1.11.26

ΘΑΝΑΣΗ ΜΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Δύο μέρες μια ολάκερη ζωή

ΟΔΟΣ εφημερίδα της Καστοριάς
ΟΔΟΣ 12.6.2025 | 1276

Άπνοιας δειλινό στα τέλη του Ιούνη ύστερα από μια σύντομη μπόρα και η Ανθούλα και αυτό το δειλινό φόρεσε φόρμα και αθλητικά παπούτσια και ξεκίνησε για ακόμα έναν περίπατο στην γυρολιμνιά. Εξουθενωμένη από τις πανελλήνιες εξετάσεις εύρισκε πως είναι ο πιο ιδανικός τρόπος για ξεκουραστική χαλάρωση αλλά και να ξεφύγει από την αγωνία της αναμονής των αποτελεσμάτων. Ο δρόμος με τα πλατάνια μοσχοβόλαγε γη που καρπίζει μετά το απόβροχο. Με μια λίμνη, απέραντος και αράγιστος καθρέφτης αντίκρυ στο γαλάζιο του ουρανού, που είχε ξεκινήσει το βάπτισμά του στα χρώματα του δειλινού. Εικόνες που μίλαγαν με τον δικό τους σιωπηλό τρόπο, βουβές από υπότιτλους, αιχμαλώτιζαν τον οποιονδήποτε με ρομαντικές διαθέσεις αφήνοντάς τον απροστάτευτο από ονειροπολήσεις.

Η Ανθούλα αφοσιωμένη κυριολεκτικά στην ομορφιά του περιβάλλοντος, αλλά και την αγαπημένη της μουσική από το τάμπλετ που της είχαν χαρίσει πατέρας και μάνα από το μεροκάματο στην γούνα, σταματωτάς ο ένας, φοδραρίστρια η άλλη, μοναχοκόρη που την είχαν, περπάταγε χαμένη στους δικούς της της νιότης ρομαντισμούς όταν μια φωνή που της φάνηκε πως ερχόταν από το υπερπέραν την ξάφνιασε.

Κοντοστάθηκε, έβγαλε τα ακουστικά από τα αυτιά της και βρέθηκε δίπλα σε έναν νεαρό, ψηλότερο απ’ αυτήν, με καστανή την όψη του, μάτια γριζοπράσινα, έχοντας ριγμένο στην πλάτη του ένα κάτασπρο μακό πουλόβερ με τα μανίκια του δεμένα στο στήθος του. Το ερώτημά του με χαρακτηριστική ευγένεια και ξένη προφορά. «Πόσο μακριά ακόμα είναι η Σπηλιά του Δράκου;». «Σχεδόν έχετε φθάσει», η απάντηση της Ανθούλας, δικαιολογώντας την άρνησή της να τον ξεναγήσει γιατί πάσχει από κλειστοφοβία και είναι ο λόγος που δεν την έχει επισκεφτεί. Εκφράζοντας την λύπη του για την άρνησή της, της έκανε γνωστό πως ήταν γιός Καστοριανού μετανάστη, γουναρά στην Νέα Υόρκη και πως ο ερχομός του στην Καστοριά ήταν για να γνωρίσει τον τόπο του· και αποχαιρετώντας την ρώτησε αν κάνει συχνά αυτήν την τόσο όμορφη διαδρομή, με την απάντηση που πήρε να είναι καθημερινά τα δειλινά.

Από εκείνη την στιγμή και πέρα ο περίπατός της Ανθούλας είχε κάτι καινούργιο, κάτι απρόσμενα όμορφο και συνάμα γοητευτικό. Ήταν κάτι απροσδιόριστο που άνθιζε στα εσώψυχά της και της δημιουργούσε μια αλλόκοτη επανάσταση με ανεξέλεγκτη αποπλάνηση της λογικής, χωρίς συν τω χρόνω να μπορεί να αποφύγει για πολλές φορές την αυτοκριτική για την συμπεριφορά της. Ακόμα-ακόμα και αυτή η νύχτα της ήταν ανήσυχη με πληθώρα από όνειρα απροσδιόριστων συμβολισμών που την ερμηνεία τους το πρωινό της ταίριαζε να τις αποδίδει στην απογευματινή συνάντηση.

Το απόγευμα που ένοιωσε πως κύλησαν πολύ αργά οι ώρες ως που να έλθει, ξεκίνησε για τον γύρο της λίμνης αφού προηγουμένως φρόντισε με πολύ προσοχή την εμφάνισή της. Την περίμενε εκεί στην στροφή της Μύτικας και ο Στηβ, όπως της συστήθηκε πως λέγεται και έδωσε τέλος στην αμήχανη σιωπή της. «Θα είχα στενοχωρηθεί αγιάτρευτα αν δεν σε ξανάβλεπα μια και αύριο αναχωρώ από την Καστοριά για την Νέα Υόρκη». Βαδίζοντας άπλωσε την κουβέντα του για τις επιδιώξεις του, για το μέλλον του. Είχε μόλις τελειώσει τις σπουδές του στο κολέγιο και πως θα συνεχίσει σπουδές με αντικείμενο την πολιτική οικονομία πιθανώς στο Χάρβαρντ, αλλά ακόμα είναι επηρεασμένος από το αποχαιρετιστήριο πάρτι του κολεγίου που σήμαινε και τον αποχωρισμό από τους συμμαθητές του. Ένα πάρτι που έχει τα δικά του χαρακτηριστικά με τον τρόπο που το πραγματοποιούν οι απόφοιτοι σε αυτήν την χώρα, όπου και ο έρωτας κυριαρχεί αδέσμευτος και χωρίς προκαταλήψεις.

Επίσης πως είναι καταγοητευμένος και επηρεασμένος από την ομορφιά αυτής της πόλης που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο πατέρας του και μάνα του, αλλά και από την δική της γνωριμία, λόγοι που θα ήθελε πολύ να ξαναγυρίσει. Εκεί στο κοκκινόχωμα που έφτασαν τους καλωσόρισε η περηφάνια της γέρικης λεύκας που προσπαθεί να παρατείνει την ζωή της από τα νερά της λίμνης και η Ανθούλα του πρότεινε να συνεχίσουν ανηφορίζουν τα πέτρινα σκαλιά που οδηγούν στο "Άλσος της Ηρεμίας", τον Προφήτη Ηλία, αλλά και προς την κορφή του Αγίου Αθανασίου. Είπε και τα δικά της. Πως περιμένει τα αποτελέσματα των πανελληνίων εξετάσεων μια και από αυτά εξαρτάται ποιον δρόμο σπουδών θα ακολουθήσει, που ο δρόμος αυτό καθορίζεται από άλλους παράγοντες και όχι από αυτό επιθυμεί ο απόφοιτος του λυκείου. Του μίλησε για την Καστοριά και την εξάρτησή της από την βιοτεχνία της γούνας που και οι γονείς της ήταν γουναροτεχνίτες, για την βυζαντινή της ιστορία, τα ευρήματα του λιμναίου οικισμού, αλλά και για την ζωή των νέων στο σχολείο και έξω από αυτό.

Είχαν κιόλας φθάσει στην κορφή του Αγίου Αθανασίου, εκεί ανάμεσα στους δύο σκυθρωπούς αντικριστά όγκους τον Γράμμο πιο απόμακρα και το Βίτσι πιο κοντινά, με την σύγχρονη και κοινή αμφιλεγόμενη ιστορία του εμφυλίου πολέμου που δίχασε τον ταλαίπωρο λαό της χώρας. Το ξύλινο παγκάκι ήταν μια επιλογή και των δύο όπου και κάθισαν δίπλα-δίπλα. Το φως της μέρας είχε αρχίσει να αργοχάνεται στην ανυπαρξία. Το Φεγγάρι με το κλεμμένο φως από τον Ήλιο αχνοφάνηκε και οι πρώτες αυτόφωτες πυγολαμπίδες αναβόσβηναν προμήνυμα ζωής στην νύχτα. Η λιμνοφίλητη Καστοριά κάτω από τα πόδια τους απλώνονταν νωχελικά πάνω στον λόφο της, χαμένη στο βυζαντινό της παρελθόν και ολόγυρα η ροδόχρωμη δύση ζωγράφιζε με τα χρώματά της τον βαθύ ορίζοντα. Εικόνες μιας σιωπηλής μελωδίας που χαλαρώνει αισθήσεις και τις προδιαθέτει με ανεξέλεγκτο αυθορμητισμό σε νιότης ανησυχίες.

Ο Στηβ τόλμησε να χαϊδέψει δειλά-δειλά και με ανάλογο σεβασμό τα μαλλιά της και η Ανθούλα από την μια στιγμή στην άλλη ένιωσε να βρίσκεται σε έναν άλλον κόσμο. Σε έναν κόσμο παραισθήσεων όπου ο ολόξανθος θεός του έρωτα φτεροκόπαγε αντίκρύ της και με σαρκαστικό το χαμόγελό του την σημάδευε με την φαρέτρα του. Ξύπνησε βίαια και αιφνιδιαστικά από τον γλυκό αυτόν λήθαργο όταν ο Στηβ έγινε πιο τολμηρός. Ξαναγύρισε από εκεί που είχε φθάσει στα σωστά της. Εκεί που την συμβούλευε να βρίσκεται η αγωγή της και οι αρχές της.

 Όχι του είπε φωναχτά, φτάνει ίσα με εδώ. Άσε τα υπόλοιπα για την άλλη φορά που θα έλθεις μόνον για μένα. Εγώ θα σε περιμένω. Φοβάμαι τις προθέσεις σου μην και είναι σαν αυτές που έζησες στο πάρτι των αποφοίτων του κολεγίου.

Τα αποτελέσματα των πανελληνίων εξετάσεων δεν την ικανοποίησαν, πέτυχε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων και σπούδασε δασκάλα και μετά την αποφοίτησή της δίδαξε σε πολλά σχολεία της χώρας. Πάντα όμως στα τέλη του Ιούνη έκανε την γυρολιμνιά περιμένοντας τον ερχομό του Στηβ. Δεν τόλμησε ποτέ να θάψει το όνειρο και την ελπίδα αυτού του ερχομού. Με τα καλοκαίρια να κυλούν το ένα μετά το άλλο, σταχτιάζοντας τα μαλλιά της Ανθούλας και ο Στήβ δεν ξαναγύριζε. Για την ίδια μοναδική πολυτέλεια να είναι να ζει στην μοναξιά της με τις παραισθήσεις των λίγων στιγμών που έζησε στο ξύλινο παγκάκι και τις αναμνήσεις των δύο ημερών που ήταν για αυτήν μια ολόκληρη ζωή. 

Τα χρόνια πέρναγαν το ένα με το άλλο σε έναν δρόμο ζωής που ήταν στρωμένος με τις στάχτες από τα καμένα ερωτικά της όνειρα. Κάτω από έναν ήλιο σκοτεινό κριμένο σε μαύρα σύννεφα ανύπαρκτης ελπίδας. Ώσπου έφθασε η ώρα να αλλάξει δρόμο η ζωή της με άλλα χαρακτηριστικά και προοπτικές. Μια ώρα στενάχωρης από την στέρηση μιας άλλης αγάπης, απλόχερα δοσμένης όλα αυτά τα τριάντα πέντε χρόνια, από τα παιδιά του σχολείου να την ανταποδίδει απόλυτα ταυτισμένη με την παιδική τους ψυχολογία. Αυτό που δεν θα άλλαζε στην επόμενη ζωή της είναι η ανυποχώρητη επιθυμία της να κάνει πιο συχνά τον περίπατο στον παραλιακό δρόμο με τα πλατάνια, χωρίς να παραλείπει να ανηφορίζει προς το "Άλσος της Ηρεμίας" και τον λόφο του Αγίου Αθανασίου με το ξύλινο παγκάκι του, όπου ένιωσε για πρώτη φορά το ερωτικό ρίγος.

Ήταν το πρώτο καλοκαίρι που ζούσε την ζωή της συνταξιούχου δασκάλας, όπου ένα από τα απογευματινά του αποφάσισε να κάνει τον περίπατό της. Φόρεσε την αθλητική της φόρμα, τα κάτασπρα πάνινα παπούτσια, κρέμασε στον λαιμό της το ραδιοφωνάκι με το δερμάτινο λουράκι, μια περιβολή που δεν την άλλαξε όλα αυτά τα χρόνια, και ξεκίνησε. Είχε ήδη ζυγώσει την "Σπηλιά του Δράκου" ακούστηκε μια γυναικεία φωνή, που φαίνεται την ακολουθούσε να της απευθύνει το ερώτημα με το ίδιο ερώτημα με αυτό του Στηβ πριν τόσα χρόνια. « Είναι μακριά ακόμα η Σπηλιά του Δράκου;». Ξαφνιασμένη γύρισε το βλέμμα της πίσω της για να βρεθεί απέναντι σε μια μεσήλικη γυναίκα που κράταγε στα χέρια της το κινητό της τηλέφωνο, όπου πότε έβλεπε την οθόνη του και πότε έριχνε μια κλεφτή ματιά στην ίδια. Για να πέσει κεραυνός εν αιθρία από το δεύτερο ερώτημα της άγνωστης γυναίκας. «Μήπως γνωρίζετε την κοπέλα αυτής της φωτογραφίας;». 

Μετά το απρόσμενο σοκ που κυρίευσε την καρδιά της Ανθούλας μπόρεσε να ρωτήσει πώς βρέθηκε αυτή η φωτογραφία στα χέρια της που απεικονίζει την ίδια. «Ακούστε κυρία μου προσεκτικά αυτά που θα σας πω. Διέκοψα τις διακοπές μου από την Πάρο για να βρεθώ στην Καστοριά για δύο λόγους. Ο πρώτος για να γνωρίσω τον γενέθλιο τόπο του πατέρα μου και της μάνας μου, μετανάστες στην Νέα Υόρκη όπου διέπρεψαν από την τέχνη της γούνας. Ο δεύτερος λόγος ήταν να εκπληρώσω μια πολύ σημαντική επιθυμία του αδελφού μου του Στηβ να προσπαθήσω με κάθε θυσία να σας βρω και να σας ζητήσω την συγγνώμη του που δεν μπόρεσε να εκπληρώσει μια υπόσχεσή του που σας είχε δώσει από μια απροσπέραστη αιτία που τον συνάντησε. Μετά την αποφοίτηση του από το Χάρβαρντ και μετά από λίγο καιρό οι γιατροί διέγνωσαν σκλήρυνση κατά πλάκας με ραγδαία την εξέλιξή της για να καταλήξει σε αναπηρικό καροτσάκι». 

Η συγκλονιστική αυτή είδηση που άκουσε, προκάλεσε αβάσταχτους θρήνους στα συναισθήματά της από την άτυχη σκληρή μοίρα του Στήβ, αλλά και την δικιά της που την ταλαιπώρησε τόσα χρόνια με τις αβεβαιότητες που ζούσε. Με ανίκανη την αντοχή της να την κρατήσει όρθια, κάθισε σε ένα από τα πέτρινα σκαλοπάτια που οδηγούν στην "Σπηλιά του Δράκου" και να βρει το κουράγιο να ρωτήσει τον τρόπο που μπορεί να επικοινωνήσει μ τον Στηβ. Η Έλενα –αυτό ήταν το όνομα της– έβγαλε από την τσάντα της την κάρτα με την διεύθυνση και το τηλέφωνο του Στηβ. 

Διέκοψε την πορεία της και επέστρεψε στο σπίτι της. Η είδηση που της έφερε η αδελφή του Στηβ πριν λίγο ξέθαψε από τα αποκαΐδια της απελπισίας και της απόγνωσης την αισιοδοξία της να την νιώθει ξαναζωντανεμένη για το ερωτικό της μέλλον. Με όλο το βραδινό να την ταλαιπωρούν οι συνειδησιακές τύψεις για τους άδικους χαρακτηρισμούς για τον Στηβ για να βρεθεί άγρυπνη μέχρι το πρωί. Όπου καθώς έπινε το πρωινό ρόφημα της ζεστής σοκολάτας πήρε την μεγάλη απόφαση να ταξιδέψει όσον το δυνατόν γρηγορότερα στην Νέα Υόρκη. Τακτοποίησε όλες τις εκκρεμότητες που είχε και το ταξιδιωτικό γραφείο μερίμνησε για την ανανέωση του διαβατηρίου της και την έκδοση του αεροπορικού εισιτηρίου χωρίς επιστροφή. Για να βρεθεί μετά από τρεις μέρες στον προορισμό της. Στον οδηγό του ταξί έδωσε την διεύθυνση και σε λιγότερο από μισή ώρα βρέθηκε μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του Στηβ. Μια σκουρόχρωμη στο πρόσωπο ασπροντυμένη κυρία την οδήγησε στο δωμάτιο του Στηβ, ξαπλωμένο στο κρεβάτι να ακούει από μικρό ραδιόφωνο τσέπης με μισόκλειστα τα μάτια του παλιές ελληνικές καντάδες και δίπλα του έχοντας το βιβλίο του Λέο Μπουσκάλια με τον τίτλο “Γεννημένοι να αγαπάμε».

Με την συγκίνησή της κορυφωμένη τον ζύγωσε αθόρυβα και αγκάλιασε με τα δύο της χέρια το πρόσωπό του με τον ίδιο να τιναχτεί ξαφνιασμένος. Συγκλονιστικές από συγκίνηση να είναι οι στιγμές που ακολούθησαν. Εκεί που θεωρούσαν μέχρι εκείνη την στιγμή αμετάκλητη την χαμένη αγάπη τους, ξαφνικά ο ερχομός της Ανθούλας την θέριεψε αναγεννημένη. Ένας ερχομός που προκάλεσε εκρήξεις ανυπόμονων συναισθημάτων που αναζητούν την λύτρωσή τους σε μια αντάμωση χωρίς άλλες απαντήσεις παρά μόνον το αλληλοκοίταγμά τους να ενώνουν την ανάσα τους. Αλλά και τις καρδιές τους να χτυπούν στον ίδιο ερωτικό παλμό. Να αφήνουν πίσω τους τον εφιάλτη της απόγνωσης, της αμφιβολίας και της απέλπιδας προσμονής. Και με το φιλί αυτής της λυτρωτικής αντάμωσης να τρέχουν ασταμάτητα στάλα-στάλα τα δάκρυά τους και των δύο στα ενωμένα μάγουλά τους να ξεδιψούν την στέρηση που έζησαν τόσα χρόνια χόρια.

Η απόφαση πια της Ανθούλας να είναι αμετάκλητη να μην τον αφήσει σε καμιά περίπτωση με τον ίδιο να συμφωνεί μέσα από ένα πλατύ χαμόγελο την ώρα που το ραδιόφωνο μετέδιδε με την φωνή της Στέλλα Γκρέκα το τραγούδι του Τάκη Μωράκη "Ήλθες σαν την άνοιξη και μου έφερες αυτό που λαχταρούσα. Κοντά σου η ζωή ομορφαίνει και σβήνει κάθε πίκρα παλιά". Με μόνη επιθυμία του Στηβ κάποια στιγμή στο κοντινό μέλλον, να βρεθεί στην Καστοριά και να περπατήσει, έστω πάνω στο ηλεκτροκίνητο αναπηρικό καροτσάκι με την Ανθούλα τον δρόμο που την πρωτογνώρισε.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 12 Ιουνίου 2025, αρ. φύλλου 1276.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ