Το κείμενο που ακολουθεί είναι η από την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Σοφίας Ιακωβίδου με τίτλο «Τη ψης-ι-μ’ θαλασσάκρια», (εκδ. Μετρονόμος), που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του Ενυδρείου Καστοριάς στις 21.12.2024.
Αγαπητοί μας συμπολίτες,
Τι είναι αυτό που έκανε όλους εμάς, σήμερα, παραμονές Χριστουγέννων να αφήσουμε τα σπίτια τους, τα ψώνια και τις δουλειές μας και να μαζευτούμε εδώ, στην αίθουσα του Ενυδρείου Καστοριάς; Είναι η Ποίηση, αυτή η ύψιστη μορφή Τέχνης, η εμπνευσμένη από τις Μούσες, που κι αυτές είναι απόψε μαζί μας - βλέπετε, η Ποίηση δεν έχει μονάχα μία Μούσα...
Κι εγώ, που δυσκολεύομαι να γράψω έστω και μία απλή φράση στα ποντιακά, τολμώ να σταθώ απέναντί σας με ένα δέος κι από ένα Χρέος προς τη Φυλή μου. Γιατί είναι η γλώσσα της Φυλής μου ο λόγος για τον οποίο δέχτηκα την «υψηλή» αυτή πρόταση, η γλώσσα στην οποία τόλμησε η Σοφία Ιακωβίδου να εκφραστεί 2024 μ.Χ. χρόνια.
Μα, εκτός από τις Μούσες, σήμερα βρίσκονται μες σε τούτη δω την αίθουσα κι οι Αμαζόνες, οι γυναίκες αυτές της Μυθολογίας μας που διόλου τυχαία στον Πόντο κατοικούσαν, «την τελευταία ΒΑ άκρα του Ελληνισμού», όπου «ζούσαν απομονωμένοι οι Πόντιοι και αυτή η απομόνωσή τους μπορεί να έδωσε ξεχωριστήν εξέλιξη στη γλώσσα τους και ιδιοτυπία, όμως δεν έκοψε και την ψυχική συνέχειά τους με το επίλοιπο έθνος» (Κ.Βάρναλης). Διόλου τυχαίο που αυτή την αγάπη προς την Πατρίδα και τον θαυμασμό του ηρωισμού ενσαρκώνει ο Διγενής Ακρίτας μέσα στα έξοχα δημοτικά τραγούδια του «ακραίου Ελληνισμού», όπως αποκαλεί την Ποντιακή Φυλή η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, καθώς τη ζωή και τα ηρωικά κατορθώματα των Ακριτών έψαλε με ιδιαίτερο πάθος ο Ποντιακός λαός, που βάφτιζε τα αγόρια του με το όνομα Ακρίτας και διάλεγε το επώνυμο Ακριτίδης ή Ακριτόπουλος ή Ακριτάντ’...
Μούσες, Αμαζόνες, Ακρίτες, όμορφα πλάσματα της Μυθολογίας και της Ιστορίας μας, βρίσκονται απόψε ανάμεσά μας, για να χαρούν τα ποιήματα τα γραμμένα -σίγουρα με περισσό κόπο- στην ποντιακή διάλεκτο, που για μας τους Πόντιος 3ης γενιάς ήταν «απλώς» η γλώσσα που μιλούσαν οι παππούδες μας και γι’ αυτό μας συγκινεί και θα μας συγκινεί πάντα. Γιατί πρώτα την αγαπήσαμε κι έπειτα τη γνωρίσαμε μέσ’ από φράσεις που έχουν χαραχτεί εντός μας για πάντα:
«Τα ποντιακά και τα τσακώνικα είναι οι δύο πιο κοντινές στα αρχαία ελληνικά διάλεκτοι» άκουσα όταν σπούδαζα από τον γλωσσολόγο μου αείμνηστο Γ. Αργυριάδη κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό, για να το ξανανοίξω με πολύ θαυμασμό και πάλι ακούγοντας από Πόντια συνάδελφό μου που έψαχνε την Ιστορία μας πως τη μονοσύλλαβη λέξη «’κι» στις φράσεις μας «’κι έρθες» «’κι εκοιμέθα», «’κι ανασπάλω»,…την προφέρουμε εμείς οι Πόντιοι όπως ακριβώς κι οι Ίωνες πρόγονοί μας! Οι Ίωνες, αυτό το ξεχωριστό φύλο των Αρχαίων Ελλήνων, οι «διανοούμενοι» της αρχαιότητας!
«Οι Ίωνες» άκουσα και θυμήθηκα το βιβλίο του Γάλλου Ελληνιστή Ζακ Λακαριέρ με τον παραπλανητικό τίτλο «Το ελληνικό καλοκαίρι», κεντρική ιδέα του οποίου είναι η αδιάσπαστη συνέχεια της Ελληνικής Φυλής, που, τόσους αιώνες μετά, μιλάει την ίδια γλώσσα με τους αρχαίους προγόνους της. «Οι Ίωνες» άκουσα και στον νου μου ήρθαν οι στίχοι του Νομπελίστα ποιητή μας Ο. Ελύτη: «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική / το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου / Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου»...
Κι ήρθες εσύ, Σοφία Ιακωβίδου, με τα ποιήματά σου να ζωντανέψεις τη γλώσσα που μιλούσαν οι πρόγονοί μας, πάππου προς πάππον κι από γενιά σε γενιά, και να μας τονίσεις το χρέος μας να κρατάμε τη μνήμη τους ζωντανή, όχι μόνο χορεύοντας όπως εκείνοι, αλλά και μιλώντας όπως εκείνοι και νιώθοντας όπως εκείνοι. Γιατί οι λέξεις «νιώθονται» έγραψα κάποια φορά κι ο παλιός φιλόλογος πολύ μαλλιαρή τη βρήκε, καθώς τέτοιος τύπος του ρήματος νιώθω δεν υπάρχει, κι ας τον βρήκα αργότερα σε ποίημα του Καβάφη («Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται.», ποίημα «Στα 200 π.Χ.»). Οι λέξεις, λοιπόν, νιώθονται, ιδίως οι ποντιακές, ιδίως όταν δεν υπάρχουν αντίστοιχες νεοελληνικές που να εκφράζουν με τόση ακρίβεια αυτό που θες να πεις και να σου προκαλούν την ίδια φόρτιση. Έχω πολλά παραδείγματα γι’ αυτό, θα σας πω όμως μονάχα δύο: τίποτε ειπωμένο στα νεοελληνικά δεν έχει τη δύναμη της φράσης «Έι και τι Μελμεκέτ», που έλεγαν οι παππούδες μας πριν αρχίσουν να διηγούνται τα της Πατρίδας του Πόντου, μια φράση που κάνει κομμάτια την καρδιά κάθε Πόντιου που την έχει ακούσει από τα χείλη τους, βλέποντας τη νοσταλγία στα μάτια και ακούγοντάς την στον τόνο της φωνής τους… Αλλά και καμία νεοελληνική φράση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το από τα βάθη της μητρικής καρδιάς ειπωμένο «γουρπάνι ‘σ να ίνουμαι» ή «γουρπάντς η μάνα σ’» κι ας είναι αυτή η φράση μονάχα ένας από τους 20 τρόπους που λέμε οι Πόντιοι το «σ’ αγαπώ» μας…
Προσωπικά, τους θαυμάζω αυτούς που ξέρουν να μιλούν ποντιακά. Καθώς δεν μεγάλωσα με τους παππούδες μου, μπορώ να τα καταλάβω, αλλά μειονεκτώ στο «αντίστροφο». Η φίλη μου Ελένη Παπαδοπούλου, από τις παλιές καλές Φιλολόγους, μου λέει πάντα πως το επίπεδο των σπουδών στη Φιλολογία έπεσε όταν καταργήθηκε το «αντίστροφο», δηλ. η μεταφορά κειμένων της καθομιλουμένης στα αρχαία ελληνικά, καθώς είναι πολύ πιο εύκολο να καταλαβαίνεις τα αρχαία ελληνικά -και τα ποντιακά στην περίπτωσή μας- αλλά πολύ πιο δύσκολο να εκφράζεσαι στα αρχαία ελληνικά, άρα και στα ποντιακά. Γι’ αυτό χαίρομαι πολύ όταν βλέπω μεγάλη συμμετοχή στα μαθήματα της ποντιακής γλώσσας, χαίρομαι για το ενδιαφέρον που φανερώνει όλο αυτό, κι όταν συμμετέχουν νέοι, ακόμη καλύτερα για όλους μας. Σαν ν’ ακούω τον Δάσκαλό μου κ. Κ. Φωτιάδη να επιμένει να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας, όχι μόνο στους χορούς μας, αλλά και στην Ιστορία και τη Γλώσσα μας.
Καθόλου άδικο δεν έχει: τα ποντιακά μιλήθηκαν επί αιώνες και κάτω από πανδύσκολες συνθήκες και επέζησαν, γιατί να κινδυνεύουν να χαθούν τώρα που κανείς δεν τα καταδιώκει, τώρα που όλοι, λίγο πολύ, γνωρίζουμε πόσο σημαντική είναι η ύπαρξή τους στα στόματά μας; Ας τα μιλάμε κι ας είναι όταν τραγουδάμε, ας τα μιλάμε κι ας είναι στα ανέκδοτα με τα οποία αυτοσαρκαζόμαστε (και ποιος δεν το ‘χει ζήσει πως τα ανέκδοτα αυτά όταν λέγονται στα ποντιακά είναι πολύ πιο ζωντανά και πολύ πιο αστεία, ακόμη και για τους μη Πόντιους;)... «Αυτή η διάλεκτος που τη φόρτωσε ο Ιάσονας πριν από 2.700 χρόνια επάνω στην Αργώ και την κουβάλησε κι έζησε εκεί επί 27 αιώνες, γιατί πρέπει τώρα να πεθάνει; Και αυτό το αξιοθρήνητο γεγονός γιατί να τύχει στη γενιά μου, γιατί να λάχει σ’ εμένα να είμαι ένας αυτόπτης μάρτυρας ενός επικείμενου θανάτου;», γράφει χαρακτηριστικά ο Χρήστος Αντωνιάδης, 1950-2013, νευροχειρουργός-στιχουργός της Ποντιακής, ας το θυμόμαστε πάντοτε όλοι μας.
Κι ας μην αφήσουμε να χαθεί πρώτα κι εμείς να χορεύουμε, όπως έκαναν μόλις ήρθαν στην Ελλάδα μετά τον Ξεριζωμό οι Πόντιοι κι οι Καππαδόκες, που τη μέρα έθαβαν τους νεκρούς τους κι αποβραδίς χόρευαν, παραξενεύοντας τους γηγενείς Έλληνες για τη δύναμη της τυραννισμένης ψυχής τους… (Όμως, όχι! Όσο θα υπάρχουν Πόντιοι σαν τη Σοφία Ιακωβιδου, να γράφουν στα ποντιακά και σαν τους επτά μαθητές ηλικίας 6-10 ετών στον Κεχρόκαμπο, ένα ορεινό παραδοσιακό ποντιακό χωρίο του Ν. Καβάλας, που ανεβάζουν μουσικοχορευτική παράσταση στα ποντιακά -τον Αισώπειο μύθο «Ο Χαμαιλετάρτς και ο πάρδον», «Ο Αλευράς και ο Γάτος του», χωρίς μάλιστα να είναι όλα ποντιακής καταγωγής, τόσο θα μένει ζωντανή η ελπίδα πως η Ποντιακή διάλεκτος δε θα πεθάνει. Δε θα αφήσουμε να πεθάνει μια γλώσσα που έζησε τόσους αιώνες και άντεξε κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες που μπορεί ανθρώπινος νους να φανταστεί)…
Σοφία Ιακωβίδου, δε σου κρύβω πως με βασάνισε αρκετά το τι θα έλεγα σήμερα εδώ και πώς θα το έλεγα και για πολύ καιρό δεν έγραφα ούτε μια φράση. Και μολονότι για την ποίησή σου θα μιλούσε η συντοπίτισσά μας ποιήτρια, η αγαπημένη και φωτεινή μου Αναστασία Υφαντίδου, ενώ εγώ για τη γλώσσα μας θα μιλούσα, το κείμενο μου προέκυψε αμέσως μόλις διάβασα τα ποιήματά σου. Έκανες εξαιρετική δουλειά! Και μάλιστα προτίμησες τον πιο κοπιαστικό δρόμο: διάβαζα προσέχοντας ιδιαίτερα τα σημαδάκια τα σημειωμένα πάνω στις ποντιακές λέξεις κι απορούσα πώς καταπιάστηκες με κάτι τόσο δύσκολο, ποίηση στα ποντιακά!
Σ’ ευχαριστούμε που ζωντάνεψες μέσα μας και μες στην αίθουσα όλους μας τους προγόνους, ακόμη και τους μακρινότερους! Σ’ ευχαριστούμε που, φυσώντας απαλά με την ποίησή σου, δυνάμωσες τη φλόγα που καίει πάντοτε μέσα μας για τον Πόντο! Τη φλόγα που ορκισμένοι είμαστε να κρατάμε μέσα μας αναμμένη όσο θα ρέει έστω και μια σταγόνα ποντιακού αίματος μέσα στις φλέβες μας...
Αναστασία Υφαντίδου, σ’ ευχαριστώ που με σκέφτηκες να μιλήσω για τη λαμπρή γλώσσα των προγόνων μας! Σας ευχαριστούμε όλους, που ήρθατε!
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 27 Φεβρουαρίου 2025, αρ. φύλλου 1262.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.