Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία της κ. Σόνιας Ευθυμιάδου-Παπασταύρου στην παρουσίαση του βιβλίου της Δέσποινας Σπυροπούλου "Η φραουλίτσα που δεν ήθελε να κοκκινίσει" (εκδ. Κομνηνός), που πραγματοποιήθηκε στην δημοτική βιβλιοθήκη του Άργους Ορεστικού.
ΧΑΙΡΟΜΑΙ που βρίσκομαι κι απόψε ανάμεσά σας, με αφορμή την έκδοση ενός βιβλίου, που εδώ στο Άργος το Ορεστικό γεννήθηκε -μιλώ για το παιδικό βιβλίο «Η φραουλίτσα που δεν ήθελε να κοκκινίσει», σε εικονογράφηση Δωροθέας Χαρίτωνος, που εκδόθηκε από τις εκδ. Κομνηνός. Δέχτηκα αμέσως την πρόταση να το παρουσιάσω, καθώς ξέρω τη συγγραφέα του Νούλη Σπυροπούλου κυρίως από το θεατρικά της κατορθώματα κι έχω διαπιστώσει πως δε συμβιβάζεται με ό,τι επικρατεί γύρω της όταν αποφασίσει να κάνει κάτι. Και το κάνει.
Κοιτάξτε: η Νούλη έχει πάθος με ό,τι αγαπάει να κάνει και μου θυμίζει έντονα τη ρήση ενός ανθρώπου της μόδας (δε θυμάμαι ποιου ακριβώς): «Το πάθος είναι το ακριβότερο καλλυντικό. Μόνο που δεν πουλιέται».
Μαζευτήκαμε, λοιπόν, σήμερα με αφορμή ένα νέο βιβλίο. Γι’ αυτό θα μιλήσουμε, αλλά προηγουμένως δεν μπορώ να μη μιλήσω για τη μεγάλη χαρά μου που η παρουσίαση γίνεται στις 9 Φεβρουαρίου, Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής γλώσσας, της πολυτιμότατης γλώσσας μας, που, γιορτάζοντάς την με διάφορες εκδηλώσεις, προσπαθούμε να πείσουμε την Ουνέσκο από μέρα που τη γιορτάζει μονάχα ο Ελληνισμός να γίνει Παγκόσμια, γιατί το αξίζει και με το παραπάνω μάλιστα! Κι είναι πολύ ταιριαστή δράση για τη σημερινή μέρα η παρουσίαση ενός βιβλίου, γιατί τα βιβλία φτιάχνονται από λέξεις που διαλέγονται από τους συγγραφείς τους με σκοπό, όχι μόνο να εκφράσουν αυτό που θέλουν οι ίδιοι, αλλά και να συγκινήσουν τον αναγνώστη κι επίσης για να προβάλουν μια ιδέα που απασχολεί τον συγγραφέα κι αυτός, με τη σειρά του, να μοιραστεί την ιστορία του με τους αναγνώστες του βιβλίου του, προσπαθώντας να την εγκολπωθούν κι αυτοί και ν’ απλωθεί στον κόσμο, προς όφελος όλων.
Παίρνοντας, λοιπόν, στα χέρια μου το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, το βρήκα ελκυστικό: οι δυο φίλες (τις βλέπω συχνά μαζί), η συγγραφέας Δέσποινα Σπυροπούλου και η εικονογράφος του Δωροθέα Χαρίτωνος, συνεργάζονται άψογα, αυτό δείχνει το αποτέλεσμα της ταιριαστής συνεργασίας τους.
Αρχικά, όταν έπιασα το βιβλίο και διάβασα τον τίτλο του, νόμισα πως το θέμα του θα ήταν ένα κορίτσι που αρνείται να μεγαλώσει, θέμα που έχει απασχολήσει και άλλους συγγραφείς. «Κατάλαβα», είπα μέσα μου. «Το έγραψε η συγγραφέας επηρεασμένη από την τάση των κοριτσιών της εποχής μας να βιάζονται να μεγαλώσουν, πράγμα που τα οδηγεί σε μια βιασύνη να μακιγιάρονται σύμφωνα με ό,τι βλέπουν πως κάνουν οι μεγαλύτερες κυρίες.
Ο υπότιτλος του βιβλίου, όμως, με κατατόπισε ακριβώς, ξαφνιάζοντάς με πολύ: «Πώς θα “γλυκάνουμε” τους “ξινούτσικους” της ζωής μας...». Λοιπόν, η Νούλη καταπιάστηκε με ένα μεγάλο θέμα, με το οποίο δεν γνωρίζω να έχει ασχοληθεί άλλος. Και μας δίνει την αφορμή να συζητήσουμε γι’ αυτό το πραγματικά δύσκολο θέμα, για το οποίο κυκλοφορούν διάφορα συνθήματα, με πρώτο απ’ όλα το «Διώξε τους τοξικούς ανθρώπους από τη ζωή σου». Δεν ξέρω αν το λένε οι ψυχολόγοι αυτό, όμως προσωπικά ούτε πετυχημένο ούτε εφικτό το θεωρώ, καθώς τα άτομα τα οποία αποκαλούμε τοξικά, μπορεί να μην είναι πάντοτε τέτοια, αρχικά γιατί κάποιες φορές πρόκειται απλώς για ανθρώπους οι οποίοι μας ξεβολεύουν ακόμη και με την παρουσία τους κοντά μας κι εμείς, που δεν τους αντέχουμε, «τοξικούς» τους αποκαλούμε κι έτσι φορτώνουμε σ’ αυτούς τις δικές μας αδυναμίες και ευθύνες (αυτό είναι ένα άθλημα στο οποίο έχουμε εξαιρετικές επιδόσεις εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες -σίγουρα έρχονται στον νου σας πολλά παραδείγματα), τους εξουδετερώνουμε, απαλλάσσοντας τον εαυτό μας από περιττές σκοτούρες και γλιτώνουμε από δαύτους, οριστικά και δια παντός.
Έρχεται συχνά στον νου μου ένα στιγμιότυπο που συνέβη εδώ στο Άργος Ορεστικό και μου το διηγήθηκε πολύ αξιόπιστο πρόσωπο: η επίσημη ομιλήτρια σε γιορτή της Μάνας κάποια φορά, ψυχολόγος στο επάγγελμα, απηύθυνε στις γυναίκες που την άκουγαν το παράγγελμα: «Να είσαι ο εαυτός σου!». Ποιος εαυτός όμως; Αυτός που πιστεύει ότι όλα τα κάνει σωστά; Αυτός που δε βλέπει πως λαθεύει; Αυτός που δε νιώθει καμιά ανάγκη να βελτιωθεί; Και το «καθ’ ομοίωσιν» τότε για ποιον ειπώθηκε, αν δεν ειπώθηκε για μας, για τον καθένα από μας;
Έτσι, αγαπητοί φίλοι, η κοινωνία δεν πάει μπροστά. Αν ο καθένας επαναπαύεται πως όλα όσα κάνει σωστά και καλά καμωμένα είναι, τότε τα πράγματα θα συνεχίσουν να πηγαίνουν το ίδιο χάλια ή ακόμα χειρότερα, αυτό είναι βέβαιο. Να επανέλθουμε όμως: είπα πριν πως το να βγάλουμε τους τοξικούς ανθρώπους από τη ζωή μας δεν είναι ούτε εφικτό, καθώς κάποιες φορές τοξικοί μπορεί να είναι πολύ δικοί μας άνθρωποι. Το παράδειγμα δίνεται μες στο βιβλίο που μας απασχολεί: η φραουλίτσα που δε θέλει να κοκκινίσει έχει μια μαμά και αδέρφια που δε σκέπτονται καν να τη βγάλουν από τη ζωή τους, απλώς γιατί την αγαπάνε πολύ. Οπότε, η μόνη λύση που έχουν είναι να παλεύουν με υπομονή και επιμονή και, φυσικά, με όλη τους την αγάπη να της δώσουν να καταλάβει -δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Τα καταφέρνουν όμως;
Ναι, γιατί ξαφνικά έχουν κάποιους συμμάχους στο πλευρό τους στον πραγματικά ιερό αυτόν αγώνα τους. Από όλους ξεχωρίζω το Ανεστάκι, το σκουληκάκι. Το ξεχωρίζω για τρεις λόγους: γιατί το ξεχωρίζει κι η ίδια η συγγραφέας, καθώς 1) είναι ο μόνος σύμμαχος των ιδικών της φραουλίτσας που του δίνει όνομα, οι άλλοι είναι απλώς ο Μέρμηγκας κι η Μελισσούλα 2) Το ονομάζει «Ανεστάκι», άρα έχει τη δύναμη το μικρότατο αυτό πλασματάκι να ανασταίνει τον άλλον από τη φθορά, να τον συνεφέρνει και 3) είναι ένα σκουληκάκι και με σκουληκάκια μοιάζουν οι σκέψεις κι οι ιδέες που τρυπώνουν στο κεφάλι μας και μας τριβελίζουν και με την Άνωθεν φώτιση έχουν τη δύναμη να μας επιφέρουν την καλή αλλοίωση. Βέβαια, δεν ξέρω αν η συγγραφέας τα σκέφτηκε όλα αυτά -υπάρχει η περίπτωση να προχώρησε διαισθητικά-, αλλά προσωπικά, ως αναγνώστρια, δικαιούμαι να τα ερμηνεύσω με τον δικό μου τρόπο και αυτό έκανα.
Συνοψίζοντας, λοιπόν, σιγά-σιγά, νιώθω την ανάγκη να παραθέσω και τη γνώμη ενός ψυχολόγου, τον οποίο παρακολουθώ με πολύ ενδιαφέρον στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης:
«Μην προσπαθείς να διώξεις τους ‘τοξικούς’ ανθρώπους από τη ζωή σου.Όλο αυτό είναι ένα κυνήγι μαγισσών που δεν οδηγεί συνήθως πουθενά. Και υπάρχει ο κίνδυνος να καταλήξεις να χαρακτηρίζεις ‘’τοξικό’’ όποιον απλά δεν σου αρέσει, όποιον σε ξεβολεύει ή όποιον δεν σου χαϊδεύει τα αυτιά... Μην προσπαθείς να διώξεις τους ‘’τοξικούς’’ ανθρώπους από τη ζωή σου. Πολλές φορές σε αυτή σου τη προσπάθεια, καταλήγεις να γίνεσαι τοξικός εσύ… Και σε ρωτώ μετά... Ποιος πρέπει να διώξει ποιον; Μην προσπαθείς να διώξεις τους ‘τοξικούς’ ανθρώπους από τη ζωή σου. Εσύ φρόντιζε να είσαι ‘φως’, Αυτή να είναι η έγνοια σου. Αυτή να είναι η αγωνία σου όλη. Και αν γίνεις ‘φως’ εσύ, αν προσπαθήσεις σε αυτή την κατεύθυνση έστω, όσοι άνθρωποι εκούσια κουβαλούν σκοτάδια, είτε θα αλλοιωθούν και θα γίνουν δίπλα σου φως και αυτοί, είτε δε θα αντέξουν και θα φύγουν. Θα φύγουν από μόνοι τους. Θα φύγουν μακριά. Μην προσπαθείς να διώξεις τους ‘τοξικούς’ ανθρώπους από τη ζωή σου. Εσύ φρόντισε να γίνεις ‘φως’. Να γίνεις Άνθρωπος, που να μπορεί να αναπαυθεί στο πλάι του ο Κύρης ο Χριστός μας…».
Ελευθέριος Ελευθεριάδης, ψυχολόγος
Και αλλού ο ίδιος ψυχολόγος γράφει:«‘Καλύτερα μόνος’, σκέφτεσαι. ‘Μακριά από όλους και από όλα. Αφού δεν με καταλαβαίνουν, αφού δε με στηρίζουν, αφού με ενοχλούν, αφού δε μου δίνουν τη σημασία που πρέπει να μου δώσουν… Καλύτερα μόνος’, έτσι σκέφτεσαι…
Κάνεις όμως μεγάλο λάθος. Δεν υπάρχει τίποτα καλό στη μοναξιά. Ίσως για λίγο, να νομίσεις πως είσαι πιο ήρεμος. Πως είσαι τακτοποιημένος. Σύντομα όμως, θα νιώσεις στο πετσί σου, τον πόνο που προκαλεί η απουσία.
Και άντε και απομονώθηκες. Τι κατάφερες; Μια τρύπα στο νερό. Η ζωή θα συνεχίσει να κυλά με ή και χωρίς εσένα.
Η πραγματική μαγκιά, είναι να είσαι εκεί. Μαζί με όλους. Στον αγώνα. Να μάθεις να κρατάς ισορροπίες , να πέφτεις, να σηκώνεσαι, να συγκρατείς τα νεύρα σου, να κάνεις λάθη, να ταπεινώνεσαι και να παλεύεις να τα διορθώσεις, ξανά και πάλι από την αρχή ξανά. Να ανέχεσαι παραξενιές και χούγια και να απαντάς στα όσα άσχημα με αγάπη και με καλοσύνη.
Έτσι μόνο ψήνεται κανείς. Έτσι ωριμάζει.
Δεν υπάρχει τίποτα καλό στη μοναξιά. Είναι μια κόλαση.
Για αυτό μην απομονώνεσαι. Μην αποσύρεσαι. Μην κλείνεις διακόπτες.
Έλα, κουτσά στραβά, να την παλέψουμε, ο ένας με τον άλλον».
Αυτό κάνουν και οι ήρωες του βιβλίου που παρουσιάζουμε σήμερα: παλεύουν, όχι ο καθένας μόνος του, μα ο ένας με τον άλλον, και τα καταφέρνουν. Δεν είναι εύκολο, καθόλου μάλιστα, όταν οι «δύσκολοι» -ποτέ δεν έχω χρησιμοποιήσει τον όρο «τοξικός» για άλλον άνθρωπο- άνθρωποι δεν είναι παιδιά, που ακόμη πλάθονται, άρα οι αλλαγές κι οι βελτιώσεις εδώ είναι κάπως ευκολότερες, αλλά είναι ενήλικοι. Τότε, βόηθα, Θεέ μου, τα πράγματα είναι δύσκολα. Τότε, επίσης, τίθεται και το άλλο πολύ σημαντικό ζήτημα, αυτό της αυτοβελτίωσης, που είναι βασικό και πρωτεύον. Πρώτα διόρθωσε τον εαυτό σου κι έπειτα τον άλλον ή, όπως σοφά έχει ειπωθεί, «Γίνε εσύ η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο». Υπάρχει, όμως, μια απαραίτητη προϋπόθεση, χωρίς την οποία τίποτε από όσα μόλις είπαμε δεν πρόκειται να συμβεί: «Όποιος μόνος του νιώσει την ανάγκη αυτοβελτίωσης, θα επιδιώξει και την αυτογνωσία με κάποιον τρόπο», λέει ο φίλος μου, αρθρογράφος στην Καθημερινή, Βασίλης Αγγελικόπουλος, και προσωπικά συμφωνώ απολύτως μαζί του.
Στην περίπτωση των παιδιών μας, όμως, αλλάζουν τα πράγματα: είμαστε υποχρεωμένοι οι γονείς να παλεύουμε να τους δείχνουμε το σωστό, κυριότατα με το ίδιο μας το παράδειγμα, άρα διορθωνόμαστε οι ίδιοι για να έχουν τα παιδιά μας υγιές παράδειγμα να αντιγράψουν, τόσο απλό, μα και τόσο δύσκολο συγχρόνως. Τα παιδιά μας χρειάζονται απεγνωσμένα το πώς, το λέει πετυχημένα η συγγραφέας μες στο βιβλίο: «Ίσως και να ήθελε να αλλάξει λιγουλάκι, μα δεν ήξερε το πώς». Κλείνω με ένα επιπλέον δυνατό πώς:
«Ήθελε να είναι καλός και δεν ήξερε πώς… Μια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. στο τέλος το βρήκε: θα ‘πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει από κει αυτά που του κρύβαν οι μεγάλοι. Θα ‘πιανε αγάπη με τις ζουγραφιές, με τα παραμύθια...»
Μ. Λουντέμης, "Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα"
Εμείς οι μεγάλοι, λοιπόν, γονείς και δάσκαλοι, έχουμε ένα όπλο στα χέρια μας, είναι τα βιβλία σαν αυτό που παρουσιάζουμε σήμερα, αυτά μπορούν να κάνουν θαύματα! Όσο για τους ξινούς σαν τη φραουλίτσα που δεν ήθελε να κοκκινίσει, ας θυμόμαστε όλοι την παροιμία «περισσότερο ψωμί τρώγεται με το μέλι παρά με το ξίδι».
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 10 Απριλίου 205, αρ. φύλλου 1268.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.