10.3.09

ΟΔΟΣ: Η αρχιτεκτονική σχολή Καστοριάς συνέχεια

Μετά τα τελευταία συμβούλια σε Νομαρχία και Δήμο Καστοριάς για το ζήτημα της έδρας της Αρχιτεκτονικής Σχολής στο δημόσιο σχολικό κτήριο της πλατείας Γκουμπελίδικης (1ο γυμνάσιο) οι εξελίξεις φαίνεται να έχουν πάρει οριστικά τον δρόμο τους. Η ΟΔΟΣ αφού καταγράψει τις τοποθετήσεις των εμπλεκόμενων δημόσιων παραγόντων, μερικές από τις οποίες αιφνιδιάζουν, θα επιχειρήσει σε επόμενο φύλλο την ανάλυση της κατάστασης. Όμως -κυριολεκτικά επί του «πιεστηρίου»- πρέπει να σχολιαστεί η εικόνα και κυρίως οι αιτιολογίες 2-3 μελών του δημοτικού συμβουλίου Καστοριάς που μειοψήφησαν (υπέρ του να μην γίνει στο 1ο γυμνάσιο η έδρα της Σχολής).

Αυτονόητα όλες οι απόψεις -οι ειλικρινείς απόψεις- είναι σεβαστές. Μερικές φορές προαπαιτούν παρρησία, γιατί δεν είναι πάντα ευχάριστο να υποστηρίζονται οι μειοψηφικές θέσεις. Υπ’ αυτή την έννοια η μειοψηφική τοποθέτηση των δημοτικών συμβούλων κκ Γ. Σπανού, Ειρήνης Μισκία-Γεωργοσποπούλου και Αγνής Βασιλειάδου-Τζήλα, μπορεί να ήταν απρόσμενες (ιδίως επειδή η υπόλοιπη «ομάδα» της πλειοψηφίας τάχθηκε υπέρ της μοναδικής ρεαλιστικής λύσης), αλλά σε πρώτο στάδιο δεν προκάλεσαν ιδιαίτερα.

9.3.09

Juan Diego Flórez (La fille du régiment, MET)

ΠΑΡΜΕΝΙΩΝΑ ΤΖΙΦΡΑ: Οι Σουλιώτες

προέλευση-απόψεις

Κυκλοφόρησε, πρόσφατα το βιβλίο του George Finlay (Γεωργίου Φίνλεϋ) «Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως», τόμος πρώτος, πρώτη έκδοση Αθήνα 2008. Μετάφραση Αλ. Παπαδιαμάντη και φιλολογική επιμέλεια Αγγέλου Γ. Μαντά. Από το ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία. Με πρόλογο του προέδρου της βουλής Δημ.Σιούφα, από την ανέκδοτη έως σήμερα ελληνική μετάφραση του Αλ. Παπαδιαμάντη, αν και ο τελευταίος είχε αντιρρήσεις για κάποιες θέσεις του Finlay.

Ο Γεώργιος Φίνλεϋ, στο βιβλίο αυτό (σελ.85-98 και 133-142), υποστηρίζει ότι «Οι Σουλιώτες ήσαν Αλβανοί και μάλιστα κλάδος των Τσάμηδων, μιας των τριών μεγάλων διαιρέσεων των Τόσκηδων ... ». Έχω όμως τη γνώμη, βάσει στοιχείων μου ότι η άποψη αυτή δεν πρέπει να θεωρείται και απολύτως ορθή για τους εξής κυρίως λόγους.
Οι Σουλιώτες:
1) Ήσαν χριστιανοί ορθόδοξοι. Όχι μουσουλμάνοι.
2) Ομιλούσαν αρχήθεν, άπταιστα την ελληνική γλώσσα και όχι την Αλβανική. Ίσως να εγνώριζαν στοιχεία αλβανικής λόγω γειτνίασης ή να εδέχθησαν κάποιες επιρροές, συνήθεις άλλωστε στη Οθωμανική Αυτοκρατορία του 17ου και 18ου.
3) Είχαν όλοι τους ελληνικά τότε ονόματα και επώνυμα με τα οποία ήσαν γνωστοί σ' ολόκληρη την περιοχή Σουλίου (Κώστας, Γιώργος, Δημήτρης, κ.λπ., και επώνυμα Τζαβέλλας, Μπότσαρης, Δαγκλής, Δήμας, Τζίφρας, Μόκας, Τσούκας, Τζήμας κ.α.) και κανένας τους αλβανικό.
4) Τα ήθη, έθιμα και παραδόσεις ήσαν όλα ελληνικά.
5) Όταν εκδιώχτηκαν από τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων, το 1803, η ένταξη τους στους ελληνικούς κοινοτικούς σχηματισμούς των Ιονίων Νήσων (κυρίως Κέρκυρα, Λευκάδα), Αιτωλοακαρνανία, Δυτική Πελοπόννησο (Αχαϊα, Ηλειδα) και Δυτική Μακεδονία (Καστοριά, Βογατσικό, Γέρμα, Κωσταράζι, γύρω στους 1000 κατοίκους) υπήρξε λίαν ομαλή, απρόσκοπτη και έγινε αμέσως αποδεκτή από τους ντόπιους. Αν ήσαν Αρβανίτες θα απερροφώντο πολύ δύσκολα από τις τοπικές κοινωνίες και
6) Όλοι τους προτίμησαν να ενταχθούν σε ελληνικές κοινότητες και κανείς δεν πήγε στην Αλβανία.

Τι καταδεικνύουν, συνεπώς, όλα αυτά. Απλούστατα, το αυτονόητο, δηλ. ότι οι Σουλιώτες ήσαν καθαρόαιμοι Έλληνες χριστιανοί πολίτες. Δεν ήσαν λοιπόν Αλβανοί, αλλ' ενδεχομένως «κράμα» Ελλήνων και εξ ελληνισθέντων Αλβανών και όπως τονίζει ο μεγάλος ιστορικός μας Κων /τίνος Παπαρρηγόπουλος «Η αλβανική φυλή εκράτυνε το μάχιμο της ελληνικής πνεύμα, η δε ελληνική ενεφύσησεν εις την αλβανικήν τα ευγενέστερα αισθήματα της φιλοπατρίας, της φιλομάθειας και της ευνομίας».
Εν τέλει επίσημη γλώσσα ήταν η ελληνική και θρησκεία η χριστιανική ορθοδοξία.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 12.2.2009

8.3.09

Natalie Dessay (La fille du régiment, ROH)

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Ο αρχιμανδρίτης Γερμανός Χρηστίδης

(1883-1968)

«Ο συνετός και μαχητικός ιεράρχης,
ο σοφός και πάντοτε μειλίχιος δάσκαλος,
ο εθνικός και υπέρμαχος αγωνιστής
των ελληνικών ιδεωδών, ο άνθρωπος»

Περιοδικό “Αριστοτέλης”, τεύχος 71-72, 1968, Φλώρινα



Η αιτία για την πολύ σημαντική στιγμή που ζούμε όλοι μας τώρα υπήρχε εδώ και πολλά χρόνια. Υπήρχε από τότε που πρωτοακούσαμε τ’ όνομά του και ποιος ήταν ο ξεχωριστός αυτός Μαυροβινός∙ ένας συγχωριανός μας που, με πόνο διαπιστώναμε μες στα χρόνια που περνούσαν, πως δεν τον γνώριζε το ίδιο το χωριό που τον γέννησε. Βγαίνει, μάλιστα, το συμπέρασμα πως το χωριό μας αυτό το ξεχωριστό παιδί του το αγνοούσε εξαρχής, όχι πως, ενώ το γνώριζε, το ξέχασε με τα χρόνια. Όλο αυτό, λοιπόν, όσο δε γινόταν κάτι για ν’ αλλάξει, ήταν μια μέγιστη αχαριστία από μέρους όλων μας.

Μια πρώτη αφορμή που, όμως, αναγνωρίστηκε πολλά χρόνια μετά, ήταν μια τελετή που επαναλαμβάνεται με πραγματική ευλάβεια κάθε χρόνο ανελλιπώς και μάλιστα εδώ και πολλά χρόνια, όχι στο χωριό που τον γέννησε, αλλά στη δεύτερή του πατρίδα, τη Φλώρινα. Πρόκειται για μια τελετή όπου βραβεύονται οι πρώτοι μαθητές των γυμνασίων και λυκείων της Φλώρινας (είχα την τύχη να τη ζήσω κι εγώ προσωπικά κάποιες φορές και μου έχουν μείνει από αυτήν κάποια ξεχωριστά βιβλία της βιβλιοθήκης μου, καθώς, τότε τουλάχιστον, τα βραβεία μας ήταν βιβλία που οι κάτοχοί τους χάριζαν στο σύλλογο που την έκανε κι αυτός με τη σειρά του με αυτά βράβευε τους μαθητές. Μόνο που, όταν τη ζούσα, δεν την υποψιαζόμουν την ανταλλαγή που θα ακολουθούσε ∙ δεν το ήξερα πως η ζωή θα με έφερνε στο χωριό του ανθρώπου που προς τιμήν του γίνονταν όλα αυτά τότε, δεν γνώριζα το χρέος που από τότε κουβαλούσα επάνω μου κι έπρεπε οπωσδήποτε κάποια στιγμή να ξεπληρώσω).

Β.Π. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: O πτερωτός Ιωάννης Πρόδρομος και τα έπεα πτερόεντα μιας «Ημέρας αγάπης» του

Εισερχόμενος στο ναό του Τιμίου Προδρόμου Λευκοπηγής (1848 η θεμελίωσή του από τον Χαμίτ Μπέη ο οποίος ανακαινίστηκε σχεδόν εκ βάθρων μετά το σεισμό του 1995, νομαρχούντος και βοηθούντος του κ. Πασχάλη Μητλιάγκα) και στο μόλις μετατραπέντα πρόναον (νάρθηκα) σε παρεκκλήσιο του οσίου Νικάνορος του θαυματουργού, προστάτου και περιφερειάρχου αγίου, Δυτικής Μακεδονίας, υπό του ρέκτου, λίαν αισθητή περί την εν γένει καλαισθησίαν, παπα-Γιάννη, πριν έμβης στον κυρίως ναό, σε σταματά το βλέμμα Του εταστικόν. Τι λέω, σε διατρυπά σχεδόν! Πας να το αποφύγεις εις μάτην. Προσκυνάς εκών άκων την εικόνα. Οχι φωνή βοόντως αλλά βλέμμα που χώνεται στην έρημη χώρα της ψυχής σου, τελικά, είναι αυτό το δήθεν απλανές κοίταγμα.
-Εδώ μηδείς εισείτω για …πλάκα υπενθυμίζει.
Είναι μια εικόνα του Προδρόμου μεταβυζαντινού, ζωγραφικού τρόπου, με φτερά αγγέλου Κυρίου, με λιπόσαρκον την όψιν και σουβλερήν, που σε ευλογεί αρχιερατικά και στο άλλο χέρι να κράτα την κομμένη κεφαλή του, μέσα σε σουπιέρα, (πινάκιο) όπως υπό της μαινομένης Σαλώμης απαιτήθηκε κι έγινε. Φέρει κατάσαρκα μηλωτήν εκ δέρματος καμήλου κ.λπ.
Σύνηθες το φαινόμενο να φύονται εικαστικές πτέρυγες στον Πρόδρομο. Επικαιρικώ τω λόγω φυλλομετρώ τη λιγνή αλλά λίαν περιεκτική μελέτη του διευθυντού της «Νέας Εστίας» κ. Σταύρου Ζουμπουλάκη με τίτλο «Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ως άγγελος» και υπότιτλο «Οι θεολογικές προϋποθέσεις της φτερωτής απεικόνισης» εκδ. Δόμος 1992. Το θέμα της τοιουτοτρόπως απεικονίσεως του πρώτου τη τάξει αγίου μετά την Κυρία Παναγία, έχει τις θεολογικές του μικροέριδες με οπαδούς αλλά και πολέμιους, κυρίως ως προς την ερμηνεία του εικαστικού πράγματος. Ο Φ. Κόντογλου στο έργο του «Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας», Αθήνα 1960 τ. Α, καταλήγει στη περιγραφή του Π.: «…Εις τους ώμους του είναι φυτρωμένες άγριες πτέρυγες αετού…Αι πτέρυγες αύται συνεργούν εις το να φαίνεται το ιερόν τούτο πτηνόν πλέον υπερφυές». Και συνεχίζει αλλαχού: «Αυτό το παράξενο φτερωτό πλάσμα σε καρφώνει στον τόπο. Κατά την ιδέαν μου, σπάνια ο άνθρωπος φτιάνει δημιουργήματα με τέτοιο βάθος…».

Ο Στ. Ζ. στο ζήτημα αυτό αρχικά συνοψίζει και στη συνέχεια μελετά την αγγελοείδεια του Πρ. που οφείλεται σε τρεις κυρίως λόγους:
Ι) Οτι εκόμισε την αγγελίαν της ένσαρκης επιδημίας του Χριστού στην γην (και τα υπό γην).
ΙΙ) Εζησε ως άυλος και ασώματος, όπως οι άγγελοι.
ΙΙΙ) Σε στενή με τη δεύτερη βρίσκεται και η τρίτη όψη της προδρομικής αγγελοειδείας συνδεμένη με την αγγελική πολιτεία, δηλονότι τον μοναχισμόν, που θέλησε να δει στο πρόσωπο του Ιωάννη το πρότυπο αυτής της βιοτής, τον πατέρα του αγγελικού σχήματος.

Ως εκ τούτου η εικαστική πτέρωσης άρα και αγγελοείδεια του Πρδρμ. έχει σοβαρά θεολογικά ερείσματα, τα οποία αναλυτικά διεξέρχεται ο σ. Βέβαια το γεγονός αυτό δεν περνά χωρίς αντιρρήσεις. Στη Δυτική εικονογραφία είναι εντελώς άγνωστο το φαινόμενο των αγγελικών πτερύγων στον Πρ. Αλλά και στην Ανατολική παράδοση «Της καθ’ ημάς ανατολής» έχουν αντιρρήσεις. Ως κι ο Αλεξ. Παπαδιαμάντης, αυστηρά μάλιστα, εναντιούται. «Τινές εικονογράφοι ζωγραφούσι τον Ιωάννην με πτέρυγας υλικωτάτη και άτοπος εξαντικειμένισις του παρά τοις προφήταις ρητού «ιδού αποστέλλω τον άγγελόν μου (πρόδρομον) προ προσώπου σου του κατασκευάσαι την οδόν σου». «Τα Αγια Θεοφάνεια» Απαντα 5,81.

Τι μας έπιασε τώρα ν’ ασχοληθούμε με τα φτερά του Προδρόμου;Είναι μια πρόφαση θα έλεγα για να σχολιάσουμε κάποια διαδρώμενα θρησκευτικο-λαογραφικά, μικρώς κι επιπολαίως, ότι για μεν τα ιερά δεν έχουμε τις θεολογικές γνώσεις, αντίθετα πλειστάκις θεολογούμε μετ’ ευτελείας (ούτε δεσπότες να είμασταν). Για τα επίλοιπα στερούμαστε τον απαιτούμενο λαογραφισμό που μαστίζει τη λόγια επικράτεια της περιοχής και τον επί των γονάτων ιστορισμό. Είναι ένα θέμα που εδώ και χρόνια μας προκαλεί (πληθυντικός ευγενείας και όχι ενικός εγωϊστικός της πολύξερης απολυτότητος) στην εξέλιξή του κάτι σαν ναυτία. Πάει το είπα! Την εορτή της Συνάξεως του Προδρόμου που πανηγυρίζει ο περί ο λόγος ναός τελείται περί την μεσημβρίαν μια γιορτή ενώπιον της αυστηράς εικόνας του που έρχεται σε κατάφορη αντίθεσιν με το λιτοδίαιτον και αυστηρόν ήθος του αγίου. Μετατρέπεται ο ναός σε διασκεδαστήριο οίκο, ότι λέει, αναβιώνει το βλακώδες στην τιτλοφορία του έθιμον της «Ημέρας Αγάπης».

Το χειμώνα μετά τις γιορτές της γουρνοχαράς, της τσιγαρίδας, των γιαπρακιών της σουγλιμάδος (τι λυρικά απαίσιον άκουσμα), όλα έχουν πίσω τους έναν άγιο και δίπλα ένα δήμαρχο, έρχεται και η γιορτή της «Αγάπης». Δε λέω είναι κάπως πιο εκλεπτυσμένη ηχητικά από τις προηγούμενες. Όμως είναι γελοιοδέστερο το έθος, ως όρος με το οποίο το ετιτλοφόρησαν ανοήμονες κι απελπιστικά ημιμαθείς του χωριού, τα νέα μας χρόνια, από τότε που ήρθε για βόλτα ο σοσιαλισμός στην Ελλάδα. Αν ακούσεις τις δηλώσεις των αρχοντοχωριατών σε όλους τους καιρούς, ενώπιον των ακόμα πιο γελοίων τηλεοπτικών μικροφώνων, σου δίνεται η εντύπωση πως προεκτείνεται και συνορεύει το έθιμο με τις πρώτες χριστιανικές αγάπες, μήπως και πάει και π.Χ! Οσο δηλαδή κρατάει η ιστορική σκούφια της Λευκοπηγής από τους αρχαίους Μιλήσιους της Μ. Ασίας, όπως αναπόδεικτα κι ανιστόρητα εδογμάτισε, λίαν ελαφρώς, («οι ελαφροί ας με λένε ελαφρόν») ο αείμνηστος Κ. Σιαμπανόπουλος, άλλο τόσο και το έθιμον αυτό έχει τοιούτον βάθος χρόνου και αιτιολογίας. Βαρύτατες ελαφρότητες, γενικώς.

Από τότε που ανέλαβαν σύλλογοι, κοινότητες, δήμοι την εκποίηση των πατροπαράδοτων εθών αυτά κατά κανόνα, θύουν ή εξ ανάγκης θύονται, στο βωμό και στην αγωνία της διαιώνισης του είδους τους, καθώς είναι αγκιστρωμένοι εκεί στις θέσεις τους μονίμως μέχρι να βγάλουν ρίζες. «Ημέρα της αγάπης» λένε και γεμίζει στο στόμα σου από έννοια και τρυφερότητα, η οποία στην πράξη μετουσιώνεται σε φαγητό επί της κοινής τραπέζης. Πως τρων έτσι στο νάρθηκα της εκκλησίας οι καλεσμένοι παρατρεχάμενοι κάθε γιορτής από του βουκουλικού γιδοκουρέματος και γαλομέτρου έως της τρυφεράς και λυγεράς τσιγαρίδος; Πεινασμένοι μόνιμα.
Υστερα χορεύουν.
Χορεύουν συνεχώς κι αδιαλείπτως παντού όπου βρεθούν και σε ό,τι σκοπό τους λαλήσουν. Καλά κάνουν δηλαδή, όπως καλύτερα κάνουν και ναυτιώντες οι πολίτες που απέχουν. Μένουν μόνον να συγκαθούν, με την γελοία αμφίεση κάθε παραδοσιακού καιρού, αυτή των αρχαίων νεοελλήνων και χωρικών νεοελληνίδων, όμιλοι οι οποίοι περιφέρουν, χοροπηδώντας σαν ξωτικά και καλικάντζαροι, τη δυστυχία του να είσαι το ενιαύσιον θύμα μιας Ημέρας αγάπης.

Αλλά για ποια αγάπη πρόκειται δηλονότι και δηλαδή για να ‘χουμε καλό ρητορικό ερώτημα αλλά και καμιά απάντηση. Την ευαγγελική «αγαπάτε αλλήλους» και σφαγείτε στα επιμέρους, την εκκλησιαστική αυτή που ανακοινώνουν στα διαγγέλματά τους οι ελέω, αλίμονο, θεού δέσποτες που μας αγαπούν (σε τι τους φταίξαμε) όλους φύρδην μείγδην, άρα και κανένα, την αγάπη μεθ’ έρωτος ψυχικού, αυτού που λεν πλατωνικού δηλαδή νερόβραστου, την αγάπη μεθ’ έρωτος σαρκικού λίαν ευλογημένην και η πλέον επιδιωκόμενη εν παντί καιρώ και τόπο, την αγάπη που έγινε δίκοπο μαχαίρι του Μ. Χατζηδάκι υπό της Μελίνας Μερκούρη εκτελεσμένη, την αγάπη που κόβει τον καιρό στα δυο του Γ. Σεφέρη, την Αγάπη, κοινότητα Γρεβενών που ανήκει στο Δήμο Βεντζίων, την αγάπη του αποστόλου Παύλου η οποία ουδέποτε εκπίπτει κ.λπ.
Ποιάς τέλος πάντων αγάπης είμεθα ετήσια θύματα;

Περί την 2αν και 30 μεταμεσημεριανη χτυπά η καμπάνα. Αι κυρίαι γυναίκαι του χωριού σαν έτοιμες από ώρα ξεκινούν με τα χέρια γεμάτα πιάτα με γιαπράκια, κότες ψημένες, πίτες, τυριά, κανάτες κρασί, ό,τι έχει εύκαιρον κάθε μια. Όχι όλες αλλά κατεξοχήν οι μητέρες και πενθερές των νέων ζευγαριών που παντρεύτηκαν την προηγούμενη χρονιά. Τα εναποθέτουν σαν τα άγια των αγίων στην κοινή τράπεζα στο νάρθηκα. Ηδη έχουν λάβει θέση οι αρσενικοί και οι επίσημοι του κρατικού και δημοτικού πρωτοκόλλου, καμαρωτοί κι ελαφρώς αγχωμένοι για την ώρα. Εχουν κι αλλού να πάνε. ΄Ο παπαΓιάνης βάζει το ευλογητός με το «Εν Ιορδάνη» και το «Μνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων» συνεπικουρούμενος εδώ και …εκατοντάδες χρόνια (αλλά όχι και τα τελευταία πέντε έξη που ανεχώρησε των εγκοσμίων) από τον μπαρμπα Μήτρο, ψάλτην θεσπέσιον στην αδεξιοσύνην του. Μικρά λιτή και άρχεται το φαγητό, τς ανακατωτές. Πριν προλάβουν να αποσώσουν το παραδοσιακό τραγούδι «Κάτω στον άγιο Πρόδρομο στον άγιο Κωνσταντίνο πανηγυράκι γίνονταν κ.λπ.» οι αρχαίοι άντρες της Λευκοπηγής, συνοδεία των ευρυπεριφέρειων γυναικών, ορμούν στο νάρθηκα τα μισθωμένα με τη μέρα, άργανα, που λιανοπατούσαν στον αύλειο χώρο, κι αρχίζουν να παίζουν τα καθιστικά τους, γυρίζοντας εννοείται το δίσκο της επαιτείας. Τότε ένας έκαστος ξηλώνεται κανονικά σε ένα ήπιο πλειστηριασμό επιφανειακής επιδείξεως και καθυβρίσεως ένδον. Αρχιζε ήδη το λιανεμπόριον της αγάπης. Σε λίγο θα βγούν στην αυλή κι ώσπου να ξαραδιαστούν οι επίσημοι προσκεκλημένοι από το σύρσιμο του χορού νυχτώνει ο άγιος θεός τη μέρα, ότι αυτές ακόμα δεν πήραν πάνω τους. Αλλά οι χωρικοί έχουν ήδη φύγει από ώρα ή δεν προσέγγισαν στο πανηγύρι που έγινε πλέον θέσμιον για τους ξένους, ξένοι αυτοί μιας παλιάς, γνήσιας και πάτριας αγάπης για τα χωριό τους, που τους προέκυψε τώρα με γεύση πλαστικού.

Έμεινε ο σύννους Πρόδρομος μετά των πτερύγων του και βλοσυρότερος κατά τι και κατ’ έτος, για το μπαίγνιον που υφίσταται η αγία μνήμη του και αυτό που διαπράττεται ενώπιόν του από τις κοινοτικές, δημοτικές, πολιτιστικές, εκκλησιαστικές και Καπηλειολογικές δυνάμεις, που μας αγαπούν με το ζόρι κι ατιμωρητί.
Ένας απόηχος έρχεται μόνον από τις μνήμες. Ο μέγας χορός των απλών ανθρώπων, γερόντων και λοιπών στη χιονισμένη αυλή του Προδρόμου, που κατηφόριζε από τα Καραγάτσια κι έφτανε μέχρι την πλατεία. Σ’ αυτόν προεξήρχε και προεξείχε ο μπαρμπα Χρήστος Ντ., ο επωνομαζόμενος και «Ηρώδης» λόγω της βροντώδους φωνής (έλεγε στις λειτουργίες πάντα το απολυτίκιο του Προδρόμου «Μνήμη δικαίου…», αναπληρωτής στο αριστερό ψαλτήρι) και του σημαντικού σωματοτύπου του, προσωνύμιον σε ευθεία αναντιστοιχία με την καλοσύνη, την καταδεκτικότητα και την φιλευσπλαχνία που τον έδερνε. Και αρχινούσε φωνή γεγονυία το τραγούδι: «Παίρνω το ντουφεκάκι μου, με έβρεχε με χιόνιζε/ και πάω να κυνηγήσω κι ας έβρεχε κι ας χιόνιζε…».
Επαιρναν τούμπες στο χιόνι, γλιστρήματα κανονικά με τα γουρνοτσάρουχά τους επενδυμένα με πατούσες από γιδότριχα, στο ατόφιο γλέντι του δικού τους αγίου, διατελούντες σε μια πανηγυρική και νηφάλια, θεία μέθη, αλλά με κρασί παραγωγής τους πάντα.
- Για ποιές γιορτές αγάπης και τρίχες μας μιλάνε τώρα…

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 12.2.2009

ΟΔΟΣ: Καστοριανοί εβραίοι

Η ΟΔΟΣ λαμβάνει μεγάλο αριθμό συνεργασιών (κειμένων και άρθρων) από αναγνώστες και φίλους της εφημερίδας, οι οποίοι στο τέλος συμβάλλουν στην συνολικότερη πορεία και την εικόνα της. Η ύλη της επικαιρότητας καθώς και οι χρονική προτεραιότητα που τηρείται αυστηρά από την εφημερίδα, οδηγεί υποχρεωτικά σε χρονική καθυστέρηση δημοσίευσης των συνεργασιών. Η ΟΔΟΣ ευχαριστεί ιδιαίτερα τους χρήσιμους συνεργάτες και διαβεβαιώνει ότι τα κείμενά τους θα δημοσιευτούν με χρονική προτεραιότητα.

Μερικές φορές βεβαίως, μια και η τύχη έχει τους δικούς της κανόνες και τις συμπτώσεις της, μπορεί η χρονική καθυστέρηση να κάνει ακόμη πιο επίκαιρο ένα κείμενο στον χρόνο που τελικά θα δημοσιευτεί. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει με το κείμενο της εισήγησης του κ. Θρασύβουλου Παπαστρατή, δικηγόρου και ιστορικού μελετητή, που ζει και εργάζεται στην Χαλκίδα, την οποία παρουσίασε στην εισήγηση που διοργάνωσε το ΤΕΙ Καστοριάς στις 17 Οκτωβρίου με θέμα «Οι Εβραίοι της Καστοριάς: παρουσίαση αρχειακού υλικού σε ψηφιακή μορφή».

Έτσι μπορεί βεβαίως η καθυστέρηση της δημοσίευσής της να επιβλήθηκε από τον φόρτο της ύλης, αλλά η καταχώρησή της στο σημερινό φύλλο (πιο κάτω στο blog), συμπίπτει με την διέγερση αντιεβραϊκών συναισθημάτων που προκαλούνται (δικαιολογημένα, ή ως συνέπεια των συνήθων υπερβολών των διαμορφωτών της κοινής γνώμης στην Ελλάδα) τις τελευταίες εβδομάδες με αφορμή την εμπόλεμη κατάσταση, για μια ακόμη φορά, μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων.

Με την εισήγηση αυτή, αν μη τι άλλο, ανακαλείται στην συλλογική ιστορική ανάμνηση το γεγονός ότι εκτός από Έλληνες και Τούρκους, και χιλιάδες Εβραίων, έζησαν για πολλούς αιώνες (και) στην Καστοριά, αποτελώντας μια ιδιαίτερα ζωηρή κοινωνική ομάδα, που με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, την γλώσσα, την θρησκεία και τα έθιμά της, συνέβαλε στην διαμόρφωση της τελικής κατάστασης της Καστοριάς. Η Καστοριά του Εμπορίου, των Ηπείρων, η Καστοριά των Αρχοντικών, η Καστοριάς της Κωνσταντινούπολης, και μιας ιδιότυπης αλλ’ υπαρκτής πεποίθησης υπεροχής, διαμορφώθηκε και από την επιρροή του εβραϊκού στοιχείου που έζησε δίπλα στους Έλληνες, μέχρι την ναζιστική κατοχή και την τελική λύση.

Μαζί με το κείμενο του κ. Θ. Παπαστρατή, «παρεσύρθησαν» στην καθυστέρηση της δημοσίευσης και το κείμενο «Ιστορίες συλλογικής μνήμης» του κ. Γεωργίου Ρέτζιου από την Καστοριά, καθώς και η επιστολή του κ. Λυκούργου Σινόπουλου από την Γαλλία, που θα δημοσιευθούν προσεχώς.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 12.2.2009

Σχετικά:

5.3.09

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΟΡ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ: Η συναγωγή της Καστοριάς στην Κωνσταντινούπολη

Με την Καστοριά συνδέομαι συναισθηματικά. Είναι μια από τις πολιτείες εκείνες, που συμβόλιζαν παιδιόθεν στη μνήμη μου το φυσικό και αρχιτεκτονικό κάλλος, στενά δεμένα με την ιστορία και τον πολιτισμό. Στην έρευνα της ιστορίας της με ώθησαν οι εβραϊκές μου παρακαταθήκες κι έτσι ασχολήθηκα και ασχολούμαι επισταμένα με την ιστορία της εβραϊκής της κοινότητας, των δικών μου ανθρώπων.

Δρόμοι παράλληλοι με συνδέουν με την Κωνσταντινούπολη, όπου από τα πρώτα νεανικά μου χρόνια ταξιδεύω συχνά, περνώντας εκεί ικανά διαστήματα του ελεύθερου χρόνου μου.

Οι δυο αυτές πορείες ήρθαν κι έδεσαν με την παρούσα μελέτη, που πραγματεύεται την πορεία ενός κομματιού του Καστοριανού λαού από τη Μακεδονία προς την Πόλη, που άρχισε όταν έδυε το άστρο του Βυζαντίου κι ανέτελλε η ημισέληνος.

Οι παράλληλοι αυτού δρόμοι δε σμίξανε άλλωστε τυχαία, αφού η Καστοριά είναι ως τις μέρες μας μια βυζαντινή πολιτεία, που η αίγλη της δε σβήνει – όσο κι αν προσπαθούν να τη σβήσουν κάποιοι από τους σύγχρονους κατοίκους της, επιδεικνύοντας προφανή έλλειψη σεβασμού στο χτες – αλλά και στο σήμερα και στο αύριο – αυτού του τόπου.

Σημειώνω εδώ ως γενικότερη παρατήρηση ότι η εβραϊκή συνιστώσα της ιστορίας της Καστοριάς είναι αναπόσπαστο κομμάτι της, που έχει δυστυχώς πολύ λίγο μελετηθεί – όπως βεβαίως ελάχιστα έχει μελετηθεί και η ιστορία του μουσουλμανικού στοιχείου της Καστοριάς…

Ας γυρίσουμε πίσω στο χρόνο, πεντέμισι και πλέον αιώνες κι ας πάμε στην Κωνσταντινούπολη στα 1453, την περίοδο αμέσως μετά την Άλωση της από τους Οθωμανούς. Την αποφράδα Τρίτη 29η Μαΐου ακολούθησε βεβαίως τριήμερο λεηλασιών από τους κατακτητές. Όμως κάποτε τέλειωσε κι αυτό κι ο Πορθητής θέλησε να βάλει σε τάξη και νέα σειρά την πρωτεύουσά του2. Δε την ήθελε φυσικά μια πόλη παρηκμασμένη και πληθυσμιακά αποψιλωμένη, όπως είχε πλέον καταντήσει, αλλά μια πόλη ακμαία σε όλους τους τομείς, αντάξια του παρελθόντος και της ιστορίας της. Είχε άλλωστε αγωνιστεί πολύ για να την κατακτήσει.

Στην αλωθείσα Πόλη όμως, ο Μεχμέτ εκτός από τα επώνυμα βυζαντινά μνημεία, τα πλείστα των οποίων είχαν χάσει το φορητό τους πλούτο, συνάντησε ερείπια, ακατοίκητες έως χέρσες γειτονιές και ανθρώπινα ράκη.

Ολόκληρες περιοχές εντός της περίτειχης Επταλόφου είχαν εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους – όχι μόνο την περίοδο πριν την Άλωση και αμέσως μετά από αυτήν, αλλά ήδη από αρκετά παλαιότερα. Η Κωνσταντινούπολη του 1453 ήταν μια πόλη σαράντα ως πενήντα χιλιάδων ψυχών, σκιά του παλιού εαυτού της και γεμάτη ερείπια και φαντάσματα, ύστατη ικμάδα της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Είχε καταντήσει μια ολιγάνθρωπη πόλη – κράτος, χωρίς πόρους και χωρίς επικράτεια. Ένα σύμβολο που είχε χάσει την ύλη και το περιεχόμενό του, καθώς η ουσιαστική Άλωση είχε συντελεστεί πολύ παλαιότερα.

Όμως ο Μεχμέτ έπρεπε να ξανακάνει την νέα του πρωτεύουσα περίλαμπρη, να την ξανακάνει Βασιλεύουσα. Έπρεπε τώρα να αγωνιστεί για την Αναγέννηση μιας Πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης, της Ντερσααντέτ του.

Για αρκετά χρόνια, καθώς σεργιάνιζα τις γειτονιές της Πόλης κοντά στα τείχη, κατηφόριζα το Hoca Çakir Sokak3, το δρομάκι που περνάει μπροστά από το Τεκφούρ -σαράϊ -ερείπιο βυζαντινού ανακτόρου, που θρυλείται πως ανήκε στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο- και πάει προς το Εγρήκαπου, την Χαρσία Πύλη ή της Καλλιγαρίας, και συναντούσα στο δεξί μου χέρι μια μνημειώδη αψίδα που δεν μπορούσα τότε να αναγνωρίσω και να ταυτίσω, καθώς η επιγραφή στην κορυφή είχε κρυφτεί μέσα στα χορτάρια. Και επειδή οι μεν γηγενείς της περιοχής είχαν μεταναστεύσει προ πολλού για άλλες πολιτείες, οι δε ντόπιοι ήταν κατά το πλείστον νιόφερτοι και αγράμματοι, δεν υπήρχε κάποιος γνώστης για να με πληροφορήσει.

Αργότερα, όταν άρχισα να γνωρίζω σε μεγάλο βάθος την Κωνσταντινούπολη, έμαθα πως η αψίδα, κλειστή σήμερα, ήταν άλλοτε η κύρια είσοδος μιας εκ των πλέον ιστορικών Συναγωγών της Πόλης, που μετράει πάνω της αιώνες ιστορίας και η ρίζα της ξεκινά τη χρονιά της Άλωσης. Απέναντί της, αξιόλογα και επίσης αταύτιστα παλαιϊκά κτίσματα, μαζί με τον εν γένει βυζαντινό περίγυρο, δημιουργούν πάντοτε εικόνα υποβλητική: Βρίσκεσαι σε μιαν άλλη εποχή…

Άλλοτε βρισκόταν εκεί η Συναγωγή της Καστοριάς. Καστοριανοί Εβραίοι έποικοι εγκαταστάθηκαν με προτροπή του Μεχμέτ του Β’ του Πορθητή στην περιοχή αυτή, που είχε εγκαταλειφθεί από τους Βυζαντινούς. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι από τα Βυζαντινά ακόμη χρόνια υπήρχε στην Κωνσταντινούπολη μια μικρή Ρωμανιωτική4 εβραϊκή κοινότητα, που ζούσε σχετικώς καταπιεσμένη και γι’ αυτό υποδέχτηκε τον Πορθητή με ενθουσιασμό5.

Ο Μεχμέτ λοιπόν, όπως είπαμε, θέλησε να ξαναδώσει αίγλη στην Κωνσταντινούπολη, που ήδη την ύστερη βυζαντινή περίοδο είχε παρακμάσει και αποψιλωθεί πληθυσμιακά και βεβαίως μετά την Άλωση κατάντησε μια σχεδόν έρημη πόλη, με εκτεταμένες περιοχές να μένουν εντελώς ακατοίκητες και να χρησιμοποιούνται ως καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Μερίμνησε λοιπόν ώστε να μεταφερθούν από άλλες περιφέρειες της Αυτοκρατορίας διάφορες πληθυσμιακές ομάδες, τόσο χριστιανών, όσο και μουσουλμάνων και Εβραίων6.

Εφαρμόστηκε τότε από το Μεχμέτ το Οθωμανικό σύστημα του Σουργκιούν7, όρος που κατά κυριολεξία σημαίνει εξορία. Επρόκειτο για μια συστηματική πρακτική μετακίνησης πληθυσμών από την Οθωμανική Διοίκηση, που άλλοτε είχε το χαρακτήρα τιμωρίας και ποινής, και άλλοτε την οργανωμένη μετεγκατάσταση πληθυσμών με στόχο την εξυπηρέτηση πολιτειακών στόχων.

Η μετοίκηση αυτή των Καστοριανών Εβραίων είχε χαρακτήρα μάλλον αναγκαστικό, πλην όμως στους μετοικήσαντες δόθηκαν ποικίλα κίνητρα, ώστε να γίνει η νέα τους εγκατάσταση πιο άνετη και να ριζώσουν στην Πόλη. Το δε εβραϊκό στοιχείο χρησιμοποιήθηκε τόσο για την τόνωση του εμπορίου, όσο και λόγω της ελληνοφωνίας του, ως μεσολαβητής μεταξύ της Οθωμανικής διοίκησης και του ελληνικού χριστιανικού πληθυσμού. Την περίοδο αυτή, εκτός από τους Καστοριανούς, μετοίκησαν στην Πόλη Εβραίοι και από άλλες πόλεις της Μακεδονίας: Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Βέροια, Ιστίπ, Σκόπια, Αχρίδα8, δημιουργώντας και τις αντίστοιχες Συναγωγές, άλλες από τις οποίες αποτελούν σήμερα ανάμνηση, άλλων σώζονται τα ερείπια, της δε Αχρίδας η Συναγωγή έχει συντηρηθεί και λειτουργεί, θεωρούμενη ως η ιστορικότερη των Κωνσταντινουπολίτικων Συναγωγών…

Σουργκούνηδες ήρθαν και από άλλες πόλεις της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας, με συνέπεια ο μεν εβραϊκός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης να αυξηθεί θεαματικά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, αλλά παράλληλα δεκάδες ιστορικές εβραϊκές κοινότητες στην επικράτεια της Αυτοκρατορίας ερήμωσαν και εξαφανίστηκαν9. Και βέβαια η μετεγκατάσταση αυτή ήταν συχνά επαχθής για τους μεταφερόμενους πληθυσμούς, όπως αποδεικνύεται από μαρτυρίες, όπως αυτή ενός γιατρού από τη γειτονική Βέροια, που αυτοαποκαλείται στα γραπτά του «Εφραίμ μπεν Γκερσόν ο εξόριστος»10.

Όσον αφορά στην Καστοριά, αναφέρεται η έλευση στην Κωνσταντινούπολη ενός σημαντικού αριθμού Καστοριανών, υπό την ηγεσία του ραββίνου Ματταθία Ταμάρ. Η ίδρυση της Συναγωγής της Καστοριάς στο Μπαλατά – από το γειτονικό Παλάτιον των Βλαχερνών - είναι πιθανόν να έγινε αμέσως μετά την Άλωση και εντός του 145311, ή πάντως οπωσδήποτε ανάμεσα στα 1454-1459. Όντας Ελληνόφωνοι Ρωμανιώτες, οι Εβραίοι της Καστοριάς έγιναν συνεκτικός κρίκος ανάμεσα στους υπόδουλους Ρωμιούς και στην Οθωμανική Διοίκηση. Η άφιξή τους μάλιστα είχε τέτοια μαζικότητα και επιρροή στην περιοχή, ώστε για αρκετό διάστημα η ζώνη από το Εγρήκαπου ως και το Μπαλατά ήταν γνωστή με το όνομα της πόλης προέλευσης των εποίκων: Καστορία. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι, καθώς η Συναγωγή ήταν χτισμένη πάνω στον έκτο λόφο, τα δρομάκια που οδηγούσαν στη Συναγωγή από το Αϊβάνσαράϊ – τις βυζαντινές Βλαχέρνες και από τον κυρίως Μπαλατά, ήταν γνωστά στους ντόπιους ως «Las eskaleras de la Kasturiya»12, τα σκαλοπάτια της Καστοριάς…
Ασφαλώς η κοινότητα των Καστοριανών δεν ήταν τόσο πολυάριθμη – ή αν θέλετε οι Ισπανόφωνοι Σεφαραδίτες13 που αφίχθησαν στο τέλος του 15ου αιώνα, ως kendi gelen όμως, ως εθελουσίως δηλαδή προσερχόμενοι, ήταν πολύ περισσότεροι – που δεν θα μπορούσαν να την αφήσουν αμιγή και ανεπηρέαστη. Αντίθετα, οι τελευταίοι επικράτησαν γλωσσικά τουλάχιστο. Παρόλα αυτά, η Συναγωγή της Καστοριάς διατηρήθηκε σε λειτουργία μέχρι την τέταρτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Μάλιστα οι δύο κοινότητες, αυτή της Κωνσταντινούπολης και αυτή που παρέμεινε στη μακεδονική πόλη, διατήρησαν μεταξύ τους στενές σχέσεις μέχρι το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, οπότε εξολοθρεύτηκαν οι Ελληνοεβραίοι από τους Ναζί. Σχέσεις οικονομικές, όσο και κοινωνικές, που δυνάμωναν μέσα από συνοικέσια και οικογενειακούς δεσμούς. Και μέχρι τις μέρες μας ακόμη, συναντάται στους Εβραίους της Κωνσταντινούπολης το δηλωτικό της καταγωγής επώνυμο Kastoryano14, που κουβαλά ιστορία πέντε και πλέον αιώνων.

Στα προπολεμικά χρόνια οι γύρω από τη Συναγωγή δρόμοι ήταν πυκνά κατοικημένοι από εβραϊκές οικογένειες, και οι παλιότεροι θυμούνται το σαμάς15, το νεωκόρο, να γυρίζει τα βράδια της Παρασκευής φωνάζοντας: “asendar ke es tadre” ειδοποιώντας δηλαδή πως πρέπει να σταματήσουν τις δουλειές γιατί είναι αργά κι έρχεται το Σάββατο, τα δε πρωϊνά του Σαββάτου καλώντας τους άνδρες για Προσευχή: “Alto Sinyores, ya van a dizir Baruh Sema” – «Εμπρός, κύριοι, πάμε να προσευχηθούμε για το Σάββατο»16. Πιο παλιά ακόμη, το ίδιο το γειτονικό της Συναγωγής βυζαντινό ανάκτορο του Τεκφούρ Σαράϊ κατοικείτο από φτωχές εβραϊκές οικογένειες, λειτουργώντας κάποτε και ως Πτωχοκομείο. Στα 1850 ακόμη, γράφει ο Σκαρλάτος Βυζάντιος, «… εργάζονται υαλουργοί Ιουδαίοι. Εις δε το υπέργειον οικούσιν άθλιαι τινές οικογένειαι Ιουδαίων…»17.

Κάποια συμπεράσματα για τα αριθμητικά δεδομένα του εβραϊκού πληθυσμού της συνοικίας της Καστοριάς την περίοδο αυτή, μπορούμε να αντλήσουμε από τις κοινοτικές εκλογές του 1865. Η συναγωγή της Καστοριάς είχε τότε 96 ψήφους σε σύνολο 886 ολόκληρου του Μπαλατά κι έβγαλε 2 εκλέκτορες σε σύνολο 10 18. Τα χρόνια εκείνα ο Μπαλατάς ήταν η μεγαλύτερη εβραϊκή συνοικία της Πόλης, όπου άλλωστε κατοικούσαν πάνω από δέκα χιλιάδες Εβραίοι ως τη δεκαετία του 1950. Το αρχικό κτίσμα της Συναγωγής υπέστη ασφαλώς πολλές τροποποιήσεις και σίγουρα οι συχνές φωτιές που ταλαιπωρούσαν την ξυλόκτιστη Πόλη, θα το έβλαψαν πολλάκις, πριν καταλήξει στην τελευταία ανακαίνιση ή εκ βάθρων ανέγερση στα 1893 19. Αυτήν υποδηλώνει άλλωστε η εβραϊκή χρονολογία 5653 στο υπέρθυρο της αψίδας, όπου επίσης αναγράφεται με εβραϊκούς χαρακτήρες το όνομα Καστοριά. Ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο ανήκε στην κοινότητα, περιλαμβάνοντας γραφεία, ευμεγέθη κυρίως Συναγωγή, με χωρητικότητα 150 ατόμων, πλούσια διακοσμημένη κατά τις περιγραφές που έχουν διασωθεί, μια δεύτερη μικρότερη Συναγωγή στην άκρη της αυλής, και μικρό ευκτήριο οίκο-«μιντράς»20, που χρησιμοποιείτο για τις καθημερινές προσευχές, αλλά και στις γιορτές, όταν γέμιζε η μεγάλη Συναγωγή. Υπήρχε επίσης ένα πηγάδι, όπου «έριχναν» οι πιστοί τις αμαρτίες τους στη γιορτή της Πρωτοχρονιάς-Ρος Ασανά21, και το νερό του χρησιμοποιείτο επίσης για την πλύση των νεκρών, πριν την ταφή22. Στα 1935, η συναγωγή της Καστοριάς είχε ηλεκτροφωτιστεί, χάρη στις ενέργειες του γκαμπάϊ23 Yomtov Sulam, ο οποίος έδωσε μαζί με την οικογένειά του συναυλία με θρησκευτικούς ύμνους, τα έσοδα της οποίας δόθηκαν για το σκοπό αυτό24.

Στην τελευταία πιθανότατα χαρτογραφική αποτύπωση της περιοχής, το 1928, εμφανίζεται το συγκρότημα της Συναγωγής με τα τρία κτήρια και καταλαμβάνει το 467 οικοδομικό τετράγωνο. Το κτίσμα της κυρίως Συναγωγής χαρακτηρίζεται όμως ως πεπαλαιωμένο, ξύλινο, υπέργηρο έως σαραβαλιασμένο – θαρρείς ως προειδοποίηση του τι έμελλε γενέσθαι. Τραγική ειρωνεία είναι ότι η χαρτογράφηση αυτή έγινε από το Ζακ Πέρβιτιτς25, για τις ανάγκες των ασφαλιστικών εταιριών που τότε άρχισαν να αναπτύσσονται στον κλάδο πυρός. Διότι, λίγο αργότερα - στα 1937 - η φωτιά θα φέρει το τέλος26. Μια ακόμη φωτιά που εξαφάνισε τα κτήρια, τα οποία ως επί το πλείστον ήταν ξύλινα, σβήνοντας για πάντα πολύτιμες ιστορικές μαρτυρίες και τοποθετώντας πια στην ιστορία μια από τις αρχαιότερες Συναγωγές της Πόλης. Έκτοτε ο χώρος εγκαταλείφθηκε και η Συναγωγή δεν ξαναχτίστηκε ποτέ.

Τις επόμενες δεκαετίες η περιοχή άρχισε να εγκαταλείπεται από τον εβραϊκό της πληθυσμό. Στις δεκαετίες του 1950 και 1960 η έξοδος από ολόκληρο το Μπαλατά απέκτησε μαζικό χαρακτήρα, καθώς οι Εβραίοι επέλεξαν να εγκατασταθούν σε νεώτερες και αναπτυσσόμενες συνοικίες της Πόλης, όπως το Πέρα, το Νισάντασι και το Σισλί. Ένας μεγάλος αριθμός επίσης από τους οικονομικά ασθενέστερους μετανάστευσε στο Ισραήλ, όπου στην πλειοψηφία τους εγκαταστάθηκαν στη Yehudiya, κοντά στη Γιάφφα27. Ενώ στο Μπαλατά ήρθαν να κατοικήσουν ανατολίτες, με καταγωγή κυρίως από την Κασταμονή του Πόντου. Ένα κεφάλαιο της ιστορίας έκλεισε…

Σήμερα διατηρούνται η αψιδωτή κυρίως πύλη της Συναγωγής και άλλη μια πύλη στην πίσω πλευρά και ικανό μέρος των τοίχων του αυλόγυρου. Σε μια γωνιά είναι στοιβαγμένες κάμποσες ταφόπλακες. Πρέπει να επισημανθεί πως στην περιοχή του Εγρήκαπου έχουν ανεβρεθεί εβραϊκές επιτύμβιες επιγραφές, χρονολογούμενες από την βυζαντινή περίοδο, με ονόματα Ρωμανιωτών ελληνοφώνων Εβραίων, καθώς στο σημείο αυτό βρίσκονται και τα απομεινάρια από το αρχαιότερο εβραϊκό κοιμητήρι της Πόλης, ακριβώς έξω από τα Βυζαντινά χερσαία τείχη, όπου μεταξύ άλλων ετάφη και ο πρώτος μετά την Άλωση της Πόλης Αρχιραββίνος, ο Μωύς Καψάλης28.

Διατηρείται επίσης και το Σχολείο της κοινότητας, που λειτουργούσε από πολύ παλιά ως Ιεροσπουδαστήριο - Ταλμούδ Τορά29 - και φαίνεται ότι ήδη στα 1929 είχε διακόψει τη λειτουργία του30. Στο πίσω σοκάκι, ανηφορίζοντας δέκα με είκοσι μέτρα, συναντάς δίπατο πέτρινο κτίσμα με δώμα, με τον κεραμοπλαστικό του ιστό να ξεχωρίζει. Σήμερα έχει διαμορφωθεί σε κτήριο κατοικιών. Ένα στενό πιο πάνω, στο Λιμοντζού σοκάκι, ισόγειο ταπεινό κτήριο αποτελούσε άλλοτε την έδρα των συλλόγων Μακαμπή και Ha Hamla και δίπλα του βρισκόταν το σπίτι του τελευταίου ραββίνου31. Σήμερα το ημιερειπωμένο κτίσμα αποτελεί την έδρα του Μποζκούρτ32 Σπορ Κουλουμπού, με έτος ιδρύσεως 1949. Σώζονται επίσης αρκετά σπίτια των αρχών του 20ου αιώνα, χτισμένα από τούβλο, που κατοικούνταν από μεσοαστικές εβραϊκές οικογένειες, καθώς τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα αυτού, το εκσυγχρονιστικό και ανακαινιστικό πνεύμα του τότε Αρχιραββίνου της Πόλης Χαϊμ Ναχούμ είχε έντονα επηρεάσει τους κατοίκους της συνοικίας αυτής, ώστε μέχρι και τη δεκαετία του 1930 η εικόνα της ήταν έντονα αναβαθμισμένη33.

Θλιβερή εικόνα γεμίζει την ψυχή του επισκέπτη. Όπως συχνά συμβαίνει στην Τουρκία, ο χώρος της Συναγωγής της Καστοριάς κάποια στιγμή κηρύχθηκε mazbut34. Εγκατελελειμένος και εμπερίστατος, υπό την προστασία δηλαδή του κράτους – όρος που χρησιμοποιείται υποκριτικά από το τουρκικό δημόσιο, ώστε να καταλαμβάνει μειονοτικά ιδρύματα. Έτσι κι εδώ το οικόπεδο της Συναγωγής καταλήφθηκε από τη Διεύθυνση Βακουφίων35 και στη συνέχεια στα 1992 νοικιάστηκε σε ιδιώτες. Την τελευταία εικοσαετία η έκταση έχει ισοπεδωθεί και χρησιμοποιείται ως σταθμός φύλαξης αυτοκινήτων – OTOGAR PARKI, λες κι από κάποια άσχημο παιχνίδι της ιστορίας έπρεπε να έχουν όμοια κακή τύχη κι οι δυο Συναγωγές36 των Καστοριανών Εβραίων, τόσο στην μητέρα πατρίδα της Μακεδονίας, όσο και στην βασιλίδα των πόλεων Κωνσταντινούπολη...

Ξαναπήγα στη γειτονιά της Καστοριάς, Σεπτέμβρη του 2008, προγραμματισμένα κατά κάποιον τρόπο, για να ξαναδώ τα μέρη για τα οποία πρόκειτο να σας μιλήσω απόψε, να πάρω στην ψυχή μου τον αέρα της γειτονιάς και της μνήμης. Σημειώστε ότι στην ευρύτερη περιοχή του ερειπίου της Συναγωγής της Καστοριάς και σε απόσταση λίγων δεκάδων ή εκατοντάδων μέτρων από αυτήν βρίσκονται εννιά ελληνορθόδοξες εκκλησίες37, μια αρμενική38, ένα βυζαντινό κοιμητήρι39, η βυζαντινή μονή της Χώρας και δυο ακόμη βυζαντινοί ναοί40 που έχουν μετατραπεί σε τεμένη, κινστέρνες41, δυο ενεργές Συναγωγές42 και μια κλειστή43 και τέσσερα ή πέντε ακόμη ερείπια παλιών ιστορικών Συναγωγών44, το εβραϊκό Νοσοκομείο Ορ Αχαϊμ – και φυσικά κάμποσα παλαιότατα τεμένη45, λουτρά46 κι άλλα μουσουλμανικά ευαγή ιδρύματα. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι πρόκειται για μια περιοχή έντονα φορτισμένη ιστορικά, αφού επιπλέον βρίσκεται δίπλα στα βυζαντινά τείχη, το ανάκτορο του Πορφυρογέννητου, τις Βλαχέρνες και φυσικά την Κερκόπορτα. Κάθε σου βήμα πατάει πάνω στο παρελθόν, κάθε σου ματιά έρχεται κατάματα και αντιμέτωπη με την ιστορία.

Αυτή τη φορά επέλεξα να ανέβω από τον Κεράτιο στο ύψος της Ξυλόπορτας – διαδρομή περισσότερο δύσκολη, αφού πρέπει να σκαρφαλώσεις τα κάπως απότομα σκαλοπάτια – τις εσκαλέρας των Καστοριανών – και επιπλέον να περάσεις μέσα από τον τσιγγανομαχαλά, πολλά σπίτια του οποίου είναι αλλοτινά μέγαρα εβραίων και ρωμιών, που υποχρεώθηκαν από τα γεγονότα να τα εγκαταλείψουν και βεβαίως σήμερα καταρρέουν.

Ο περίβολος παραμένει στη θέση του, όπως και η επιγραφή στην κύρια πύλη. Έχει όμως αφαιρεθεί το υπέρθυρο αέτωμα και η επιγραφή της πίσω πύλης. Και βεβαίως ο χώρος εξακολουθεί να λειτουργεί ως σταθμός αυτοκινήτων, πληγώνοντας την ιστορία και τις μνήμες μας…

Κατηφορίζοντας για να φύγω, θυμήθηκα πως εκείνη η μέρα – η 6η Σεπτεμβρίου του 2008 - ήταν θλιβερή επέτειος μιας ακόμη αποφράδας μέρας. Αναφέρομαι ασφαλώς στα Σεπτεμβριανά του 1955 – στην ύστερη, τη σύγχρονη Άλωση της Πόλης.

Δε θα επεκταθώ βέβαια παραπέρα, παρά μονάχα θα επισημάνω πως το έντονο κλίμα ανασφάλειας που επικράτησε μετά τα Γεγονότα είχε σα συνέπεια την ολοσχερή έξοδο των Ρωμιών από την περιοχή, που γρήγορα τους ακολούθησαν και οι Εβραίοι, επιλέγοντας να ζήσουν σε άλλες περισσότερο ασφαλείς περιοχές, αφήνοντας πίσω τους ερείπια και πολλούς αιώνες ιστορίας…


___________________________

1.(τίτλος) Μια πρώιμη μορφή του παρόντος κειμένου έχει δημοσιευτεί στο βιβλίο του γράφοντος «Γειτονιές της Κωνσταντινούπολης», Τσουκάτου, Αθήνα 2002 και στην εφημερίδα «ΟΔΟΣ» της Καστοριάς, φ. 342/8-3-2006.

2. Η λεηλασία δεν ήταν επιλογή του Μεχμέτ, αλλά επιβαλλόταν από τη σεριάτ, τον ιερό νόμο του Ισλάμ, καθώς η Πόλη είχε καταληφθεί με τη βία και συνεπώς τα κινητά αγαθά της ήταν νόμιμη λεία των πολεμιστών, ενώ οι κάτοικοι της μπορούσαν να σκλαβωθούν. Όταν ο Μεχμέτ εισήλθε στην Πόλη την πρώτη ημέρα της Άλωσης, διέκοψε τις λεηλασίες. Βλ. Χαλίλ Ιναλτζίκ, Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασσική εποχή, 1300-1600, μετάφραση Μιχάλης Κοκολάκης, Αλεξάνδρεια 1994, σελ. 52-53.

3. Η ακριβής διεύθυνση της Συναγωγής της Καστοριάς είναι Hoca Çakir Sokak no 132.

4. Ρωμανιώτες καλούνται οι ελληνόφωνοι Εβραίοι, που εκτός από τη γλώσσα, είχαν ασπαστεί και τον ελληνικό πολιτισμό. Έχουν ιδιαίτερο λειτουργικό τυπικό, και πολλά χωρία της Βίβλου διαβάζονται στα ελληνικά. Ρωμανιωτικές κοινότητες στα νεώτερα χρόνια ήταν αυτές της νότιας Ελλάδας, με σπουδαιότερη αυτή των Ιωαννίνων. Ρωμανιώτες υπήρχαν σ’ όλη τη νότια Βαλκανική πριν την άφιξη των Σεφαραδιτών, οι οποίοι αφομοιώθηκαν από τους τελευταίους, λόγω του ότι αυτοί ήταν πολυάριθμοι. Η λέξη Ρωμανιώτης προέρχεται από το Ρωμιός – Ρωμανία, χαρακτηρίζει δηλαδή το Ρωμιό – Εβραίο.

5. Βλ. Naim Avigdor Güleryüz, The History of the Turkish Jews, Gözlem, Istanbul 2000, σελ. 6.

6. Stanford J. Shaw, The Jews of the Ottoman Empire and the Turkish Republic, Macmillan Press, London 1989, σελ. 28-29.

7. Για το Σουργκιούν βλ. Joseph Hacker, “The Sürgün System and Jewish Society in the Ottoman Empire During the Fifteenth to the Seventeenth Centuries”, σελ. 1-65, στο Aron Rodrigue (Ed.), Ottoman and Turkish Jewry. Community and Leadership, Indiana University, Bloomington 1992.

8. Stanford J. Shaw, ο,π,, σελ. 66.

9. Jacob Barnai, “On the History of the Jews in the Ottoman Empire”, στο Esther Juhasz (ed.), Sephardi Jews in the Ottoman Empire. Aspects of Material Culture, The Israel Museum, Jerusalem 1990, σελ. 19.

10. Joseph Hacker, ο.π., σελ. 12-13.

11. M. Molho, ο.π. σελ 20.

12. Marie - Christine Varol, Balat, Fauburg Juif d’ Istanbul, The Isis Press, Istanbul 1989, σελ. 20 και Naim Güleryüz, Istanbul Sinagoglari, Istanbul 1992, σελ 2.

13. Σεφαραδίτες (εβρ. Σεφαραδίμ) καλούνται οι ισπανόφωνοι Εβραίοι, που εξορίστηκαν από την Ισπανία και την Πορτογαλία ανάμεσα στα 1492 – 1497, και σε μεγάλο ποσοστό τους βρήκαν καταφύγιο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εκτός από τη γλώσσα, έχουν δικιά τους ιδιαίτερη κουλτούρα και λειτουργικό τυπικό. Ο όρος προέρχεται από τη Σεφαράδ, βιβλική ονομασία (Οβαδίας, 1:20), που αρχικά αφορούσε σε περιοχή γύρω από τις Σάρδεις της Μικράς Ασίας, όπου μεταφέρθηκαν οι εξόριστοι Εβραίοι μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από το Ναβουχαδονόσορα. Ο όρος αργότερα χρησιμοποιήθηκε για την Ισπανία.

14. Επώνυμα εβραϊκών οικογενειών της συνοικίας της Καστοριάς τον 20ο αιώνα ήταν επίσης τα Toros, Taragano, Dinar, Soria, Palti, Benbasat, Çerasi, Sion, Alkulumbre τα οποία δεν απαντώνται στην εβραϊκή κοινότητα της Μακεδονικής πόλης την ίδια περίοδο, προφανώς λόγω της πληθυσμιακής κινητικότητας του εβραϊκού στοιχείου μέσα στους αιώνες που μεσολάβησαν από την εγκατάσταση του στην Κωνσταντινούπολη.

15. Σαμάς είναι ο υπεύθυνος για την καλή λειτουργία της συναγωγής, ο νεωκόρος.

16. Naim Güleryüz, ο.π., σελ 22.

17. Σκαρλάτος Βυζάντιος, Η Κωνσταντινούπολις ή περιγραφή τοπογραφική, αρχαιολογική και ιστορική κ.τ.λ., τόμος Α΄, Αθήνησιν 1851 (Ανατύπωση Εκδόσεις Πελεκάνος, Αθήνα 1993), σελ. 365.

18. Abraham Galante, Documents officiels Turcs concernant les Juifs de Turquie, Istanbul 1931, σελ. 242-245. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε βεβαίως καθολική ψήφος και οι αριθμοί πρέπει να εξετάζονται κάτω από αυτό το πρίσμα.

19. Mili Mitrani και Ersin Alok, Anatolian Synagogues, Istanbul 1992, σελ. 257

20. Μιντράς καλείται ο μικρός ευκτήριος οίκος, συνήθως δίπλα στις μεγάλες συναγωγές, αλλά κάποτε και αυτόνομος. Χρησιμοποιείται συνήθως στις καθημερινές πρωινές προσευχές, όπου οι πιστοί είναι λιγότεροι. Κατά κυριολεξία σημαίνει μελέτη και για το σκοπό αυτό κατ’ αρχήν προορίζεται. Η αραβοτουρκική λέξη μεντρεσέ έχει την ίδια ρίζα.

21. Ρος Ασανά (εβρ.) = Η εβραϊκή Πρωτοχρονιά, με την οποία αρχίζει η περίοδος των μεγάλων εβραϊκών γιορτών του φθινοπώρου. Γιορτάζεται την πρώτη ημέρα του μήνα Τισρί. Το τελετουργικό της περιλαμβάνει προσευχή δίπλα σε τρεχούμενο νερό, οπότε οι πιστοί τινάζουν τα ρούχα τους, «ρίχνοντας», «πετώντας» από πάνω τους τις αμαρτίες του προηγούμενου χρόνου, που τις ξεπλένει το νερό. Συνήθως στην αυλή της Συναγωγής υπάρχει πηγάδι, που χρησιμοποιείται για τις θρησκευτικές ανάγκες της κοινότητας.

22. Naim Güleryüz, ο.π., σελ 22.

23. Γκαμπάϊ είναι κοινοτικός έφορος της συναγωγής, υπεύθυνος για τα οικονομικά της. Ταμίας.

24. Marie - Christine Varol, Balat, ο.π., σελ. 19.

25. Jacques Pervititch Sigorta Haritalarında Istanbul, Axa Oyak, Istanbul χ.χ., σελ. 174.

26. Ilan Karmi, Jewish Sites of Istanbul. A guide book, The Isis Press, σελ. 54.

27. Marie - Christine Varol, Balat, ο.π., σελ.4.

28. Το νεκροταφείο αυτό έχει πάψει να χρησιμοποιείται από τα 1839. Βλ. Ilan Karmi, Jewish Sites, ο.π., σελ. 55 και Marie - Christine Varol, Balat, ο.π., σελ. 22-23.

29. Ταλμούδ Τορά (εβρ.) = Θρησκευτικό εβραϊκό σχολείο. Ο όρος προέρχεται από τις λέξεις Ταλμούδ που είναι ο προφορικός Νόμος των Εβραίων, οι ερμηνείες δηλαδή των Γραπτού Νόμου, όπως διατυπώθηκαν και καταγράφηκαν αιώνες πριν από σοφούς μελετητές και ραββίνους, και Τορά που είναι ο γραπτός εβραϊκός Νόμος, δηλαδή η Πεντάτευχος, τα πέντε πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης: Γένεσις, Έξοδος, Λευϊτικόν, Αριθμοί, Δευτερονόμιον.

30. Marie - Christine Varol, Balat, ο.π., σελ. 22. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγείται η Varol καθώς το σχολείο αυτό δεν εμφανίζεται στους γνωστούς χάρτες του αυστριακού Pervitich, που συντάχθηκαν για τις ασφαλιστικές εταιρείες.

31. Marie - Christine Varol, Balat, ο.π., παράρτημα, φωτ. 55.

32. Μποζκούρτ σημαίνει γκρίζος λύκος, όμως εδώ πρόκειται για αθλητικό σύλλογο, που δε φαίνεται – κατά τη γνώση του γράφοντος - να έχει σχέση με τη γνωστή με το ίδιο όνομα ακροδεξιά παρακρατική οργάνωση.

33. Stanford J. Shaw, ο,π,, σελ. 230-231.

34. Mazbut = Ευρισκόμενο υπό την επίβλεψη και την προστασία των αρχών, περιμαζεμένο, εμπερίστατο. Έτσι χαρακτηρίζει το τουρκικό δημόσιο πλήθος θρησκευτικών ευαγών ιδρυμάτων (=βακουφίων) των μειονοτήτων, τα οποία στη συνέχεια καταλαμβάνει και αναθέτει τη διαχείριση τους στη Διεύθυνση Βακουφίων, η οποία υποτίθεται ότι πρέπει να μεριμνεί γι’ αυτά και να τα φροντίζει. Στην πράξη η Διεύθυνση Βακουφίων νοικιάζει και άλλοτε μεταβιβάζει σε ιδιώτες τα ακίνητα, τα έσοδα των οποίων καταλήγουν στα κρατικά ταμεία.

35. Βακούφι (τουρκ. vakıf) = Ιερό καθίδρυμα, αφιέρωμα, μετόχι. Ίδρυμα με αγαθοεργό σκοπό.

36. Η Συναγωγή της Καστοριάς επί της σημερινής οδού Πλάτωνος κατεδαφίστηκε στα 1948 και έκτοτε ο χώρος παραμένει άχτιστο οικόπεδο, που χρησιμοποιείται άτυπα ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων των περιοίκων, ενώ σ’ ένα τμήμα του έχουν χτιστεί σύγχρονες κατοικίες. Βλ. Πάνος Τσολάκης, Η εβραϊκή συνοικία της Καστοριάς, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 17-19.

37. Πρόκειται για τους ναούς Παναγίας Χατζηριώτισσας, Παναγίας Κυρίας των Ουρανών, Παναγίας Σούδας, Αγίου Γεωργίου Εντιρνέκαπου, Αγίου Δημητρίου Σαρμασικίου, Ταξιαρχών Μπαλατά, Παναγίας Μπαλίνου, Παναγίας Βλαχερνών, Αγίου Δημητρίου Ξυλόπορτας, που όλοι τους βρίσκονται σε μικρή ακτίνα γύρω από τη Συναγωγή της Καστοριάς.

38. Πρόκειται για το ναό του Σουρπ Χιρεσνταγκαμπέτ.

39. Το Πατριαρχικό Νεκροταφείο Εγρήκαπου και ο ναός του Αγίου Κυριακού.

40. Πρόκειται για το Kefeli camii (Μονή Μανουήλ) και το Atik Mustafa Pasa camii (ναός Πέτρου και Μάρκου).

41. Όπως η κινστέρνα του Άσπαρος, πάνω στην οποία έχει χτιστεί το στάδιο του Καραγκιουμρούκ.

42. Πρόκειται για τις Συναγωγές της Αχρίδας και της Ιάμπολης (Yambol). Υπάρχει επίσης και η συναγωγή Kadoori εντός του Νοσοκομείου Ορ Αχαϊμ.

43. Πρόκειται για τη Συναγωγή της Ιστίπ (Iştipol), που είναι ξυλόχτιστη, στον ίδιο τύπο που ήταν χτισμένη η Συναγωγή της Καστοριάς. Μερικοί μελετητές συγχέουν τις δυο συναγωγές, που πάντως βρίσκονται πολύ κοντά. Βλ. Ester Juhazs, “Synagogues”, στο Esther Juhasz (ed.), Sephardi Jews, ο.π., σελ. 37 και σελ. 38 όπου δημοσιεύεται φωτογραφία της συναγωγής της Ιστίπ, με εσφαλμένη λεζάντα ως συναγωγή της Καστοριάς.

44. Πρόκειται για τις Συναγωγές Τζάνα, Ελιάχου, Θεσσαλονίκης ή Sigri, Βέρροιας και μέχρι πρόσφατα η συναγωγή Pol Yashan (παλιά Πόλη), που κατεδαφίστηκε το 1989 κατά τη διαπλάτυνση του παραλιακού δρόμου του Κεράτιου κόλπου. Η Τζάνα ήταν Ηπειρωτική πόλη κοντά στην Καστοριά, το εβραϊκό στοιχείο της οποίας μετεφέρθη στην Πόλη ταυτόχρονα με τους Καστοριανούς.

45. Όπως το ι Efendi camii το Ferruh Kethüda camii και το μεγάλο τέμενος της Μιχριμάχ.

46. Όπως το Hançerli Sultan hamam, το Tahta Μinare hamam και το Çavus ή Ferruh Kethüda hamam το οποίο χρησίμευε και ως τελετουργικό λουτρό (μικβέ) για τους Εβραίους ολόκληρου του Μπαλατά και γι’ αυτό ήταν γνωστό ως El Banyo de Balat.






SUMMARY
After the conquest of Istanbul in 1453, Sultan Mehmet 2nd the Gazi found an abandoned city. Many regions of the ex Byzantine capital were absolutely emptied of inhabitants, and the population that remained was poor and miserable. But Mehmet wanted to establish there a new brilliant capital.
So, following the Ottoman system of Surgun, he transferred there various populations of many regions of his extended empire, of Jewish origin and Christians and Muslims alike.
In the eve of the capture of Istanbul, Mehmet brought numerous Jewish families of the city of Kastoria and established them in the region of Balat, near Tekfur Saray – the ex-palace of the Emperor Constantine Porfirogenitus in the vicinity of the land walls.
The Kastorian Jews were transferred to Istanbul in an obligatory manner but they were given many advantages for their new establishment.
The Kastorian Jews were Greek speaking, following the Romaniot rite and they were used by the Ottomans as intermediaries between the State and the Greek population. They built their new Synagogue on the Hoca Cakir street and the region around it was called for many years “Kastoria”.
As the years were passing, the Romaniot Kastorian Jews were assimilated with the Sephardic Jews who were more numerous and came to Istanbul after their exile from Spain.
The Synagogue and the community of the Kastorian Jews survived in Istanbul till 1937, when it was destroyed by fire. What remains today is the gate of the entrance with the inscription “Kastoria” in Hebrew and the date 5893 which is referred as the last renovation of the building. The site of the Synagogue is now an empty plot, which is being confiscated by the government and being rented as a garage. The whole Jewish population of the region left after 1960 for Israel or preferred staying in modern regions of the city, like Pera and Sisli.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 12 Φεβρουαρίου 2009

Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

1.3.09

ΟΔΟΣ: Κώνωψ (ο, η)

Η Καστοριά υπήρξε πάντοτε μια όχι και τόσο συνηθισμένη περίπτωση πόλης. Γραφική μα ταυτόχρονα αινιγματική και ορισμένες φορές μελαγχολική, πόλη αρχαία αλλά με διάρκεια και συνέχεια, πόλη ελληνική με τους εβραίους κατοίκους της στο παρελθόν να τεκμηριώνουν τον πλουραλισμό της αλλά και να ενθαρρύνουν τον κοσμοπολιτισμό των κατοίκων της. Έτσι πάντοτε ήταν λογικό να εμπνέει τα πιο διαμετρικά αντίθετα, συναισθήματα. Μια πόλη περίπλοκη και σύνθετη σε ένα πολύπλοκο περιβάλλον.

Συμπάθεια και εμπάθεια ήταν πάντοτε οι σταθεροί συνοδοιπόροι της στον χρόνο. Οι διαφορές της με την υπόλοιπη περιφέρεια, ήταν -ιδίως κατά το παρελθόν- τόσο αισθητές, ώστε μαγνήτιζε. Αλλά και προκαλούσε. Όλοι είχαν -και έχουν- γνώμη γι΄ αυτή.

Η ιστορία της γούνας -στην ουσία δηλαδή η ιστορία της ίδιας της Καστοριάς τους τελευταίους αιώνες- μαρτυρεί την σχέση της πόλης με τους υπόλοιπους, αλλά και με τον εαυτό της. Όσο η γούνα ανήκε στην Καστοριά, επικράτησε ευημερία για αρκετές δεκαετίες. Καλώς ή κακώς, όταν η γούνα έφυγε και επεκτάθηκε στην περιφέρεια, ακολούθησε μέσα σε λίγα χρόνια ο μαρασμός.

Κανείς βεβαίως δεν μπορούσε -ούτε τώρα μπορεί- να σταματήσει ή να ανακόψει επί μακρό χρόνο τις εξελίξεις. Οι αλλαγές έχουν μια αφύσικη δύναμη: Την νομοτέλεια. Αλλά το παράδειγμα της γούνας είναι χαρακτηριστικό, έστω κι’ αν οι εξελίξεις ήταν και αυτές νομοτελειακά αναπόφευκτες. Διότι σήμερα είναι γνωστή η καταστροφική πορεία, ή ακριβέστερα η κατάληξη της γούνας εκτός πόλης. Δεν είναι όμως γνωστό πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα, αν η γούνα παρέμενε υπόθεση και προνόμιο της Καστοριάς. Ίσως βέβαια, να είχαν αποβεί ακόμη χειρότερα. Μπορεί όμως να ήταν καλλίτερα και η Καστοριά να βρισκόταν ακόμη στο απόγειο της κοινωνικής και οικονομικής της ακμής.

Το ίδιο περίπου συνέβη και με τις τόσο απαραίτητες κατά τα άλλα πολεοδομικές επεκτάσεις της Καστοριάς. Όταν αποφασίζονταν, η παραδοσιακή πόλη στην κυριολεξία ασφυκτιούσε από την αναρχία και την υπερεκμετάλλευση. Κανείς ωστόσο δεν θα μπορούσε να προβλέψει το μέγεθος της σημερινής εγκατάλειψης της παλιότερης Καστοριάς. Μιας άλλης πόλης που παρακμάζει στην χαρακτηριστική χερσόνησο της λίμνης.

Για να μην γίνει άλλη αναφορά στην απαράδεκτη απογύμνωση του παλιού κέντρου από τις δημόσιες υπηρεσίες αρκεί να αναφερθούν τα υπόλοιπα θλιβερά πειστήρια αυτής της κατάστασης: το ρημαγμένο κτήριο του Ξενία, το ερειπωμένο κτήριο του Πνευματικού Κέντρου – που ξεκίνησε την καθοδική του πορεία αφ’ ότου επί παντοδυναμίας αλά δεκαετίας 1980 του κ. Φιλίππου Πετσάλνικου μετατράπηκε αισθητικά και λειτουργικά σε ισπανικό castello. Ερημωμένο φυσικά.

Σε μικρή απόσταση, το εγκαταλειμμένο καλαίσθητο ιδιόκτητο κτήριο του ΟΤΕ, ο οποίος σε εποχές δύσκολου ανταγωνισμού δεν εξηγεί γιατί επιμένει να επιβάλλει ένα μίνι ταξίδι σε χιλιάδες συνδρομητές των υπηρεσιών του κάθε φορά που σπεύδουν να εξοφλήσουν τους λογαριασμούς τους ως το κεντρικό κτήριο στην οδό Γράμμου και δεν επανδρώνει το κτήριο της Αγίου Αθανασίου με ολιγάριθμο προσωπικό, αρκετό πάντως για να γλυτώνει από το καψόνι τους κατοίκους της «μέσα» πόλης. Και για να δώσει μια μικρή ανάσα στην περιοχή.

Η δικαιολογία για ελλείψεις χώρων στάθμευσης, δεν πείθει πλέον κανένα, αφού η κατάσταση στις επεκτάσεις και ιδίως στην είσοδο της Καστοριάς, μεταξύ των οδών Γράμμου και Λεωφόρου των Κύκνων όπου συνωστίσθηκαν κάτοικοι, ΔΕΗ, ΟΤΕ, υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο, οι άλλες υπηρεσίες, τράπεζες, καταστήματα και λαϊκές, τουλάχιστον σε ότι αφορά τις κυκλοφοριακές συνθήκες και τις θέσεις στάσης και στάθμευσης των αυτοκινήτων, είναι πολύ χειρότερη.

Κοντά σ’ αυτά, η πλήρης λειτουργική και ιστορική αποξένωση της νέας πόλης και των νεώτερων κατοίκων από τις ρίζες στα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία. Ο κάποιος μαρασμός του Βυζαντινού Μουσείου, το οποίο αφού εγκληματικά αποψιλώθηκε εν μέρει από τα πεύκα του περιβάλλοντος χώρου, εξ αιτίας μιας ασυγχώρητης αυθαιρεσίας, αντί «ηλιόλουστο» και χωρίς «υγρασία» από τα σκιερά πεύκα που το κατάντησαν μετά τις «επεμβάσεις» να αποτελεί ένα από τους φάρους των κορυφών της Καστοριάς, ακριβώς αντίθετα συμβολικά και λειτουργικά μάλλον φθίνει.

Μέχρι και η γέφυρα του Σταυρού, μια κατά τα άλλα «αστεία» για τις τεχνικές, κατασκευαστικές και οικονομικές δυνατότητες της σημερινής εποχής υπόθεση. στόσο συμπλήρωσε περισσότερα από 10 χρόνια αποκλεισμού της με την γνωστή πινακίδα της «ανεπάρκειας της στατικής», στέκεται πεισματικά όρθια, στην ίδια κατάσταση αρνούμενη να «καταρρεύσει» μέσα στην λίμνη, αν και επικίνδυνη όπως ισχυρίζονται οι «σοφοί», για να τεκμηριώνει το φιάσκο και την διαχρονική ταπείνωση των δημοτικών αρχών αλλοτινών και τωρινής που καταδέχονται αυτή την απαράδεκτη κατάσταση.

Στο ίδιο με όλα αυτά μοτίβο ώρες-ώρες μοιάζει να περιπλέκεται η υπόθεση της αρχιτεκτονικής σχολής. Έστω κι’ αν παρά τα αργά βήματα και τις παγίδες που στήνονται προχωρά, η ιστορία της, είναι αποκλειστικά καστοριανή. Σαν κι’ αυτές που ήδη αναφέρθηκαν και έχουν να κάνουν με την δύναμη αλλά και τις φάρσες της νομοτέλειας. Χάνεται από τον κύκλο σπουδών η χρονιά του 2009, παρά τον αγώνα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης.

Δυο-τρεις απόλυτα ιδιοτελείς, κοινωνικά ανεύθυνοι, αλλά δυστυχώς και ανάλγητοι καθηγητές και γονείς, με την σύμπραξη εξαγορασμένων ραδιοτηλεοπτικών συνειδήσεων που παγαλίζουν τις εντολές των κυρίων και των κυριών τους, αποδεικνύουν και τεκμηριώνουν την αλήθεια.

Ο απαράδεκτος κατακερματισμός των τάσεων στην Νομαρχία, αλλά και σε γενικότερο κομματικό επίπεδο, λέγεται ότι τραβούν το χειρόφρενο για να μην πάρει την «δόξα» της σχολής το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Που έμπρακτα απέδειξε τα αληθινά αισθήματά της για την Καστοριά: Πέντε χρόνια τώρα, δεν έκανε σχεδόν τίποτε για μια πόλη και ένα νομό «κάστρα».

Ούτε μια Σχολή δεν μπορεί να τελειώσουν έγκαιρα και να την επιβάλλει σε όσους, ακόμη και υπηρεσιακούς παράγοντες του Υπουργείου ανοίγουν λάκκους σε βάρος της πόλης της Καστοριάς, και διϋλίζουν τον κώνωπα για να στείλουν τα φιλέτα των τμημάτων σε άλλες πόλεις της περιοχής. Με ή χωρίς λίμνες. Αλλά πάντως χωρίς παρά – Φροσύνες.
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.2.2009

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ