23.6.08

ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ: Το μνημείο του «αγνώστου» στρατηγού

Το θέμα μας είναι η πλατεία Βαν Φλιτ η οποία μετά από πολλή συζήτηση και πληθώρα προτάσεων μετονομάστηκε το 2004 σε πλατεία Μακεδονομάχων, εξαιτίας της πρωτοβουλίας των «εταίρων» μας των Η.Π.Α. να αναγνωρίσουν το κράτος των Σκοπίων με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Στο μέσον της πλατείας αυτής, είναι στημένη η προτομή του ηρωικού Φιλολάου Πηχεώνος, η οποία στην πίσω πλευρά φέρει τη συνηθέστατη πια στους Καστοριανούς ρυπαρογραφία «Aris-super -3», του πολυγραφότατου ανεγκέφαλου ρυπαρογράφου ο οποίος δε σέβεται ούτε μνημεία ούτε περιουσίες ούτε σήματα κυκλοφορίας ούτε τον εαυτό του. Και συνήθως κάτι τέτοιοι τύποι δε συλλαμβάνονται είτε γιατί δεν ενοχλεί η δραστηριότητά τους, στα πλαίσια της ελεύθερης έκφρασης των «ιδεών», είτε γιατί «έχουν μπάρμπα στην Kορώνη».

Πέντ’ έξι μέτρα τέλος πάντων πίσω από τη βεβηλωμένη προτομή του Πηχεώνος, βρίσκεται μια μαρμάρινη βάση με δυο ανεστραμμένες βίδες στην κορυφή της και μια σμιλεμένη αφιέρωση στην πρόσοψη: τω στρατηγώ J. Van Flit αι Ελληνικαί Ένοπλαι Δυνάμεις Φιλίας Ένεκεν.

Εδώ στρατηγός, εκεί στρατηγός πουθενά στρατηγός! Έχει να καθίσει στο μαρμαρένιο θρόνο του από τα 1999, οπότε και αποκαθηλώθηκε από αγνώστους, οι οποίοι, υποθέτω, τον αποκόλλησαν μη ανεχόμενοι να διαφεντεύει την πλατεία ένας εντεταλμένος δαμαστής ταξικών επαναστατικών κινημάτων.
Δεν είναι της παρούσης η αξιολόγηση αυτής της προσωπικότητας. Εκείνο που νομίζω ότι μπορεί να δεχτεί ο καθένας, απ’ όποιο ιδεολογικό μετερίζι κι αν αγωνίζεται για την προκοπή της πατρίδας, είναι ότι ο εν λόγω στρατηγός, δε θα βρει ανάπαυση στην ιστορική συνείδηση του Έλληνα και ποτέ δε θα περάσει στο πάνθεο των ηρώων όσα αγάλματα κι αν του στήνουμε όσους αξιωματούχους κι αν καλούμε στα αποκαλυπτήριά του.

Δεν μπορεί στην εποχή μας να υψώνουμε σημαίες διχασμού τιμώντας αμφιλεγόμενες προσωπικότητες. Είναι τραγικό στη θέα μιας προτομής, να επιχαίρουν οι μισοί Έλληνες που κατάφεραν με τη βοήθεια του Αμερικανού στρατηγού να τσακίσουν τους άλλους μισούς και να τους εξορίσουν στους σοσιαλιστικούς «παράδεισους» της Σιβηρίας και του Καυκάσου.

Εκείνο βέβαια που προκαλεί εντύπωση είναι η επιμονή του Δήμου να κρατάει ένα αδειανό βάθρο εδώ και εννιά συναπτά έτη, χωρίς να λαμβάνει μέριμνα ή να επανατοποθετήσει έστω μια νέα προτομή του στρατηγού ή να τον αντικαταστήσει τέλος πάντων με την μορφή ενός ήρωα απ’ το πανόλβιο συναξάρι των εθνικών μας ηρώων. Αυτή η εικόνα του αδειανού βάθρου, συνεπεία μιας ποντιοπιλατικής στάσης «ευγνώμονος φιλίας ένεκεν», ευτελίζει περαιτέρω τη μνήμη του στρατηγού, δεν περιποιεί τιμή στο Δήμο κι απ’ την άλλη, εξοργίζει μερίδα πολιτών για τη μονολιθική επιλογή να τιμάται μια μορφή που διχάζει. Πέραν τούτων, υπάρχει και η άποψη των επισκεπτών οι οποίοι με θυμηδία αντιμετωπίζουν την «ιλαρή» εικόνα, ένας ήρωας να αναπαριστάται αφαιρετικά με δυο μονάχα ανεστραμμένες βίδες, κοσμημένες απ’ τα οξείδια του χρόνου και της αναποφασιστικότητας.

Ώρα να τελειώνει αυτή η ιστορία! Κι ο καλύτερος τρόπος για να τελειώσει, ώστε να μην έχουμε στο μέλλον άλλες αποκολλήσεις και εν συνεχεία πνιγμούς προτομών, είναι να τοποθετήσουμε στη θέση του στρατηγού τη μορφή μιας προσωπικότητας που το έργο, η δράση, η προσφορά, είναι ενωτική, δημιουργική, αξιομνημόνευτη.

Κάποτε πια να υποσταλούν τα διχαστικά σύμβολα του αδερφοκτόνου πολέμου. Μπορούμε και χωρίς αυτά! Στους χαλεπούς καιρούς της αμφισβήτησης και του αλυτρωτισμού προέχει η ανάγκη να ξορκίσουμε τα φαντάσματα του νοσηρού παρελθόντος και να σφυρηλατήσουμε την αρραγή ενότητα η οποία θα θέσει τέλος στα δολερά σχέδια που απεργάζονται σε εναντιόβουλα φόρα «οι Έμποροι των Εθνών».

Κάποτε θα πρέπει να πάψει να χτυπάει ο αργαλειός του Δήμου στη ματαιόσχολη «Οδύσσεια» με το χαμένο στρατηγό της πλατείας, έτσι ώστε μη δώσει κι επαληθευτούν οι στίχοι του Καβάφη: «Και τώρα τι θ’ απογίνουμε χωρίς βαρβάρους; Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις!»…

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 22.5.2008]

20.6.08

ΟΔΟΣ: Δάσος



Καλά, ασφαλώς κανείς δεν θα αμφιβάλλει, ότι το αρχαιοπρεπές λείψανο του τείχους της Καστοριάς όπως φαίνεται στην φωτογραφία, (στην βόρεια παραλία) διανθισμένο και περιτριγυρισμένο απ’ αυτό το εξαίσιο και «καλόγουστο» δάσος των (προφανώς αυθαίρετων και χωρίς άδεια) διαφημιστικών πινακίδων, πιο πολύ παραπέμπει σε υπαίθρια έκθεση αφαιρετικής γλυπτικής, (με συστατικά της στοιχεία τον χρόνο και το χρήμα) σε περίβολο εμποροπανηγύρεως. Παρά σε πόλη που έχει κανονισμούς, όρια και περιθώρια.
Αλλά το περίφημο δάσος των πινακίδων, -που είναι τόσο χρήσιμες γι’ αυτούς που χάνουν τον προσανατολισμό τους- δεν σταματά εκεί: Εκτείνεται σε όλη την καστροπολιτεία, εκτός και εντός των τειχών.
Μέχρι και τα «επί τα αυτά» φθάνει. Πινακίδες εδώ, πινακίδες εκεί. Πολλές πινακίδες. Παντού πινακίδες. Αντί για δένδρα.
Πρόκειται για μια εξαίσια, αυθεντική και παραδοσιακή εκδοχή της πιο φολκλόρ αποτυχίας. Που μπορεί να βρει τον άνθρωπο.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 22.5.2008

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ: Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καστοριάς

Για την εποχή οπότε δεν υπήρχαν οργανωμένα σχολεία δεν μπορούμε φυσικά να ομιλούμε για σχολικές βιβλιοθήκες, ωστόσο βιβλία υπήρχαν για διάφορες χρήσεις και για τη χρήση των μαθητών, που μάθαιναν γράμματα, ανάγνωση και γραφή, στα Ασκηταριά, στα κελιά των εκκλησιών, στους νάρθηκες των ναών (κρυφά σχολειά) και σε δασκάλους που δίδασκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία και με αυτοσχεδιασμούς.

Στην Καστοριά τα ωραία συγκεντρωμένα βιβλία βρίσκουμε στις Εκκλησίες, όπως της Παναγίας, του Αγίου Θωμά, της Παναγίας Ελεούσης του Αγίου Λουκά και του ναού της Αγίας Παρασκευής. Τα βιβλία αυτά είναι εκκλησιαστικά, δικαιοπρακτικά και αρχειακά. Η χρήση τους περιοριζόταν στην εξυπηρέτηση περιορισμένων αναγκών της ενορίας. Υπήρχαν όμως και άλλα βιβλία, χειρόγραφα σε μεμβράνες, ώστε να αποτελούν έναν πολύτιμο θησαυρό. Δυστυχώς από αυτά πολλά κλέφτηκαν και μερικά πουλήθηκαν.
Όλα αυτά κάλυπταν ανάγκες της θρησκευτικής και διοικητικής δραστηριότητας των εκκλησιών και επομένως βρίσκονταν στη Μητρόπολη και στους ενοριακούς ναούς. Αυτά αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τα διάφορα θέματα της κοινωνικής ζωής των κατοίκων.

Σημαντικός αριθμός ποικίλων βιβλίων και χειρογράφων φυλάσσονται στα αρχεία της Μητροπόλεως, που αποτελούν πολύτιμα στοιχεία για την εκκλησιαστική κοινωνική και εθνική εικόνα και ζωή της πόλεως της Καστοριάς. Επίσης διαφωτιστικοί είναι κατάλογοι βιβλίων των σχολείων με οργανωμένη μορφή.
Πολύτιμες μαρτυρίες παρέχουν οι πέντε κώδικες της Μητροπόλεως, που αναφέρονται σε κοινωνικά, εκπαιδευτικά, εμπορικά, εκκλησιαστικά, εκπαιδευτικά, εμπορικά, εκκλησιαστικά, διοικητικά και δικαιοπρακτικά θέματα. Από τους κώδικες αυτούς μαθαίνουμε, ότι στην Κοινοτική Βιβλιοθήκη, υπήρχαν πολύτιμα βιβλία και χειρόγραφα, που πρόσφεραν Καστοριανοί και ξένοι λόγιοι, μεταξύ των οποίων και ο Θωμάς Μανδακάσης.
Από τις επίσημες αυτές μαρτυρίες μπορούμε να τοποθετήσουμε χρονικά την ύπαρξη της έννοιας της βιβλιοθήκης γύρω στον 16ο αιώνα, οπότε ανάγεται ο αρχαιότερος Κώδικας της Μητροπόλεως (1531-1550).

Η έννοια αυτή πρέπει να νοηθεί ως συγκέντρωση βιβλίων και άλλων γραπτών κειμένων σε ένα χώρο και όχι ως οργανωμένη βιβλιοθήκη.
Ο σκοπός όλων αυτών των βιβλιοθηκών, που κυρίως ανήκουν στην εποπτεία της Εκκλησίας, αφού ο Πρόεδρος της Εφορείας ήταν ο Μητροπολίτης (ο εκάστοτε).
Στην Εκκλησία οφείλεται η τιμή του ότι διέσωσε στοιχεία για τις βιβλιοθήκες αυτές.
Η έννοια της οργανωμένης Βιβλιοθήκης πρέπει να αναχθεί στο 18ο αιώνα, γιατί υπάρχει η πληροφορία ότι ο λόγιος Κωνσταντίνος Μιχαήλ, Ιατροφιλόσοφος, (1751-1816), που ζούσε και εργαζόταν στη Βιέννη έστειλε στη Βιβλιοθήκη της Καστοριάς 600 τόμους βιβλίων ιατρικής, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά και όλους τους έλληνες συγγραφείς κλασικούς στο πρωτότυπο.
Στις 26 Ιουνίου 1885 γίνονται τα εγκαίνια της ανεγέρσεως της Μεγάλης Ελληνικής Σχολής, της οποίας η λειτουργία άρχισε το 1888. Στο ισόγειο στεγάσθηκε η Αστική Σχολή Αρρένων και στον όροφο το επίσημα πλέον αναγνωρισμένο από το Ελληνικό κράτος 5τάξιο Ημιγυμνάσιο Καστοριάς, καθώς και η Σχολική Βιβλιοθήκη, που περιελάμβανε πολλά και σημαντικά βιβλία από δωρεές Καστοριανών.

Μελετώντας τους καταλόγους των βιβλίων της Ελληνικής Σχολής, που βρέθηκαν στις 19 Σεπτεμβρίου 1909 από τον Ηλία Δ. Μπουζιώτα, διαπιστώνεται ότι το αναγνωστικό κοινό δεν προερχόταν μόνο από την Ελληνική Σχολή (μαθητές και διδακτικό προσωπικό), αλλά είχαν πρόσβαση και όλοι οι κάτοικοι.
Οι κάτοικοι περνούσαν τον περισσότερο χρόνο μέσα στα σπίτια τους, από το φόβο των Τούρκων και είχαν περιορισμό στην εξωτερική δράση. Άλλωστε το μονοπώλειο της γουναρικής και τα πολλά εργαστήρια, που ήταν μέσα στα σπίτια, περιόριζαν το χρόνο της εξόδου.

Άλλη πληροφορία μας ενημερώνει ότι κατά το 1872 στη βιβλιοθήκη της Καστοριάς σώζονται διάφοροι λόγοι, που εκφώνησε από τον άμβωνα των εκκλησιών γνωστός κληρικός της Καστοριάς με θέμα «Περί έτος, μηνών, ημερών και Ινδικτιώνος», που εκδόθησαν στο τέλος της εκθέσεως του Κορυδάλε.
Εκτός από τους Κώδικες η Μητρόπολη υπήρχαν και άλλα βιβλία, όπως της Εφορείας των Σχολών, Καθολικό, Γενικό Συνεδριάσεων, Ευεργετών, Αποφάσεων, Κοινότητας, Περιουσιών της Μαυριώτισσας, Λογαριασμών.
Αντίγραφα επιστολών, αποδείξεων, σημειώσεων εισερχομένων λασσών (τόκων), αντίγραφα διαφόρων γραμμάτων, καταγραφής χωραφιών και κτημάτων της Μαυριώτισσας, βιβλία αποφάσεων της Κοινότητας περί καταργήσεων των παλαιών και βαρβάρων καταχρήσεων, διαφόρων εθίμων, και γάμων.

Την πλούσια και πολύτιμη αυτή βιβλιοθήκη παρέλαβε ο τμηματάρχης Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης Θ. Βολίδης στις 9 Ιουλίου 1913 και τη μετέφερε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, αφού άφησε κατάλογο παραληφθέντων βιβλίων και χειρογράφων. Από τη Βιβλιοθήκη παρέλαβε και τους Κώδικες της Μητροπόλεως, που είναι πολύτιμοι για την ιστορία της Καστοριάς (Π. Τσαμίση, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα 1949, σελ. 95).

Σε ανοικτή επιστολή (700/24/4/1937), Επιτροπή από τους Π. Τσαμίση, Χ’’Καραγκούνη και Κ. Πηχεών μας πληροφορεί ότι: «εις την πόλιν μας υπήρξε βιβλιοθήκη της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος επί της εποχής της Τουρκοκρατίας, στο οποίο είχε πολάς πολυτίμους εκδόσεις συγγραμμάτων από τον 17ο αιώνα και κατόπιν, κώδικας παλαιούς της Ιεράς Μητροπόλεως Καστορίας, και χειρόγραφα αρκετά, Ευαγγέλια κ.ά. Η θλιβερά παράδοσις αναφέρει την κλοπήν δύο πολυτίμων Ευαγγελίων…

Η βιβλιοθήκη ήταν εξασφαλισμένην εις το σκευοφυλάκιον της Μητροπόλεως μαζί με τα σωζόμενα εκκλησιαστικά κειμήλια (τα οποία παραδόθησκαν στον Θ. Βολίδη). Ο Μητροπολίτης μετανοήσας δια την αποψίλωσιν της Βιβλιοθήκης επροτοστάτησε εις την ίδρυσιν νέας βιβλιοθήκης υπό το όνομα «Λαϊκής».

Η λειτουργία αυτή υπό την επιστασίαν του Προοδευτικού Συλλόγου προσέκρουσε αφ’ενός εις το ακατάλληλον του κτηρίου και αφ’ ετέρου από την έλλειψιν πόρων. Η επικελογράφοι αποφαίνονται ότι πρέπει να γίνει σκέψις περί της επαναλήψεως της λειτουργίας της. Σύμφωνα με το Καταστατικό του Συλλόγου αύτη περιέρχεται εις τον Δήμον».
Η ίδια Επιτροπή απαντώντας σε επικριτικά σχόλια Εφημερίδας «Καστοριανής Ζωής» και υπεραμύνονται για τις ενέργείες τους και πληροφορούν ότι εξασφάλισαν την στέγασιν αυτής εις το τζαμί, όπου επί δωδεκαετίας ερίσκετο εκεί, εφρόντησαν δια τον πλουτισμό της με δωρεές βιβλίων και χρηματικάς, εκοπίασαν πολυτρόπος δια την λειτουργίαν της επί πολλά έτη και έκαμαν οι ίδιοι τον επόπτην συγχρόνως και των βιβλιοθηνάριον».

Η συντήρηση της βιβλιοθήκης όντας στο Δήμο προέρχεται από πόρους του συντοπίτη Αναστάσιο Δεληνάνο, του Συλλόγου προς διάθεσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, των εν Παρισίοις Καστοριέων «Η Ορεστιάς», του Μητροπολίτη Ηρακλείας, πρώην Καστορίας, Φιλαρέτου Βαφείδη και άλλων. Σημαντική ήταν μια δωρεά του ομογενούς Χρυσοβέργη 700.000 δραχμών.
Επίσης έγινε λόγος και για τη στέγασή της, εφόσον το Κουρσούμ Τζαμί, ήταν ακατάλληλο.
Πυρήνας για τη δημιουργία κεφαλαίου χρησίμευσε η δωρεά στην Εθνική Τράπεζα του Α. Δεληνάνου.
Το 1925 ο Σύλλογος προς διάθεσιν των Ελληνικών Γραμμάτων με εγγραφό του κάνει γνωστό στο Μητροπολίτη Καστοριάς την ίδρυση Βιβλιοθήκης και παρακαλεί για τη στέγαση και την οργάνωση.

Ο Αναστάσιος Δεληνάνος τον Ιούλιο του 1925 έκανε γνωστό στην Εφημερίδα «Καστοριά» σελ. 125, την επιθυμίαν του, «ίνα ιδίαις δαπάναις αναγείρην κτήριον προορισμένον να στεγάσει την βιβλιοθηκών της πόλεως, ετοίμην, να εμβάσει τα απαιτόμενα χρήματα, αφού διέθετε προς τούτο και το προ της πατρικής οικίας των οικοπέδων, την παρελθούσαν δε ταύτης προσεκομίσθη και ο αμερικανικός φάκελλος», όπου σε ογκώδη ρολόν υπήρχε το άριστα εκπονηθέν σχέδιον του κτηρίου της βιβλιοθήκης.

Το σχέδιον τούτο αριστούργημα της αρχιτεκτονικής παραδόθηκε στον Προοδευτικό Σύλλογο, τον οποίο συνέδεσε με αλληλογραφία του δωρητή (Βαλαλά, 58-11ης Νοεμβρίου 1999).
Επιστολή του εν Αμερική Φιλοπροόδου συμπολίτη Α.Δεληνάνου που πήρε ο Προοδευτικός Σύλλογος έφερε τη συγκατάθεσή του, όσον αφορά την τοποθεσία της Βιβλιοθήκης. Ο Α. Δεληνάνος δέχεται τις υποδείξεις του Προοδευτικού Συλλόγου και συγκατατίθεται, όπως η δωρεά του χρησιμοποιηθεί στην τοποθεσία, που εκλέχτηκε κοντά στον Άγιο Αθανάσιο, και πληροφορεί το Σύλλογο ότι στέλνει τας πρώτας 50.000 δραχμάς.

Η Δημοτική Βιβλιοθήκη κλειστή από το 1940 μέχρι το 1946 (περίοδο κατοχής). Το 1946 η Βιβλιοθήκη επαναρχίζει την λειτουργία της με υπεύθυνο τον υπάλληλο του Δήμου Φίλιππο Γκουντουλιά μέχρι το 1947. Από τις 15.3.1948 μέχρι το 1974 την ευθύνη της λειτουργίας της Βιβλιοθήκης είχε ο Βασίλειος Ζήκος. Από το 1984 βιβλιοθηκάριος ήταν ο Κων/τίνος Κακαγιάννης. Από το 1974 μέχρι το 1986 η Βιβλιοθήκη στεγάστηκε μαζί με το Δημαρχείο στο ιδιόκτητο κτήριο των Τόσκου-Βέργου στην συμβολή των Μητροπόλεως και Β. Κων/ντίνου. Από το 1985 μέχρι σήμερα υπεύθυνη της Βιβλιοθήκης είναι η βιβλιοθηκονόμος Κατερίνα Νικολάου, επί της εποχής της οποίας η Δημοτική Βιβλιοθήκη αναβαθμίστηκε, εμπλουτίσθηκε, οργανώθηκε ώστε να αποτελεί ένα δυναμικό πνευματικό και πολιτιστικό ίδρυμα με μεγάλη προσφορά στο κοινό και τους μελετητές.

Το 1987 η Βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε στο ισόγειο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Καστοριάς. Το 2000 μετά από απόφαση του Δ.Σ. Καστοριάς το κτήριο του Πνευματικού Κέντρου κρίθηκε ακατάλληλο και έτσι η Βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε σε ιδιόκτητο οίκημα, του Μ. Βογιατζή, στην οδό Βαλαλά αριθμ. 58 και στον 2ο όροφο.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 22.5.2008]

16.6.08

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Κύριε διευθυντά,

Παρακολουθώ με προσοχή την εφημερίδα σας. Έχω εκτιμήσει την σοβαρότητα, την μετριοπάθεια και την αρκετά καλή αμεροληψία που διατηρείτε στα πολιτικά θέματα που παρουσιάζονται στην πατρίδα μας, την Καστοριά.

Στα γενικότερα πολιτικά θέματα, αφού είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο να τα παρακολουθεί κάποιος από την επαρχία, έχετε επιλέξει τον δημοσιογράφο Πάσχο Μανδραβέλη, της έγκριτης εφημερίδας «Καθημερινή», και σχεδόν πατριώτης μας, αφού είναι Κοζανίτης. Καλή «πένα» αν και αυστηρά συντηρητική σε κάθε γεγονός. Εσείς μπορείτε, φαντάζομαι, από τα 7 εβδομαδιαία κείμενά τους να διαλέξατε ένα, και έτσι να παρουσιάσετε μία συντηρητική μεν αλλά σε λογικά πλαίσια αντίληψη.

11.6.08

ΟΔΟΣ: Θέα «φιλέτων»

Η πόλη της Καστοριάς, υπήρξε πάντοτε -ή σχεδόν πάντοτε τις περισσότερες δεκαετίες από τις οποίες διασώζονται μαρτυρίες, σημαία ευκαιρίας για κάθε λογής ικανούς, αλλά και ανίκανους. Για δίκαιους και άδικους. Για έντιμους και όχι μόνο. Για πολιτικούς και πολίτες. Μια πόλη, off shore, που έγινε παράδεισος (και) για κάθε λογής κερδοσκόπους και τυχοδιώκτες από πολύ νωρίς. Χωρίς να κρύβει πολύτιμους λίθους ή χρυσό και χωρίς να έχει φλέβες μαύρου χρυσού.

Μια εντελώς πάνω-πάνω ματιά στην ιστορία και την πραγματικότητα, χωρίς πολύ κόπο, καθιστά σαφή την εικόνα μιας πόλης που κατά κανόνα υπήρξε θύμα μιας υπερεκμετάλλευσης. Η παράλογη οικοδομική ασφυξία της παραδοσιακής πόλης στην χερσόνησο, τα αυθαίρετα, οι καταστροφές των περισσότερων μνημείων, η παντελής ανυπαρξία υποδομών, η κραυγαλέα έλλειψη χώρων πρασίνου, αλσυλλίων και πάρκων, το κατάντημα της λίμνης, η βύθιση της γούνας, η εκκένωση ως άλλη «έξοδος» στις παραλιακές ζώνες και τις ευδαίμονες επεκτάσεις, που κάποτε αποτελούσαν δευτερεύουσες περιοχές, όλα αυτά αποτελούν πειστήρια πολλών εγκλημάτων με διάρκεια.

Σύμμαχος σε αυτή την ζοφερή κατάσταση, υπήρξε πάντοτε η ανεπάρκεια και η έλλειψη πολιτικού συντονισμού και χάραξης στρατηγικής από τους ιθύνοντες πολιτικούς. Ιδίως σε φορείς που είχαν νευραλγικές ευθύνες. Και ακόμη ιδιαίτερα στον Δήμο Καστοριάς, ο οποίος μισοπαράλυτος από τις παρεμβάσεις τρίτων και τις πελατειακές σχέσεις, δεν μπόρεσε ποτέ να επιβάλλει με δημιουργικό τρόπο και με κατευθυντήριες αρχές οποιαδήποτε βούλησή του.

Στο πλαίσιο, αυτού του βιασμού, η Καστοριά έχασε την δύναμη να πείθει και να αντιστέκεται. Με αποτέλεσμα να γίνεται συχνά, στόχος επιτήδειων αλλά και ανεπιτήδευτων, που προσπαθούν να καταπατήσουν ό,τι απέμεινε «αδιάθετο» ότι διασώθηκε. Σε πιεστικές καταστάσεις πολύ δύσκολα ανέκτησε αντιστάσεις και η διάσωση όσων στοιχειωδών έμειναν οφείλεται σε ατομικές προσπάθειες, σε εξατομικευμένες ικανότητες και φιλότιμο, στην τύχη αλλά και στον πατριωτισμό κάποιων μεμονωμένων.

Αφορμή γι’ αυτές τις παρατηρήσεις αποτελεί η είδηση, ότι ιδιώτης διεκδικεί την κυριότητα, ως ιδιοκτήτης, του αλσυλλίου με τα παλιά, ψηλά πεύκα του Σταυρού! Ναι, του μοναδικού πνεύμονα πρασίνου σε ολόκληρη την δυτική πλευρά της πόλης και ενός εκ των δύο ολόκληρης της πόλης (ο άλλος πνεύμονας πρασίνου εκτείνεται από τον Ξενία προς την βόρεια παραλία και την βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας Φανερωμένης).

Πρόκειται για πρόσωπο, που η οικογένειά του κατάγεται από την Καστοριά, όμως εδώ και πολλές-πολλές δεκαετίες φέρονται να έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στις Κεντρικές Ηνωμένες Πολιτείες, έχοντας προφανώς απωλέσει τους (όσους) δεσμούς διατηρούν τα μέλη της καστοριανής παροικίας της Νέας Υόρκης με την πατρογονική γη.
Έτσι ίσως εξηγείται η αισιοδοξία του κάθε διεκδικητή, να ισχυρίζεται και να θέλει να πείσει, ότι κατέχει, ή κατείχε ο ίδιος, ή άλλοι πριν απ’ αυτόν, ιδιωτικά εννοείται, το άλσος του Σταυρού.

Μιας περιοχής χιλιοφωτογραφημένης και αποτυπωμένης από τις αρχές κιόλας του περασμένου αιώνα ως βραχώδης, χέρσα, πετρώδης περιοχή, την οποία, η δημοτική μέριμνα δάσωσε με τα σημερινά παμπάλαια πεύκα αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο (1950), με ένα Δικαστή ως υπηρεσιακό δήμαρχο (τον Αργυρόπουλο) -για τον οποίο θα ήταν τουλάχιστον κωμικό να ισχυριστεί κανείς ότι επέτρεψε, ή διέταξε να καταπατηθεί από τον Δήμο, ιδιωτική έκταση. Την ίδια περίοδο φυτεύθηκαν παραλίμνια πλατάνια και κατασκευάστηκαν παγκάκια στην όχθη της λίμνης, σε μια προσπάθεια των τότε ρομαντικών κατοίκων αυτής της πόλης, να ξεφύγουν από τις φρικτές μνήμες του πολέμου και να υποδεχθούν με αισιοδοξία το μεταπολεμικό μέλλον.

Πρέπει λοιπόν να είναι κάποιος, είτε πολύ άσχετος, είτε πολύ αδαής, ή ξένος για να αποπειράται μια τέτοια διεκδίκηση, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί θρασεία αν διέθετε έστω και ίχνος σοβαρότητας. Διότι όχι μόνο οι σύγχρονοι και κάπως νεαρότεροι κάτοικοι, είτε γεννήθηκαν εδώ, είτε κατοίκησαν από το 1950 και μετά, αλλά και οι ακόμη παλιότεροι, γεννήθηκαν και έζησαν με την πεποίθηση της μόνης αλήθειας: Ότι ο Σταυρός, (όπως και το άλσος της βόρειας πλευράς) αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές, γνωστές και φυσικά ανεπίδεκτες κάθε αμφισβήτησης και αμφιβολίας, δημοτικές εκτάσεις.

Ίσως πρόκειται για παρεξήγηση, ίσως πρόκειται για σύγχυση, ή για κάποιους που προσπαθώντας να διεκδικήσουν ό,τι νομίζουν ότι ανήκε στην οικογένειά τους, ενεργούν με τρόπο που δεν προκαλεί απλά την λογική, αλλά το κοινό αίσθημα. Και για τον λόγο αυτό, σε μια Καστοριά που πνίγεται από τους προηγούμενους σφετερισμούς άλλων με αποτέλεσμα να βουλιάζει, η συγκεκριμένη υπόθεση χάνει κάθε στοιχείο ιδιωτικής διαφοράς και γίνεται πάνδημη.

Σύμφωνα με πληροφορίες της ΟΔΟΥ, η υπόθεση πρόκειται να δικαστεί σήμερα σε δικαστήριο της Καστοριάς, αλλά οι αντιδράσεις και παρεμβολές ιδιωτών που μόλις πληροφορήθηκαν την απίστευτη ιστορία κινητοποιήθηκαν, αναμένεται είναι πιθανό να οδηγήσει σε αναβολή.

Κι αν η ακραία αυτή διεκδίκηση, η τόσο παράλογη και ανιστόρητη, μοιάζει αδύνατο να «δικαιωθεί», ωστόσο αρκεί για να προκαλέσει αγανάκτηση και δυσφορία. Τουλάχιστον σε όσους γνωρίζουν κατά βάθος, ότι στην πραγματικότητα, τίποτε δεν γίνεται -ή σχεδόν τίποτε δεν συμβαίνει- αποκλειστικά και μόνο από αφέλεια, άγνοια ή ρομαντισμό. Διότι υπάρχουν πάντοτε οι καραδοκούντες σύμμαχοι. Ιδίως όσοι δεν μένουν αδιάφοροι στην θέα “φιλέτων”...

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 22.5.2008]

ΟΔΟΣ: Οι υπάλληλοι του Δήμου Καστοριάς

Μερικές εβδομάδες πριν, η ΟΔΟΣ δημοσίευσε κριτικό σχόλιο (φύλλο 439 της 17/4/ 2008) με το οποίο υποστηριζόταν ότι από της αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου Καστοριάς, εκδίδονταν πιστοποιητικά προσωπικής κατάστασης για ζώντες, στα οποία περιλαμβάνονταν και στήλη για την περίπτωση του (μελλοντικού) θανάτου τους.

Το σχόλιο προκάλεσε όπως ήταν αναμενόμενο, σε ένα βαθμό την ευσυνειδησία των δημοτικών υπαλλήλων που επανδρώνουν τις αρμόδιες υπηρεσίες. Οι υπάλληλοι του δημοτολογίου και του ληξιαρχείου του Δήμου Καστοριάς, σε επικοινωνίες τους με την ΟΔΟ διατύπωσαν την πεποίθησή τους ότι σε κανένα από τα πιστοποιητικά που εκδίδονται και χορηγούνται από τον Δήμο, δεν υπάρχει περίπτωση να περιλαμβάνεται στήλη θανάτου, για ζώντες.

Η ΟΔΟΣ, που προέβη στο σχετικό σχόλιο με βάση πληροφόρηση αναγνώστη, ερεύνησε διεξοδικά το ζήτημα. Από την έρευνα προέκυψε ότι το πιστοποιητικό αυτό πράγματι υπάρχει, αλλά δεν εκδόθηκε από τον Δήμο Καστοριάς παρά από τον Δήμο Βιτσίου. Αφορούσε κάτοικο Καστοριάς και γι’ αυτό αποδόθηκε σε υπηρεσία του Δήμου Καστοριάς.

Δικαίως λοιπόν και δικαιολογημένες η ανησυχία και οι διαφωνίες των στελεχών των υπηρεσιών του Δήμου Καστοριάς, οι οποίοι με την αφορμή αυτού του λάθους, απέδειξαν όχι μόνο ότι κάνουν καλά την δουλειά τους, αλλά ότι έχουν και ιδιαίτερο επίπεδο υπευθυνότητας και ευθιξίας.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 15.5.2008]

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Κύριε διευθυντά,

Θέλουμε να απαντήσουμε στην εισαγωγή του κ. Πασχου Μανδραβελη στο σχόλιό του «Η διατίμηση των κομίστρων» στις 15-5-2008 σελίδα 5 της εφημερίδας σας που αφορά την αρτοποιία.

Κατ’ αρχήν από όσο θυμάμαι από την δεκαετία του ΄60 μια και μόνο απεργία των αρτοποιών είχε κάποιο κοινωνικό αντίκτυπο στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και έκτοτε καμία απεργία των αρτοποιών. Άρα κακώς το μνημονεύετε και μάλιστα παρά πολύ παραστατικά απεργίες και το ψωμί ψωμάκι για κάτι που δεν έχει συμβεί.
Ένα άλλο θέμα στο οποίο αναφέρεστε η απελευθέρωση ανοίγοντας μεγάλο κεφάλαιο το οποίο βρίσκεται επί της ουσίας σε διαπραγμάτευση παρά την ψήφιση του νέου νομοσχεδίου και μάλιστα με σαφείς υπαινιγμούς κατά των αρτοποιών και υπέρ των super market.
Επειδή εσείς τα γνωρίζετε όλα και για όλα θα ήταν χρήσιμο για τους αναγνώστες να μας διαφωτίσετε απαντώντας στα παρακάτω ερωτήματα μου.

-Ο όρος super market και επί της ουσίας δεν είναι χώρος μεταπώλησης ετοίμων προϊόντων και μάλιστα βιομηχανικών;
-Δεν είναι εκθετήριο πώλησης τυποποιημένων προϊόντων;
-Είναι παραγωγική μονάδα;
-Είναι μεταποιητική επιχείρηση;
-Και εάν είναι όλα αυτά κατά την κρίση σας δεν πρέπει να πληροί τους στοιχειώδης κανόνες υγιεινής;
-Δεν πρέπει να έχουν τους απαραίτητους χώρους επεξεργασίας;
-Δεν πρέπει να υπάρχουν κανόνες λειτουργίας;
-Δεν πρέπει το καταναλωτικό κοινό να γνωρίζει ότι αγοράζει κατεψυγμένα προϊόντα;
-Δεν βλέπετε η εθελοτυφλείτε ότι συχνότατα τα τηλεοπτικά μέσα αναφέρονται σε αυξήσεις της τάξεως του 130% στο ψωμί; Επισκεφτείτε ένα αρτοποιείο για να διαπιστώσετε ότι έχουν να κάνουν αυξήσεις εδώ και πολύ καιρό και μάλιστα όταν έκαναν ήταν της τάξεως του 5%.
-Οι δηλωμένες αυξήσεις μήπως είναι των βιομηχάνων
και των super;
-Με την εμπειρία σας σ’ αυτά τα θέματα μήπως να μας αναλύσετε πού θα ήταν οι τιμές ερήμην των βιοτεχνών αρτοποιών;
-Έχετε κάνει ποτέ σύγκριση τιμών βαρών μεταξύ βιομηχανικής αρτοποιίας και βιοτεχνικής σε ομοειδή προϊόντα;

Σας προκαλώ να το κάνουμε μαζί.
Για αυτούς και όχι μόνο τους λόγους θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στις τοποθετήσεις μας.
Θωμάς Ανδρεόπουλος
αρτοποιός

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 22.5.2008]

10.6.08

ΟΔΟΣ: Μαγειρική και μαγειρέματα

Πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 5 Μαΐου, η εκδήλωση της παρουσίασης του βιβλίου της κ. Έφης Γρηγοριάδου που εξέδωσε η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καστοριάς με τίτλο «Με την απλόχερο της γιαγιάς - Παραδοσια- κές συνταγές μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής, έθιμα από την Καστοριά».

Ο νομάρχης στην εκδήλωση μεταξύ άλλων είπε πως «…η επιλογή της συγκεκριμένης έκδοσης έχει ιδιαίτερα συμβολικό περιεχόμενο. Κι αυτό γιατί υπογραμμίζει μια βασική πεποίθηση, κοινή σε όλους όσοι θέτουμε τον πολιτισμό ως κεντρική προτεραιότητα της συλλογικής μας δράσης. Την πεποίθηση πως ο πολιτισμός είναι το αδιάσπαστο νήμα, που συνδέει το παρόν με το παρελθόν και το μέλλον και τελικά, σηματοδοτεί την ύπαρξή μας» […].

Στην ίδια εκδήλωση τιμήθηκε από τον νομάρχη Καστοριάς η κα Μαρούλα Γκαμπέση, η παρουσίαση δε του βιβλίου έγινε από τον κ. Φώτιο Αντωνίου, διευθυντή β΄/βάθμιας Εκπαίδευσης ν. Καστοριάς.

Στην -ομολογουμένως- προσεγμένη και αρκετά ποιοτική έκδοση του βιβλίου που χρηματοδότησε η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καστοριά, μπορεί κανείς να εστιάσει μερικές αφορμές για κριτική. Σταθμίζοντας όμως τα θετικά με τα μη θετικά του βιβλίου, είναι πιο θεμιτό να αποφευχθούν βιαστικές προσεγγίσεις.

Όμως, αυτό μπορεί να μην ισχύει σε ότι ιδίως αφορά την παρουσίαση της τοπικής μαγειρικής, γαστρονομίας και κουζίνας στο κεφάλαιο «Γαστρονομικός πολιτισμός της Καστοριάς», το κείμενο της οποίας υπογράφει η κ. Φιλίτσα Τράϊκου.

Το ενδιαφέρον της ΟΔΟΥ προκλήθηκε από το γεγονός ότι δεν ξεκαθαρίζεται επαρκώς ότι οι απόψεις της συντάκτριας δεν αφορούν αποκλειστικά, ή κυρίως την πόλη, αλλά ολόκληρο τον νομό, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση από την γενίκευση.

Στην συνέχεια, προέκυψε ότι το κείμενο ασπάζεται στην πράξη τις αρχές της τηλεοπτικής σειράς του γνωστού σεφ κ. Ηλία Μαμαλάκη: Τα έχει όλα. Από ιστορία, εθνολογία, θρησκευτικά, πολιτική, λαογραφία και γαστρονομία. Η οποία όμως δεν είναι ακριβώς καστοριανή, αφού σύμφωνα με την συγγραφέα του κειμένου, είναι «πολυπολιτισμική», όπως τουλάχιστον αντιλαμβάνεται τον πολυπολιτισμό η ίδια.

Πολλά θα μπορούσαν να στοχευθούν για την άσκηση κριτικής κυρίως γύρω από την αντιπροσωπευτικότητα της εντύπωσης που προκαλείται στον αναγνώστη γύρω από την Καστοριά, τους κατοίκους και την ιστορία του τόπου.

Αλλά η έκφραση (έστω και έμμεσα) της άποψης ότι η Καστοριά όπως και η Μακεδονία ανήκει μόνο σε κάποιους που φιλοξενούν κάποιους άλλους, είναι άποψη συντηρητική. Άποψη που περιορίζει και συρρικνώνει την έννοια της Πατρίδας ανάλογα με το πόσο... «ντόπιος» είναι κανείς.
Αν είναι έτσι η πολυπολιτισμικότητα…

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 15.5.2008]

Β.Π. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: Έρχετ’ η Παναγιά, μπάρμπα!

ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ

-Χριστός Ανεστη!

Την Παρασκευή της Διακαινησίμου, έχουμε την εορτή της Ζωοδόχου Πηγής δηλ. της ομώνυμης εκκλησίας της άλλοτε Κωνσταντινουπόλεως, νυν Ισταμπούλ (στην οποία καταφεύγουν αγεληδόν -χωρίς όμως μουκανισμούς- οι νεοέλληνες το Πάσχα)• τώρα ονομάζεται πλέον Μπαλουκλί από τα ομότιτλα, μικρά ψάρια που κολυμπούν αμέριμνα στην εκεί στέρνα. Την αυτή ημέρα είθισται, κατά τα πατροπαράδοτα ήθη της ανατολικής ημών ορθοδόξου πίστεως, περιοχή μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης, δηλαδή τα τελευταία τρία χρόνια, να αφικνείται στην πόλη εν επισήμω πομπή, από τη μονή της Παναγίας του Ζιδανίου κοντά στα Σέρβια, ένα ορειχάλκινο κυτίον περισυλλογής των επιούσιων χρημάτων, δια την τοπική εκκλησία, τα αντίστοιχα δηλαδή επιούσια πράσα των καλογήρων του μεσαίωνος και αργοτερότερον. Στο Ζιδάνι ήταν εν ενεργεία το άλλοτε αμιαντορυπογόνο εργοστάσιο, του οποίου το νυν σκέλεθερον, εμποτισμένο με οικολογική αμιαντοφρίκη, μαζί με το χώρο του γύρωθεν, αγόρασε η κυρία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης αντί του τιμήματος του 1 ευρώ (!) για να τον αποκαθάρει εννοείται εν καιρώ. Το θεάρεστο και πανευλαβές κυτίον το συνοδεύει η παλαιά επάργυρη και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Ζιδανιώτισσας, η και μυδραλιοφόρος αποκαλούμενη, ότι εβλήθη από γερμανικά πυρά τον καιρό της κατοχής, έτσι για τα μάτια των πιστών, οι οποίοι αν θέλουν να δουν της Παναγίας τα μάτια, καλούνται ατύπως να ρίψουν στο κυτίον νόμισμα, κατά προτίμησιν ευρωχαρτονόμισμα. Η δεσποτική συνοδεία περνά από τα χωριά ένθεν κι ένθεν του δρόμου και καταλήγει στην πρωτεύουσα πόλη της θεοσώστου μητροπόλεως δια τα περαιτέρω. Θα μείνει στις εκκλησίες της πόλεως μέχρι την παραμονή εορτής του Γενέθλιου της Θεοτόκου, κάπου στις 7 Σεπτεμβρίου, όταν δι άλλης οδού, όπως οι Μάγοι της Γεννήσεως, θα επιστρέψει στην κατοικία της, για να ξεχειμωνιάσει. Κάτι σαν τη συνήθεια των κτηνοτρόφων που ανεβοκατεβάζουν τα κοπάδια τους άνοιξη-φθινόπωρο από τα χειμαδιά στα καταπράσινα λιβάδια. Η συνοδεία αυτή έχει την μεγαλοπρέπεια και ασφάλεια παρόμοιας -ελαφρώς πιο κάτω- του προέδρου της ελληνικής Δημοκρατίας με αστυνομικά οχήματα, σειρήνες, μοτοσυκλέτες και ζητάδες. Κατά το νεοελληνικό, κρατικό πρωτόκολλο τιμές αρχηγού κράτους δικαιούνται η εικόνα της Παναγίας, αλλά από τα μεγάλα της προσκυνήματα όπως είναι το «‘Αξιον Εστι» του αγίου Ορους, η «Παναγία η Ιεροσολημίτισσα», η «Μεγαλόχαρη της Τήνου», το «Αγιον Φως, και το «Τίμιον Ξύλο», αν δεν κάνω λάθος. Αυτά βλέπουν οι Ιρανοί μουλάδες και διαπορούν με σκεπτικισμό: «Ετούτη η Ελλάδα των Νεοελλήνων Χριστιανών είναι πραγματικά θεοκρατικό κράτος, κι όχι εμείς».

Είναι δε το ιερόν κυτίον (μεγάλο όσο οι τενεκέδες που βάζουν οι μεγάλοι αλλά και οι λιανο-κτηνοτρόφοι το τυρί φέτα και το διατηρούν στο ψυγείο) και η δίπλα του εικόνα με το πρόσωπο στραμμένο στο δρόμο για την εύκολη προσκύνησή της, ασφαλώς πακτωμένα, κατά την στρατιωτική ορολογία και τρόπο, στα οπίσθια ενός ανοιχτού στρατιωτικού τζιπ, άνωθεν ακριβώς της εξατμίσεως. Διότι την σήμερον ποιός άγιος περπατάει χωρίς κουτί, λέει ο απλός λαός; Του αγήματος προϊσταται νεοέλλην ανθύπας (όχι ανθύπατος που παραπέμπει στους Ρωμαίους και το Θείον Δράμα), ότι εδώ έχουμε απλά σατιρικόν δράμα. Συνειρμικά το σκηνικό το φέρνει στη βυζαντινή διαπόμπευσιν, όταν στα οπίσθια αλόγου όνου, έδεναν ανάποδα τον ή την προς πόμπευσιν και έφτυναν σιέλω μακρώ. Η ευφάνταστη κατασκευή του τζιπ είναι μια ευρισιτεχνία του ελληνικού στρατού Κοζάνης και οφείλουμε να συγχαρούμε τον αρχι-Αντι-στράτηγο (μου θύμισε τον «Αει στράτηγο», διήγημα του Θ. Βαλτινού) διοικητή του Α’ ΣΣ για τα κατορθώματα των υποτακτικών του. Μάλιστα μετά την ανάγνωση υπ’ αυτού του «Πιστεύω» την φετινή Κυριακή της Ορθοδοξίας, ελλείψει εκπροσώπων της πολιτικής αρχής, ούτε ένας, έστω Δημοτικός Σύμβουλος, δεν ήταν παρών, αναβαθμίστηκε «Συμβολικά» δεόντως. Με τέτοια στρατιωτική, τοπική ηγεσία (μαζί με την αντίστοιχη πολιτική ψχ, ψχ, ωχ) σε τόση ετοιμότητα ευρισκομένη, ησυχάζουμε δια το ετοιμοπόλεμόν της• θα υπερασπίσει τα πάτριά μας σύνορα ανδρείως στα φυλάκια Νίκης και Ειδομένης για να μη μας φύγει το Μακεδονικό μας όνομα και μας το πάρουν όλο οι άπληστοι Σκοπίων και περιχώρων, μείνουμε δε εμείς ρέστοι με ανά χείρας την Ανω Μακεδονία κάποτε, Δυτική Μακεδονία τώρα και τον μακεδονικό χαλβά εσαεί. Ο Ε.Σ. παρέα με την εκκλησία και τη λοιπή κομματο(σκυλο) γραφειοκρατία υποδέχονται κατά καιρούς και την ολυμπιακή φλόγα• τις προάλλες δε αυτή του Πεκίνου του υπαρκτού αιματοκυλισμού υπέρ του Θιβέτ, στην κεντρική μας πλατεία, παρουσία αντιδημάρχου πολιτισμού και ντοπ (α)ιο αθλ(ιο)ητισμού όπου ανταλλάχτηκαν τα εσκαλισμένα παραδοσιακά πιάτα της ειρήνης και της ανακωχής κάθε σφαγής του ανωτέρω λαού υπό των υπερανωτέρω του. Της φλογός της αποδόθηκαν τιμές απλού υφυπουργού δημοσίων επενδύσεων (καθότι από το Μέγα Θεοδόσιο και μετά όλα αυτά θεωρούνται μαγείες) και μόνον οι ευλαβέστατοι και περινούστατοι δωδεκαθεϊστές τα ακολουθούν πιστά, οι ερίφηδες.

Στην επίσημη γλώσσα το διαπραττόμενο ονομάζεται “Αφιξης της ιερής εικόνας της Παναγίας Ζιδανίου στην πόλη της Κοζάνης”. Το γεγονός προκαλεί ειλικρινή χαρά στους απλοϊκούς πιστούς, μεγαλύτερη στους επώνυμους άρχοντες (οι γνωστοί Σαδδουκαίοι αλλά και ευκαιριακά μέλη του θεάτρου σκιών- καραγκιόζηδες δηλαδή), που συνωστίζονται ποιος θα την άρει στους ώμους του (προς βοήθειά του δηλονότι), υπό τα χλευαστικά, βέβαια, βλέμματα των ψηφοφόρων τους (ωρέ ποιοί μας κυβερνούν!), και φυσικά άφατον ηδονή στο ιερατείο για τις εισπράξεις που θέλουν επισυμβεί και οι οποίες θα ριφθούν στο κυτίο, του οποίου τις επίγειες κλείδες έχει μάλλον ο συνεορτάζων με τον κλειδαρά του ουράνιου παραδείσου.

Στη σιωπηλή γλώσσα όχι μόνον της ορθολογιστικής καθημερινότητας αλλά και σ’ αυτήν των πιστών που προσεγγίζουν εν τούτοις με άδολες προθέσεις το κυτίον και την εικόνα, αυτό καλείται εικονο-αγυρτεία. Ρητορική ερώτηση. - Και τι σε νοιάζει εσένα, συνήγορος, της Παναγίας της Ζιδανιώτισσας είσαι; Απάντηση. Οχι. Ομως η Παναγία σε όλες τις προσφωνήσεις κι επικλήσεις, ως γνωστόν, είναι καταφυγή όλων, ακόμα και των απίστων• δεν είναι ιδιοκτησιακό μονοπώλιο ή ολιγοπώλιο, πρωτίστως του ιερατείου, ως εκ τούτου πάντες οι στοιχειωδώς ευλαβείς (και δεν μιλώ για ανευλαβείς) έχουν λόγο υπερασπίσεώς της, όταν βλέπουν το εικαστικό της απείκασμα (προσβλέπουμε σε ό,τι αναφέρεται η εικόνα κι όχι στην τεχνική της όταν την προσκυνούμε, κατά τον Μ. Βασίλειο), να υφίσταται τέτοια χριστιανοεμπορική μεταχείριση. Η δια χρηματικού αντιτίμου αίτηση μεσιτείας Της, αποτελεί βαρύτατη προσβολή Της, και είναι αντίστοιχα βαρύτατο αμάρτημα για τον φυσιολογικό χριστιανό. Αυτό όλοι το νιώθουν αλλά τους έχει εμποτισθεί δια φόβου (άνευ ελέους) το ακριβώς αντίθετο, πως όσο μεγαλύτερη η δόσις τόσο επικερδέστερη η μεσιτεία και υποκύπτουν αγογγύστως. Παράδεισος είναι αυτός και ποιός τον χάνει τώρα για κάτι παραπάνω...

- Παναγία μου Ζιδανιώτισσα, μυδραλιοχτυπημένη και υπό του αγίου Εδέσσης. Αλμωπίας κ.λπ. Ιωήλ, τροπαριοποιημένη, πως σε κατάντησαν! Δος αυτοίς, όμως, άφεσιν ου γαρ οίδασιν τι παραποιούσιν...

Αλλά,

«Εδώ ας σταθώ Κι ας δω κι εγώ την φύσι λίγο
θάλασσα του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη• όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα...»


κι ας θυμηθώ, έστω για ανάσα, του Κ.Π.Καβάφη την 75χρονη επέτειο θανάτου του, 29 Απριλίου γέννηση και τελευτή του την αυτή ημέρα.

Ψάχνοντας στον παγκόσμιο δικτυακό, πληροφοριακό τόπο του google.gr με λήξεις αναζήτησης «εικονοαγυρτεία» ή κάτι παραπλήσιο είδα χιλιάδες εγγραφές! Τόσο πολύ διαδεδομένο είναι το πράγμα ανά τους αιώνες αλλά στις μέρες μας έλαβε επιστημονική ειδίκευση. Βρήκα ένα κείμενο του γλυκύτατου ποιητού, παλαιάς αλλά γνήσιας κοπής και σχολής, Γ. Δροσίνη, που γειτνιάζει με όσα ζούμε στις μέρες μας, Αυτού προηγείται διαφωτιστική, κάπως επιστημονική εισαγωγή. Το παραθέτω ως έχει κι ο Θεός βοηθός.


«ΕΡΧΕΤ’ Η ΠΑΝΑΓΙΑ, ΜΠΑΡΜΠΑ!»

(Μια περιγραφή καλογηρικής αγυρτείας στις Γούβες της Βόρ. Εύβοιας μέσ’ απ’ τις «Αγροτικές Επιστολές» του Γ. Δροσίνη). Ο συμβολικός αντιδυτικισμός που κυριαρχεί (τον 19ο αι) στον Ελλαδικό χώρο δεν αποκλείει τη διαμόρφωση ευσεβιστικής και νομικής ηθικής στο χώρο της Ανατολής, παράλληλης με τη δυτική. Ο ευσεβισμός είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της Θεολογίας της (χαρακτηριστικές οι εγκύκλιοι της Ι. Συνόδου για την αργία της Κυριακής, τη βλαφημία, τα θεάματα, τα καφωδεία κ. α: Σ. Γιαννόπουλος, Συλλογή των Εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 901, 406, 412, 427, 429). Βέβαια ο απλός λαός δεν είναι δυνατό να κατανοήσει τις ζυμώσεις αυτές.

Βιώνει τη σχέση του με την Εκκλησία συγκινησιακά, μέσω των λειτουργικών πράξεων και των λατρευτικών τελετών. Ευλαβείται τα λείψανα των αγίων, τιμά τις εικόνες γιορτάζει τις πανηγύρεις και τηρεί τις νηστείες (Ι. Σ. Πέτρου, Εκκλησία και Πολιτική, Θεσσαλονίκη (Κυριακίδης) 1992, 164). Η λαική θρησκευτικότητα, σε μεγάλο βαθμό, είναι ενσωματωμένη στην επίσημη λατρεία και καλλιεργείται με κάθε τρόπο, εκτός από τις πολύ ακραίες μορφές της. Η ευλάβεια όμως του λαού στις εικόνες και τα λείψανα των αγίων είναι τόσο μεγάλη, ώστε μοναχοί περιφέρονται με εικόνες ή λείψανα συγκεντρώνοντας χρήματα από τις «ευσεβείς» αυτές περιοδείες τους. Η κατάσταση φαίνεται φθάνει σε υπερβολικό βαθμό, γι’ αυτό η Ι. Σύνοδος αναγκάζεται να απαγορεύσει τις περιοδείες αυτές των μοναχών, αντιδρώντας στην αργυρολογία και εκμετάλλευση του θρησκευόμενου λαού (Σ. Γιαννόπουλος, ό.π., 281-282, 558-567). Ταυτόχρονα όμως η κατάσταση αυτή δείχνει πόσο ευάλωτος είναι ο λαός και πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί η θρησκευτικότητά του. Μαζί όμως με την τιμή των αγίων και των λειψάνων ο λαός επιδίδεται σε μαντικές πράξεις, ενώ κυριαρχούν φοβερές δεισιδαιμονίες. Σαν παραδοσιακός τρόπος χρηματισμού, η καλογηρική αγυρτεία, απασχόλησε και τη σάτιρα όπως και την ευθυμογραφία (Κ. Θ. Δημαράς, Από τη σάτιρα στην ευθυμογραφία, στο Συλλογικό: Σάτιρα και Πολιτική στη Νεότερη Ελλάδα, Αθήνα (Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας) 1979, 313-316). Καλόγεροι τριγυρνούσαν από τόπο σε τόπο, κατεξοχήν στο ύπαιθρο, μεταφέροντας θαυματουργές εικόνες αγίων ή λείψανα και «σταυρούς εκ κεράτων ζώων» ή «πτερά εκ των πτερύγων των αγγέλων» και «τρίχας εκ των γενείων του Χριστού» (Γ. Μουγογιάννης, Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, Βόλος 1976, 20-21. Κ. Πολυμέρου, Ο Ζωσιμάς ο Εσφιγμενίτης και η λαογραφία της Θεσσαλίας, περιοδ. «Θεσσαλκά Χρονικά», τομ. 11(1976), 183-222). Χαρακτηριστική η περιγραφή ανάλογου γεγονότος στις «Αγροτικές Επιστολές» του Γ. Δροσίνη που έχουν σαν χώρο αναφοράς τη Βόρεια Εύβοια, πιο συγκεκριμένα το χωριό Γούβες, όπου το εξοχικό σπίτι του ποιητή και πεζογράφου που κινήθηκε στα πλαίσια ενός ευπρεπούς, περιγραφικού λόγου, εμπλουτισμένου με ηθογραφικά και λαογραφικά στοιχεία (Κ. Στεργιόπουλος. Το αφηγηματικό έργο του Δροσίνη, «Νέα Δομή» τχ. ό (Νοέμβριος 1976) 70-72. Χρειάζεται μάλιστα (Μ. Mερακής, Ελληνική Λαογραφία, 2 (‘Ηθη και Έθιμα), Αθήνα (Οδυσσέας) 1986, 206) να αναθεωρηθεί η άποψη που επικρατούσε «ότι η ηθογραφία του τέλους του περασμένου αιώνα, ένας από τους εκπροσώπους της οποίας ήταν και ο Δροσίνης, έδωσε αποκλειστικά μια πλασματική, εξωπραγματική εικόνα του ελληνικού υπαίθρου της εποχής» (οι Αγροτικαί Επιστολαί» κυκλοφόρησαν το 1882. Το Κείμενο που ακολουθεί είναι από την γ’ έκδοση, σσ. 28-30):

«Δεκάς πυροβολισμών περί την δείλην της παρελθούσης Τρίτης, αφυπνίσασα την ηχώ των βουνών της κοιλάδος, έκαμε κι εμέ να σπεύσω έκπληκτος προς τον εξώστην του πύργου. Ηύξησε δ’ έτι μάλλον η έκπληξίς μου, όταν είδα ολόκληρον το χωρίον σπεύδον προς ωρισμένον σημείον, ως αν ανέμενεν αυτούς εις συμφωνηθέν σημείον. Κράξας παιδίον σπεύδον μετά των άλλων και ερωτήσας έλαβον την εξής απόκρισιν: Έρχετ’ η Παναγία, μπάρμπα! Και πράγματι πριν ή προφθάσω να σκεφθώ τι είδους έλευσις Παναγίας ήτο η δια πυροβολισμών ούτω μηνυθείσα, είδον μεγάλην συνοδείαν προβαίνουσαν μέσω του δάσους, τη βοηθεία δε των διοπτρών μου διέκρινα ήδη ζεύγος καλογήρων, εφίππων, ερυθρόν σχήμα ορθογώνιον κρατούμενον υπό τίνος. πλήθος δε χωρικών του τε ωραίου και ασχήμου φύλου ακολουθούν την λιτανείαν. Η συνοδεία ολονέν επλησίαζεν, ηκούοντο δ’ ευκρινώς ήδη τα Κύριε ελέησον των πιστών. Αφ’ ετέρου οι σπεύσαντες προς απάντησιν χωρικοί εγονυπέτουν και εσταυροκοπούντο και έκλινον μέχρι της γης την κεφαλήν. Το θέαμα ήτο αληθές γραφικώτατον. Μέσω των πρασίνων δένδρων και θάμνων οι χρυσίζοντες στολισμοί των γυναικών στίλβοντες υπό τας ακτίνας του κατερχομένου ηλίου ωμοίαζον προώρως ανατείλαντα άστρα και - ίνα εμμείνω εις την παραβολήν μου - οι κόκκινοι αυτών εμπροσθέλαι κολπούμενοι υπό ελαφρού ανέμου, ωμοίαζον της δύσεως ροδοσύννεφα. ‘Οταν η λιτανεία αφίκετο εις την πλατείαν του χωρίου κατήλθον κι εγώ εκεί. Το αίνιγμα ελύθη• η έλευσις της Παναγίας δεν ήτο άλλο ή η άφιξις ζεύγους καλογήρων, οίτινες ενοικιάζοντες δια πλειοδοτικής δημοπρασίας (αντί 5.000 δρ. εφέτος, νομίζω) μεγάλην εικόνα της Θεοτόκου αργυρότευκτον και ογκώδες αργυρούν κιβώτιον πλήρες αγίων λειψάνων, αναχωρούσιν από Μοναστηρίου της Σούρπης και περιάγοντες ταύτα ανά την Ήπειρον και Θεσσαλίαν και Εύβοια και Φθιώτιδα, εκμεταλλεύονται την ευπιστίαν των χωρικών, αναγιγνώσκοντες αυτοσχεδίους ευχάς περί εξοντώσεως της ακρίδος, της μηνιγγίτιδος και των τυφοειδών πυρετών και της από πάσης ασθενείας και κακού απαλλαγής των τε ανθρώπων, ζώων, δένδρων, αμπέλων και λαχάνων. Πληρούσι δ’ ούτως αφθόνως τας μεν κοιλίας ορνίθων, τα δε θυλάκια αργυρίου τάσου, ώστε και το ενοίκιον των ιερών κτημάτων να πληρώσωσι και δια τους ευσεβείς αυτών κόπους να αποζημιωθώσιν (...) Και εστήθη η εικών εν τη πλατεία, και είπον οι καλόγηροι το ευαγγέλιον του Λαζάρου (αγνοώ διατί), και χρήμα ουκ ολίγον κατετέθη εν ταις παλάμαις αυτών (...) Μετά το τέλος της λειτουργίας ετελέσθη αγιασμός εν τη πλατεία του χωρίου, δια του οποίου ηγίασαν τους αγρούς και τας αμπέλους αυτών οι αγρόται. Μετά δε τον αγιασμόν περιάγοντες ανά τους οίκους πάντων την ιεράν εικόνα και τα λείψαναν, εφορολόγησαν τετάρτην ήδη φοράν τους ταλαιπώρους χωρικούς την μεγίστην φορολογίαν, την του σίτου. Εις κατάστιχον εγγράφουσι τι έκαστος θα δώσει... εις την Παναγίαν, όταν μετρήση το αλώνιόν του. Και ο μεν δίδει εν κιλόν, ο δε ήμισυ, και όλη η εγγραφή ανέρχεται εις κιλά 12, δραχμάς 100 περίπου... δια την Παναγίαν».

Μάλλον θα πρέπει το κείμενο να κοινοποιηθεί στον αξιότιμο Υπουργό Εθνικής Αμύνης προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες, επί τω τέλει επιβράβευσης και δι’ άλλου αστέρος του «ενδοξοτάτου» αντιστρατήγου του Α’ΣΣ για την ευρεσιτεχνία, και στον Αρχιεπίσκοπο Αθηναίων και όλης της Ελλάδος, προς απλή του γνώση, διότι μάλλον γνωρίζει περί αυτών, για να δοκιμαστεί ο δημόσιος λόγος του στην πράξη, όσον αφορά χρήματα, τυχερά, τελετές, θαυματουργές εικόνες που πρέπει ν’ απαγορευτεί και δια ποιμαντικής ράβδου η προσκύνησή τους, επί χρήμασι.
- Εδώ σ’ έχω κυρ’ άγιε Αρχιεπίσκοπε!

Εγραφον όσα κι αντέγραφαν επίσης, εν Kοζάνη, σωτηρίου έτους 2008, Κυριακή του Θωμά και μνήμη των: αγίας μάρτυρος Πελαγίας εκ Ταρσού, οσίου πατρός Ιλαρίου του θαυματουργού, οσίου πατρός Νικηφόρου ηγουμένου μονής Μηδικού, οσ. Νικηφόρου ησυχάσαντος εν τοις ερημικωτέροις χωρίοις του Αθω όστις συνέγραψεν την σοφήν μέθοδον περί νοεράς προσευχής, κείμενης εν σελ. 869 της Φιλοκαλίας• οσίου πατρός Αθανασίου επισκόπου Κορίνθου, αγίων πατέρων Αφροδισίου («Τις ούτος ο τράχηλος εκτείνων ξίφει;/Αφροδίσιος, Αφροδίσιος λέγει»), Λεοντίου, Αντωνίου, Μέλους, Ουαλλεριανού, και Μακροβίου και του πλήθους των συν αυτοίς εν Σκυθοπόλει μαρτυρησάντων, ανάμνηση ανακομιδής λειψάνων αγίου Λαζάρου και της μυροφόρου Μαρίας Μαγδαληνής γενομένης επί Λέοντος του φιλοσόφου και φιλοχρήστου εν έτει 890.
- Αληθώς ο Κύριος!

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 15.5.2008]

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ