαού. Μόνο που τότε ο εχθρός στεκόταν ολοφάνερα απέναντι στη χώρα, ως επίσημος κατακτητής, ενώ τώρα κρύβεται πίσω από τα χαμόγελα, τις ευχές και τις συμβουλές των ηγετών του και των απεσταλμένων γκαουλάϊτερ.
Δεν είναι η πρώτη φορά που γράφω για τη Γερμανία. Φαντάζομαι ότι δε θα είναι ούτε και η τελευταία. Η τευτονική κατάρα της Ευρώπης πολλά δεινά προκάλεσε σε τούτο τον δύσμοιρο τόπο. Πάντοτε βέβαια συνέβαλαν ή και πρωτοστάτησαν στα δεινά εγχώριοι ηγήτορες, που φέρουν μέρος ευθύνης μεγαλύτερο από το δυνάστη κατακτητή. Εκείνοι δηλαδή που ο σοφός ελληνικός λαός χαρακτήρισε με μια λέξη μόνο: δωσίλογοι.
  Μάλιστα ο όρος «δωσίλογος» απετέλεσε ιστορικό και γλωσσικό νεολογισμό – αφού δεν προϋπήρχε – και δημιουργήθηκε για να χαρακτηρίσει καταρχήν τους συμμετέχοντες στις κυβερνήσεις των Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλου και Ράλλη. Η ύπαρξη μάλιστα τριών δωσίλογων πρωθυπουργών αποδεικνύει πως οι κατοχικές δυνάμεις δεν έμεναν ικανοποιημένες ούτε και από τα πιο πιστά τους όργανα και υποχείρια. Είναι στη φύση της Γερμανίας και των Γερμανών να μην ικανοποιούνται με τίποτε… Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σήμερα. Οι Γερμανοί μάλιστα, πετώντας τη μάσκα, επιχειρούν ήδη να αποκτήσουν την απευθείας διοίκηση της χώρας, τοποθετώντας γκαουλάϊτερ, που σήμερα υποκριτικά τους ονομάζουν επιτρόπους.

Την σημασία της λέξης «δωσίλογος» την αποδίδει ο πλούτος της ελληνικής γλώσσας που τη γέννησε. Η αιρετή ηγεσία μιας χώρας οφείλει να δίδει λόγο στο λαό, στους πολίτες ορθότερα, από τους οποίους έλαβε την εντολή που τη νομιμοποιεί, και στο όνομα και για τα συμφέροντα των οποίων πολιτών οφείλει να ενεργεί. Όταν παραβιάζεται αυτή η συνθήκη, όταν δηλαδή η πολιτική ηγεσία μιας χώρας πάψει να απολογείται στους πολίτες της χώρας, τότε η ηγεσία αυτή χαρακτηρίζεται δωσίλογη. Το ίδιο συμβαίνει όταν μια αιρετή ηγεσία ασκεί διακυβέρνηση με πολιτική γραμμή απολύτως αντίθετη από εκείνη την οποία υπεσχέθη και για την εκτέλεση της οποίας εξελέγη, εκτελώντας εντολές και επιλογές που της επιβάλλονται έξωθεν. Είναι δωσίλογη, επειδή πλέον δίδει λόγο σε ξένες ηγεσίες, για τα συμφέροντα των οποίων ενεργεί, και από τις οποίες λαμβάνει εντολές και εύσημα, και με τον όρο αυτό την χαρακτηρίζουν και την αποκαλούν μεταξύ τους οι πολίτες κι όταν ακόμη δεν τολμούν να το πράξουν ανοιχτά. Όταν αιρετές κυβερνήσεις πολιτεύονται δωσιλογικά, τότε η Δημοκρατία πεθαίνει. Και στην Ελλάδα δυστυχώς η Δημοκρατία είναι χρόνια τώρα που αργοπεθαίνει…

Οι πάσης φύσεως δωσίλογοι της Κατοχής είχαν ως κύριο δικαιολογητικό επιχείρημα για την συνεργασία τους με τους γερμανούς, την αγάπη τους για την Ελλάδα κα την πρόθεση τους να τη βοηθήσουν. Για να δείξουν τη μεγάλη τους αυτή αγάπη, συνέτασσαν λίστες προσώπων προς εκτέλεση από τους κατακτητές, στα πλαίσια των αντιποίνων τους, καθώς οι Γερμανοί ως εραστές των στατιστικών ενδιαφέρονταν μόνο για αριθμούς, όπως κάποιοι άλλοι δεκαετίες μετά, από τη μεγάλη τους αγάπη και αφοσίωση στην Ελλάδα, συντάσσουν λίστες μέτρων που εξοντώνουν τον ελληνικό λαό, τον οποίο αντιμετωπίζουν ως συσσώρευση αριθμών, στα πλαίσια του δημοσιονομικού εξορθολογισμού της χώρας…

Οι μαυραγορίτες της Κατοχής γεννήθηκαν μέσα από τα δεδομένα της εποχής, μέσα δηλαδή από μια καταρρέουσα οικονομία, η αποσάθρωση της οποίας οφειλόταν βεβαίως στην πολιτική και στις επιλογές της Γερμανίας. Πως θα μπορούσε άλλωστε να αντέξει η οικονομία μιας μικρής και φτωχής χώρας, που είχε μάλιστα μόλις εξέλθει από μια εξάμηνη πολεμική σύρραξη με την Ιταλία; Όταν οι δυνάμεις κατοχής δήμευσαν την εθνική παραγωγή με προορισμό τη διατροφή των στρατευμάτων στο ρωσικό μέτωπο, αλλά και του «άριου» λαού των μετόπισθεν; Όταν εκχώρησαν στη Βουλγαρία τα εξαιρετικά εύφορα εδάφη της Μακεδονίας και της Θράκης; Όταν λεηλάτησαν τα οικονομικά και συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας, υπό μορφήν πολεμικών δανείων, που ποτέ δεν θα επιστραφούν; Δανεικά κι αγύριστα. Μονομερής σεισάχθεια προς όφελος του ισχυρού.

‘Οταν – για να μη ξεχνιόμαστε, μιας και αναφερόμαστε στους Γερμανούς – πριν στείλουν τους Έλληνες Εβραίους στους θαλάμους αερίων και τα κρεματόρια, οι Γερμανοί λεηλάτησαν το βιός τους, που κατά κύριο λόγο οδηγήθηκε στη μισθοδοσία των γερμανών στρατιωτών, θρέφοντας τη γερμανική πολεμική μηχανή. Διότι όταν οι δαπάνες Κατοχής απαιτούσαν το 90% του πραγματικού εθνικού εισοδήματος, επόμενο ήταν να ξεσπάσει λιμός και να αναπτυχθούν φαινόμενα σαν αυτό της μαύρης αγοράς. Την ίδια ώρα άλλωστε ο πολύς Γκέριγκ δε δίσταζε να δηλώσει πως «δε μπορούμε να ενδιαφερθούμε υπερβολικά για τους πεινασμένους Έλληνες. Αυτό είναι μια ατυχία, που θα συμβεί και σε πολλούς άλλους λαούς», αγνοώντας προφανώς πως η ρήση του αυτή έμελλε να επανεπιβεβαιωθεί στην πράξη ως προφητεία επτά δεκαετίες αργότερα…

Το φοβερό όμως δεν ήταν αυτή καθαυτή η ύπαρξη δωσίλογων και μαυραγοριτών. Προδότες τέτοιου είδους υπάρχουν σε κάθε λαό. Το τραγικό είναι ότι μετά την Κατοχή, πολλοί από τους συνεργάτες των Γερμανών αγκαλιάστηκαν από την εξουσία και ανήλθαν σε ανώτατα αξιώματα. Ενώ θα έπρεπε πολλοί εξ αυτών με πρώτους τους «πρωθυπουργούς» να έχουν τιμωρηθεί με την «εσχάτη» των ποινών και η ποινή να εκτελεστεί, για να διδαχτούν οι επόμενες γενιές. Αντ’ αυτού, ανίκανες και ξενόδουλες ηγεσίες Δεξιάς, Κέντρου και Αριστεράς δίχασαν το λαό και οδήγησαν τη χώρα στον Εμφύλιο. Την επανάληψη της ιστορίας, ως νέας τραγωδίας, είναι αυτό που σήμερα φοβούμαι περισσότερο.

Ανάλογα εξελίχθηκαν τα πράγματα και στη σύγχρονη εκδοχή τους, για να φτάσουμε στο οικτρό σήμερα. Η Γερμανία έπαιξε καλά το ρόλο του μεγαλέμπορου και του προμηθευτή, βρήκε κατάλληλους συνεργάτες στο εγχώριο πολιτικό τοπίο και διοχέτευσε τα προϊόντα της βαριάς της βιομηχανίας. Όχι μόνον εκείνα και όσα πραγματικά χρειαζόταν αυτός ο τόπος, αλλά τόσα ώστε να καταλήξει η χώρα στην οικονομική ομηρεία. Μοχλός ο φαινομενικά φτηνός δανεισμός και δούρειος ίππος το υποτιθέμενο ενιαίο νόμισμα με το καπηλευμένο όνομα: το ευρώ. Όπλο για οικονομικά εγκλήματα με ονομασία προελεύσεως για το καλό του γερμανικού λαού…

Η μαύρη αγορά στήνει ξανά τα πλοκάμια της στη χώρα και εξαπλώνεται. Τα δείγματα είναι ήδη ορατά. Κάθε γωνιά και κάθε δρόμος, από τη μικρότερη επαρχιακή κωμόπολη, ως την ακρότατη γειτονιά της πρωτεύουσας έχει γεμίσει με πολυτελή αργυραμοιβεία, γυαλιστερά σαράφικα – όπως ήταν άλλοτε γνωστά. Τα χρυσαφικά των ιδιωτών, το τελευταίο οχυρό πριν την ολική εξαθλίωση της μεσαίας τάξης, εξαργυρώνονται σε υποτιμημένες τιμές και πιθανότατα εξέρχονται από τη χώρα. Έλλειψη τροφίμων ίσως να μην έλθει ποτέ – η χώρα δε βρίσκεται σε ναυτικό αποκλεισμό. Εκείνοι όμως που μπορούν να αγοράσουν τρόφιμα λιγοστεύουν, ολοένα λιγοστεύουν. Και ακόμη χειρότερα, υποβαθμίζουν την ποιότητα της διατροφής τους, με τις ευλογίες του ίδιου του κράτους πλέον, που φτάνει ως την έσχατη έκπτωση, επιτρέποντας την πώληση διατροφικών προϊόντων των οποίων παρήλθε η ημερομηνία λήξης, με στόχο προφανή: να ενισχυθούν οι πολυεθνικές αλυσίδες. Προσεχώς η Γερμανία θα ξεφορτώνεται εκτός από τα σκουπίδια της, που θα τα θάβει σε χωματερές του Νότου, και τα χαλασμένα της τρόφιμα, τα οποία θα καταναλώνουν δύσμοιροι Έλληνες, υπό τις ευλογίες και την υποκρισία των ιθυνόντων.

Επιπλέον, την ώρα που οι μισθοί τραβούν την κατηφόρα και η ανεργία καλπάζει, παρατηρείται ότι οι τιμές των βασικών αγαθών, πολλά από τα οποία ελέγχονται από συγκεκριμένους επιχειρηματικούς ομίλους, παραμένουν σε δυσθεώρητα ύψη και συχνά ανεβαίνουν κι άλλο. Εκτός από απόδειξη της ανικανότητας των κρατικών υπηρεσιών και αβουλίας της Πολιτείας, το φαινόμενο αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από μια σύγχρονη έκδοση της «μαύρης αγοράς».

Τους σύγχρονους δωσίλογους δεν θα τους ονοματίσει ο γράφων. Το έχει κάνει ήδη ο λαός. Ψιθυρίζει τα ονόματα τους στις καθημερινές του κουβέντες, συνοδεύοντας τα με τις κατάρες του. Υπάκουοι, ενδοτικοί και υποτακτικοί οι κυβερνήτες, θαρρούν εσφαλμένα ότι η νέμεση δε θα έρθει ποτέ. Όμως για πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει ετούτος ο τόπος τη μορφή αυτή της διεθνούς πίεσης, την οικονομική κατοχή, τα επαχθή μέτρα και την υποβάθμιση της καθημερινότητας του; Πόσο ακόμη μπορεί να ανεχτεί ετούτος ο λαός την ταπείνωση και την άτακτη εκποίηση του εθνικού του πλούτου, που κάποιοι νομίζουν ότι μπορούν να ξεπουλήσουν με την ίδια ευχέρεια που θα το έπρατταν για την κληρονομική περιουσία του μπαμπά τους; Αυτή η χώρα ζει τις πιο σκοτεινές μέρες της σύγχρονης ιστορίας της. Μπορεί πράγματι το πιο βαθύ σκοτάδι να επικρατεί λίγο προτού ξημερώσει. Αλλά το ξημέρωμα έρχεται…


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 8 Νοεμβρίου 2012, φύλλο 665

2 σχόλια:

  1. Ανώνυμος19/2/13

    Αν και ανατριχιαστικές οι ομοιότητες της σύγχρονης κρίσης με την Κατοχή, στο άρθρο υπάρχουν πολλές αλήθειες.
    Δωσίλογοι, μαυραγορίτες, πείνα, εξαθλίωση... τότε και τώρα...
    Καμία αναφορά στην Αντίσταση, με την ευρύτερη έννοια ; Τότε και τώρα ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος21/2/13

    http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=1479MVyzjJ4

    βάι, βάι, βάι !

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.