«Όταν έφτασα εκεί (στην Πελοπόννησο), ο αριθμός των γυναικών ήτανε πολύ ελαττωμένος συγκριτικά με τους άντρες. Ήτανε μάλιστα σπάνιο πράγμα να συναντήσεις γυναίκες, όπως και γέρους, στους αγρούς ή στις καλύβες. Ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτές τις είχανε πάρει σκλάβες ή είχανε πεθάνει από την πείνα. Αυτές που είχανε επιζήσει είχανε πληγεί με τέτοιον τρόπο που δε θα συνερχόντανε ποτέ [...]» γράφει ο Γάλλος Εντγκάρ Κινέ στο βιβλίο του «Η Ελλάδα του 1830 και οι σχέσεις της με την αρχαιότητα», ενώ στο ίδιο βιβλίο γράφει επίσης: «Κανείς δε θα ζήλευε τον ύπνο σε μια γη όπου τα οστά των ανθρώπων κυλάνε μέσα στα ρυάκια ή είναι σωριασμένα στις γωνιές, μέσα σε κάτι ξωκλήσια» και αλλού: «Οστά από ανθρώπους κι άλογα θρυμματίζονταν συνέχεια κάτω από τα πόδια μας».
Στον πρόλογο του βιβλίου της Σούλας Ροδοπούλου «Οι άσημες και οι ταπεινές του 21», από τις Εκδόσεις των Φίλων, διαβάζουμε: «Σταματούμε μόνο στη θυσία του Ζαλόγγου, γιατί αγνοούμε τις άλλες θυσίες και τα ολοκαυτώματα. Η πατρίδα μας καταμάτωσε απ’ τη μια άκρη ως την άλλη. Ποτάμια το αίμα. Μερικοί Έλληνες υποστηρίζουν πως κι εμείς κολυμπήσαμε στο αίμα των Τούρκων όταν πήραμε την Τριπολιτσά. Δε θέλω να κάνω συμψηφισμούς, αλλά μπορεί να συγκριθεί αυτό το θλιβερό γεγονός με τη δική μας αιμορραγία των 400 χρόνων και κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως; [...]».
Το σκεπτικό της κ. Ροδοπούλου το συμμεριζόμαστε πολλοί, απλώς γιατί είναι η κοινή λογική, μα κι επειδή κάνουμε συχνά οι σημερινοί άνθρωποι το λάθος να κρίνουμε το χτες με όρους σημερινούς. Κι έπειτα ο πόλεμος δεν έχει καμία σχέση με την ειρήνη που γνωρίζουμε σήμερα, ευτυχώς και δόξα τω Θεώ!
«Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: “Άιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί”, και διέταξα και το έκοψαν», γράφει στ’ Απομνημονεύματά του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αναφερόμενος στην Άλωση της Τριπολιτσάς από τους Έλληνες. Σημειώνουμε πως ο Κολοκοτρώνης και άλλοι καπεταναίοι ήταν αντίθετοι με τη σφαγή που ακολούθησε κι εμείς, εκ των υστέρων κι εκ του ασφαλούς, επίσης δε συμφωνούμε με το αίμα που χύθηκε σε μια σφαγή που μπορούμε να εξηγήσουμε, αλλά όχι να δικαιολογήσουμε.
Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν μονάχα ο πλάτανος:
«Ἐκεῖνες τίς μέρες πληροφορήθηκα ὅτι ἔφθασαν στήν Πόλη σακκιά μέ 2500 ζευγάρια ἀφτιά ἀπό τή σφαγή τῶν Ἑλλήνων τῆς Πάτρας, κι ὅτι μποροῦσε νά δεῖ κανείς αὐτά τά πολεμικά τρόπαια, στοῖβες μπροστά στήν πύλη τοῦ σεραγιοῦ. Πίστευα πώς ἦταν φῆμες, ἀνατολίτικα παραμύθια. Κι ὅτι ἄν τέτοια δημόσια ἔκθεση μποροῦσε νά γίνει σέ περασμένους αἰῶνες θά ἦταν ἀδύνατο νά συνεχίζεται στήν ἐποχή μας αὐτό τό βάρβαρο ἔθιμο.
Οἱ δρόμοι παρουσίαζαν πένθιμη εἰκόνα. Περάσαμε πλάι στό πτῶμα ἑνός ἀποκεφαλισμένου. Τό αἷμα ἔτρεχε ἀκόμα ἀπό τίς φλέβες. Γύρω γύρω ἕνα κοπάδι σκυλιά καθισμένα στά πισινά τους. Μερικά εἶχαν κι ὅλας γλύψει τό αἷμα, κι ὅλα μαζί περίμεναν νά νυκτώσει γιά νά κατασπαράξουν τό πτῶμα. Ἦταν πεταμένο σέ ἕνα στενό σοκάκι τοῦ παζαριοῦ μπροστά σέ ἕνα χασάπικο κι ἀπό πάνω του ἀκριβῶς κρέμονταν κρέατα, ἔτσι πού νόμιζε κανείς πώς ἦταν κομμάτια ἀπό τό ἴδιο τό πτῶμα. Οἱ Τοῦρκοι δρασκέλιζαν ἀδιάφορα τό κουφάρι. Στίς δύο πλευρές τῆς πύλης ὑπῆρχαν δύο στοῖβες, σάν μικρά δεμάτια σανοῦ, ἀπό κάθε λογής κομμάτια τοῦ προσώπου».
Τά ἀφτιά ἦταν τρυπημένα καί κρέμονταν ἀπό σπάγγους. Μαζί μέ κάθε μύτη εἶχαν κόψει ἐπίσης τό πάνω χεῖλος καί ἕνα κομμάτι ἀπό τό μέτωπο. Μαζί μέ τά πηγούνια ὑπῆρχαν τό κάτω χεῖλος καί γενειάδα. Σέ μερικές περιπτώσεις ἦταν πελεκημένο κάθετα ὁλόκληρο τό πρόσωπο καί ὅλα τά χαρακτηριστικά τῆς μορφῆς παρέμεναν ἀνέπαφα. Ἄλλοτε ἦταν χωρισμένα κατά κατηγορίες, ἀνάλογα μέ τόν ἀκρωτηριασμό. Ἐκεῖ ἔμεναν κρεμασμένα ὥσπου, σαπίζοντας ἐντελῶς, ἔπεφταν στή λάσπη τοῦ δρόμου. Οἱ Τοῦρκοι περνοῦσαν πατώντας τά ἀδιάφοροι. Τά λείψανα τῶν προσώπων, καθώς βρίσκονταν σέ ἀποσύνθεση, κολλοῦσαν στά παπούτσια τῶν περαστικῶν. Ἔτσι ἔβλεπες τόν Τοῦρκο νά βαδίζει μέ ἕνα χεῖλος ἤ πηγούνι στίς παντοῦφλες του. Καί καθώς ξεπετιόνταν τά ἀνθρώπινα γένεια, νόμιζες πώς τά παπούτσια ἦταν φοδραρισμένα μέ γουναρικά».
R. Walsh. ἱερέας τῆς ἀγγλικῆς πρεσβείας στήν Πόλη
γιά τίς σφαγές πού ἔγιναν μέ τήν είσοδο τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ στήν Πάτρα.
Κι αυτό με τα κομμένα αυτιά και τις κομμένες μύτες δε συνέβη μόνο στην Πάτρα. Και μετά τη φοβερή σφαγή της Χίου, η ίδια φρίκη επαναλήφθηκε.
Όμως ο πόλεμος είναι άγριο πράγμα, μια κατάσταση όπου δε λειτουργεί η λογική, μια συνθήκη άγρια όπου η βία φέρνει βία και το αίμα κι άλλο αίμα. Κι η Άλωση της Τριπολιτσάς καταδικάστηκε από τις ξένες δυνάμεις για τη σφαγή στην οποία επιδόθηκαν οι Έλληνες και αυτό ήταν, φυσικά, σε βάρος μας. Τα φέρνει στον νου μας όλα αυτά η Εθνική μας Επέτειος της 25ης Μαρτίου, όμως στις 25 Μαρτίου 1905 έγινε στην περιοχή μας η μάχη της Ζαγορίτσανης, για την οποία επίσης κατηγορηθήκαμε πολύ οι Έλληνες. Και στην περίπτωση αυτή, κατηγορήθηκε πολύ η ελληνική πλευρά από τις ξένες χώρες που παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα στη Μακεδονία, όχι πάντοτε με αντικειμενικότητα, καθώς πολλοί από αυτούς ήταν φιλοβούλγαροι. Και πάλι εμείς οι σημερινοί μελετητές μπορούμε να εξηγήσουμε τα γεγονότα, όχι όμως να τα δικαιολογήσουμε, καθώς οι αθρόες σφαγές προκαλούν αποστροφή και δυσαρέσκεια σε κάθε παρατηρητή.
«Την 25η Μαρτίου 1905 ελληνική δύναμη ανεχόμενη σε 180 περίπου άνδρες, υπό τους Τσόντο, Δούκα, Καραβίτη, Μακρή, Καούδη, Παναγιωτόπουλο κ.ά., επιτέθηκε στην τότε εξαρχική Βασιλειάδα σε αντίποινα για τις πυρπολήσεις από τους Βουλγάρους των Μονών Τσιριλόβου και Σλίβενης. Η σφοδρότατη επίθεση προκάλεσε αλγεινή εντύπωση στη διεθνή κοινή γνώμη και ανακρίσεις από τους Ιταλούς αξιωματικούς της τουρκικής χωροφυλακής».
«Η ελληνική αντεπίθεση στη Μακεδονία 1905-1906/100 έγγραφα από το ΥΠΕΞ
της Ελλάδος», Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Θεσ/νίκης, 1997.
Ας δούμε κάποια έγγραφα της εποχής εκείνης και ας προσπαθήσουμε να δούμε βαθύτερα τα γεγονότα, ξεκινώντας από το θεμελιώδες:
«Τα μέσα δι’ ων το Βουλγαρικόν Κομιτάτον κατώρθωσε να υποτάξη ούτω την χώραν είναι αρκούντως γνωστά και αυτή τη Ευρώπη, ώστε να μη υπάρχη ανάγκη υπομνήσεως αυτών. Οι κατάλογοι των Ελλήνων, οίτινες από του 1898 μέχρι του 1904 έπεσαν θύματα του βουλγαρικού εγχειριδίου, εδημοσιεύθησαν και διενεμήθησαν πανταχού. Απέναντι των υπέρ πεντακοσίων τούτων θυμάτων, πάντων κατά σύστημα και μετά μελέτην του τόπου εκλεγέντων, μεταξύ των κεφαλών των χωρίων, προκρίτων, ιερέων κλπ. πόσα είχον θύματα οι Βούλγαροι; Αυτός ο επίσημος κατάλογος, ον ούτοι εσχάτως εδημοσίευσαν, απαντά ότι μέχρι του φθινοπώρου του 1904 ουδέ εις Βούλγαρος είχε φονευθή εν Μακεδονία υπό Έλληνος. Το Βουλγαρικόν Κομιτάτον εδολοφόνησεν ησύχως 518 Έλληνας και δεν απώλεσεν ουδέ έναν άνθρωπόν του».
Φίλιππος Κοντογούρης, υποπρόξενος στη Θεσ/νίκη, 16/6/1906 (ό.π.).
Και συνεχίζουμε:
«Η αδιαφορία των αντιπροσώπων των ξένων Δυνάμεων προκειμένου περί πυρπολήσεων και σφαγών ελληνικών χωρίων και το ζωηρόν αυτών ενδιαφέρον, οσάκις ελαχίστη εκδίκησις κατά των κακούργων Βουλγάρων λάβη χώραν εκ μέρους των δολοφονουμένων Ελλήνων, εδημιούργησε τοιαύτην των Βουλγάρων αποθράσυνσιν και αποχαλίνωσιν ώστε, της Τουρκίας αδυνατούσης δια πολλούς γνωστούς λόγους να προστατεύση τους σφαζομένους πληθυσμούς της, η περιουσία, η ζωή και η τιμή των αρνουμένων να υποταχθώσι τοις κελεύμασι του Βουλγαρικού δολοφονικού Κομιτάτου ευρίσκεται εις χείρας ολιγίστων κακούργων».
Φίλιππος Κοντογούρης, υποπρόξενος στη Θεσ/νίκη, 7/7/1905 (ό.π.).
Επίσης:
«…Παραπονούνται οι Βούλγαροι δια τας ενεργείας ημών και τα παράπονα αυτών συμπαθή ευρίσκουσιν ηχώ παρά τας Μεγάλας Δυνάμεις. Παραπονούνται και οι Ρωμούνοι και η ηχώ είνε έτι συμπαθεστέρα. Και επιβάλλεται εν Τουρκία να καταδιώξη ημάς και καταδιωκόμεθα από της χθες αμειλίκτως. Αλλ’ υπάρχη εξήγησις του πράγματος: Ηνήχθη τα ελληνικά σώματα εν αρχή η Τουρκία, μολονότι και τότε πιέζετο υπό της Ευρώπης όπως λάβη μέτρα κατ’ αυτών, διότι έβλεπον εν αυτοίς την δύναμιν εκείνην ήτις θα κατώρθου να πατάξη το επικίνδυνον δι’ αυτήν καταστάν Βουλγαρικόν Κομιτάτον...».
Φίλιππος Κοντογούρης, υποπρόξενος στη Θεσ/νίκη,16/6/1906
Και αλλού:
«…Ο ενταύθα σήμερον αφικόμενος γυμνασιάρχης Τσοτυλίου κ. Στεφάνου μοι περιέγραψε την κατάστασιν των ελληνικών πληθυσμών της περιφερείας εκείνης ως λίαν δυσάρεστον. Αι αρχαί υποστηρίζουσι τους Ρωμουνο-αλβανοοθωμανούς ληστάς αφίνουσιν εις αυτούς ελεύθερον το προς δράσιν πεδίον, όπερ απολεσόμενον προσεχώς δια της αμειλίκτου καταδιώξεως του στρατού από των ελληνικών σωμάτων, θέλει μένει ανοικτόν δια τας ρωμουνικάς ορέξεις.
Τα γνωρίζουσιν αυτά οι ξένοι, αλλά πρέπει να τους το λέγει τις, ίνα μη λέγωσιν ότι τα αγνοούσιν. Εάν υποχωρήσωμεν είμεθα κατεστραμμένοι...».
Φίλιππος Κοντογούρης, υποπρόξενος στη Θεσ/νίκη, 16/6/1906
Ακόμη:
«...Περί της μεροληπτικής υπέρ των Βουλγάρων πολιτικής των Ιταλών αξιωματικών και άλλοτε έλαβον την τιμήν ν’ αναφέρω τη Υμετέρα Εξοχότητι. Δυστυχώς ευρίσκομαι πάλιν εις την δυσάρεστον θέσιν να γράψω περί της αυτής υποθέσεως. Οι Ιταλοί αξιωματικοί, διακείμενοι ευνοϊκώς προς τους Βουλγάρους,[...], υφίστανται κατ’ ανάγκην την επιρροήν των Βουλγάρων και υποστηρίζουσιν ενίοτε αυτούς, αγόμενοι εκ πολιτικού ίσως υπολογισμού, αλλά και εκ του φυσικού εις πάντα άνθρωπον αισθήματος να διάκειται συμπαθώς προς τους μετ’ αυτού σχετιζομένους και τιθεμένους υπό την προστασίαν του. Δεν νομίζω ότι οι Ιταλοί αξιωματικοί εμφορούνται υπό αισθήματος καταδιώξεως των Ελλήνων, αλλά φρονώ ότι άκοντες, ένεκα της μεγάλης αυτών εμπιστοσύνης προς όργανα βουλγαρικά, υφ’ ων περιστοιχίζονται, αδικούσιν αθώους Έλληνας παραίτιοι γινόμενοι καταστροφής σημαινουσών ελληνικών οικογενειών, αίτινες θεωρούνται προσκόμματα εις την ενίσχυσιν και εξάπλωσιν του Βουλγαρισμού...».
Ν. Ξυδάκης, Πρόξενος, Μοναστήρι, 14/8/1906
Κι ενώ υπάρχουν και άλλες αναφορές σε έγγραφα της εποχής εκείνης που αποδεικνύουν τη μεροληψία των ξένων υπέρ των Βουλγάρων και εις βάρος του Ελληνισμού, εμείς επιλέγουμε να κλείσουμε τη δική μας σύντομη αναφορά στο θέμα με απόσπασμα από επιστολή που έστειλε η Επιτροπή Αμυνταίου στο Υπουργικό Συμβούλιο στις 30/6/1905:
«...Επειδή δε διάλειμμα μάλλον εθεωρήθη υπό πάντων η εν τη δράσει των ημετέρων επελθούσα απότομος χαλάρωσις, όπως δήθεν λησμονηθώσι πρόσφατα τινα γεγονότα (σημ. βιβλίου: Προφανώς υπαινίσσεται την ελληνική επίθεση στη Βασιλειάδα στις 25 Μαρτίου του 1905), αλγεινήν εμποιήσαντα εντύπωσιν εις τον ευρωπαϊκόν κόσμον (όστις, προκειμένου περί καταστροφών οιονδήποτε διαστάσεων πληττουσών το δύσμοιρον ελληνικόν ενταύθα στοιχείον μένει πάντοτε ανάλγητος, κωφός βωβός), επειδή, λέγομεν, η αδράνεια αύτη εθεωρείτο πρόσκαιρος και ως διπλωματικόν μόνον τέχνασμα, ουδείς εσκέφθη ποτέ να προσδώση εις αυτήν άλλην τινα σημασίαν. Όταν όμως η αδράνεια αύτη ήρχισε παρατεινόμενη υπέρ το δέον, όταν εγνώσθη η επιστροφή εις την Ελλάδα πλείστων σωμάτων και όταν μάτην περιμένοντες την άφιξιν νέων τοιούτων ήρχισαν και πάλιν οι ενταύθα ομογενείς να αισθάνωνται την στιγμήν του ατιθάσου πλέον καταστάντος Βουλγαρικού Κομιτάτου, τότε τους πάντας κατέλαβε αίσθημα τι φρίκης και προαίσθησις αφεύκτων μελλουσών καταστροφών. Η απελπισία εζωγραφήθη και πάλιν εις την μαρτυρικήν μορφήν των ημετέρων...».
Κλείνουμε το κείμενό μας λέγοντας πως δεν είμαστε υπέρ καμιάς αθρόας σφαγής ανθρώπων ούτε των εχθρών, γι’ αυτό ζητήσαμε από τον κ. Κωνσταντίνο Αδάμ, Πρόεδρο της Ορεστίδας, να θέσει υπόψη μας ένα ιστορικό στοιχείο που αφορά τον σπουδαίο Αργίτη καπετάνιο του Μακεδονικού Αγώνα Ναούμ Σπανό (καπετάν Απίκραντο) και τον ευχαριστούμε θερμά που ανταποκρίθηκε:
«Στις 22 Δεκεμβρίου του 1904 ο Μητροπολίτης Καραβαγγέλης ειδοποιεί τον Σπανό όπως φύγει στην Αθήνα. Ήθελε να τον βάλει σε περιορισμό γιατί φοβόταν ότι ο Σπανός θα υλοποιούσε το σχέδιο του, ότι δηλαδή , αφού συγκροτούσε ομάδα 30 – 40 ανδρών , θα πιάσει τα παζάρια της Χρούπιστας – Καστοριάς και αφού μαζέψει όλους τους παζαριώτες, θα τους φέρει σε μέρος απόκρυφο. Εκεί θα ελευθέρωνε Έλληνες και Τούρκους και θα καθάριζε τους φανατικούς Βουλγάρους. Αυτό το σχέδιο είχε εκμυστηρευτεί στον Καραβαγγέλη, λέγοντας του χαρακτηριστικά...». Τι θα σκοτώνουμε ένα...έναν…; Στην Αθήνα ο Ναούμ Σπανός συγκροτεί σώμα από 38 έμπειρους άντρες και παρουσιάζεται στον Πρόεδρο Καλαποθάκη και ζητάει την άδεια να μπει ξανά στη Μακεδονία. Εκείνοι όμως διστάζουν, έχουν υπόψη τους τη διάσταση με τον Βάρδα, και τις ανησυχίες του Καραβαγέλλη, που φοβόταν μη γυρίσει ο Σπανός και μπει στην Καστοριά με το σώμα του, όπως είχε απειλήσει, για να σφάξει όλους τους Βουλγάρους της πόλης. Του υποδεικνύουν να τεθεί υπό τις οδηγίες του Βάρδα, λέγοντας του ότι αυτός θα είναι υπό τις διαταγές του ως υπαξιωματικός...».
Κι όλο αυτό πριν από τη μάχη της Ζαγορίτσανης∙ το διευκρινίζουμε πριν κάποιος σκεφτεί περίεργα κι αλλιώτικα...
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 20 & 27 Μαρτίου 2025, αρ. φύλλου 1265 & 1266.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.