24.10.26

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΤΡΩΝΟΥ-ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Καντάδες

 
ΟΔΟΣ εφημερίδα της Καστοριάς
ΟΔΟΣ 19.6.2026 | 1277

Πρέπει να ακούσετε την ιστορία μου απ' την αρχή. Γιατί, με το να σας πω μόνο πως ήμουν ψυχοκόρη σε ένα αρχοντόσπιτο, μισό αιώνα πριν και βάλε, η αφήγησή μου θα στερηθεί όλη εκείνη την «ατμόσφαιρα εποχής», όπως λένε και στις διαφημίσεις ταινιών στην τηλεόραση.
Ήμουν ακόμη ασχημάτιστη παιδούλα, τέταρτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας σε ορεινό χωριό της Μακεδονίας. Μαύρη φτώχεια, όχι μοναχά στο δικό μας σπίτι, το χωριό όλο πεινούσε· για να μην αναφέρουμε τον φόβο από τον επερχόμενο «αδελφοπόλεμο», όπως τον χαρακτήριζε ο δάσκαλος του διπλανού χωριού. Δυο ώρες δρόμο με τα πόδια κάναμε κάθε μέρα, γιατί σ’ εμάς σχολειό δεν υπήρχε.
Τότε έγινε η πρόταση στον πατέρα μου, να με δώσει για ψυχοκόρη σ’ ένα πλουσιόσπιτο στην κοντινότερη πόλη. Τα μικρότερα αδέλφια μου  –δύο τον αριθμό– θα τα έστελναν στην παιδόπολη της Φρειδερίκης· τα μεγαλύτερα, αρσενικά τα δύο και η πρωτότοκη, θα έμεναν να βοηθήσουν με τα ζώα και το χωράφι.
Δεν με ρώτησαν καν αν δεχόμουν. Η αλήθεια είναι, ότι άκουγα τη μάνα να αναστενάζει όλη νύχτα και να παρακαλεί τον κύρη της να το σκεφτούν καλύτερα. Εκείνος το είχε πάρει ήδη απόφαση: «Ένα στόμα λιγότερο, και το μέλλον της εξασφαλισμένο. Όσο για γράμματα, φτάνουν και περισσεύουν αυτά που έμαθε. Εσύ ούτε το όνομά σου δεν έμαθες να γράφεις, και σαν καλά τα πήγες ως τώρα. Άσε, βρε γυναίκα! Έτσι θα σωθεί κι αυτή, θα ανασάνουμε λίγο κι εμείς!»
Το σπίτι που βρέθηκα, μου φάνηκε σωστό παλάτι. Και τα αφεντικά καλοί άνθρωποι. Ένα μικρό δωματιάκι κάτω από τη σκάλα για να κοιμάμαι, ρούχα από αυτά που είχαν παλιώσει ήδη στις δύο κόρες –μεγαλύτερες από μένα– και, να σου η ψυχοκόρη. Μου εξήγησε η κυρά τις υποχρεώσεις μου. Όχι και λίγες. Έτρεχα από τα χαράματα μέχρι το δειλινό. Σκούπισμα, συγύρισμα, ψώνια με τον κύρη· σιγά-σιγά με μύησε και στον κόσμο της κουζίνας. Εκεί ήταν το πιο δύσκολο για μένα. Να ετοιμάζεις τόσες λιχουδιές και να γεύεσαι τα ελάχιστα που απόμεναν στο τραπέζι…
Δίπλα ακριβώς από το δικό μας «παλάτι», ήταν αραδιασμένα πέντε-έξι άλλα, όλα με κήπους φροντισμένους μπροστά, με κοτέτσια και γουρουνοκούμασα την πίσω αυλή.
Καταδεκτικές οι κόρες του σπιτιού. Φρόντιζαν να μου μαθαίνουν καλούς τρόπους. Η δε μικρότερη, μέχρι και τα βιβλία της μου επέτρεπε να κοιτάζω, όταν είχα χρόνο ελεύθερο –πότε;
Μεγάλωναν λοιπόν αυτές, μεγάλωνα κι εγώ, και όπως μου έλεγε η μπακάλισσα της γειτονιάς, γινόμουν μπουκιά και σχώριο! «Αχ, καημενούλα μου Αλεξάντρα, καμιά δεν σε παραβγαίνει, ούτε σε παράστημα ούτε σε ομορφιά»! Αυτά, βέβαια, μόνο όταν τύχαινε να είμαστε οι δυο μας στο μαγαζί.
Στο αρχοντικό δεν με φώναζαν ποτέ «Αλεξάντρα». Ήμουν η Τσάντω. Με πλήγωνε στην αρχή αυτό. Θυμόμουν την έρμη τη μάνα μου που έλεγε Αλεξάντρα και γέμιζε το στόμα της στοργή! Είχα βλέπετε, το όνομα της σχωρεμένης της μάνας της, που πέθανε στη γέννα...
Τα χρόνια περνούσαν και είχα αρχίσει σιγά-σιγά να ξεχνώ τους δικούς μου. Μόνο ο πατέρας ερχόταν αραιά και που να με δει, να μου φέρει χαιρετίσματα από όλους και να ξαναφύγει βιαστικά. Έμαθα ότι τα δυο αρσενικά μου αδέλφια βγήκαν στο βουνό με τους αντάρτες· κατέβηκαν οι ίδιοι στο πιο κοντινό κεφαλοχώρι και έμεναν σε συγγενείς της μάνας. Τόλμησα κάποτε να τον παρακαλέσω να φέρει και τη μανούλα μου να τη δω και να με δει. -«Πώς μεγάλωσα και ομόρφυνα πατέρα...». Με αγριοκοίταξε και έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα...
Τέλειωσε ο ανταρτοπόλεμος –έτσι αποκαλούσαν εδώ τον αδελφοπόλεμο του δάσκαλου– και η ζωή άρχισε να μπαίνει σε κανονικούς ρυθμούς. 
Όχι για μένα: το βράδυ, όταν έσβηναν τα φώτα στους δρόμους, έκρυβα πολλές φορές φαντάρους στο πίσω μέρος της αυλής. Ήταν ήδη καλοκαίρι, και έβγαιναν μερικοί τολμηροί για μία βόλτα στην πόλη. Αν τύχαινε όμως να τους εντοπίσουν οι Εσατζήδες, αλίμονό τους. Έτρωγαν το ξύλο της χρονιάς επί τόπου, φυλακή στη συνέχεια.
Όταν, λοιπόν, από το ανοιχτό παραθυράκι της καμαρούλας μου, αντιλαμβανόμουν κάποιους ξεχασμένους και άκουγα το τζιπάκι της ΕΣΑ να πλησιάζει, τους φώναζα ψιθυριστά να μπουν στην αυλή από την πίσω πόρτα, και να περιμένουν μέχρι να τους δώσω σήμα, ότι μπορούν να φύγουν. Και, βέβαια, χωρίς να με αντιληφθούν τα αφεντικά. Εκείνοι, έβγαιναν τώρα πια όλοι στις βεράντες τους και έπιαναν ψιλή κουβέντα.
Τότε ήταν που άρχισαν και οι καντάδες για τις κοπέλες της γειτονιάς. Διάφορες παρέες, με ακορντεόν και κιθάρες, περνούσαν έξω στο δρόμο και τραγουδούσαν όλοι μαζί τα τραγούδια της μόδας. Γελούσαν οι μεγάλοι, εκστασιάζονταν οι νέες. Ήξεραν οι ίδιες ποια ήταν κάθε φορά η εκλεκτή. Μια πολύ χαρούμενη ατμόσφαιρα, μετά τις ζοφερές μέρες της συσκότισης και του κινδύνου κυκλοφορίας τις νυχτερινές ώρες.
Ένα βράδυ, θεοσκότεινο, ήρθαν τα πάνω κάτω: Η καντάδα δεν ακούστηκε στον κεντρικό δρόμο. Στο πίσω στενό τραγουδούσε μια παρέα νέων. Ήταν δε τόσο καλλίφωνοι που άδειασαν οι μπροστινές βεράντες και βιάστηκαν όλοι να βγουν στα πίσω παράθυρα. Η παρέα σταμάτησε έξω από το δικό μου παραθυράκι. Δεν είχαν κιθάρα και ακορντεόν. Βιολί σόλο έπαιζε κάποιος. Τα έχασα κι εγώ. Ποιοι ήταν και γιατί;
Μαθεύτηκε την επόμενη μέρα, αφού αναστατώθηκε όλη η γειτονιά: μερικοί από τους στρατιώτες που έκρυβα είχαν απολυθεί, και αποφάσισαν, τώρα πια που δεν κινδύνευαν από την ΕΣΑ, να μου εκφράσουν μ’ αυτόν τον τρόπο την ευγνωμοσύνη τους!
Πρώτη φορά αγρίεψε το αφεντικό και μου μίλησε άσχημα. Η μπακάλισσα, όμως, μου είπε ότι έσκασαν όλοι από το κακό τους. Ο βιολιστής είχε φροντίσει να μάθει ποια είμαι, με παρακολούθησε όταν πήγαινα για ψώνια και να 'με τώρα εδώ και μια ζωή η πιστή του σύντροφος! Φύγαμε για το νησί του, ανοίξαμε μία ταβέρνα, την «Αδελφή του Μέγα Αλέξανδρου» με ζωντανή μουσική. Στην κουζίνα εγώ, στην ορχήστρα αυτός. Τα εγγόνια μας ζητάνε, κάθε φορά που μας επισκέπτονται, να τους αφηγηθώ την ιστορία της ζωής μου.


Φωτογραφία: Πάμπλο Πικάσο (1881-1973) Οι τρεις μουσικοί, Μουσείο Τέχνης Φιλαδέλφειας ΗΠΑ. 

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 19 Ιουνίου 2026, αρ. φύλλου 1277.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ