13.5.09

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

[επιστολή από Μελβούρνη Αυστραλίας]

6 Απριλίου 1941

Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα

ΟΙ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΤΟΥ ΧΙΛΙΑ ΕΝΝΙΑΚΟΣΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑ και σαράντα ήταν περίοδοι που έφεραν τις μεγάλες αλλαγές στην υφήλιο. Όπως η μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση. Έγιναν πολιτικές ανακατατάξεις στην Ελλάδα με την δικτατορία του Μεταξά, ο Μουσολίνι στην Ιταλία, ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία, και το χειρότερο o Adolf Hitler με την μεγαλομανία του οδήγησε την υφήλιο στον δεύτερο παγκόσμιαo πόλεμο ο οποίος δεν άφησε κανέναν αμέτοχο. Σ’ αυτό τον πόλεμο μετά χαράς πήρε μέρος και ο αλόγιστος Μουσολίνι. Αν και η Ιταλία είχε υπογράψει με την Ελλάδα συμφωνία μη επιθέσεως, πίσω από το κρανίο του ο Bentito, έψαχνε να βρει αφορμή για να της επιτεθεί. Δικαιολογημένα, ήθελε ο άνθρωπος να περάσει, (να διασχίσει) την Ελλάδα με τους Alpinis ανενόχλητος και χωρίς την συγκατάθεση του Τσολιά με την φουστανέλα. Την εποχή αυτή η Ελλάδα δεν είχε συνέλθει από τις εσωτερικές ανωμαλίες, επαναστάσεις και δικτατορίες. Νόμισε ότι θα έχει εύκολη λεία .Ο Μουσολίνι μου θυμίζει το ανέκδοτο που πολλές φορές το άκουγα από τους σοφούς γέροντες του χωριού μου:
«Κάποτε ο λύκος πήγε να πιει νερό στα κρυστάλλινα και ορμητικά νερά που κατεβαίνουν από τις ψηλές κορφές του Γράμμου, όταν ξαφνικά βλέπει ένα αρνί, πολύ ποιό κάτω, φοβισμένο και αυτό να πίνει νερό. Τότε ο λύκος φωνάζει . Ε, εσύ εκεί κάτω ξέρεις πως μου θολώνεις το νερό; Το αρνί αφού ήπιε νερό έφυγε ατάραχο χωρίς να απαντήσει, γιατί το αθώο ερίφιο μάντεψε την σκέψη του πονηρού λύκου αλλά πού να πείσει το αδύναμο πλάσμα ότι το νερό δεν πάει τον ανήφορο».
Είναι 15 Αυγούστου το 1940. Η Τήνος πανηγυρίζει και το τορπιλικό, το ελληνικό καμάρι, η «Έλλη» εκεί κοντά τορπιλίζεται ύπουλα Η Ελλάδα αν και ξέρει τον δράστη είναι αδύναμη και δεν διαμαρτύρεται. Ανακοινωθέν της Ελλάδας: «Το τορπιλικό η «Έλλη» χτυπήθηκε και βυθίστηκε από άγνωστο».
Η ζητούμενη ευκαιρία του Μουσολίνι για την ώρα έχει χαθεί, γιατί αν και η Ελλάδα γνώριζε τον δράστη το άφησε στο άγνωστο, ήταν ένα τίποτε στον Μπετίνο
Ο Μουσολίνι μετά χαράς θα δεχόταν η Ελλάδα να του κηρύξει πόλεμο, αυτό δεν έγινε και έτσι αναγκάζεται χωρίς καμία προειδοποίηση στις 28 Οκτωβρίου να παραβιάσει τα ελληνικά σύνορα. Όλος ο κόσμος άκουσε το «Όχι» που άλλαξε την γνώμη ότι οι γερμανικές δυνάμεις είναι αήττητες. Επίσης το «Όχι» άλλαξε και τα σχέδια του ναζισμού να χτυπήσουν τα ανατολικά κράτη της Ευρώπης και μάλιστα πριν από την άνοιξη του 1941.

Ο Ελληνικός στρατός σε λίγους μήνες κοντεύει να πετάξει τον Ιταλό στην Αδριατική θάλασσα, και για τον λόγο αυτό εμφανίζονται στην Αλβανία γερμανικά τεθωρακισμένα Τα ευρωπαϊκά κράτη αναγνωρίζουν τον ηρωϊσμό μας και ότι η Ελλάδα άλλαξε τον καλπάζοντας γερμανικό στρατό να καταλάβει όλη την Ευρώπη γράφει o Compton Machenzie στο βιβλίο του «Wind of Freedom» το οποίο έγραψε το 1944. Επίσης γράφει στην σελ 142 the Yugoslav Government and the Regent Prince Paul were already in negotiation with Hitler as panders for the prostitution of their country. Και για την Ελλάδα: Greece was resolved to fight if the Germans attacked. The German Radio warned Greece that she was in hapless position military, with German forces on her flank. Επίσης ο συγγραφέας θαυμάζει την ανοιχτή επιστολή του συντάκτη της «Καθημερινής Γεώργιο Βλάχο η οποία εκδόθηκε το Σάββατο 8 Μαρτίου 1940. Ερμηνεία δεν είναι κατά γράμμα αλλά κατά προσέγγιση γιa όσους την έχουν διαβάσει στα αγγλικά. Επίσης ο συγγραφέας για την επιστολή γράφει Υet, ironically, this open letter of Vlahos has itself a Sophoclean quality.

Σας μεταφράζω στα ελληνικά όσο μπορώ την επιστολή από το βιβλίο του C. Mackenzie που είναι αρκετά παλιό, για την γερμανική εισβολή στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941:

To His Excellency, Adolf Hitler, Chancellor of the German Reich
H Eλλάδα όπως γνωρίζετε, η επιθυμία της είναι να μην πάρει μέρος στον παρόντα πόλεμο που μόλις έχει αρχίσει. Από προηγούμενους πολέμους και τα εσωτερικά της προβλήματα δεν έχει την δύναμη ούτε την ευκαιρία σε αυτόν εδώ τον πόλεμο να πάρει μέρος, γιατί στο μέλλον θα έχει επιπτώσεις.
Ας μη δώσουμε προσοχή αυτήν την στιγμή στις δηλώσεις και ας μην προσέξουμε τις δηλώσεις οι οποίες δημοσιεύθηκαν στην Ελληνική Λευκή Βίβλο. Ας μη δώσουμε σημασία στα λόγια που γράφτηκαν πάνω στην ανησυχία για να αποφύγουμε τον πόλεμο. Ας προσέξουμε μόνο το γεγονός ότι μετά που χτυπήθηκε η «Έλλη» από τους Ιταλούς στην Τήνο, βρέθηκαν κομμάτια από τον πύραυλο και αποδείχτηκε ότι ήταν ιταλικός. Η Ελλάδα δεν διαμαρτυρήθηκε. Και γιατί; Γιατί αν αποκάλυπτε την αλήθεια ήταν υποχρεωμένη να κηρύξει πόλεμο. Η Ελλάδα ποτέ δεν ήθελε πόλεμο με την Ιταλία, όχι μόνη της, αλλά ούτε με σύμμαχο που ήταν η Βρετανία η οι Βαλκάνιοι .Ήθελε να είναι σε ηρεμία γύρο στον εαυτόν της, γιατί μετά από τόσους πολέμους δυστυχώς και γεωγραφικώς βρίσκεται σε δυσμενή θέση για την Γερμανία και για Αγγλία. Τον καιρό αυτό που η «Έλλη» βυθίστηκε η Ελλάδα λαχταρούσε την ειρήνη με την υποστήριξη των υπογραφών της Ιταλίας και της Αγγλίας, σε περίπτωση επιθέσεως και οι οποίες ήταν εγγυήτριες για την ελληνική ύπαρξη. Τέλος πάντων δεν πειράζει, μετά που βυθίστηκε η «Έλλη» η Ιταλία ξεσκέπασε τον εαυτόν της για την διάθεσή της. Η Ελλάδα πείσθηκε ότι η πρώτη υπογραφή δεν είχε καμία αξία, αποδείχτηκε πως δεν είχε καμία αξία ως οφείλει και για τον λόγο αυτόν απευθύνθηκε σε σας. Θυμάστε Εξοχότατε, η Ελλάδα ζήτησε προστασία από εσάς. Ποιά ήταν η απάντηση που πήρε; Η ιταλική υπογραφή ήταν μη επιθέσεως εναντίον της Ελλάδας. Δόθηκε; Ακριβώς αυτό που είπα. Δεν έχω καμιά απαίτηση να ξέρω ποια ήταν, γιατί άκουσα από τα χείλη του προέδρου, ότι η Γερμανία απήντησε στο δικό μας αίτημα και μας πληροφορεί –πρόφαση –πρόσχημα ούτε λέει όχι επίθεση και να μείνετε ήσυχοι. Εμείς δεν δώσαμε αφορμή, εμείς δεν επιτεθήκαμε. Εμείς κοιμηθήκαμε ήσυχα η καλλίτερα κοιμόμασταν ήσυχα. Ακριβώς αυτό το πρωί βρισκόσασταν στην Φλωρεντία. Που ήμασταν εμείς τότε καθόμασταν μόνοι μας; Αεροπορική δύναμη, πυρομαχικά, χρήματα αλλά ούτε και πολεμικά πλοία έχουμε. Λοιπόν ακουμπήσαμε στην υπογραφή που είχε απομείνει, στην υπογραφή της Μεγάλης Βρετανίας και τους άνδρες που η δικιά τους πατρίδα ήταν σε φωτιές, «οι άνδρες τεντωμένοι να βλέπουν το κανάλι της Μάγχης», οι άντρες που μας είπαν δεν έχουν αρκετά πολεμικά εφόδια για τους ίδιους να προστατευτούν αυτοί οι άνδρες ήρθαν, και ήρθαν αμέσως, χωρίς καμία συμφωνία η δικαιολογία. Αυτοί είναι που ήρθαν να μας βοηθήσουν στα βουνά της Ηπείρου εκεί έγινε η άσχημη επίθεση από τους Ιταλούς. Εκεί σκοτώθηκαν μαζί με τους Έλληνες. Εκεί σκοτώθηκε και ο πρώτος αεροπόρος. Μετά τι έγινε το ξέρεις πολύ καλά, εσύ και όλος ο κόσμος. Οι ιταλοί τσακίσθηκαν. Αυτοί έχουν κατατροπωθεί από εμάς, από εμάς τους ασθενείς. Έλληνες εμείς ήρθαμε σώμα με σώμα και όχι με τους Βρετανούς που ούτε ένας έβαλε το πόδι του στην Αλβανία. Ναι οι ιταλοί κατατροπώθηκαν. Γιατί; Αυτοί ήταν χωρίς ιδέα και δεν είχαν καρδιά να πολεμήσουν. Αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Σ’ αυτήν την όψη της νίκης, αυτό είναι αλήθεια ότι έχουμε ασφαλιστεί. Εσύ εσκεμμένα παρέμεινες θεατής. Αυτή η υπόθεση είπες ότι δεν σε ενδιαφέρει. Είπες δεν είναι το ενδιαφέρον για μένα. Ενδιαφέρει μόνον την Ιταλία .Θα έπαιρνα μέρος μόνον όταν βρετανικά στρατεύματα βάλουν πόδι στην Θεσσαλονίκη. Μπορούμε να σας ερωτήσουμε Μεγαλειότατε; Είναι αλήθεια την ημέρα που μας επιτέθηκαν οι Ιταλοί την ίδια μέρα είχατε συνάντηση στην ARMO όπου και παρέδωσες τους Έλληνες σ’ αυτούς; Με το κομμάτιασμα από τις ιταλικές τορπίλες προσεχτικά και κρυμμένοι πήγαμε και χτυπήσαμε και εμείς την Φλωρεντία, όταν αδιάκριτα φέραμε στον κόσμο και είπαμε οι τορπίλες δεν ήταν συμφωνία. Επομένως τον καιρό που εμείς προχωρούσαμε στην Αλβανία οι σχέσεις μας με την Γερμανία πήγαιναν καλά, η swastika κυμάτιζε στο προξενείο την ημέρα της πρωτοχρονιάς και επίσης υπόστυλη όταν πέθανε ο Μεταξάς και ο υπουργός σου ήρθε να υποβάλλει τα σέβη στον νέο πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου. Εμπορικές εργασίες και συμφωνίες αναφέρθηκαν και εσύ ο ίδιος έθεσες διαμαρτυρία, όταν μία αμερικανική εφημερίδα αναφέρθηκε ότι γερμανικά άρματα έχουν φθάσει στην Αλβανία. Όλοι μας ήμασταν χαρούμενοι με τα γεγονότα που πήγαιναν καλά στην Αλβανία. Εσύ σαν παρατηρητής και οι δικοί μας σύμμαχοι Βρετανοί με την αεροπορία και τον στόλο. Μόνο αυτό; Ξέρεις πολύ καλά, ένθερμα προσπαθήσαμε να κρατήσουμε αυτήν την πραγματικότητα. Είναι αρκετό να πούμε όταν ένα βρετανικό αεροπλάνο έπεσε στην Θεσσαλονίκη. Εμείς ζητήσαμε από τους Βρετανούς να μην το περισώσουν. Γιατί; Σε συμφωνία που είχαμε, ούτε δέκα βρετανοί στρατιώτες δεν πρέπει να εμφανιστούν στην Θεσσαλονίκη και αυτό για να αποτραπεί κάθε παρεξήγηση. Γελάς; Πόσο δίκαιο έχεις να γελάς! Τον καιρό που οι σχέσεις μας ήταν πρόχειρες και πραγματικά διατηρούσαμε ηρεμία πνεύματος ευχαριστούμε την γερμανική στάση ιδιοτροπία που άρχισε να συγκεντρώνει τις στρατιωτικές δυνάμεις στην Ρουμανίας, στρατιωτικό σώμα να διδάξει το στρατό της Ρουμανίας και το δεύτερο ήταν να προστατεύσει τις πετρελαιοπηγές το τρίτο να προστατεύσει και την Ρουμανία. Το τέταρτο… 300.000 άντρες. Ο γράφων αυτής εδώ της επιστολής στις ικανότητες του δημοσιογράφου επισκέφτηκα την Βουλγαρία και κάλυψα τον δρόμο στον οποίο οι δικοί σου στρατιώτες προχωρούν. Και όταν γύρισα είπα στον πρόεδρο ότι ο δρόμος έχει φαρδαίνει οι ξύλινες γέφυρες μόλις έχουν επισκευαστεί και οι μαραγκοί είναι στο έδαφος εδώ και εκεί σκορπισμένοι. Επομένως οι βούλγαροι βιαστικά ετοιμάζουν τα πάντα γιατί πρόκειται να περάσει στρατός. Μετά η Ελλάδα τι να κάνει; Να ατενίζει τους Γερμανούς και τους Βούλγαρους στα σύνορά της; Να μετράει τα καράβια της στον Δούναβη; Να βλέπει τους στρατιώτες πως μπαίνουν στην Σόφια με την σύμμαχο Βουλγαρία; Να ακούς τους βουλγάρους για τα μεγάλα αιτήματα, για μια μεγάλη Βουλγαρία; Και να ήμαστε αναπαυμένοι γιατί οι Γερμανοί είναι στην Κούλα απλώς για να φυλάξουν τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας; Τέλος πάντων αρκετά. Ξέχασε το παρελθόν. Ας έρθουμε στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με κάθε ραδιόφωνο του κόσμου φαίνεται οι γερμανοί επιθυμούν να εισβάλουν στην Ελλάδα . Γιατί; Εάν γίνονταν στην Ελλάδα από την αρχή θα είχε ενδιαφέρον από τον AXIS o signor Graze δεν θα βρισκόταν μόνος του το πρωί πριν από τις τέσσερις Γερμανία και Ιταλία θα εμφανίζονταν μαζί .Αν υποθέσουμε όταν αυτό έγινε, η επίθεση στην Ελλάδα δεν ήταν επιθυμητή στον ΑΧΙΣ
Αλίμονο. Ακροώμαι Εξοχότατε υπάρχουν έργα που δεν μπορούν να γίνουν στην Ελλάδα και αυτό το έργο είναι ένα από αυτά. Δεν μπορούμε εμείς ούτε τους ζωντανούς ούτε τους πεθαμένους να τους πετάξουμε. Δεν θα διώξουμε ούτε μία ύπαρξη ή ένα σώμα, αλλά θα παραμείνουμε μαζί τους δίπλα όρθιοι μέχρι την ημέρα που το φως του ήλιου σπάσει την καταιγίδα. Όλοι λένε επιμένεις θα εισβάλεις στην Ελλάδα. Εμείς οι Έλληνες δεν το πιστεύουμε Και πάνω σ’ αυτό θέλουμε να βασιστούμε. Να το κάνουμε απλά. Εμείς δεν πιστεύουμε από τον δικό σου στρατό με την μακρόχρονη ιστορία και το σπουδαίο έθιμο ακόμη και ο εχθρός δεν το αμφιβάλει. Εμείς δεν πιστεύουμε, ότι ο στρατός σου θα υποτιμήσει με τέτοια πράξη ισχυρή δύναμη αρματωμένη σαν αστακός (μέχρι τα δόντια ) και πληθυσμό 85 εκατομμύρια, πολεμά για να φέρει στον κόσμο μια νέα τάξη (New Order ) που εμείς πιστεύουμε ότι θα είναι δίκαια, εμείς δεν πιστεύουμε ότι αυτή η μεγάλη δύναμη επιθυμεί να επιτεθεί από πίσω ένα μικρό κράτος το οποίο αγωνίζεται για την ελευθερία της εναντίον μιας μεγάλης δύναμης των 45 εκατομμυρίων. Τι θα κάνει ο δικό σας στρατός Εξοχότατε; Αντί ιππικό και πυροβολικό σου στείλουμε δυο χιλιάδες τραυματίες με ματωμένους επιδέσμους να τους πάρεις στο δικό σου μέτωπο; Όχι δεν μπορεί να γίνει. Μικρό τέλειο τμήμα από τον ελληνικό στρατό, από ελεύθερους άνδρες θα σταλούν και θα αμυνθούν στην Θράκη, όπως αντιστάθηκαν και στην Ήπειρο. Εκεί αυτοί θα πολεμήσουν. Εκεί θα πεθάνουν. Εκεί θα περιμένουν να γυρίσει από το Βερολίνο, ο δρομέας ο οποίος ήρθε πριν από πέντε χρόνια να πάρει την δάδα από την Ολυμπιάδα. Εκεί αυτοί θα κρατούν τον δαυλό που θα μετατραπεί σε πυρά και θα φέρουν θάνατο και καταστροφή. Αυτό το μικρό έθνος τώρα έγινε μεγάλο και δίδαξε όλα τα άλλα έθνη πώς να ζουν και τώρα πώς να πεθαίνουν…
Ο Compton Mackenzie συμπληρώνει.
Οn the day after the publication of this open letter the Italians began their last effort to redeem themselves from universal contempt.Their German allies held back in the hope that they might even now be preserved from a sacrilegious violation of the”,haunted holy ground “of Hellas.It was not to be .Nemesis is a jealous goddess .Se had marked down for her own Fascist Italy was too insignificant victim-not much better indeed than a poor ape awaiting vivisection .

Εδώ στην Αυστραλία τα χρόνια περνούν πιο γρήγορα από άλλη φορά. Γυρίζοντας πολύ πίσω ας αναρωτηθούμε τι κάναμε [what we have achieved] για τις επόμενες γενιές, σαν Σύλλογος, σαν Οργανισμός η καλλίτερα σαν Παροικία.
Σαν άτομα πολλοί υλικά, έδωσαν και θυσίασαν τον εαυτό τους. Είναι αλήθεια ότι το ποσοστό μόρφωσης της δεύτερης και τρίτης γενιάς είναι σε μεγάλο αριθμό. Αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς και μπράβο στην πρώτη.
Αυτό που εγώ πιστεύω όχι τόσο για την δεύτερη αλλά την τρίτη και οι επερχόμενες γενιές, ούτε καν θα θυμούνται η θα ξέρουν αν έχουν ελληνική καταγωγή. Μακάρι να διαψευστώ. Θα έχουν αφομοιωθεί στον πολυπολιτισμικό πληθυσμό της Αυστραλίας, και το πολύ-πολύ να θυμούνται ότι οι πρόγονοί τους έχουν αρχαία ελληνική καταγωγή.
Èμείς που ανήκουμε στην πρώτη γενιά ας αναλογιστούμε τι θα αφήσουμε πίσω, για να μην ξεχαστούν οι τριακόσιες πενήντα χιλιάδες Έλληνες που πέρασαν από την Μελβούρνη. Πολλές φορές το ακούμε και το λέμε. Εμείς έχουμε και μας αφήσανε οι αρχαίοι ημών πρόγονοι Παρθενώνα, σοφούς, και πολλά άλλα που δείχνομε ότι η καταγωγή μας είναι και από καλή ράτσα, αλλά και αρχαία. Όχι μόνον εμείς το λέμε αλλά και παγκοσμίως λέγεται.

Ναι μεν αλλά εμείς τι θ’ αφήσουμε στις απερχόμενες γενιές;. Ποιός δεν θυμάται τα χρόνια στις αρχές του 1960 το καράβι που αγόραζε ο νεοφερμένος και γεμάτος ενέργεια ελληνισμός και λίγο αργότερα,το παραδοσιακό κτήριο του railway στο Spencer street που ονειρευόμασταν πως θα γίνονταν ελληνικό πολιτιστικό κέντρο! Το οικόπεδο Russell, Lonsdale και Swanson streets.Έφυγε από τα χέρια μας. Χαμένες ευκαιρίες. Μια άλλη ευκαιρία που χάθηκε είναι για όσους την θυμούνται επί προεδρίας Ν.Κατσάκη στη Π.Ε.Μ.Β κάπου στην Μελβούρνη [στο Northcote ] θα χτίζονταν το Μακεδονικό χωριό με την επίβλεψη και την φροντίδα της Παμμακεδονικής. Υπάρχουν και εδώ αυτοί που για δικούς τους λόγους αντιδράσανε. Ακόμα και μέχρι σήμερα υπάρχουν και ταλαιπωρούν τον οργανισμό. Άραγε που πάμε από εδώ και πέρα;
Άκουσα και το ωραίο σε γενική συνέλευση συλλόγου όταν έγινε πρόταση να γίνει διάλογος για το μέλλον αυτού. Η απάντηση ήταν «θα πάμε μέχρι εκεί που μπορούμε» απλά και καθαρά, απάθεια χωρίς λόγο. Και αυτό σε γενική συνέλευση που όλων τα μαλλιά τους ήταν χιονισμένα. Πολλά χρόνια έχω να δω δεύτερη γενιά σε γενική συνέλευση. Και πάλι σε άλλον οργανισμό που για πρώτη μου φορά έπαιρνα μέρος σε συνεδρίαση του συμβουλίου και με την παρουσία μου δυναμώθηκε το συμβούλιο Ο πρόεδρος ενθουσιάστηκε και είπε «τώρα που έχουμε καινούριο αίμα»… Μου κίνησε την περιέργεια και ήθελα να ξέρω τι εννοούσε με το «καινούριο». Έριξα φευγαλέα τριγύρω μου μια ματιά και με τον σεβασμό που έχω προς τον πρόεδρο ρώτησα, κ. πρόεδρε τι εννοείτε με το καινούριο αίμα; Να εσάς... ήταν η απάντηση. Εγώ ο λευκότατος εδώ στο τραπέζι;… σκέφτηκα ... Αλλά και από την άλλη έτριβα νοερά τα χέρια μου γιατί ήμουν… το καινούριο αίμα. Ας το πάρουμε σοβαρά. Αυτά συμβαίνουν στην πρώτη γενιά, την δεύτερη την διώχνουμε και την τρίτη την χάσαμε.
Καλά μέχρι εδώ. Από εδώ και πέρα τι κάνουμε;

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16.4.2009

ΚΑΡΙΝΕ ΜΠΑΤΑΛΙΑΝ: Πέρα από τον ορίζοντα

Επίλογος

Περνούσαν οι μέρες αργά και δύσκολα, η γυναίκα συνήλθε και έπιασε δουλειά, έπρεπε να φροντίζει μία άρρωστη, ηλικιωμένη κυρία, η οποία αδύναμη καθώς ήταν, μιλούσε με δυσκολία, αλλά μιλούσε έξυπνα.
Σιγά-σιγά συνήθισαν οι δύο γυναίκες η μία την άλλη, η Αρμένισσα και η Ελληνίδα. Τα κοινά συναισθήματα φέρνουν κοντά τους ανθρώπους. Όσο περνούσε ο καιρός η γυναίκα όλο και πιο πολύ δενόταν με την ηλικιωμένη Ελληνίδα. Υπέφερε η μία από τους αγιάτρευτους σωματικούς πόνους, χωρίς να ξέρει γιατί της τα έστειλε όλα αυτά η μοίρα. Υπέφερε και η άλλη δίπλα της από τους ψυχικούς πόνους, από μοναξιά, από επιθυμία να δει τα τρία της παιδιά, που είχε αφήσει μόνα τους και απροστάτευτα. Και αναρωτιόταν κι αυτή με την σειρά της για την αδικία της μοίρας.
Μερικές φορές, όταν οι πόνοι της γιαγιάς ηρεμούσαν, η γυναίκα προσπαθούσε να της μιλήσει με τα λίγα ελληνικά που είχα μάθει. Αλλά η γιαγιά πάντα έδινε την ίδια απάντηση: «Εσύ δεν ξέρεις πολλά, μάθε πρώτα». Γελούσε η Αρμένισσα, δεν θύμωνε. Της άρεσε η ωμή ειλικρίνεια της γιαγιάς. Μια μέρα της είπε η Αρμένισσα: «Ξέρεις γιατί αγαπώ τον μικρό σου γιό; Επειδή ο χαρακτήρας του μοιάζει πολύ με αυτό του Αρμένιου. Σίγουρα με Αρμένιο θα το έχεις κάνει».
-Κι εγώ και ο πατέρας του είμαστε Έλληνες, απάντησε με σοβαρό ύφος η γιαγιά.
Αλλά μετά ξέσπασε στα γέλια. Πρώτη φορά την έβλεπε η Αρμένισσα να γελά. Καημένη γιαγιά, της άρεσε πολύ να γελά, να κάνει πλάκες, είχε όρεξη για ζωή, αλλά ο πόνος δεν την άφηνε.
Περνούσαν οι μήνες. Η γιαγιά δεν έδειχνε καμμία βελτίωση. Αντίθετα, πολλές φορές τρόμαζε τους δικούς της με τις αλλαγές στην υγεία της. Αλλά η ζωή είναι γλυκιά όπως είναι και κανείς δεν θέλει να την αποχωριστεί έτσι εύκολ.
Μια μέρα η γυναίκα απρόσεχτα έκοψε το δάχτυλό της. Αιμορραγούσε. Πλησίασε στην γιαγιά: Πληγώθηκα. μ’ ακούς; Πρέπει να πάω στον γιατρό. Θα σ’ αφήσω για λίγο.
Καμμία απάντηση. Η γυναίκα υπέθεσε ότι η γιαγιά κοιμάται. Το άλλο πρωΐ, όταν της έφερε το πρωϊνό της, η γιαγιά την ρώτησε: Πονάς; Τι είπε ο γιατρός; Η γυναίκα βούρκωσε και φίλησε το χέρι της γιαγιάς… Πάει καιρός που κανείς δεν την ρώτησε για τους πόνους και τις δυσκολίες της. «Μη κλαις όλα θα περάσουν. Όλα θα πάνε καλά», της είπε.
Πέρασαν άλλα τρία χρόνια, η κατάσταση της γιαγιάς χειροτέρεψε. Η γυναίκα συχνά έκλεγε κρυφά, είχε δεθεί μαζί της. Λίγες ημέρες πριν τον θάνατό της, για πρώτη φορά είχε εκφράσει την επιθυμία της να πεθάνει. «Θέλω να πάω στην κόρη μου». Ένα πρωΐ ακούσθηκε ο ήχος μιας βαθιάς ανάσας και νέα το σπίτι, βυθίστηκε στην σιωπή. Η γιαγιά ελευθερώθηκε από τους πόνους της, ηρέμησε επιτέλους.
Να πας στο καλό. Να είσαι καλά Εκεί που θα πας, δεν θα σε ξεχάσω…
Τελειώνοντας αυτήν την μικρή ιστορία μου «Πέρα από τον Ορίζοντα», θέλω να ευχαριστήσω ην οικογένεια της γιαγιάς, που μ’ έκαναν να νοιώθω σαν μέλος της, όλους αυτούς που στάθηκαν στις πολύ δύσκολες στιγμές μου εδώ, Πέρα από τον Ορίζοντα, στην ξενιτιά, μακριά από την δική μου οικογένεια. Σας αγαπώ όλους και δεν θα σας ξεχάσω ποτέ.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16.4.2009

Ομοσπονδία Δυτικομακεδονικών Σωματείων Αθηνών

ΨΗΦΙΣΜΑ

Οι αντιπρόσωποι των συλλόγων-μελών της Ομοσπονδίας των Δυτικομακεδονικών Σωματείων Αθηνών, διαμαρτυρόμαστε εντονώτατα για την απαίτηση της ηγεσίας της ΠΓΔΜ να αναγνωρισθεί από την διεθνή κοινότητα ύπαρξη μακεδονικού έθνους, μακεδονικής γλώσσας και μακεδονικής μειονότητας στην ελληνική επικράτεια.
Οι Μακεδόνες αποτελούσαν πάντοτε και αποτελούν αναπόστατο τμήμα του πανάρχαιου ελληνικού έθνους με εντονώτατη την εθνική, ελληνική τους συνείδηση, την οποία απέδειξαν και αποδεικνύουν πάντοτε με την ενεργό και σημαντική συμμετοχή τους σ’ όλους τους εθνικούς αγώνες του ελληνισμού από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα.
Ήταν οι προύχοντες των Ελλήνων από την εποχή των μηδικών πολέμων, αυτοί διέδωσαν τον ελληνικό πολιτισμό μέχρι τα πέρατα της Ασίας, εκπολίτισαν τα διάφορα σλαβικά φύλα, συμμετείχαν ενεργά στους αγώνες της Παλιγγενεσίας, στον Μακεδονικό Αγώνα και τους Βαλκανικούς πολέμους, στο Έπος του ’40, και μετά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου απέκοψαν από το υγιές σώμα τους το ολιγάριθμο καρκίνωμα των σλαβοφρόνων κατοίκων της Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο διέφυγε στην ΠΓΔΜ, οικειοθελώς, για να αποφύγει τις κυρώσεις του ελληνικού κράτους λόγω των εγκλημάτων που διέπραξε.
Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι η διάκριση των Ελλήνων σε Μακεδόνες, Θράκες, Ηπειρώτες, Θεσσαλούς, Κρητικούς κλπ γίνεται μόνο μέσα στην αρχαία και σύγχρονη Ελλάδα. Εκτός της Ελλάδος όλοι ήσαν Έλληνες και αποκαλούνταν μόνο Έλληνες. Ο όρος Μακεδονία, δεν χρησιμοποιήθηκε ποτά για να υποδηλώσει μία διαφορετική από την ελληνική εθνότητα. Ο σφετερισμός του ονόματος Μακεδονία και Μακεδονικός από την σλαβική μερίδα των κατοίκων της πρώην επαρχίας Vardaska Banovina της Γιουγκοσλαβίας, αντίκειται όχι μόνο στα ιστορικά δεδομένα, μια και οι Σλάβοι κατέβηκαν και κατοίκησαν τον συγκεκριμένο χώρο μετά τον 7ο αιώνα μ.Χ., αλλά και στις διεθνείς συνθήκες του Βουκουρεστίου, των Σερβών και του Νεϊγύ, που καθόρισαν τα όρια του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας και επεδίκασαν το μεγαλύτερο μέρος αυτού στην Ελλάδα ως αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής επικράτειας.
Η επιμονή των Σλάβων της ΠΓΔΜ να αναγνωρισθεί η ύπαρξη «μακεδονικού έθνους», «ανεξάρτητου μακεδονικού λαού» και να αναγνωριστεί και ονομασθεί το πολυεθνικό κράτος τους ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», ελλοχεύει τον κίνδυνο να χάσουμε στον μέλλον εμείς οι Μακεδόνες Έλληνες το δικαίωμά μας στο μακεδονικό μας όνομα με συνέπεια να υποστούμε μελλοντικά κυρώσεις εάν συνεχίζουμε να ονομαζόμαστε Μακεδόνες και το δικαίωμα περιουσίας μας στο έδαφος της Μακεδονίας, εφ’ όσον το ανεξάρτητο κράτος της ΠΓ ΔΜ στηρίζεται στην δήθεν ύπαρξη «μακεδονικού λαού», «μακεδονικής εθνότητας» και «εδάφους της Μακεδονίας το οποίο συνιστά το κράτος της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας».
Η σκοπούμενη παραποίηση της ιστορικής πραγματικότητας και η ιδιοποίηση του όρου «Μακεδονία» και «Μακεδονικός» από τους Σλάβους του κράτους της ΠΓΔΜ προσβάλλει τα ανθρώπινα δικαιώματα της ελληνικής εθνικής, ιστορικής, πολιτιστικής και κληρονομικής μας υπόστασης και την αξιοπρέπειά μας ως Μακεδόνων. Αντίκειται δε και προς το διεθνές Δίκαιο διότι προβαίνει σε πράξεις οι οποίες στρέφονται κατά των θεμελιωδών δικαιωμάτων ενός τμήματος του ελληνικού λαού, δηλαδή ημών των Μακεδόνων, κατά παραβίαση:
α) των σχετικών διατάξεων του ισχύοντος διεθνούς δικαίου περί διατηρήσεως και απρόσκοπτης απόλαυσης των πολιτιστικών δικαιωμάτων μας σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
β) της θεωρίας και των διατάξεων του δημοσίου διεθνούς δικαίου περί της εννοίας έθνους, του λαού και του εδάφους ως συστατικών στοιχείων ενός κράτους. Το κράτος της ΠΓΔΜ δεν τηρεί τους ανωτέρω όρους του διεθνούς δικαίου καθόσον δεν έχει έναν λαό, αλλά είναι πολυεθνικό κράτος αποτελούμενο από Σλάβους, Αλβανούς, Βουλγάρους, Έλληνες, Σέρβους, τσιγγάνους κλπ με διαφορετική εθνική και πολιτιστική ταυτότητα, ασύνδετη μεταξύ τους, ένα κράτος το οποίο δημιουργήθηκε από τους κομμουνιστές με απώτερο σκοπό την ενσωμάτωση σ’ αυτό ολόκληρης της Μακεδονίας, χωρίς να έχουν προσδιορισθεί τα σύνορα του εδάφους του με διεθνή σύμβαση, οι κάτοικοι του οποίου (πλην των Ελλήνων) δεν έχουν κανένα κοινό συνδετικό ψυχολογικό, πολιτιστικό και εθνικό στοιχείο με εμάς τους Μακεδόνες.
γ) της αρχής η οποία απαγορεύει την κατάχρηση του δικαιώματος από το κράτος της ΠΓΔΜ σχετικά με το όνομα της Μακεδονίας, γιατί επιδιώκει με την προπαγάνδα του να οικειοποιηθεί το όνομα μιας περιφέρειας του ελληνικού κράτους και ενός τμήματος του ελληνικού λαού, εισάγοντας τον σλαβικό όρο της γεωγραφικής Μακεδονίας και της αρχής της αυτοδιαθέσεως των λαών, η οποία στηρίζεται στην ισότητα των ατόμων και την ελεύθερη έκφραση της βούλησης των κατοίκων της ΠΓΔΜ.
δ) των σχετικών διατάξεων και αρχών του ευρωπαϊκού δικαίου για την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών και της συνθήκης της ΕΕ (Ι) περί σεβασμού και διαφύλαξης της εθνικής ταυτότητας, του εθνικού πολιτισμού και της ιστορίας του λαού των κρατών-μελών της ΕΕ, της πολιτιστικής κληρονομιάς με ευρωπαϊκή σημασία, όπως είναι το θαύμα του μακεδονικού ελληνισμού, (ΙΙ) περί σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα πολιτισμικά δικαιώματα, (ΙΙΙ) περί υποχρεώσεως της ΕΕ να αναλαμβάνει δράση όπως η εμπορική πολιτική ή η πολιτική μεταφορών, λαμβάνει υπόψη πολιτιστικές πτυχές.
Εμείς οι Έλληνες και ειδικότερα ως Μακεδόνες, δεν θα δεχτούμε ποτέ να μας υποκλέψουν και ιδιοποιηθούν οι Σλάβοι της ΠΓΔΜ το ιερό για εμάς όνομα της Μακεδονίας, την αναγνώριση μακεδονικού έθνους, γλώσσας κλπ, θέτουμε προ των ευθυνών τους τούς αρμόδιους παράγοντες που χειρίζονται το θέμα της ονομασίας του κράτους αυτού, και είμαστε αποφασισμένοι να αγωνισθούμε με κάθε μέσο που μας παρέχει το Σύνταγμα της Ελλάδος και το Διεθνές Δίκαιο για να αποτραπεί μία τέτοια ιεροσυλία.
Έπονται οι υπογραφές των αντιπροσώπων των συλλόγων-μελών της Ομοσπονδίας

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16.4.2009

12.5.09

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΣΙΠΟΥ: Η έννοια και ο ρόλος του Θεού κατά τον Θωμά Ακινάτη και κατά τον Καρτέσιο

Η θεολογία και η φιλοσοφία, παρόλο τον στενό σύνδεσμο τους, στην σκέψη του Ακινάτη είναι σαφώς χωρισμένες. Η φιλοσοφία καταλήγει στα συμπεράσματά της μόνο με τη χρήση της ανθρώπινης λογικής, ενώ η θεολογία στηρίζεται στη θεία αποκάλυψη και την αυθεντία της Εκκλησίας. Η φιλοσοφία είναι «υπηρέτης» της θεολογίας, επειδή η δεύτερη χρησιμοποιεί τις μεθόδους και τα επιτεύγματα της πρώτης. Αλλά οι δύο επιστήμες διαφέρουν επίσης σε μερικά σημεία και ως προς το θέμα το οποίο πραγματεύονται. Ορισμένες αλήθειες να ανήκουν μόνο στη θεολογία π.χ. το μυστήριο της Αγίας Τριάδας ενώ άλλες μόνο στη φιλοσοφία. Ωστόσο μια τρίτη τάξη αληθειών ανήκει και στις δύο. Η ύπαρξη του Θεού π.χ. μπορεί να γίνει γνωστή και με την αποκάλυψη και με την λογική.
Στην «περί γνώσεως» θεωρία του ο Ακινάτης είναι ρεαλιστής. Δεν υπάρχουν έμφυτες ιδέες, αλλά όλες οι γνώσεις μας έχουν την προέλευσή τους στην εμπειρία των αισθήσεων. Κάθε τι «γνωστό» δεν είναι υποχρεωτικά πιστευτό, αλλά η «γνώση» προσφέρει στην ιερή διδασκαλία θεμελιώδεις προϋπόθεσης που αναφέρονται στον Θεό, στον άνθρωπο και τον κόσμο.
Ωστόσο ο Ακινάτης υποτάσσει τον ορθό λόγο στην πίστη. Όπου ο φιλόσοφος προσκρούει σε αντινομίες, σαν πιστός πρέπει να υποτάσσεται στα δόγματα της πίστης.
Στη φιλοσοφία του υπάρχει σαφής διάκριση ουσίας και ύπαρξης. Κάθε πεπερασμένο όν διακρίνεται από τη δράση και τη δυνατότητα. Η ύπαρξη δίνει την δυνατότητα στην ουσία να δράσει, αλλά και η ίδια η ύπαρξη περιορίζεται από αυτήν την δυνατότητα. Ο Θεός είναι το μόνο αυθύπαρκτο όν χωρίς διάκριση ανάμερα στην ουσία και στην ύπαρξή του. Αναπτύσσει ο Ακινάτης σ’ αυτό το σημείο τη βασική διάκριση του Αριστοτέλη μεταξύ του «ενεργεία ή τέλειου όντος» και του «δυνάμει ή ικανού προς τελειοποίηση». Το μόνο όν που είναι απαλλαγμένο από όλα τα «δυνάμει» και είναι απόλυτα «ενεργεία όν» δηλαδή απόλυτα τέλειο είναι ο Θεός.
Στον Θεό δηλ. σύμφωνα με τον Ακινάτη οι ποιότητες της αλήθειας, της αγαθότητάς, του ωραίου υπάρχουν όχι απλώς δυνάμει, όπως στα άλλα όντα, αλλά στην πραγματικότητα, λόγω ακριβώς της διάκρισης ουσίας-ύπαρξης. Η αγαθότητα του Θεού και των ανθρώπων μπορεί να βεβαιωθεί όχι με ταυτόσημο τρόπο ούτε με ασάφεια, αλλά με την αρχή της αναλογίας.

Ακολουθώντας πάλι την λογική του Αριστοτέλη ο Ακινάτης προσπαθεί να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού στηριζόμενος στην θεωρία της κίνησης και στο πρώτο κινούν ακίνητον. Θεωρεί δηλ. ότι αφού κανένα όν δεν θα μπορούσε να μεταβεί στην κατάσταση της κίνησης χωρίς να το έχει ωθήσει κάποιο άλλο το οποίο και αυτό με τη σειρά του θα είχε πραγματοποιήσει αυτήν την ενέργεια ωθούμενο από κάποιον άλλο εξωγενή παράγοντα οδηγώντας μας έτσι σε μία ατέλειωτη κίνηση χωρίς αρχή και τέλος, πράγμα που είναι αδύνατο, θεωρεί ότι ο Θεός είναι αυτό το πρώτο όν που θέτει σε αρχή αυτήν την αέναη κίνηση και ο οποίος είναι μόνο ενέργεια και δεν παρουσιάζει ο ίδιος κίνηση.

Άλλος τρόπος απόδειξης του Θεού σύμφωνα με τον Ακινάτη είναι η θεωρία του περί αρχικής αιτίας των πραγμάτων. Κανένα όν δεν μπορεί να υπάρξει αν πρώτα κάποιο άλλο όν δεν του δώσει την αιτία ύπαρξης ή το ίδιο δεν έχει την δύναμη της ύπαρξης, γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση θα έπρεπε να υπήρχε πριν την ύπαρξή του και αυτό είναι λογικά αδύνατο. Άρα ο Θεός ο οποίος είναι αιώνιος και έχει την αιτία ύπαρξής του στον ίδιο του τον εαυτό είναι η πρωταρχική αιτία για όλα τα όντα.
Παρατηρώντας επίσης την αρμονική κίνηση και μεταβολή του κόσμου και την επιτυχή ανάπτυξη των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών θεώρησε ότι όλα αυτά δεν είναι τυχαία αλλά αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός παντοδύναμου και παντογνώστη Θεού που κατευθύνει την πορεία του κόσμου με τους νόμους του. Θεωρώντας επίσης ότι και τα μη οργανικά όντα λειτουργούν με κάποιο σκοπό και αφού αυτά τα ίδια δεν έχουν τη γνώση που απαιτείται για να δημιουργηθεί αυτή η τάση πιστεύει ότι πίσω από αυτήν την κίνηση βρίσκεται ο Θεός που υποδεικνύει και κατευθύνει τα μη οργανικά όντα στον σκοπό τους.
Μια τελευταία απόδειξη για τον Ακινάτη περί ύπαρξης του Θεού είναι αυτή που σχετίζεται με την τελειότητα. Παρατηρώντας στη φύση ότι υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί τελειότητας θεωρεί ότι από τη στιγμή που κάνουμε συγκρίσεις μεταξύ χαρακτηριστικών για να έχουν νόημα αυτές θα πρέπει να υπάρχει κάποιο όν το οποίο θα έχει όλα τα χαρακτηριστικά τέλεια και δεν μπορεί παρά μόνο ο Θεός να είναι αυτό το όν.

Ο Καρτέσιος αναζητώντας την απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού διαπιστώνει ότι μέσα μας υπάρχουν ιδέες για πάρα πολλά πράγματα, αλλά το να υπάρχει μέσα μας μια ιδέα για ένα τέλειο και υπερδύναμο όν όπως ο Θεός οφείλεται στο γεγονός ότι ένα όν τελειότερο από εμάς έχει εμβάλλει στην σκέψη μας και αυτό υποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού.
Η φιλοσοφία του στηρίζεται στην διάκριση μεταξύ ψυχής και σώματος ή πνεύματος και ύλης. Το κύριο χαρακτηριστικό της σωματικής ουσίας είναι η έκταση, το ότι δηλ. καταλαμβάνει χώρο και το κύριο χαρακτηριστικό της νοητικής ουσίας ότι προβαίνει σε κριτική επεξεργασία στην οποία ο Καρτέσιος τοποθετεί την αρχή της ανθρώπινης πλάνης. Για να μπορέσει έτσι να θεμελιώσει τη γνησιότητα και την αυθεντικότητα των αντιλήψεών μας θεωρεί ότι η γνώση αυτού του κόσμου συναρτάται με την βεβαιότητα ύπαρξης του Θεού.
Από αυτό συνάγει ο Καρτέσιος ότι αυτό το τέλειο όν δεν θέλει να μας εξαπατά με ψεύτικα δημιουργήματα και συνεπώς και ο κόσμος που υπάρχει γύρω μας είναι πραγματικός.

Μεταφέροντας το ερώτημα της ύπαρξης του Θεού από τη σφαίρα της μεταφυσικής στον χώρο της επιστημολογίας εκφράζει το παρακάτω «οντολογικό επιχείρημα». Η επιστημονική έρευνα αρχίζει με την αναζήτηση των πρωταρχικών αληθειών ή αξιωμάτων που θεμελιώνουν μια επιστήμη, από τα οποία παράγονται με τη διαδικασία της έγκυρης λογικής συνεπαγωγής όλα τα υπόλοιπα θεωρήματα που τη συγκροτούν ως πλήρες αληθειακό σύστημα. Η παρουσία αυτών των αληθειών επιβάλλεται από την λογική τους προφάνεια. Οι πρώτες αλήθειες γίνονται συνεπώς δεκτές μέσα από μια «διανοητική εποπτεία» του περιεχομένου τους. Η κεφαλαιώδης αλήθεια είναι έτσι πρωτογενής και προηγείται της εμπειρίας. Η αλήθεια αυτή είναι συνεπώς έμφυτη και το πρώτο στην επιστημονική έρευνα είναι να αναγνωριστεί δίνοντας έτσι στον άνθρωπο την δυνατότητα να κατακτήσει τον οντολογικό πυρήνα της πραγματικότητας. Είναι βέβαιος έτσι ότι αποδεικνύοντας την ύπαρξη του Θεού, οι προφανείς ιδέες που ανακαλύπτουμε μέσα μας αντανακλούν αυτήν την ίδια οντολογική τάξη του σύμπαντος, και δεν πρόκειται για μετέωρες φαντασιώσεις.

Έτσι ο Καρτέσιος θεμελιώνει τον νεότερο ορθολογισμό με την βοήθεια της σχολαστικής φιλοσοφίας. Γιατί η σειρά αυτή των διαλογισμών επιτρέπει στο λογικό να αναγνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα όλες τις καθαρές και ευδιάκριτες προτάσεις. Σ’ αυτές ανήκουν προπαντός οι μαθηματικές αλήθειες καθώς και η οντολογική απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Υποστηρίζει ότι όπως απ’ τον ορισμό του τριγώνου συνάγονται προτάσεις γι’ αυτό, με την ίδια λογική η αναγκαιότητα συνάγεται και από τον ορισμό του πιο πραγματικού όντος, του Θεού, το γνώρισμα της ύπαρξης. Η απλή δυνατότητα να στοχαζόμαστε το Θεό είναι επαρκής απόδειξη της ύπαρξής του.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
W. Windelband-H. Heimsoeth «Εγχειρίδιο ιστορίας της Φιλοσοφίας» Β’ τόμος εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ Αθήνα 2003

Κ. Αθανασόπουλος «Φιλοσοφία στην Ευρώπη» Α’ τόμος, εκδ. Ε.Α.Π. Πάτρα 2001

Γ. Μολυβάς «Φιλοσοφία στην Ευρώπη» Β’ τόμος εκδ. Ε.Α.Π. Πάτρα 2001


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16.4.2009

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Ρέκβιεμ - Τρεις Επιτάφιοι κι ένας… τέταρτος

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ
(DIES IRAE)

Έχει αποκάμει και τώρα γέρνει μπροστά το κορμί βήχοντας με ανακούφιση σ’ αυτήν την επιτηδευμένη κι ολότελα επινοημένη γυμναστική των πνευμόνων. Που είναι όμως και μια άσκηση από μακρού ενάντια στη σιωπή. Βγάζει τα πρεσβυωπικά γυαλιά και πιάνει στα χέρια του το πακέτο με τα τσιγάρα. Μπροστά του η παμπάλαια γραφομηχανή περιμένει μ’ ολάνοιχτο στόμα να την ταΐσει λέξεις. Μια απαιτητική γριά, σύντροφος στο απλήρωτο μεροδούλι, ακούραστη και υπομονετική στο πνευματικό συσσίτιο. Πιο κει τρία τέσσερα κουτιά με χάπια: Θεοφυλλίνη και τα συναφή εισπνεόμενα διασταλτικά των βρόγχων. Οι γιατροί φρόντισαν για την πληρέστερη εισπνοή αυτής της -στάσιμης, θανατερής και όζουσας μάζας αέρος του υπογείου. Που ποτέ δε θα μοιάζει με τις ριπές από το βουνίσιο αεράκι που φυσά αυτοδίκαια. Και παντοτεινά θα υπάρχει για να διατάζει: Απολέλυσαι της ασθενείας σου!

Σ’ αυτό το κατώγι ζει αγαπητοί μου ένας ποιητής! Η μούχλα ετούτης της πολυκατοικίας που σε πιάνει από τη μύτη την ώρα που διαβαίνεις την πόρτα, μαζί με τη μυρωδιά πετρελαίου από το λεβητοστάσιο, ακολουθεί μέχρι εδώ κάτω τον Νίκο Καρούζο. Σ’ αυτό το είδος άγριας απομόνωσης, στην υγρή φυλακή που ετοιμάστηκε για έναν ακόμα άνθρωπο που θέλησε απλώς «να γράψει τ’ όνομά του πάνω στο νερό»…
Απ’ αυτή τη σιωπή εδώ κάτω προβάλουν οι λέξεις. Χωρίς να αναδύεται καμιά δυστυχία, κανένα μικρόψυχο: «εμείς οι καημένοι». Κι όταν ο Νίκος Καρούζος πιάνει στα χέρια του εκείνο το διαλυμένο πικάπ με το μονοφωνικό ηχείο και το ετοιμάζει, μοιάζει σα να τακτοποιεί στη σκηνή μια εκατονταμελή και βάλε χορωδία, την ορχήστρα καθώς και τον Μπρούνο Βάλτερ στο πόντιουμ .

Για ν’ ακουστεί ξανά -σαν ξάφνιασμα από βέλος που περνά ξυστά στο αυτί- από Τα Κατά Ματθαίον Πάθη η φωνή Erbarme dich Mein Gott («Λυπήσου με Θεέ μου»). Kι η φωνή αυτή εξυψώνεται και μεγεθύνεται και καθώς δε χωρά στο κατώγι εκρήγνυται και βγαίνει μέσ’ από τον ανοιχτό φεγγίτη σκορπίζοντας στα πόδια των περαστικών. Από δω κάτω διακρίνεις μονάχα τα παπούτσια των διερχομένων κι ένα μέρος από τις σουλατσαδόρικες γάμπες τους. Με το καλτσάκι τους τεζαρισμένο, την τσάκιση στο παντελόνι ονειρώδη, τα τακουνάκια τους άψογα και τη ραφή του καλσόν προσεγμένη στο μέσον ακριβώς. Αν είσαι προσεκτικός μπορείς να διαβάσεις μέχρι και τις σόλες των παπουτσιών τους. (Τι έχουν πατήσει όλοι ετούτοι οι άνθρωποι…)

Από τόσο χαμηλά λοιπόν βλέπει ο ποιητής. Και τόσο χαμηλά η πολυπληθής Αθήνα, των αρειμανίων καταναλωτών ευτυχίας και πνευματικώς αργομίσθων, έχει ορίσει να κατοικούν η ποίηση κι η μουσική. Από τόσο χαμηλά υψώνεται κι ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ για να ακμάσει σε λίγο ως «βασιλική δρυς». Νότα τη νότα χτίζεται το μεγαλείο, λέξη τη λέξη ορθοδομούνται οι μεγαλοπρεπείς ναοί των ποιητών:

Χαίρε ο χλοερός ήλιος του χειμώνα
Χαίρε ο ακατάλυτος κι όταν φύγω από το σώμα
συ θα τραγουδάς υιός εύοσμος
Ιωάννης

Μεγάλη Παρασκευή απόγευμα προχωρημένο. Για να ξεμουδιάσει απόψε και ν’ αναπνεύσει -κι αφού δεν το κατάφερε να βρεθεί στην εκκλησιά - αποφασίζει ν’ ανέβει στο δρόμο για λίγο. Στο ταπεινό εκκλησάκι που συνήθιζε να πηγαίνει όλα τα χρόνια μαζεύονται τελευταία κάμποσοι νεόπλουτοι και ξιπασμένοι αγράμματοι με κινητά που ηχούν διαρκώς ( με μοδάτο ντύσιμο του ενός πιο καλό από του άλλου και πιο λουστρίνι το υπόδημα και πιο τριζάτο). Α! αυτό το γνωρίζει πολύ καλά… Ο υποκάτω τους, αυτός που ζει τόσα χρόνια στο κατώγι: το ξέρει το πολυτελές πατούμενό τους! Μα δεν μισεί τίποτα απ’ όλα αυτά κι ούτε υποφέρει. Απλώς αδιαφορεί. Ρίχνει το σακάκι στον ώμο και βγαίνει στο σούρουπο. Πέφτει απάνω στην ώρα της περιφοράς και συνωθείται μαζί μ’ άλλους δυο στο στενό πεζοδρόμιο Λιτοχώρου με Ιωαννίνων. Παρακολουθούν με συντριβή και ακροώνται σαν σιγανή βροχή τα σερνάμενα μικρά βήματα και την πομπή του Επιταφίου που διέρχεται .

Κλίνει την κεφαλή ο ποιητής των υπογείων:
Κύριε ανήκα στους εχθρούς σου…

Ο ΜΗΤΣΟΣ
(LACRYMOSA)

Τον ακούω από τον φωταγωγό. Η φωνή του ν’ ανεβαίνει
ως μαθητευόμενου ψαλμωδού ένρινη και βαθιά εσπερινή συνήθως, σαν από χωνί περασμένη θαρρείς ηλεκτρονική. Μαζί της αναδύεται σχεδόν πάντοτε μυρωδιά από τηγανητές πατάτες και αυγά μάτια. Προσπαθεί να αγγίξει το λυγμικό Αχ του Καζαντζίδη η να μιμηθεί άλλων λαϊκών αοιδών τις κορώνες. Ένας μοναχικός άνθρωπος είναι ο Μήτσος που μένει από κάτω. Πόσο κάτω; «Στο μείον δύο» λένε. Που σημαίνει ότι ο άνθρωπος αυτός δεν πιάνει ούτε τη βάση στα κοινωνικά. Δηλονότι στον μείον δύο όροφο έχουμε οκτώ -μη πω δέκα - μέτρα υποκάτω της γης. Πιο κάτω κι από τους πεθαμένους τον Χριστιανικό θάνατο. Ωστόσο στα θετικά της υποθέσεως θα πρέπει να λογίζεται κι εκείνο το παράθυρο που κοιτάζει στο ρέμα , στο χώρο δηλαδή αποβολής ανεπιθύμητων υγρών και σαβούρας πάσης φύσεως από τους χωριάτες που κατοικούν αυτή την πόλη.

Η γυναίκα ποτέ δεν πρέπει να υπήρξε στη ζωή του. Συγγενείς και φίλοι μάκρυναν πια. Δουλεύει από τα χαράματα μέχρι αργά τ’ απόγευμα στη βιοτεχνία κι έρχεται να ζαρώσει στο υπόγειό του. Βγαίνει σπανίως από δω σαν αράχνη ή σαρανταποδαρούσα, μπορεί και σαν ποντικός ή βδελυρή κατσαρίδα. Ένα ενοχλητικό απόβλητο της λαμπρής και αειφόρου κοινωνίας που εξαφανίζεται εδώ κάτω. Εδώ που κρατά μαζί του θαμμένες μιας ζωής τις ματαιώσεις και τα διακυβεύματα- αν πράγματι αυτά ποτέ υπήρξαν.
Τα φυλάγει σαν παλιές φωτογραφίες, δροσερές και στημένες στιγμές του παρελθόντος. Μνήμες τσιτωμένες σαν ρόγες παρθενικές μπροστά στην ηδονή. Κι όταν βρίσκεται την κουζίνα ή το μπάνιο δεν παραλείπει να τραγουδήσει σίγουρος πως όλοι ακούμε το απέραντο παράπονο χωρίς τις αιτίες του.
Στο κάλεσμα του Επιταφίου που περνούσε πώς να μη βγει; Με τόσα θαμμένα και άδοξα παρατημένα εντός του ενθύμια μιας ζωής ολόκληρης ανάμεσα στ’ ανοιξιάτικα νεκρολούλουδα …
Στάθηκε ανύποπτος δίπλα στον Νίκο Καρούζο στο πεζοδρόμιο εκείνο.

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
(OFFERTORIUM)

Σπούδασε και άσκησε λένε Ψυχανάλυση για μια εικοσαετία στο Παρίσι. Μαθητής της Μαρίας Βοναπάρτη, λίγο έλειψε βασίλισσας της Ελλάδος και άξιας μαθήτριας του Σίγκμουντ Φρόϋντ. Πολυμαθής και βαθιά μορφωμένος , ακέραιος, ικανός, συγγραφέας πολλών βιβλίων και αντεπιστέλλον μέλος όλων σχεδόν των εταιριών της Ψυχαναλυτικής επιστήμης. Είναι ο Ψυχίατρος των… Ψυχιάτρων ! Κι έχει αποστολή και χρέος να θεραπεύει τους γιατρούς.
Είναι η σιδηρά πανοπλία που πάνω της αντανακλάται η εμπάθεια και κόβει δρόμο.
Είναι ο Βελερεφόντης, ο Αη Δημήτρης των κουρσεμένων ιατρικών κάστρων που φανερώνεται έφιππος μέσα στις χορευτικές φωταύγειες του πολικού Σέλαος. Όταν τα όνειρα κι οι σκοτεινές αιχμές του ασύνειδου έχουν πια διαπεράσει τον περήφανο θώρακα των θυμάτων τους...

Τον έχουν πει –προφανώς αστειευόμενοι χυδαία οι αρνητές και οι αντίπαλοί του –«χωματερή των παθών» και «ενεχυροδανειστή των ονείρων». Κάθε βράδυ στην πολυκατοικία όπου ζει και εργάζεται, λίγοι σιωπηλοί άνθρωποι χτυπάνε το κουδούνι της βαριάς και σκοτεινής εισόδου. Ανεβαίνουν βαρύθυμοι τις σκάλες και τον συναντούν στο υποβλητικό του γραφείο που μοιάζει με αίθουσα του θρόνου. Έχουν μπροστά τους πλέον εκείνον που συλλαμβάνει τις σκοτεινές πτυχές των ονείρων. Κι αφού τ’ όνειρο είναι η εκπλήρωση μιας επιθυμίας αυτός είναι που αναλαμβάνει να αλυσοδέσει -το λέει όμως καλύτερα εκείνος : «να χειρισθεί»- τις σκοτεινές ψυχικές υποθέσεις ασθενών και γιατρών αντάμα. Σ’ εκείνον λοιπόν τον άνθρωπο μονάχα μπορούν κι εμπιστεύονται οι θεραπευτές να καταθέσουν το αβάσταχτο φορτίο των ψυχικών τους εισπράξεων. Τινάζουν από πάνω τους το μαύρο σκοτάδι των ψυχών σα να ‘ταν σκόνη καθισμένη στα ρούχα ύστερα από οδοιπορία σε δρόμο μακρύ. Εκεί στο σκοτεινό ενεχυροδανειστήριο των ονείρων αφήνουν τα λύματα των λειαντήρων των ψυχών. Ο κύριος Αριστοτέλης στέκει αμίλητος και εγκρατής. Ακούει με προσοχή. Ακάματος αχθοφόρος της σκοτεινής όψης του ήλιου συγκεντρώνει τις εμπάθειες μέρα τη μέρα . Τοκογλύφος μιας ποίησης που γεννά η ψυχική ταραχή και το μέσα σκοτάδι. Οι γιατροί, οι θλιμμένοι θηριοδαμαστές των ψυχών φεύγουν σκυφτοί πληρώνοντας με ανακούφιση …
Σήμερα βγήκε κι αυτός, περιφέροντας τον Επιτάφιο που έκλεινε στο θώρακά του μέσα, και βρέθηκε μαζί με τους άλλους δυο άγνωστους άνδρες στο πεζοδρόμιο τη συγκεκριμένη ώρα.


KAI O… TETAΡΤΟΣ
(AGNUS DEI)

Ο κανονικός Επιτάφιος , με την δολοφονημένη από τους ανθρώπους Αμνό του Θεού, πέρασε όπως κάθε χρόνο συνεπής στο εθιμοτυπικό στις οκτώμιση, γωνία Λιτοχώρου και Ιωαννίνων, ένα δρόμο οπουδήποτε στην Ελλάδα των άστεων. Η ποίηση, ο σπαραγμός και τα ερέβη των ανθρώπινων ψυχών δια των εκπροσώπων τους επί της γης συναντήθηκαν με Τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου.
Η συνάντηση χαιρετήθηκε με το παρόν κείμενο…


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16 Απριλίου 2009



Β.Π. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: Ο ακάθιστος δείπνος

Ζήτημα 1ον

«Αιτείτε και δοθήσεται υμίν κρούετε καιανοιγήσεται υμίν»
(Ματθ. 7, 7)

Χτυπήσαμε επίμονα σχεδόν μαζί, το κουδούνι της μεγάλης Πύλης, απόρθητη σε κάθε επίδοξο επιδρομέα κάποτε (κανέναν δηλαδή σήμερα) αλλά κι εντελώς ανοιχτή στον καθένα που ψάχνει για βοήθεια ή ψάχνεται πολλαπλώς. Ήταν ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας που όλως περιέργως δεν είχε τίποτε το επιθετικό πάνω του. Απεναντίας, μια αίσθηση ρουτίνας και πλήξης απέπνεε το πλήρωμά του κι ούτε φυσικά είχαν κάτι μ’ έμενα. Που τέτοια τύχη να είσαι στο μάτι της δημόσιας δίωξης. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις!

Αργότερα έμαθα το λόγο της επίσκεψης του περιπολικού που για αυτές, τις μοναχές δηλαδή, γιατί γι’ αυτές ο λόγος και τη μονή Αναλήψεως, ήταν μια καθημερινή συνθήκη πολυετούς, ήδη, διάρκειας. Ήρθαν ουδέτερα οι υπηρεσιακοί αστυνομικοί να πάρουν το φαγητό για τους υπόδικους κρατούμενους στα εφήμερα κελιά της τοπικής αστυνομίας. Όπως πηγαίνουν στο εστιατόριο να πάρουν το φαγητό για τον ανώτερό τους, που λόγου φόρτου... κυνηγετικής εργασίας δίωξης κακοποιών κι αναρχικών γευματίζει στο τμήμα! Όσοι συλλαμβάνονται και περιμένουν είτε μεταγωγή είτε το αυτόφωρο που θ’ αποφασίσει περί της άμεσης ή της τακτικής δίκης, όσοι έρχονται από άλλες πόλεις να δικαστούν εδώ λόγω τοπικής αρμοδιότητας του αδικήματος το Μοναστήρι τους δίνει φαγητό. Μέχρι κι ο αξιότιμος κύριος Παλαιοκώστας προ της ιπτάμενης εμαυτής απελευθέρωσής του, ίσως να υπέστη το μοναστηριακό συσσίτιο, όταν πριν μήνες δικάζονταν στην Κοζάνη). Η πολιτεία μας αυτά τα αδέσποτά της δεν τα ταΐζει σ’ αυτό το στάδιο. – «Ας πρόσεχαν κι ας μην εγκληματούσαν». Το Μοναστήρι τους δίνει φαγητό, δεν τους ρίχνει τροφή, όπως κάνει το πανάθλιον κράτος μας, όσον αφορά τους φυλακισμένους, των οποίων τα ατομικά δικαιώματα έχουν αξία και τυγχάνουν προστασίας τόσης όσο εκείνων των αδέσποτων σκύλων. Μόλις πριν λίγες μέρες διαβάσαμε την τραγική κατάληξη της φυλακισμένης Κατερίνας Γκουλιώνη (αυτή που τέλειωνε τις αμέτρητες επιστολές της στους αρμόδιους με το: «Εχω όνομα είμαι η Κατερίνα Γκουλιώνη και έχω πολλά να πω» κι όχι: «Είμαι η Πετρούλα και μόλις τέλειωσα» με την αισθητική της οποίας συμβιώνουν όλοι οι χάφτες της μικρής και μεγάλης «εξουσίας». Την άφησαν, κάποια κτήνη –από εκείνα που το έφεραν βαρέως ότι τους στέρησε την ηδονή της πρωκτικής και κολπικής της ...έρευνας, με την οποία ίσως και να φτιάχνονταν πολλαπλώς κι όχι απαραίτητα σεξουαλικά, και τράβηξε μύρια όσα – και πέθανε πάνω στο καράβι, σε συνθήκες που μπορεί να συνόρευαν με δολοφονία (τι το ήθελε κι αυτή αυτό «το κι έχω πολλά να πω»), κατά τη μεταγωγή της από τις φυλακές Αλικαρνασσού προς Πειραιά και για τη Θήβα. Γυναίκα εξαρτημένη, ναι, παθών και λαθών, όμως άνθρωπος κι όχι κορμί χαμένο, όπως ορισμένοι απ’ αυτούς που την οδήγησαν στο θάνατό της έτσι ή αλλιώς.

Αυτές οι τραγικές υπάρξεις για τον ένα ή άλλο αποχρώντα ποινικό λόγο, κάποτε δε και εκ τύχης, βρίσκονται υπό την κρίση της αδέκαστης (ωχ) δικαιοσύνης και κράτηση της συνακόλουθης σωφρονιστικής υπηρεσίας (ωχ, ωχ) συνεχίζουν να υπάρχουν ως ανθρώπινες οντότητες που χρειάζονται να τρώνε κιόλας. Έστω και πεταμένοι σαν ζώα, όντας αντικοινωνικά, ανθρώπινα στοιχεία, που έπεσαν σε συγκεκριμένο ποινικό αμάρτημα, στο όποιο αμάρτημα, τιμωρούμενο στο τώρα και όχι στην άλλη ζωή με τη «μέλλουσα να μας επισυμβή κρίση», (καλή ώρα όπως προσδοκά και θέλει ο πρώην Αττικής). Ποιός άλλωστε ο αναμάρτητος, απλά δεν μπορούμε όλοι να είμαστε μέσα ή να δικαζόμαστε σ’ αυτήν την εξαγριωμένη κι εξαχρειωμένη κοινωνία που ήδη συμβιώνουμε.

Τους εφήμερα κρατούμενους στην Ασφάλεια από την πόλη και την περιοχή, υπακούοντας με αφοσίωση ανόθευτου πιστού και άδολου χριστιανού στην πράξη κι όχι στην μεγαλοσταυρία, τους δίνουν φαγητό, οι μοναχές της Μ. Αναλήψεως. Σεμνά κι απέριττα κι άνευ κωδωνοκρουσιών. Μόλις προκύψει στα κελιά της αστυνομίας τέτοια ανθρώπινη υπόσταση τηλεφωνούν στο Μοναστήρι. – Ερχόμαστε! Φτάσαμε! Δεν χρειάζεται να προσθέσεις κάτι άλλο. Η πολυετής φιλανθρωπία τα λέει όλα κι οι συγκρίσεις είναι τραγικά υπέρ των σε σχέση με τους άλλους ...οργανωμένους παράγοντες της τοπικής κοινωνίας, πολιτείας, και της νόμω (αλλ’ όχι έργω) κρατούσης εκκλησίας και λοιπές τρίχες. Γι αυτό και είναι τόσον αγαπητή στους κατοίκους της πόλεως η Μονή Αναλήψεως.


Ζήτημα 2ον

«Εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με»
(Ματθ. κε, 36)

Στο θλιμμένο ακόμα από την μεγάλη απώλειά Της, αρχονταρίκι της μονής, μου άνοιξε τα χαρτιά της η αδελφή Σιλουανή. Δηλαδή κάτι ημερολόγια σπιράλ στα οποία ήταν καταχωρημένη η κίνηση των μηνιαίων εισφορών του Μοναστηριού υπέρ των φυλακισμένων όλης της επικράτειας των ελλαδικών φυλακών. Αδιακρίτως φυλής, ποινής, ανάγκης. Ισότητα στην απελπισία. Ξένοι επί το πλείστον και δίπλα στ’ όνομά τους ένα κεφαλαίο αρχικό γράμμα, που δηλώνει την πόλη και τον τόπο φυλακής. Σ’ όλη την Ελλάδα, απ’ όλη την Ελλάδα• ίσως να βρήκαν και φάμπρικα αφού διαδίδεται από στόμα σε στόμα πως μόνον εδώ «δίνουν» στέλνουν γράμματα, τηλεφωνούν, (ήμουν παρών σ’ ένα τηλεφώνημα όπου ο επαίτης απαιτούσε τήρηση της προθεσμίας καταβολής...), εκλιπαρούν, ζητούν να ενταχθούν θαρρείς στο πρόγραμμα βοηθείας της Μονής! Υποθέτω πως δεν είναι όλες οι περιπτώσεις καθαρές. Όμως είναι φυλακισμένοι. Άρα πρόσωπα υπεράνω πάσης διάκρισης. Ο τελευταίος λόγος στον κόσμο αυτό, της ηγουμένης Μαγδαληνή, καθώς όδευε εκεί που την καρτερούσαν οι δικοί της άγιοι ήταν: «Μην ξεχάσετε τους φυλακισμένους». Ήταν εντολή, διαταγή, όχι παράκληση. Η συμμόρφωση απόλυτη. Που τα βρίσκουν τα χρήματα και ό,τι άλλο! Το: «Μόνον αν δώσεις μ’ ανοιχτό χέρι και καρδιά σ’ αυτούς που προστρέχουν για βοήθεια, θα λάβεις από τον Θεό και τους ανθρώπους», είναι η προμετωπίδα της καθημερινής πρακτικής τους. Αυτές δίνουν αφείδωλα γι αυτό και λαμβάνουν, κι ο Θεός όλων ανεξαρτήτως, αν μη τι άλλο, τις ευλογεί.


Ζήτημα 3ον


«Δος μοι τούτον τον ξένον»
ιδιόμελον της Μ. Παρασκευής

Τις μόλις προάλλες επί κοσμικού καφέ τα λέγαμε με τον Αγιορείτη μοναχό Μωϋσή, ποιητήν εξαίρετον και συγγραφέα πρώτης γραμμής επί του θρησκευτικού. Το βράδυ θα μιλούσε στην Παναγία Φανερωμένη με θέμα τα «Πάθη και τα εξ αυτών παθήματα» διότι, όπως είπε, τα πάθη είναι «φιλεπίστροφα». Επόμενο ήταν, όταν βρίσκεσαι με αυτόν ν’ αφήνεσαι και σε μια εφ’ όλης της ύλης ανασκόπηση των σημερινών παθημάτων του κράτους, της εκκλησίας, της κοινωνίας. Παρών κι ο κυρ’ Αντώνης Ππβσλ., εκδότης της εξαίρετης των Γρεβενών και πάσης Δ. Μακεδονίας, εβδομαδιαίας εφημερίδας «Χρονικά Δυτικής Μακεδονίας». Εκεί αναφέρθηκε και το όνομα του πατρός Γερβάσιου Ραφτόπουλου στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος με την αδελφότητα «Οσία Ξένη» και το μέγιστο έργο του όσον αφορά τους φυλακισμένους τους οποίους απελευθερώνει εφ’ όσον είναι ζήτημα χρημάτων η υπόθεσή του. Να, κάπως έτσι φαντάζομαι ότι είναι οι άγιοι της σήμερον, δεν ξέρω οι παλιοί πως ήταν και τι πραγματικά έκαναν κι αν έκαναν όλα όσα στα συναξάρια τους διαθρυλούνται. Τον άγιο Αυτόν ιερέα θέλησε ο Δήμος Γρεβενά να τον ευχαριστήσει για το έργο ως καταγόμενον από την κοινότητα Αιμιλιανού. Όμως ο επιχώριος «άγιος» και δεσπότης πάντων απαγόρευσε την είσοδό του στα χωράφια του (εισπήδηξη γαρ), απειλώντας ότι θα τον οδηγήσει (δέσμιο άραγε και θα τον ταϊσουν οι μοναχές της Μονής Αναλήψεως) στο συνοδικό δικαστήριο –ναι, αυτό που αθώωσε το καταδικασθέντα για κλοπή άλλο «αγιολογικόν βερνίκι» Παντελήμονα, ήδη και αρεοπαγιτικά εγκάθειρκτον. Ο ως άνω «άγιος» Γρεβενών δεν επέτρεψε παλιότερα στον ίδιο μοναχό να μιλήσει στην περιοχή του! Αυτός ή μάλλον το ποίμνιό του έχασε• αλλά γι αυτούς που σαν κοπάδι τους αντιμετωπίζουν, ποιός αλήθεια νοιάζεται;

***

Τελειώνουν κι οι Παρασκευές των Χαιρετισμών με τους θεσπέσιους ικετήριους προς την Παναγία Βοήθεια και Παραμύθια, λόγους. Όμως οι Παρασκευές τής κάθε λογής δυστυχίας κι εξαθλίωσης δεν έχουν τελειωμό.(«Σαν νάχουν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου» Αλξ. Ππδ.). Οι ταγμένοι εθελοντές εκ της προσωπικής πίστης, ιδεολογίας (όπως είναι η Πρωτοβουλία για τα δικαιώματα των κρατουμένων) και πεποιθήσεων (νομίζεις ότι εξ επαγγέλματος αγαπούν) να ελαφραίνουν τον πόνο του άλλου (και ιδίως του φυλακισμένου άλλου) δεν μπορούν, προφανώς, να σηκώσουν όλο το βάρος της πανανθρώπινης και ειδικής απελπισίας. Αρκούνται στον τόπο και τον τρόπο τους. Τότε οι Ακάθιστοι Ύμνοι γι’ αυτούς γίνονται, (ευτυχώς που οσημέραι πληθύνονται), Ακάθιστοι Δείπνοι για τους ανήμπορους και παραπεταμένους της ζωής συνανθρώπους μας. Σ’ αυτούς και μόνον τους ελεήμονες (ότι αυτοί ελεηθήσονται), υποκλινόμεθα.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16.4.2009

11.5.09

ΜΠΕΣΣΗ ΜΙΧΑΗΛ: Ελεγεία σώματος

Το ανθρώπινο σώμα: ένα θαυμαστό, πολύπλοκο, αξεπέραστο μέχρι σήμερα σύστημα οργανικής ζωικής εξέλιξης που στηριγμένο στην ύλη παράγει συνειδητότητα, νόηση, αισθήματα, φαντασία, τέχνη και, στο διάστημα του διανυόμενου ατομικού χρόνου, ανυπέρβλητη φθορά. Φθορά των αισθήσεων καθώς η αρχέγονη όσφρηση γίνεται σχεδόν ασήμαντη, η όραση θαμπώνει, η ακοή μειώνεται, η γεύση αλλοιώνεται, κι η αφή, αυτή η διακριτική στερεοτακτική υποκατάσταση όλων των άλλων αισθήσεων «αποξηραίνεται» μαζί με τους σωματικούς χυμούς. Όμως αυτή ακριβώς η εγνωσμένη ματαιότητα της ατομικής ύπαρξης, αναδεικνύει το μεγαλείο της πάλης του φθαρτού γήινου «άνω θρώσκοντος» όντος με την θεία Ατροπο μοίρα για να αφήσει ένα νεύμα ύπαρξης, ένα σκίρτημα χαράς ακόμη και μέσα στην αιώνια συμπαντική λύπη της ανυπαρξίας...

«...θα ήθελα οι πίνακές μου να μοιάζουν σα να πέρασε ανάμεσά τους ένα ανθρώπινο ον όπως περνά το σαλιγκάρι, αφήνοντας ένα ίχνος από ανθρώπινη παρουσία και μνήμη, όπως το σαλιγκάρι αφήνει το γλυστερό ίχνος του...».

Τα λόγια του διάσημου ζωγράφου Francis Bacon, που με τα αποτρόπαια σαγηνευτικά έργα του σημάδεψε τον 20ο αιώνα τη φρίκη, τον αποτροπιασμό, την απομόνωση, τον κατακερματισμό του ανθρώπινου όντος σε απομεινάρια του σώματος, έρχονται συχνά στο μυαλό της όταν σκέφτεται το γηράσκον Σώμα με το πολιτισμικά μοιραίο, απωθητικό, γερασμένο, φθαρμένο αλλά υπαρκτό αποτύπωμά του. Και αισθάνεται ότι συμπληρώνονται θαυμάσια αυτά τα λόγια, που υποκρύπτουν μέσα στον αποτροπιασμό την παράξενη σαγήνη του γκροτέσκου, από τους πρωταγωνιστές του μοντερνισμού-πριμιτιβισμού Πικάσσο και Ματίς, που ιδίως με τα έργα τους «οι Δεσποινίδες της Αβινιον» και το «Μπλε Γυμνό», αντίστοιχα, εγκαινίασαν νέα αισθητικά πρότυπα με την εμπνευσμένη από πρωτόγονα τοτέμ παραμόρφωση της μορφής ως το νέο «κάλλος».

Υπάρχει κάλλος, ή παράξενη έλξη, ή έστω ενδιαφέρον για τη σύντομη πορεία προς τη φθορά, για το τελικό ταξίδι στην Ιθάκη, του μοναδικού υλικού στοιχείου που διαθέτουμε; Ή η ανόητη επικέντρωση στην αίσθηση της αθανασίας που μας χαρίζει η παροδική νιότη, μας πλημμυρίζει με τόση ακατανίκητη νοσταλγία για το ανέφικτο, ώστε να μας στερεί την ικανοποίηση της πλήρωσης που το φθειρόμενο σώμα έχει καταγράψει σε κάθε κύτταρο;

Και η σκέψη επικεντρώνεται στο δικό της σώμα μοιραία, ανακαλώντας στιγμές στην 65χρονη πορεία της, μέσα στον βουλιμικά ουροβόρο χρόνο, στιγμές φωτεινά, νοσταλγικά, αγέρωχες : όταν το σβέλτο εφηβικό σώμα γιόρταζε τη δόξα στεφανωμένο για πρωταθλητισμό, όταν χόρευε πρώτο χορούς τοπικούς περήφανα ντυμένο στη παραδοσιακή φορεσιά, όταν αργότερα κουβάλησε περήφανα το κυοφορούμενο νέο θαύμα της ζωής στη πελώρια κοιλιά... Όταν, ακόμη αργότερα με τη συνοδεία της μικρής κόρης έσκιζαν παράλληλα τη θάλασσα στο θαλάσσιο σκι, ή το χιονισμένο βουνό... Κι αργότερα, όταν το ώριμο αλλά ακόμη καλοδιατηρημένο σώμα έσκιζε άψογα τη θάλασσα σε βουτιά από τα ψηλά λευκά βράχια... Ή όταν μέσα στις βαθειές θαλασσινές σπηλιές γευόταν αρμύρα κι έρωτα... Και μαζί θυμόταν άλλα σώματα που είδε και γνώρισε και «γεύτηκε», όμορφα κι άσχημα, νεανικά και γεροντικά, γερά κι άρρωστα, σώματα της εμπειρίας και σώματα της φαντασίωσης, σώματα στην αρχή και στο εντροπικό τέλος του βέλους του πανδαμάτορα Χρόνου... Και την βαθειά χαραγμένη στη ψυχή, προνομιούχο αντίληψη της μοναδικότητας αυτής της σωματικής βίωσης θέλει να μοιραστεί με περηφάνεια και πάθος.


Η εξερεύνηση του προσωπικού σωματικού χρόνου ξεκινά: αφετηρία τα μάτια, ο οπτικός καθρέφτης του έξω κόσμου και προβολέας του περίπλοκου, μοναδικού, ατομικού έσω κόσμου του καθενός. Κοιτάζει, χρόνια τώρα τον πολλαπλασιασμό των όλο και πιο πολλών και βαθύτερων μικρών γραμμών, σαν μέσα από καθρεφτιζόμενους καθρέφτες. Αρχικά οι γελαστές ανεπαίσθητες γραμμές φωτίζουν το λείο παιδικό πρόσωπο. Τις βλέπει σαν όνειρο να μετατρέπονται στιγμιαία σε αληθινό αποτύπωμα γέλιου, στα χρόνια της νιότης εκφραστικό και γάργαρο μέσα στην ανεμελιά, όταν το βλέμμα σπίθιζε από χαρά ή οργή, από πρόκληση ή πόνο. Και σιγά –σιγά, μαζί με την ευθύνη και τις υποχρεώσεις να βαθαίνουν οι γραμμές και να γίνεται διαρκώς πιο σπάνιο το πηγαίο γέλιο, διαρκώς πιο σοβαρό και κοινωνικά σωστό, διαρκώς πιο επιφανειακό. Μέχρι τη στιγμή της πλήρους αποκάλυψης του χρόνου που έφυγε, όταν καθαρά αποτυπώνεται στο τρόπο που οι γραμμές γίνονται ρυτίδες και στεφανώνουν τα κουρασμένα, ήρεμα μάτια, καθώς γίνεται αναπόφευκτα αποδεκτή η αλλαγή της εισόδου στο δρόμο του κατηφορικού τέλους . Kαι θυμάται, συχνότερα πια, σε μικρές αστραπές μνήμης... Το βλέμμα της ευχαρίστησης στο πρώτο βήμα, στο πρώτο μπράβο, στο πρώτο σκίρτημα του έρωτα, στη πρώτη επιτυχία, στη πρώτη γέννα, στο γάμο του παιδιού.... Και συγκρίνει τις αναμνήσεις με την τρυφερή νοσταλγία που πλημμυρίζει τη καρδιά η όψη κι η αφή του δέρματος των νέων σωμάτων των εγγονών της καθώς τα παρακολουθεί να μεγαλώνουν δοξαστικά...


Ξανάρχεται διαρκώς συχνότερα και καθαρότερα όσο μακραίνει ο χρόνος, η ανάμνηση από το πρώτο δάκρυ από το πρώτο γδάρσιμο, το πρώτο μάλωμα, τη πρώτη αποτυχία, τη πρώτη απόρριψη, τον πρώτο θάνατο, την αρρώστια αγαπημένων, τη ματαίωση προσδοκιών, το άγχος και το φόβο από το πρώτο σημαντικό σωματικό τραύμα: η αίσθηση του φθαρτού, τη στιγμή που από απερίσκεπτη απροσεξία έχασε την ισορροπία στο σκι –λιφτ και γλυστρώντας ακάθεκτα με το κεφάλι πρόλαβε να αναρωτηθεί αν αυτό ήταν το τέλος... Ξύπνησε στο κρεβάτι του ιατρείου ακούγοντας σαν από μακρυά τον νεαρό γιατρό να ρωτά «πώς είστε;». Αφάνταστα απορημένη για την έλλειψη οποιουδήποτε πόνου ή δυσκολίας, σε οποιαδήποτε κίνηση, απάντησε με μια αίσθηση μεγάλης περηφάνειας για το τυχερό, ανθεκτικό σώμα «είμαι καλά» και πιάνοντας το κεφάλι, αισθάνθηκε το αίμα που κυλούσε από τη πληγή. Τίποτε, τότε ακόμη, δεν μπορούσε να μετριάσει την αίσθηση του θριάμβου για τη νίκη του Σώματος...

Όμως... Βλέπει τις βαθειές γραμμές που αυλακώνουν γύρω από το στόμα το πρόσωπο και δίνουν μαζί με τις κάθετες γραμμές ανάμεσα στα φρύδια, αυτή την έκφραση του σταδιακού κλεισίματος της αυλαίας, σαν σε μόνιμη συνοφρύωση, σαν η περισυλλογή να σκληραίνει το ύφος καθιστώντας ανελαστικό το εκφραστικό ρεπερτόριο. Λες κι οι μοίρες συμμαχούν στο τέλος έτσι ώστε να μένει το τραγικό αποτύπωμα του πεπερασμένου χρόνου σ’ οποιαδήποτε πορεία κι όχι η γελαστή ευμεταβλητότητα των ευτυχισμένων γέλιων που αρχικά δημιούργησε τις βαθύτερες κάθε φορά ρυτίδες.

Βλέπει τις λεπτές αναδιπλώσεις του δέρματος στο γυμνό σώμα ακριβώς στα σημεία που κάποτε ριγούσαν απαλά με κάθε χάδι, στα μπράτσα, στη κοιλιά, στο λαιμό. Εκεί που κάποτε διαγραφόταν η ελκυστική καμπυλότητα για να υποδεχθεί το άλλο σώμα, βυθισμένο στην ένταση της αναμονής και ορθωνόταν αυτόματα στο ρίγος της ηδονής, τώρα το δέρμα αδιάφορο κι αδρανές, ξεχειλώνει ηττημένο απ’ το χρόνο, χορτασμένο από αναμνήσεις... Σκέφτεται τις καμπυλότητες των γλυπτών από τον Ερμή στην Ολυμπία μέχρι την Αφροδίτη της Μήλου που μένουν εσαεί νεανικά τεντωμένα και φθάνει να ζηλεύει το λείο ψυχρό μάρμαρο για τη δυνατότητά του να αντιστέκεται καλύτερα, ώσπου σκέφτεται ότι δεν αισθάνθηκε ποτέ τίποτα: την ατελείωτη ευχαρίστηση ενός μωρού γυμνού στην αγκαλιά, την ηδονή από άλλα δάχτυλα, δυο χέρια πλεγμένα με εμπιστοσύνη και αγάπη...


Με τον ίδιο σαγηνευτικό αποτροπιασμό που της προκαλούν τα έργα του Bacon, βλέπει το σώμα να αλλάζει κάθε χρόνο προς τη φθορά, πιστό στο δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής για τα κλειστά συστήματα, όσο κι αν η πλαστική χειρουργική προσπαθεί να αντιπαλέψει. Ενώ διαρκώς μοιάζει να μικραίνει το μεσοδιάστημα της επερχόμενης φθοράς και κάθε διαφορά αποκτά προστιθέμενο βάρος. Χαμογελά με τη σκέψη, λυπημένα αλλά στωικά, με πλήρη αποδοχή της εικόνας που σαρκάζει τις επιδιώξεις επιδιόρθωσης με ένα είδος μεφιστοφελικής κακεντρέχειας. Που φυσικά δεν είναι μόνο εικόνα όσο κι αν αυτή κυριαρχεί. Είναι η αίσθηση της ματαιότητας στην άνιση μάχη, της παραιτημένης ουδετερότητας απέναντι σε αισθήματα που κάποτε κυριαρχούνταν από πάθος. Είναι η παραίτηση από την ευχαρίστηση της επαφής με ένα άλλο σώμα, γιατί η οικειότητα της συνήθειας, η τρυφερότητα της άνεσης, αντικαταστάθηκε από την μάταια επιδίωξη της έντασης που το προκατειλημμένο μυαλό θέλει να ξαναθυμηθεί ξεχνώντας ότι έχει χάσει τη δυνατότητα . Και εκχωρεί στη ψευδαίσθηση την επιδίωξη της ηδονής με ένα σώμα που δεν υπάρχει κι ίσως δεν υπήρξε ποτέ. Είναι ακόμη η αδιαφορία για την αυτοικανοποίηση που κάποτε ανακούφιζε τη πίεση της απουσίας, με τον ανάλαφρο μαζοχισμό της μοναξιάς. Είναι παράξενα αντιφατικό για την τρέχουσα αισθητική λατρεία της απαστράπτουσας νεότητας να τρέφει τόση συμπάθεια για την εικόνα και την ουσία της φθοράς. Ισως γιατί στο μυαλό ή στη ψυχή κυριαρχεί όχι η απεικόνιση της φθοράς αλλά η μνήμη του χρόνου που διανύθηκε για να φθάσει ως εδώ. Και αυτή, η ουσιαστική αναπαράσταση της πραγματικότητας, είναι τόσο γεμάτη από αισθήματα εκτός από αισθήσεις, που κατανικούν κατά κράτος την απέχθεια για τη «γλίτσα» του χρόνου μετατρέποντας τις ρυτίδες σε δρόμους της μνήμης, οικείους, αγαπητούς, μοναδικούς στη πορεία για τη συμπλήρωση του νοήματος μιας μοναδικής ζωής. Και η φθορά αντί για παράπονο και μιζέρια γίνεται το παράσημο μιας ζωής βιωμένης με τις καλές και τις κακές στιγμές ισόρροπα αξιόλογες για την ευτυχία που δώρισαν, για το μάθημα που χάρισαν. Με ζωντανές αποδείξεις όχι μόνο του «έργου» που έχει μείνει σαν διάχυτη προσφορά στη συλλογικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά σαν σπορά γονιδίων, αισθημάτων, σκέψεων, μνημών σε κάθε νεώτερο απόγονο... Μια σπορά που αποτελεί την ύστατη δικαίωση οποιασδήποτε ζωής σαν τη δική της, που θέλει να πιστεύει ότι όντως, υπήρξε. Κάθε χαμόγελο που χαρίστηκε, κάθε φροντίδα που προσφέρθηκε χωρίς ενδοιασμό ή αντάλλαγμα, κάθε λέξη που λέχθηκε ειλικρινά και άδολα, κάθε αγάπη που δωρίθηκε, δημιουργούν ένα προσωπικό της μικρό σύμπαν μαλακώνοντας κάθε πόνο, χαρίζοντας τη γαλήνη μιας πορείας που ουσιαστικά δεν σταματά ακόμη και στο τελικό στάδιο του αναπότρεπτου τέλους. Γιατί αυτό το τέλος δεν αφορά κανέναν αφού ήδη αποτελεί προϋπόθεση της ύπαρξης. Πολύ περισσότερο την ίδια την ζώσα, που ζει στο πλήρες νόημα της λέξης, γιατί έχει αποδεχτεί το πεπερασμένο της ύπαρξής της. Στις στιγμές μάλιστα του σοφού αυτοσαρκασμού για ανύπαρκτες ματαιώσεις φανταστικών προσδοκιών, φθάνει να κάνει συμφωνία με τον εαυτό της: τακτοποίηση εκκρεμοτήτων... Τι ανοησία! Όλη η ζωή της ήταν μια φανταστική εκκρεμότητα, ένα πέρασμα αυτού του φθαρτού σώματος στο τεντωμένο σχοινί του χρόνου της, που διανύθηκε με ισορροπία ή ανισορροπίες ανάλογα με το χρόνο, το τόπο και τους ανθρώπους γύρω της.


Σήμερα, τώρα, οι περισσότεροι «γνωστοί-άγνωστοι» έχουν δρασκελίσει άλλες σχέσεις και μέσα στη σοφία της επιλεγμένης μοναχικότητας υποπτεύεται ότι πολλοί, περιφέρουν την καταθλιπτική ανία τους γεμίζοντας το χρόνο με αναπόδραστες κοινοτυπίες έργων και λόγων, σαν αυτά που την αποξένωσαν από καιρό. Δεν μπορεί να κρατηθεί καμιά σχέση στην επιφανειακότητα του τώρα. Όπως δεν μπορεί να στηριχθεί στη ψευτιά ενός άψογου, ανέκφραστου, «μποτοξικού», ή πλαστικού-πλασματικού προσώπου ή σώματος που πληρώνει πολύ ακριβά την πάντα φαουστική εξαγορά του χρόνου, αναζητώντας με απέλπιδα μανία την οριστικά χαμένη για δεύτερη φορά λάμψη της νιότης... Κι αυτό αφορά κυρίως όσους ίσως δεν κατάφεραν ποτέ να ζήσουν δοξαστικά τη πρώτη τους νιότη, και μόνη αληθινή, όπως της πρέπει. Και να τη πενθήσουν στην ώρα της ώστε η βιωματική γνώση της απώλειας να μετατραπεί σε παρακαταθήκη γλυκειάς νοσταλγίας για την περίοδο της ανθρώπινης ζωής όπου όλα είναι εφικτά, ως τα σύνορα του πιθανού, ως τις παρυφές της φαντασμαγορικής ψευδαίσθησης...


Ο ρεαλισμός του σώματος πλουτίζει χρόνο με χρόνο τη ψυχή με την αίσθηση του πεπερασμένου και συγχρόνως, με την ανάγκη της σοφά γαληνεμένης αναζήτησης ισορροπίας ανάμεσα στο εφικτό κι επιθυμητό. Κι η υπευθυνότητα παίρνει τη θέση της ματαιοδοξίας, η κρίση αντικαθιστά τις υπερβάσεις, η λογική τις ψευδαισθήσεις, η αρρώστια τις φαντασιώσεις της αθανασίας. Για τους τυχερούς. Οι άλλοι παιδεύονται διαρκώς ανάμεσα στο είναι και το θέλω. Ξεχνώντας βολικά ότι αν θέλω να είμαι πραγματικά, πρέπει να γίνω αυτό που είμαι. Αρχίζοντας από το σώμα «το ναό του είναι». Με όλο το σεβασμό που ανήκει στην αναζήτηση της ακροβατικής ισορροπίας αυτού του θαυμαστού παράξενου ελκυστή-οργανισμού που συνιστά με τις απειροελάχιστες κρίσιμες συνάψεις κι αλληλεπιδράσεις, αυτό που ονομάζουμε ψυχή ή μυαλό ή το συνειδητό ανθρώπινο όν.


Πότε αρχίζει η ωριμότητα; Όχι, δεν πιστεύει ότι έχει πολύ σχέση με τη φυσική ωρίμανση, παρά μόνο για ελάχιστους προνομιούχους ανθρώπους που καταφέρνουν να ταυτίσουν βιώματα και νόημα υπαρξιακό, σώμα και πνεύμα, καταργώντας τον ψευδεπίγραφο καρτεσιανό δυϊσμό μέσα στην ολότητα της αποκλειστικής μοναδικότητας του καθενός ανθρώπινου όντος, της ταυτότητας όπως προσλαμβάνεται από «...την άχρονη αναπαράσταση του εσωτερικού προτύπου του κόσμου και του εαυτού μέσω αυτοσυνειδητότητας...»


Είναι πολύ παράξενη η αίσθηση ελαφριάς αηδίας που της δίνει η εκφυλιστικά προκλητική γύμνια, κυρίως των νεαρών κοριτσιών της τηλεοπτικής ζούγκλας, σε σύγκριση με την αισθητική ευχαρίστηση του κομψού όμορφου γυμνού στη θάλασσα το καλοκαίρι, ή ορισμένων φωτογραφιών του Aventon ή του Newton, ή η πλούσια απολαυστική πληθωρικότητα των αναγεννησιακών γυμνών, ή η γραμμική αυστηρή αφαιρετικότητα των μεγάλων ζωγράφων. Όπως επίσης, βρίσκει απόλυτα φυσική τη καθήλωση του βλέμματος στο δρόμο ή στις οθόνες, σε ωραία λευκοστεφανωμένα πρόσωπα που επιτρέψανε στο χρόνο να σμιλέψει την νοσταλγική ομορφιά της σοφής ζωής. Και η έκφραση, αυτή η φωτισμένη με τη γλυκύτατη αναλαμπή του λυκόφωτος της ζωής, η έκφραση της χαμογελαστής γαλήνης, κρύβει την υπέρτατη ομορφιά του γνήσιου ανθρωπισμού... Και τόσο καλά μεταμφιεσμένο όλο το συσσωρευμένο πάθος για τη ζωή μέσα, παραδείγματος χάριν, στην αεικινητικότητα της Ελένης Αρβελέρ ή την παθιασμένη στωικότητα του Χρήστου Γιανναρά... Ή μέσα στο ήρεμο, ελκυστικό, πράο πρόσωπο που αντανακλούσε το γλυκύτατο παίξιμο του βιολιού από την ωραιότατη 70χρονη σκωτσέζα μέσα στον παλιό πύργο, ή στην ακούραστη πανέμορφη 82χρονη «μάμη» που δεν σταματάει ποτέ να νοιάζεται και να προσφέρει, ασκώντας αυτό το σχεδόν άφθαρτα φθαρμένο σώμα στην υπηρεσία της ακατάβλητης φροντίδας για τη ζωή και τους ανθρώπους «της»... Βλέπει με άπειρη τρυφερότητα, την αναπόφευκτη σμίκρυνση του ορατού σώματος, όσο το εκτόπισμα της αόρατης αλλά υπαρκτής σωματικής αύρας διαχέεται άϋλο, πολλαπλασιαζόμενο σε παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα, ανήψια και μικρανήψια, μια μικρή κοινωνία του αίματος και της καρδιάς. Και θαυμάζει την αντοχή της ύπαρξης αντίθετα στη φθορά, καθώς όλη η εντροπία έγινε απέραντη αγάπη...


Και βλέπει την αρρώστια. Βλέπει πρώτα το φόβο, αυτόν τον ύπουλο εχθρό της ζωής να θρονιάζεται στα μάτια των άλλων σε κάθε περίπτωση που το σώμα δίνει το σήμα του. Τον φόβο για τον πόνο, τον φόβο για τη δυσκολία, τον φόβο της άγνοιας. Είναι πολύ πραγματική η αίσθηση της ελάττωσης των δυνατοτήτων, όπως η δυσκολία να αντέξει εύκολα το γρήγορο ανέβασμα στη σκάλα, η εφευρετικότητα των στάσεων για να ξεκουραστεί η μέση που συχνά διαμαρτύρεται, ή ακόμα και απλές καθημερινές κινήσεις όπως το να βάζει το καλτσόν όπου χρειάζεται ειδική στάση για να εξισορροπηθεί η ανελαστικότητα του ενός ποδιού με τον περιορισμό στη στροφή της άρθρωσης... Είναι εφευρετικό το σώμα στους τρόπους που αντιστέκεται, μόνο που οι περισσότεροι αμελούν τη φροντίδα του, ιδίως όταν ως εκείνη την ηλικία δεν το έχουν σεβαστεί. Το αγαπά αυτό το ώριμο σώμα για την ευχαρίστηση που ακόμη της προσφέρει όταν αντέχει, όταν αντιστέκεται, όταν βυθίζεται μέσα στην κρύα χειμωνιάτικη θάλασσα κι αναδύεται στο χάδι του ήλιου...


Όμως, μέσα από τη δική της «έκπτωση» και τον προσλαμβανόμενο πόνο-φόβο των άλλων, αισθάνεται ανήμπορα οργισμένη για την αναξιοπρέπεια της αθεράπευτης αρρώστιας, βαθύτατα πικραμένη για την ανθρώπινη αδυναμία να αντιμετωπίσει ουσιαστικά τη ζοφερή φθορά, εξαγοράζοντας τον ελάχιστο άχρηστο χρόνο με το βαρύτερο τίμημα: ανυπαρξία ζωής μέσα στην ασφυξία του ανείπωτου φόβου για την πιθανότητα του τέλους. Δεν έχει λύση. Όμως υποπτεύεται ότι αυτή η ψυχαναγκαστική απληστία για χρόνο με κάθε θυσία δεν έχει νόημα.


Δεν έχει νόημα πιστεύει, ο χρόνος που δεν «κερδίζεται» τελικά, γιατί εκχωρείται ολοκληρωτικά στον πόνο, στη μιζέρια μιας ζωής που ούτε μοιράζεται ούτε βιώνεται. Παρακολουθεί ανήμπορη, δυστυχής για την ίδια και τους γύρω αγαπημένους, όχι τη φθορά, αλλά τη πρόσληψή της τόσο άσχημα, ώστε να συνιστά πληγή.


Kι όμως ακόμη και στα τάρταρα της φθοράς, νεύματα αναλαμπής. Η προμηθεική ανθρώπινη διάσταση, σ’ όλο το καταπληκτικό μεγαλείο της: Το «Πλήγμα» στην Ενόρασή μου (Μy stroke of insight- 2008), της επιστήμονος του εγκεφάλου J.Bolte Taylor, είναι η ιστορία της νικηφόρας μάχης με τον ζόφο της αρρώστιας όπως αποτυπώνεται σε ένα από τα εντυπωσιακότερα βιβλία που έπεσε στην αντίληψή της.


Η επιστήμων αναλύει λυρικά σχεδόν, πώς 37χρονη την επισκέφθηκε σοβαρό εγκεφαλικό που βύθισε σε κώμα τμήμα του αριστερού εγκεφαλικού ημισφαιρίου και την ίδια σε αναπηρία. Πώς μέσα από την εξαιρετική ενεργοποίηση του δεξιού ημισφαιρίου της βρήκε όχι μόνο τη δύναμη, την ενόραση, να αποκαταστήσει πλήρως το σώμα της, αλλά και να αλλάξει ριζικά την νοοτροπία της, αντικαθιστώντας πλευρές της νοητικής δραστηριότητας με συναισθηματική νοημοσύνη και χαρά της ζωής.


Αν έτσι ολοκληρώνεται ένας σωματικός κύκλος, ως τελική κυκλική αναρρίπηση του νερού στο αρχικό βύθισμα της πέτρας/γέννηση, όλοι οι άλλοι απειροελάχιστοι αλλά διαρκώς μεγαλύτερου εύρους κύκλοι είναι αυτό που μένει; Και πού/πότε σταματά ; Όχι, δεν θέλει να ξέρει την απάντηση στο αιώνιο ερώτημα, παρά μόνο σαν αφετηρία μιας σκέψης για το αέναο της συμπαντικής ροής. Παίζοντας καμιά φορά με την ιδέα της μετατροπής της συνειδητότητας σε άγνωστη σκοτεινή ύλη/ενέργεια που σκορπίζεται σε παράλληλα άπειρα σύμπαντα....

Όμως γρήγορα προσγειώνεται στο πραγματικό τώρα. Η ζωή κάθε ανθρώπου πιστεύει, δεν έχει καμιά σχέση με τον συγκεκριμένο θάνατο του, γιατί εκεί, με το συμπλήρωμα του ατροπικού χωροχρόνου, τελειώνει οποιαδήποτε επίδραση του ατόμου στη Ζωή, ανεξάρτητα από υποκριτικούς επικήδειους. Η διάλυση ή εξαΰλωση της σωματικής υπόστασης μιας πάντα μοναδικής προσωπικότητας στερεί τη συλλογικότητα από τη συγκεκριμένη διάταξη ατόμων-μορίων –κυττάρων-οργανισμού, παραδίδοντας αποκλειστικά στη μνήμη, για όσο αντέχεται, ό,τι υπόλοιπο μοναδικότητας υπήρξε, αν υπήρξε. Η Μνήμη-Μνημοσύνη, αυτή η θεά γεννήτρια των Μουσών και θα πρόσθετε της ανθρωπιάς ως ιστορικής συλλογικότητας, είναι το μόνο που μένει...

Βρίσκει με αυτή τη θέση, κυριολεκτικά ευλογία την επιθυμία ενός μεγάλου βιολόγου να ταφεί στο δάσος του Αμαζονίου «...ώστε να γίνει τροφή στις λάρβες σκαθαριών και από ΄κει ....να ξεφύγει σαν μέλισσα μέσα στην απεραντοσύνη του βραζιλιάνικου δάσους...» με όση αγάπη μοιράστηκε, είτε στο στενό κύκλο της οικογένειας και του αίματος, ή στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο ως μορφή τέχνης και προσφοράς. Και τίποτε άλλο.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16.4.2009



10.5.09

ΟΔΟΣ: Paraxena



O Λουκάς Σαμαράς, θα εκπροσωπήσει την χώρα μας στην 53η Biennale της Βενετίας που ξεκινάει στις 7 Ιουνίου και θα διαρκέσει έως τις 22 Νοεμβρίου. Να τονιστεί ότι φέτος, κατ' εξαίρεση και για λόγους τιμητικούς, σχετικούς με την προσφορά του καλλιτέχνη στην παγκόσμια τέχνη, το υπουργείο Πολιτισμού επέλεξε τον Λουκά Σαμαρά απ' ευθείας, χωρίς να κηρύξει πρόσκληση ενδιαφέροντος για την υποβολή άλλων υποψηφιοτήτων από ιστορικούς και κριτικούς της τέχνης.

Υπενθυμίζεται ότι το 2005 διοργανώθηκε στην Αθήνα η πρώτη μεγάλη αναδρομική έκθεσή του με τίτλο «Περιπέτειες του Εγώ», την οποία είχε οργανώσει το ίδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστόπουλου στην Εθνική Πινακοθήκη, με αντιπροσωπευτικά έργα της πολύπλευρης δημιουργικής του πορείας. Δυστυχώς τότε κανένα ενδιαφέρον δεν έδειξαν -εκτός κάποιων εξαιρέσεων- οι τοπικοί φορείς, τα πολιτικά πρόσωπα, και οι πολιτιστικοί σύλλογοι της Καστοριάς.

Η αστείρευτη δημιουργικότητά του, που τον ανέδειξε και ως μια από τις σπουδαιότερες μορφές του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, αναγνωρίζεται στην πολυμορφία των επιλογών του, σε έργα ζωγραφικής, σε σχέδια, συνθέσεις από ύφασμα, κουτιά, συρμάτινες κατασκευές, έπιπλα, κοσμήματα, εγκαταστάσεις, βίντεο και ταινίες. Η ιδιαίτερη σχέση που έχει αναπτύξει με τη φωτογραφία -ήταν από τους πρώτους που διερεύνησαν όλες τις πιθανότητες επεξεργασίας των Polaroids- εντοπίζεται σε αρκετά καρέ με την παραμορφωμένη, κατακερματισμένη περσόνα του, αντικείμενο ενός μνημειώδους εξπρεσιονισμού.

Η 53η Μπιενάλε της Βενετίας έχει καλλιτεχνικό διευθυντή τον Ντάνιελ Μπέρνμπαουμ και τίτλο «Making Worlds» («Φτιάχνοντας Κόσμους») δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση σε σύγχρονες εκφάνσεις της ζωγραφικής και του σχεδίου και όχι τόσο σε εγκαταστάσεις και βίντεο.

Αυτό που θα παρουσιάσει ο καστοριανός καλλιτέχνης στις 7 Ιουνίου, στην Biennale θα φέρει τον τίτλο «Paraxena».

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16.4.2009

9.5.09

ΟΔΟΣ: Παράξενα

Mε την καταγγελία οικογένειας συμπολιτών μας για την θανάτωση του πιστού τετράποδου φίλου τους στην λεωφόρο Νίκης, που δημοσιεύτηκε στο 486 φύλλο της 2ας Απριλίου, αλλά και λίγο πριν με την φωτογραφία του σκύλου που ξεψυχούσε στην Χλόη στο 484 φύλλο της 19ης Μαρτίου, πολλά ήταν τα τηλεφωνήματα αναγνωστών της ΟΔΟΥ, που εξέφρασαν την κατανόηση και την συμπάθειά τους. Ή ακόμη χειρότερα, πολλοί ήταν οι αναγνώστες που κατήγγειλαν παραδείγματα κακοποίησης, βασανισμού ζώων και ιδίως σκύλων (αδέσποτων και μη) ή και δηλητηρίασής τους με φόλα.
Για μια ακόμη φορά λοιπόν, η Καστοριά βρίσκεται στην πιο αρνητική πρωτοπορία. Στον δήμο Καστοριάς αντί να τεθεί ως στρατηγικός στόχος η προστασία των ζώων, και η καλλιέργεια κίνησης πολιτών για την διάδοση της ιδέας φροντίδας των κατοικιδίων, ακριβώς αντίθετα, από δημοτικούς συμβούλους υποβάλλονται αιτήματα για «απομάκρυνση των σκυλιών από τον χώρο των σχολείων» (sic), προτάσεις οι οποίες σε τελική ανάλυση προϋποθέτουν «τελικές λύσεις» και εκκαθαρίσεις και στην ουσία ενθαρρύνουν αυτούς που ενοχλούνται από τα αθώα ζώα, στο να τα δηλητηριάζουν και να γεμίζουν την πόλη φόλες. Κοντά σ’ αυτές τις μεσαιωνικές αντιλήψεις ενώνονται και οι αντιδραστικές φωνές ακόμη και μέσα από τα ΜΜΕ που «ενθαρρύνουν» επιτακτικά τον διωγμό των τετράποδων των σκύλων.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16.4.2009

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ