5/3/18

ΚΟΣΜΑ ΡΕΚΑΡΗ: Από το Νεστόριο στην “Λεγεώνα των Ξένων”




Από τις πληροφορίες που είχαμε για τον αδικοσκοτωμένο θείο της συζύγου μου, πέρσι το καλοκαίρι του 2016, επισκεφθήκαμε την Γαλλία με σκοπό να βρούμε τα ίχνη που άφησε στο σύντομο και θανατηφόρο πέρασμά του από την Γαλλία. Όλες οι πληροφορίες ήταν περιορισμένες: "Ήταν ένα πανέξυπνο, ενεργητικό και πολύ θαρραλέο παλικάρι, που στα δεκατρία του χρόνια μετανάστευσε στην Αμερική". Αυτός ήταν ο Δημήτρης Πάτσης, που αψήφησε ακόμα και την ίδια του την ζωή.

Ο πατέρας του Δημήτρη, το 1910, μετανάστευσε από το Νεστόριο Καστοριάς στις Η. Π.Α., παίρνοντας και τον μικρό γιο του (φωτογραφία), ο οποίος μόλις είχε κλείσει τα 13 του χρόνια. Μετά από πέντε χρόνια σκληρής δουλειάς και αφού κέρδισε τα χρήματα που του χρειάζονταν, το 1915 ο πατέρας του Δημήτρη επιστρέφει στην πατρίδα, χωρίς όμως τον Δημήτρη. Αυτό ήταν πολύ βαρύ για την υπόλοιπη οικογένεια.

Στην συνέχεια, για κάποιο άγνωστο λόγο και αιτία, ο Δημήτρης ταξίδεψε από τις ΗΠΑ στην Γαλλία. Εκεί κατετάγη στην “Λεγεώνα των Ξένων” τον καιρό που η Ευρώπη σπαράσσονταν από τις κακουχίες, την δυστυχία και τον πόλεμο. Άγνωστο παραμένει η αιτία που ώθησε τον νεαρό Δημήτρη να καταταγεί στην “Λεγεώνα των Ξένων”.

Μέσα στα εκατομμύρια που έχασαν τότε την ζωή τους, χάθηκε και η ζωή του Δημήτρη. Το νήμα της ζωής του κόπηκε από γερμανική σφαίρα, η οποία τον άφησε άγνωστο πεσόντα για 100 ολόκληρα χρόνια, αφού κανείς δεν γνώριζε που βρίσκονταν τα λείψανά του.

Το 1943 οι Γερμανοί κατακτητές στην Ελλάδα καίνε το χωριό του Δημήτρη, το Νεστόριο Καστοριάς. Οι οδυνηρές παρακλήσεις των γονιών του να μη κάψουν το σπίτι αγνοήθηκαν από τους Γερμανούς και έτσι όλα τα στοιχεία χάθηκαν. Μέχρι και το "Μετάλλιό" του έγινε στάχτη από την πυρπόληση του χωριού. Ήταν μοιραίο να μείνει άγνωστος για 100 χρόνια. Η μόνη γνωστή πληροφορία που υπήρχε, ήταν ότι οι γονείς του Δημήτρη εισέπρατταν σύνταξη/μισθό πολέμου από το Γαλλικό Κράτος. Δυστυχώς όλες τις άλλες πληροφορίες, ακόμα και το μετάλλιο "Ανδρείας" όπως ανέφερα, χάθηκαν στις στάχτες του σπιτιού και στην συνέχει στην λήθη.

Μετά από πληροφορίες που γνώρισα από βελγική πηγή της Αυστραλίας, προσπάθησα να έρθω σε τηλεφωνική επαφή με το Γαλλικό Προξενείο της Μελβούρνης, από το οποίο ζήτησα αν θα μπορούσαμε να έχουμε κάποια βοήθεια, ή κάποια εξυπηρέτηση όταν θα βρισκόμασταν στην Γαλλία, για να βρούμε τον νεαρό που θυσιάστηκε για την πατρίδα τους.  Δυστυχώς η απάντηση του υπαλλήλου του Γαλλικού Προξενείου Μελβούρνης ήταν απογοητευτική: «Δεν μπορούμε να σας προσφέρουμε καμία βοήθεια, ή να σας δώσουμε πληροφορία». Με έκπληξη αλλά και -χωρίς να φαίνεται- θυμό, του απήντησα. «Μα, δεν μπορείτε να με βοηθήσετε να βρω κάποιον που θυσίασε τον εαυτόν του πολεμώντας για την Γαλλία; Για την ελευθερία σας;».
-«Δυστυχώς όχι», ήταν η απάντηση.

Αγανακτισμένος έκλεισα το τηλέφωνο, όμως με περισσότερη επιμονή, ξαναπήρα τηλέφωνο αυτήν την φορά την Γαλλική Πρεσβεία της Καμπέρας. Στο ίδιο τόνο ήταν και η Πρεσβεία, αν όχι και χειρότερη από το Προξενείο. Χτύπησα με θυμό το τηλέφωνο και έβαλα με απόγνωση τα χέρια μου στο πρόσωπό μου που έκαιγε από θυμό. Την ίδια στιγμή, το υποσυνείδητό μου κατέβασε από τα σκονισμένα ράφια του, δύο άσχημες ξεχασμένες διηγήσεις, οι οποίες αφορούσαν και πάλι στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η μητέρα της συζύγου μου είπε για τον πατέρα της τα εξής: «Τον πήραν οι Γάλλοι από το σπίτι να τους βοηθήσει σαν σύμμαχοι που ήμασταν το 1918. Και αφού τον αρρώστησαν και του φέρθηκαν σαν να ήταν εχθρός, τον στείλανε σπίτι με σοβαρή αρρώστια και έπρεπε να μείνει απομονωμένος. Σύντομα ήρθε και ο θάνατος και μας άφησε σε ορφάνια».

Ήμουν μικρός, αλλά και αρκετά μεγάλος για να παρατηρήσω και να αποθηκεύω αυτά που άκουα από την δική μου γιαγιά να διηγείται: «Οι Γάλλοι το 1918 ήρθαν στο χωριό και μας φέρονταν σαν σε εχθρούς. Μας παίρνανε τους άνδρες μας, τους δουλεύανε, δεν τους φέρονταν καλά, κακοποιούσαν τις γυναίκες, μας παίρνανε και το βιό μας για να ταϊστούν και πολλά άλλα. Η ζωή μας δεν ήταν καθόλου καλή με τους Γάλλους».

* * *

Ιούλιος 2017: Από το αεροδρόμιο της Μελβούρνης απογειώνεται το αεροπλάνο με προορισμό την Σιγκαπούρη, στην συνέχεια μέσω Dubai άφιξη στο Παρίσι. Το πολύωρο ταξίδι προκαλούσε την σκέψη μου και αναρωτιόμουν πώς θα περάσουν τόσες ώρες πτήσης, πώς θα μπορούσα να απασχοληθώ δημιουργικά σε αυτήν την μεγάλη διαδρομή. Φυσικά μ’ απασχολούσαν και τα 35.000 πόδια ύψος, η ιλιγγιώδη ταχύτητα του αεροπλάνου με 800 χιλιόμετρα την ώρα, επάνω από τους Ωκεανούς και τα βουνά της Ασίας. Ποιός δεν το φοβάται; Τα σκεπτόμουν και με έπιανε κρύος ιδρώτας.

Όμως καθώς βρισκόμαστε στην εποχή των ταχυτήτων και όλοι μας προσπαθούμε να προσαρμοστούμε, βρίσκουμε τρόπους να συγχρονιστούμε και να αποσπάσουμε την προσοχή μας από αρνητικές σκέψεις σαν αυτές που δημιουργεί ένα πολύωρο ταξίδι από την Αυστραλία στην Ευρώπη. Έτσι θυμήθηκα τον μικρό Loui, όταν μια μέρα με προσκάλεσε να του κάνω παρέα χρωματίζοντας. Για να μη του χαλάσω την επιθυμία του και αφού πρώτα μου έδωσε χαρτί και μπογιές και χρώματα, κάθισα κοντά του. Ο μικρός Loui έγινε ο δάσκαλός μου. Η παρέα μας, δεν ήταν μόνο διασκεδαστική αλλά και θεραπευτική, αφού μ’ έκανε να ξεφύγω από τις καθημερινές σκέψεις και να χαλαρώνω.

Κάτι παρόμοιο εφάρμοσα και στο πολύωρο ταξίδι μαζί με την σύζυγό μου, που ταξιδεύαμε από την Μελβούρνη στο Παρίσι, για να βρούμε τα χαμένα λείψανα του θείου Δημήτρη, που δεν πάψαμε ποτέ να μην τον σκεφτόμαστε, να ανακαλύψουμε το ιστορικό του χαμένου παλικαριού από το Νεστόριο, και να αποτίσουμε φόρο τιμής στην θυσία του. Αυτός ήταν ο σκοπός μας, να τον τιμήσουμε, να βρούμε κάθε πληροφορία από αυτά τα εκατό χαμένα χρόνια. Ερωτηματικά πολλά, σκέψεις πολλές…

Άραγε να ήταν όπως μας τα εξιστόρησαν, για έναν άνθρωπο που χάθηκε στο άνθος της νεαρής του ηλικίας, μέσα στις κάπνες του πολέμου; Να χάθηκε παλεύοντας σώμα με σώμα, όπως τότε ήταν η τακτική του πολέμου, ή να χάθηκε από τα δηλητηριώδη αέρια του A’ Παγκοσμίου Πολέμου; Άραγε να τον χτύπησε βόλι, να πέρασε ώρες αγωνίας ώσπου να παραδώσει την ψυχή του; Άραγε τίνος Γερμανού σπαθί να τον πλήγωσε; Άραγε...άραγε...

Κάποια στιγμή, εκεί που προσπαθούσα -σαν τον Loui, να βάλω μερικά χρώματα στην δική μας εικόνα για τον θείο Δημήτρη, δέχτηκα από την σύζυγο ερώτηση που την απασχολούσε: «Άραγε πού να έπεσε νεκρός ο θείος; Πόσο θα υπέφερε αυτό το μόλις 18 χρονών άπειρο παλικάρι και μακριά από τους γονείς του;».

Με όλες αυτές τις σκέψεις και την αγωνία συνεχίζαμε να πετάμε προς την Ευρώπη. Και ενώ ο χρόνος κυλούσε άλλοτε δημιουργικά και άλλοτε όχι, ο πιλότος του αεροπλάνου μας ανακοίνωσε ότι ετοιμάζεται να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο του Παρισιού Charles de Gaulle.

Καθώς αφιχθήκαμε στο αεροδρόμιο το μεσημέρι, η μαύρη λιμουζίνα στην συνέχεια μάς μετέφερε στο ξενοδοχείο το απόγευμα. Η κούραση από το ταξίδι, αλλά και η αγωνία για την υπόθεση που μας απασχολούσε, άρχισαν να διακρίνονται στα πρόσωπά μας. Όσο κι αν προσπαθήσαμε να ξεκουραστούμε, μας κυρίευσε μία παράξενη σιωπή και σκέψεις πολλές. Σιγά σιγά η νύχτα απλωνόταν στο Παρίσι.

Την επομένη ημέρα, η τοποθεσία του ξενοδοχείου ήταν μία ευχάριστη έκπληξη για εμάς, διότι θα μας εξυπηρετούσε στις μετακινήσεις μας. Το ξενοδοχείο που ενώ ανεγέρθη τον 18ο αιώνα, το εσωτερικό του ήταν πολύ σύγχρονο, βρισκόταν πολύ κοντά στο μουσείο του Λούβρου, το οποίο είχαμε επισκεφθεί το 1972. Δηλαδή βρισκόταν στην κέντρο του Παρισιού, όπου θα μπορούσαμε να οργανωθούμε καλύτερα στην ξενάγηση και στους περιπάτους μας στην πόλη του φωτός.

Την μεθεπόμενη ήρθε από την νότια Γαλλία και κόρη μας Γεωργία, για να πάμε όλοι μαζί να «συναντήσουμε» τον θείο που δεν γνωρίσαμε ποτέ. Οι αρχικές πληροφορίες, όπως προανέφερα, για την υπόθεση που μας απασχολούσε, ήταν η σύνταξη που χορηγούσε στους γονείς του Δημήτρη το Γαλλικό Κράτος και οι πληροφορίες (αν και μη επιβεβαιωμένες) ότι οι Γάλλοι του απένειμαν “Μετάλλιο Ανδρείας” συνοδευόμενο από φωτογραφικό υλικό. Όμως, όπως έχω ξαναγράψει, οι Γερμανοί έκαψαν ολόκληρο το χωριό, το Νεστόριο, και μαζί του κάηκαν αυτά τα στοιχεία και ό,τι άλλο υπήρχε. Σήμερα δυστυχώς φαίνεται οι Γάλλοι να γυρίζουν την πλάτη τους και να μην ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τα συμβάντα εκείνης της εποχής.




Στις 25 Ιουλίου 2017 από το Παρίσι ταξιδέψαμε στην περιοχή της Καμπανίας-Αρδεννών με την ταχεία. Προορισμός μας η πόλη Reims (Ρενς), η οποία απέχει 45' της ώρας. Η πόλη είναι πανέμορφη και ιδιαίτερα ιστορική, καθότι εκεί διεξήχθησαν κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο σφοδρές μάχες. Εκεί, σκοτώθηκε και ο Δημήτρης. Το Μνημείο των Πεσόντων που είναι ενταφιασμένοι οι 10.000 στρατιώτες δεν είναι επισκέψιμο σε καθημερινή βάση και χρειαστήκαμε να ναυλώσουμε αυτοκίνητο με οδηγό για να πάμε στον τόπο όπου έγιναν και θανατηφόρες μάχες.

Ο υπεύθυνος του μνημείου αφού τον ενημερώσαμε όσο μπορούσαμε για την επίσκεψή μας και όταν πληροφορήθηκε ότι ταξιδέψαμε από την Αυστραλία έχοντας βάσιμες πληροφορίες ότι ο θείος μας είναι εκεί στο Κενοτάφιο, μας βεβαίωσε ότι θα μας περιμένει να μας εξυπηρετήσει. «Θα είμαι εκεί και θα σας περιμένω», είπε στα γαλλικά, που με δυσκολία καταλάβαμε.

Αν και τέλη Ιουλίου ο καιρός ήταν βροχερός όταν φθάσαμε στον τόπο, -τον οποίον δεν γνωρίζαμε, αλλά μας άγγιζε κάτι σαν δικό μας. Η συνάντησή μας με τον υπεύθυνο, ο οποίος μας υποδέχθηκε με χειραψίες και με μεγάλο ενδιαφέρον, ήταν φιλική, αλλά ότι μιλούσε μόνο γαλλικά, δυσχέραινε λίγο την επικοινωνία μας.

Του δώσαμε τα στοιχεία που είχαμε και με την πρώτη ματιά που έριξε στο όνομα του θείου, μου είπε να κατέβω 5-6 σκαλιά πιο κάτω από ένα υψηλότερο επίπεδο που βρισκόμουν εκείνη την στιγμή, για να… δω πού είναι! Κατέβηκα, όμως δεν είχα καταλάβει ακριβώς τι εννοούσε, έτσι αρκέστηκα να βγάζω φωτογραφίες περιμένοντας να έρθει και ο ίδιος να συνεχίσουμε την συζήτηση.




Δεν πέρασαν δύο τρία λεπτά και γυρίζοντας το κεφάλι μου πίσω, βλέπω ξαφνικά την σύζυγο και την κόρη μας με δάκρυα, να μου κάνουν νόημα και να λένε: «Εδώ είναι! Εδώ είναι!».
Πλησίασα και διάβασα σε μια πλάκα δεκατρία ονόματα που “Ici reposent” (εδώ αναπαύονται) και “morts pour la France” (έπεσαν για την Γαλλία).  Μία ρίγη με διαπέρασε. Μεταξύ αυτών των ονομάτων, διακρίνω και διαβάζω με συγκίνηση: Patsas Demetre Paul.

Με υγρά μάτια αποχαιρετήσαμε τον υπεύθυνο, αφού πριν πήραμε λίγο χώμα, για να το φέρουμε στο Νεστόριο και να το εναποθέσουμε, ως «μνήμη» και «χαιρετισμό», στους γονείς του Δημήτρη.
Αποχαιρετίσαμε την Reims, ευγνωμονώντας την που αγκαλιάζει τον Δημήτρη, εδώ και εκατό χρόνια.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 14 Σεπτεμβρίου 2017, αρ. φύλλου 901


Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

1 σχόλιο:

  1. Ελένη8/3/18

    Κινηματογραφικό σενάριο θυμίζει, η συγκινητική σας ιστορία σας. Ευχαριστούμε που τη μοιραστήκατε μαζί μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.