20/6/16

ΟΔΟΣ: Το γαρ πολύ


ΟΔΟΣ 25.2.2016 | 824


Την προηγούμενη εβδομάδα συνέβησαν στην Καστοριά -για την Καστοριά- γεγονότα πρωτοφανή και ανησυχητικά. Γεγονότα από τα οποία προκύπτει ότι ένας σκοτεινός και βαρύς μεσαίωνας καραδοκεί. Αν δεν είναι κιόλας εδώ. Αποτελώντας με την απειλητική παρουσία του, κυρίαρχο πρόβλημα της πόλης και της περιοχής. Στο παρόν και στο μέλλον. Τα γεγονότα δεν είναι ακριβώς γραφικά, γραφικών αντιδράσεων, αλλά περιγραφικά του απόλυτου αδιεξόδου στο οποίο εγκλωβίζεται η περιοχή. Πανταχόθεν.

Δεν είναι ότι εμφανίσθηκαν απλά αυτόκλητοι υποπρόξενοι της Ρωσίας. Ούτε μόνο αναίτιοι νεομάρτυρες της ορθοδοξίας. Αλλά μαζί τους εμφανίσθηκαν και εκ του ασφαλούς τουρκοφάγοι. Εξολοθρευτές κτηρίων βασικά. Και όχι όλων, βεβαίως, αλλά μόνο των περιφρονημένων. Διότι για τον Λευκό Πύργο της Θεσσαλονίκης, πασίγνωστο «οθωμανικό» σύμβολο της βυζαντινής συμβασιλεύουσας και ελληνικής συμπρωτεύουσας, οι τουρκοφάγοι της Καστοριάς δεν έχουν προφανώς –κανένα πρόβλημα συνείδησης.

Αποκαλύφθηκαν σύμβουλοι που δεν ψηφίζουν με γνώμονα το συμφέρον της Καστοριάς. Αλλά με βάση την οικογενειακή ανατροφή, και την ένταση του θρησκεύματος. Όπως και με βάση την καταγωγή των προγόνων τους –όλοι οι υπόλοιπο προφανώς δεν είχαν από δαύτους. Ή κι’ αν είχαν, θα ήταν ύποπτη η σχέση τους με τον εχθρό και τον δυνάστη. Ή δεν θα ήταν τόσο υπερήφανοι και αγέρωχοι. Στα λόγια βεβαίως. Γιατί στις πράξεις, κανείς δεν ξέρει.

Ψηφίζουν λοιπόν οι σύμβουλοι του Δήμου Καστοριάς και με κάτι απίστευτα ρητά, απ’ αυτά που δεν μπορούν να λέγονται πουθενά. Ιδιαίτερα όχι σε επίσημους χώρους δημόσια, όπως «ο σκύλος σκύλο δεν τρώει και ο Τούρκος φίλος, δεν γίνεται». Φυσικά και δεν γίνεται προφανώς σε όλα πλην των αμανέδων και του τσιφτετελίου, του νταλκά, του κιζμέτ, του ναργιλέ και βεβαίως του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς.

Συνέβησαν έτσι ακραία γεγονότα, αντίθετα όχι μόνο στην κοινωνική συνοχή, αλλά ενάντια σε κάθε προοπτική για τον τόπο, τους ανθρώπους της και πιο πολύ ενάντια στην νέα γενιά. Ενάντια στην λογική, από ώριμους αλλά και από νέους στην ηλικία ανθρώπους.

Πιο συγκεκριμένα, συνεδρίασε το δημοτικό συμβούλιο στο οποίο αγόρευαν και απηύθυναν φιλιππικούς και μύδρους, όχι μόνο σύμβουλοι, αλλά και δημοσιογράφοι και άλλοι πραγματικοί, ή κατά φαντασία ζηλωτές. Δον Κιχώτες του έθνους και της πίστης, εν έτει 2016. Και τα δυο γεγονότα έχουν την ίδια περίπου αφορμή: Την ιστορία της Καστοριάς και έναν πρωτοφανή και άξεστο ρατσισμό.

Πρόκειται για τον ρατσισμό στα ιστορικά μνημεία της πόλης. Ένα πρωτοφανή ρατσισμό πίσω από τον οποίο δεν οχυρώνεται κανένας πατριωτισμός, αλλά ένας φονταμενταλιστικός εθνικισμός. Καθαρού τύπου Μιλόσεβιτς, Κάρατζιτς και άλλων τέτοιων πολιτικών παραγώγων της μετακομμουνιστικής Βαλκανικής. Και ακόμη πιο πίσω χρονικά, αντιλήψεων Τρίτου Ράϊχ, με τελικές λύσεις για κτήρια και μνημεία.

Τα γεγονότα αυτά δεν είναι απλό καμπανάκι, αλλά θα έπρεπε να ακούγονται σαν κουδούνες στα ώτα προσωρινών, μόνιμων ή ισόβιων λειτουργών και φορέων δημόσιων αξιωμάτων, αφού οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε αδιέξοδο και κατάρρευση. Προηγουμένως όμως θα οδηγήσουν σε σύγκρουση. 

*  *  * 

Το πρώτο και πιο «ανώδυνο» όπως φαίνεται συμβάν, που αφορά ένα νεώτατο μνημείο, είναι οι οργίλες και ακατανόητες μεμονωμένες αντιδράσεις που προκάλεσε η θετική απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού για τον στρατώνα του «Μαθιουδάκη».

Επειδή έπραξε σύμφωνα με τον προορισμό του το φυσιολογικό καθήκον του, που δεν είναι άλλο από την προστασία των μνημείων. Αποφάνθηκε δηλαδή υπέρ της διάσωσης του «Μαθιουδάκη» με την κήρυξή του ως διατηρητέου. Ως γνωστό το ΚΣΝΕ συνήλθε την περασμένη Πέμπτη (φύλλο αριθμ. 823 ΟΔΟΥ σελ. 11) ύστερα από την ακύρωση προηγούμενης απόφασής του από το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας, το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Μετά την ακύρωση, καθώς ήταν προφανής η αδυναμία του Κεντρικού Συμβουλίου να λάβει απόφαση περί μη διατήρησης του κτηρίου που να ανταποκρίνεται στις παραμέτρους κύρους και νομιμότητας που έθεσε το ΣτΕ, η διάσωση του κτηρίου έμοιαζε σαν την πιο πιθανή εξέλιξη. Διότι δεν μπορούσε να αποφασισθεί με νόμιμη αιτιολογία η μη κήρυξη. Εκτός του ότι ήταν πάντοτε μνημείο, κηρύχθηκε τέτοιο και με την βούλα πια ο στρατώνας, παρά την προκλητική πολεμική σε βάρος του. Κατά βάση απ’ αυτούς που οδύρονται για το παλιό Γυμνάσιο.

Έτσι και έγινε. Μετά από μερικά χρόνια μεγάλων αγώνων ιδιωτών (ατομικά ή συλλογικά) και με θετική πλέον την στάση δημόσιων φορέων όπως της τοπικής κυβερνητική βουλευτή και της Περιφέρειας, αποκαταστάθηκε εκτός από την νομιμότητα και η λογική. Το «Μαθιουδάκη» σώθηκε την τελευταία στιγμή. Σώθηκε από τα χέρια αυτών που σε μερικά χρόνια θα διοργάνωναν μνημόσυνα για την απώλειά του. Και θα συκοφαντούσαν για μια ακόμη φορά τους Καστοριανούς.

Κανένα αστυνομικό μέγαρο δεν χάθηκε, όπως γράφεται, διότι αυτό είναι ανακριβές. Αυτό που κινδύνευσε να χαθεί είναι ένα υπαρκτό ιστορικό μνημείο και όχι ένα ανύπαρκτο. Το νέο αστυνομικό μέγαρο (που έχει τόση ανάγκη η Ελληνική Αστυνομία) δεν υπήρξε ποτέ, παρά μόνο στα χαρτιά, στις μελέτες, στα σχέδια και στα «θα». Συνεπώς δεν μπορεί να είναι αυτό που χάθηκε, γιατί πολύ απλά ποτέ δεν υπήρξε.
Ίσως μάλιστα θα πρέπει οι θιγέντες να αναζητήσουν ευθύνες, ή άλλες σκοπιμότητες, όχι σε αυτούς που διέσωσαν το «Μαθιουδάκη», αλλά σε αυτούς που έταζαν νέο αστυνομικό μέγαρο στην θέση ενός ολοφάνερα διατηρητέου μνημείου. Μήπως τελικά όλη αυτή η υπόθεση δεν ήταν τυχαίο γεγονός ή σύμπτωση, ή κάτι «αθώο»; 

Μήπως ήταν από την αρχή πονηρά σχεδιασμένο απ’ όλη αυτή την ιστορία να μείνουν οι χρυσοπληρωμένοι με τις μελέτες, οι επιτήδειοι και επιτήδειες με τα πολιτικά ή άλλα ανταλλάγματα και οι υπόλοιποι άναυδοι; Μήπως συνέβη το ίδιο όπως και με το νέο νοσοκομείο, την αρχιτεκτονική σχολή και άλλες οφθαλμαπάτες; Αλλιώς γιατί να σχεδιάσουν το νέο αστυνομικό μέγαρο πάνω σε συντρίμμια ενός προφανούς μνημείου;

Αυτή είναι η αλήθεια. Το «Μαθιουδάκη» ήταν πάντοτε ιστορικό και άξιζε να κηρυχθεί διατηρητέο κι’ ας πρόλαβαν εν τω μεταξύ γνωστοί και άγνωστοι, άδολοι και δόλιοι, δημοσιογράφοι και μη να προσπαθούν να το λοιδωρήσουν τονίζοντας το ότι κτίσθηκε το 1910, για δυο μόλις χρόνια ως στρατώνας του οθωμανικού στρατού και αποτελώντας για ένα περίπου αιώνα, ελληνικό στρατόπεδο και ιστορικό χώρο.

Κι’ όμως η απόφαση σωτηρίας του, δεν προκάλεσε μόνο την οργίλη -δήθεν- ανακοίνωση του πολιτικού γραφείου της κ. Μαρίας Αντωνίου βουλευτή της Ν.Δ. με την οποία εγκαλώντας την «αντίπαλη» βουλευτή του ΣυΡιζΑ κ. Ολυμπία Τελιγιορίδου ότι «θα φέρει το θέμα στην βουλή» όχι μόνο δείχνει περίεργη αδυναμία αντίληψης στην διάκριση των Εξουσιών και την ανεξαρτησία των Αρχών. Αλλά ούτε λίγο ούτε πολύ, παριστώντας την πολιτική προστάτιδα της Ελληνικής Αστυνομίας, την Μασσαλιώτιδα των Σωμάτων Ασφαλείας, επιτρέπει στον καθένα να υποψιασθεί για το τι ακριβώς θα μπορούσε να έγινε –ακόμη και σε ό,τι την αφορά– κατά την λήψη της προηγούμενης, ακυρωθείσας απόφασης του ίδιου συμβουλίου.

Έτσι το γεγονός της διάσωσης ενός κτηρίου, αντί να καταγραφεί ως μια θετική εξέλιξη, αναζωπύρωσε αντιδράσεις με την έμπνευση ακραίων αντιστόρητων, ανεπίκαιρων και πρωτοφανών -πλην του ISIS που γκρεμίζει μνημεία- παθών και μίσους, με τον χαρακτηρισμό του κτηρίου ως «οθωμανικού» και ως «σταύλου». Χέρι-χέρι. Μια πρωτοφανή προσπάθεια ευτελισμού ενός σημαντικού ιστορικού μνημείου με το πρόσχημα ότι κτίσθηκε κατά την περίοδο της οθωμανικής κατοχής της Καστοριάς, λίγο πριν την απελευθέρωση.

Ώστε αν κάποιος πιστεύει ειλικρινά ότι ο πρωτοφανής αυτός ρατσισμός κτηρίων-μνημίων είναι δίκαιος, λογικός ή ότι υπηρετεί το συμφέρον της Ελληνικής Αστυνομίας, πνευματικά ζει σε άλλο πλανήτη, όπως και αυτοί του ISIS που αποκεφαλίζουν ανθρώπους και όχι μόνο αγάλματα. 

Και σίγουρα ζει σε διαφορετικό αιώνα.  Δεν αντιλήφθηκε ότι η Καστοριά απελευθερώθηκε ήδη από το 1912 και δεν χρειάζεται τουρκοφάγους και επαναστάτες χωρίς αιτία. Ανέξοδος και φθηνός διλημματικός εθνικισμός, που γαλουχεί επικίνδυνα.

*  *  *

Το δεύτερο πάλι γεγονός, στο ίδιο πάντοτε μοτίβο, είναι η κατάσταση που επικρατεί, τα πολιτικά και δημοτικά αποκρουστικά που συνέβησαν. Πολύ έξω από την ευρύτητα αντίληψης και τον παλιό κοσμπολιτισμό της Καστοριάς. Είναι αυτά που εκτυλίχθηκαν στο δημοτικό συμβούλιο Καστοριάς, την π. Τετάρτη, με αφορμή αυτή την φορά την λήψη απόφασης για την συντήρηση του μοναδικού διασωζόμενου ερειπωμένου πλέον μουσουλμανικού τεμένους της πόλης. Ένα κυβόσχημο μνημειακό περίβλημα με τον κοντό μιναρέ του να εφάπτεται στο κτήριο, κατάλοιπο και αυτό της οθωμανικής περιόδου. Χρονολογούμενο από τον 16ο αιώνα και κτισμένο σύμφωνα με την παράδοση επάνω σε ελληνική εκκλησία – όπως και αυτή με την σειρά της επάνω σε αρχαίο ναό.

Βεβαίως για την ΟΔΟ, στο ζήτημα συντήρησης του τεμένους υπάρχει ένα σοβαρό θέμα και είναι η σχέση του «έργου» της συντήρησης και του Δήμου Καστοριάς με την Europa Nostra. Και η υπόνοια ότι υπάρχουν γκρίζες πτυχές στην υπόθεση. Η συνεργασία του δήμου Καστοριάς με το διατμηματικό πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών των φοιτητών του ΑΠΘ που μελετούν το τέμενος της Καστοριάς, φαίνεται να προτάθηκε από την Europa Nostra και αποδεικνύεται τροχοπέδη στην προώθηση αποκατάστασης των συνοικισμών Ντολτσό και Απόζαρι.

Αυτό όμως είναι πολύ διαφορετικό θέμα και δεν δικαιολογεί τις θορυβώδεις αντιδράσεις. Διότι το τέμενος, είναι ταυτόχρονα πραγματικό και σημαντικό πειστήριο της ελληνικής και τοπικής ιστορίας. Που δεν θα αλλάξει ούτε θα ξαναγραφεί, όσα τεμένη και αν κατεδαφιστούν ή καταρρεύσουν από την εγκατάλειψη και την αδιαφορία. Ή από τα αινιγματικά κτηριοφοβικά μίση και πάθη ορισμένων που δήλωσαν περίεργα ότι «λόγω καταγωγής» τους δεν ανέχονται τίποτε τουρκικό –ενώ προφανώς όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες, που δεν έχουν την δική τους καταγωγή, θα έχουν αντίστοιχους λόγους καταγωγής για να τους ανέχονται– τους Τούρκους. Περίεργα πράγματα, πλαστές εξισώσεις. Επάρσεις χωρίς νόημα.

Αυτά που διαδραματίσθηκαν λοιπόν στο συγκεκριμένο δημοτικό συμβούλιο, αποτελούν ακόμη και ποινικά αδικήματα –γι’ αυτό και έχει ευθύνη το προεδρείο που δεν απέτρεψε τον εκφυλισμό του διαλόγου, ούτε την διάχυσή του σε άσχετους. Πρωτίστως πάντως πιστοποιούν τις μεγάλες ευθύνες, όχι μόνο του δημάρχου αλλά και των άλλων πτερύγων, πτερυγίων –και τώρα εξαπτερύγων– του δημοτικού συμβουλίου, για τον επιπόλαιο τρόπο επιλογής των μελών και συγκρότησης των συνδυασμών τους.

Διότι αποδείχθηκε ότι με βάση και πάλι τον πρωτοφανή ρατσισμό των μνημείων –όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους– ορισμένοι δημοτικοί σύμβουλοι Καστοριάς είναι παντελώς ανεπιτήδευτοι να κατέχουν πολιτικό αξίωμα δημοκρατικής χώρας. Εντελώς αδύναμοι να αρθούν των ευθυνών τους και να προστατεύσουν τα ιστορικά μνημεία της Καστοριάς. Η ΟΔΟΣ δεν αγνοεί το γεγονός ότι χάρη στις ψήφους της πλειοψηφίας σώθηκε έστω με ισχνή πλειοψηφία η τιμή της Καστοριάς και ότι οι μειοψηφίες ενέδωσαν στον φθηνό λαϊκισμό και τράπηκαν σε άτακτη υπεκφυγή ή φυγή. Αλλά εκ των πραγμάτων, η τελική ευθύνη ανήκει στην διοίκηση του δήμου. Οι υπόλοιποι, ούτως ή άλλως δεν αποτελούν αποφασιστικό παράγοντα και η ψήφος των πολιτών τους ανέθεσε τα έδρανα της ευκολίας.

Έτσι αυτό που πολύ απλά απέμεινε και καταγράφτηκε στην ιστορία, είναι ότι εκλεγμένοι σύμβουλοι τα έβαλαν με τις πέτρες, τα τούβλα και τα κεραμίδια, παριστάνοντας με λαϊκισμό τους νεομάρτυρες, όχι φυσικά του συνολικού χριστιανισμού (αλλά μόνο) της ορθοδοξίας και μάλιστα ορισμένοι της ρωσικής, αφού επικαλέσθηκαν το «ντα» που θα μας κάνει ο Βλαδίμηρος Πούτιν, «τσάρος» της Ρωσίας σήμερα, αν πληροφορηθεί ότι το… δημοτικό συμβούλιο Καστοριάς και η αφεντιά τους, αποφάσισαν να συντηρήσουν το τέμενος! Έτσι τιμωρούν οι ομόδοξοι Ρώσοι τους ασεβείς και τους επιλήσμονες.

Τόση απειρία, σκοταδισμός, δουλοπρέπεια σε συνδυασμό με την ξενοφοβία και τον φονταμενταλισμό, στο όνομα της ορθοδοξίας και της οσίας Σοφίας της Κλεισούρας δεν θα μπορούσε να περιμένει κανείς και μάλιστα από -κατά βάση- νεαρής ηλικίας εκλεγμένους παράγοντες του δημόσιου βίου. Οι οποίοι όχι μόνο αγνοούν τις στενότατες – πιο πολύ δεν γίνεται- σχέσεις της Ρωσίας και της Τουρκίας σήμερα. Αλλά προφανώς αγνοούν την σχέση της κατάκτησης του Βυζαντίου από τους Τούρκους με τις πολιτικές διαμάχες της εποχής και τις ευθύνες που απορρέουν, κατά πολλούς ιστορικούς, από την προνομιακή μεταχείριση των ανθενωτικών. Με αποτέλεσμα οι τουρκοφάγοι της Καστοριάς, αρνήθηκαν την συντήρηση του τεμένους επικαλούμενοι μάλιστα και το ότι δεν υπάρχουν μουσουλμάνοι στην Καστοριά. Δηλαδή αν υπήρχαν πώς θα αντιδρούσαν; Θα το έκαιγαν;

Έτσι στο δημοτικό συμβούλιο Καστοριάς εκτυλίχθηκαν σκηνές θεάτρου παραλόγου χωρίς καμιά ψυχαγωγική αξία. Με την ατυχή συμμετοχή και του ίδιου του αρμόδιου αντιδημάρχου, ο οποίος προφανώς καταπιεσμένος από το ναδίρ του επιπέδου των εν συμβουλίω «αδελφών» του που κράδαιναν τα κουμπούρια και τα αρματωλίκια τους, έφθασε στο σημείο να πλειοδοτήσει: Επικαλέσθηκε ότι είναι ακριβώς η αξιοποίησή του, που θα αποτρέψει την χρήση του στο μέλλον σε περίπτωση που ενσκύψουν οι μουσουλμάνοι. Τους οποίους ταύτισαν όλοι με τους Τούρκους, αναγορεύοντας την Τουρκία σε χαλιφάτο.

Και όλα αυτά, στο πλαίσιο ενός παραλογισμού καθαρού φονταμενταλισμού, που προσβάλλει την ίδια την ιστορία της Καστοριάς και δείχνει την ακαταλληλότητα εκλεγμένων να σεβαστούν όλα ανεξαιρέτως τα ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία της πόλης. Είτε τους αρέσουν, είτε όχι. Και εν προκειμένω είτε ανήκουν στην θρησκεία και το δόγμα τους, είτε όχι. Και αυτό είναι ένα θέμα πρωτίστως κοινωνικό και πολιτικό αλλά και σε ένα βαθμό εκκλησιαστικό. Δείχνει αχαρακτήριστη επιπολαιότητα και αδιαφορία, για τον ουσιαστικό και αρνητικό αντίκτυπο και τις συνέπειες που θα μπορούσε να προκαλέσει, σε βάρος των χριστιανών της Τουρκίας και των μνημείων του ελληνισμού στην χώρα εκείνη.

Αλλά και το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι έχουν στα σίγουρα μπερδέψει τα προσωπικά τους με την ιστορία. Και ότι έχοντας αναχθεί σε προνομιακούς συνομιλητές της τοπικής ιεραρχίας, όπως οι ίδιοι καυχώνται, δεν σέβονται την  ιστορία της πόλης της Καστοριάς που φιλοξενεί από αιώνες τώρα αυτό το παμπάλαιο τέμενος. Και έχουν στρατευθεί στο άρμα της... Ρωσίας.

Και όλα αυτά για ένα τέμενος, το οποίο μπορεί μεν να μην αποτελεί αριστούργημα τέχνης, είναι όμως εδώ, είναι αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας της Καστοριάς, έστω και ως δευτερεύον συστατικό της και μάλιστα στα σπλάχνα της βυζαντινής και αρχαιότερης πόλης. Για τους λόγους αυτούς, όσα συνέβησαν, όχι μόνο δεν έχουν προηγούμενο, αλλά εκπέμπουν SOS. Συναγερμό.
Επί αρκετές δεκαετίες τώρα πια στην δημόσια ζωή, ο δήμαρχος Καστοριάς κ. Ανέστης Αγγελής, ενώπιος ενωπίω ίσως να αντιλήφθηκε τα αδιέξοδα στα οποία οδηγεί, το γαρ πολύ της πίστεως και της θλίψεως. Που όταν δεν γεννούν παραφροσύνη, ίσως να γεννούν σκότος και έρεβος.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 25 Φεβρουαρίου 2016, αρ. φύλλου 824

2 σχόλια:

  1. Ανώνυμος19/6/16

    Να ντρέπεσαι που ζεις σ' αυτή την πόλη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος19/6/16

    @1
    Εν-τρέπομαι

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.