20/3/15

Λόγος & Αντίλογος





«Τα όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται»


Αγαπητή ΟΔΟΣ,

Μολονότι αναγνωρίζω το εορταστικό κλίμα των ημερών στην πόλη της Καστοριάς, θα μου επιτρέψεις να μην σου γράψω «ζαχαρωτώς» και «καραμελένιως».

Αναγνωρίζοντας και συμμεριζόμενος -μη μπορώντας να αντιδράσει διαφορετικά, άραγε μπορεί;- ο πολίτης της Καστοριάς, την επιστολική και αναρτηθείσα ανακοίνωση στα διαφόρου ποιότητας και «εξυπηρέτησης» blogs και ΜΜΕ, περί «τουριστικής» καθαριότητας, από τους πολυσυζητημένους και πολλές φορές κατακριτέους δημοσίους υπαλλήλους από την κοινωνία, θα έπρεπε να καταχωρηθεί ακόμη μία διαφορετική άποψη στον έντυπο τύπο (πλην των ορμώμενων από συμφέροντα) πόσο μάλλον στην εφημερίδα ΟΔΟ. Όπως αυτή που εκείνη που ορθώς αποτυπώθηκε στο φύλλο 767 στις 4.12.2014, με κεντρικό τίτλο «Ο μήνας έχει 7».

Ο συντάκτης πολύ σωστά ανέφερε πως ο μήνας έχει επτά, για να μην είχε και εννέα. Αφού η ανοιχτή επιστολή πρόσκλησης σε συλλόγους και συντοπίτες της πόλης της Καστοριάς, έκρυβε, αν μη τι άλλο και ορισμένα διατυπωμένα «surprises». Όπως το κάλεσμα σε καθαριότητα -για τις γιορτινές μέρες και μόνο αυτών- με την δικαιολογία της αποκλειστικής ευαρέσκειας των οφθαλμών των μοναχικών και διερωτηθέντων τουριστών.

Η κοινωνία, θεωρώντας πως η συγκεκριμένη διεργασία καθαριότητας πρέπει να διενεργείται καθ’ όλη την διάρκεια του έτους από το αρμόδιο δημοτικό συνεργείο, αναρωτιέται και απορεί, γιατί να προβούν οι ίδιοι καταπονημένοι πολίτες σε μία τέτοια κίνηση, και δη για τους τουρίστες. Δημιουργώντας τους σωρεία ερωτημάτων, όπως εύλογα διερωτώνται αρκετοί, «γιατί να μην πραγματοποιηθεί καθαριότητα κατά τους μη τουριστικούς μήνες, Φεβρουάριο, Μάρτιο κοκ».

Γιατί απλά, έχουν τσιμεντάρει σε -περιορισμένης ευθύνης- καλούπια την πλειοψηφία των πολιτών, τα γνωστά τοπικά παπαγαλάκια που ασκούν το λειτούργημα της δημοσιογραφίας, λέγοντας τους πως η «πανέμορφη» Καστοριά, ζεί και αναπνέει από τον τουρισμό σαν άλλο Μόντε Κάρλο ή κάποια άλλη Μύκονος ή κάποια παραλλακτική έκδοση της Κρήτης.

Προφανώς αυτοί που νοσταλγικά παρατηρούν την «απαράμιλλη» ομορφιά της, δεν έχουν κυκλοφορήσει εντός των δρόμων του παραδοσιακού ιστού της Καστοριάς. Παρά μόνο την χαζεύουν, κατά από την είσοδο τους σε αυτήν. Καμαρώνοντας και φουσκώνοντας από υπερηφάνεια. Είναι η νοοτροπία τους έτσι, που προφανώς, αν οι ίδιοι σαν επισκέπτες, τριγυρνούσαν τουριστικώς, σε μία παρόμοια πόλη, θα έμεναν τρισευτυχισμένοι. Κρατώντας την εικόνα της πόλης στο πίσω μέρος των καθημερινών τους αναμνήσεων, αποτυπωμένη σαν κάποια κειμιλιακή κάρτ ποστάλ -αποκλειστικά- για τουριστική και μόνο χρήση.

Προφανώς εκστασιασμένοι και μαγεμένοι από τις πάπιες, τους κύκνους, τις χήνες, τις καλαμιές και την «βύθιση» της χερσονήσου στα νερά της λίμνης. Που παρεμπιπτόντως, παραμένουν βρώμικα, απαλλαγμένα βέβαια από την δυσοσμία που εξέπεμπαν τους καλοκαιρινούς μήνες, έως ότου τελικά φθινοπώριασε. Που και πάλι αφέθηκε στην μοίρα της, πέφτοντας στο κενό οι όποιες εξαγγελίες για μία επιστημονικά τεκμηριωμένη λύση. Το οποίο φαινόμενο του «άρρωστου νερού», βοήθησε βέβαια η ταυτόχρονη και εποχιακά αναμενόμενη πτώση της θερμοκρασίας.

Εμφανώς πλέον, στην δύση του 2014 και στην ανατολή του 2015, ο Καστοριανός μπορεί να αισθάνεται σίγουρος για την παραμέληση του κέντρου της πόλης, αλλά και θυμωμένος. Αφού ομολογουμένως όλη η προσοχή και η εικαστική επιμέλεια και διαμόρφωση της εκάστοτε δημοτικής Αρχής, επικεντρώνεται αποκλειστικά και μόνο στην είσοδο της Καστοριάς, και δη στην Λεωφόρο των Κύκνων και στον χώρο γύρω από το νυν επινοικιασμένο πάρκο Ολυμπιακής Φλόγας.

Στον οποίο χώρο, αντί να προνοηθεί η έκτακτη ή και προγραμματισμένη χρήση του μικρού «θεάτρου» του πάρκου Ολυμπιακής Φλόγας για κάποιον άλλον λόγο, κατέληξε να φιλοξενεί και να ανέχεται τα κοφτερά παγοπέδιλα των επίδοξων παγοδρομέων. Και μάλιστα με πολλές επεμβάσεις και παρεμβάσεις με δημοτικά έξοδα, δίνοντας το απλόχερα στην ήδη ευνοημένη εταιρεία επινοικίασης.

Έτσι, παραμελήθηκε για ακόμη μια χρονιά, το ιστορικό κέντρο της Καστοριάς, που δεν είναι άλλο, από αυτό που περιέκλειε κάποτε το τείχος της και που πλέον αφήνεται στην «κακομοιριά» και κακοτυχία του, υπενθυμίζοντας σε όλους πως οι περισσότεροι αξιωματούχοι (παλαιότεροι και νεότεροι) και «κρατούντες των τυχών» αυτής της πόλης επιδίωκαν μανιωδώς να αποκόψουν την Καστοριά από την Ιστορία της και το Ιστορικό της Κέντρο. Σαν να πρόκειται για μια καλοκουρδισμένη και επιτακτική επιχείρηση ξεριζώματος της ιστορίας της πόλης.

Τόσο με την παραμέληση των αρχοντικών της πόλης, όσο με το γκρέμισμα και με τον εμπρησμό πολλών εξ αυτών για μεταγενέστερη ιδία οικονομική χρήση, με αρπαγή τοιχογραφιών πραγματικών έργων τέχνης, με το κλείσιμο του Πνευματικού Κέντρου και την ισοπέδωση της Έλλης, με το μόνο που έχει απομείνει, οι βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες.

Τις οποίες ο τουρίστας έχει την δυνατότητα να τις επισκεφθεί, στον φυσικό τους χώρο: στις περιοχές δηλαδή που κατοικούσαν και έχτιζαν ναούς και εκκλησίες, στο άλλοτε κέντρο της Καστοριάς και στην περίμετρο αυτού. Και δίπλα σε αυτές, θα συναντήσει το «αστικό» κλίμα μιζέριας και παραμέλησης που εντέχνως -ή μήπως όχι;- κατάφεραν να δημιουργήσουν στο συγκεκριμένο σημείο της πόλης, που άλλοτε έσφυζε από ζωή.

Φτάνοντας μάλιστα στο σημείο, να μην υπάρχει ο πρέπων στολισμός και φωταγώγηση στην κεντρική πλατεία της πόλης, την πλατεία Ομονοίας. Δεν μπήκαν στον κόπο να σκεφτούν -για τα μάτια του κόσμου και μόνο- να «στήσουν» ούτε ένα επιβλητικό χριστουγεννιάτικο δένδρο τουλάχιστον αντάξιας της διακόσμησης που προβλέφτηκε στην περιοχή που προαναφέρθηκε (βλ. πάρκο Ολυμπιακής Φλόγας), παρά μόνο να «ντύσουν» με δύο κατοστάδες -ενδεχομένως να είναι και μεγάλος ο αριθμός- λαμπιόνια το μοναδικό φυσικό έλατο που βρίσκεται εκεί, και μία μικρή και πενιχρή από αίσθηση τέχνης, φάτνη (ίσως ανήκει σε κάποιο σωματείο) τοποθετημένη στους πρόποδες του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου.

Έτσι, ακόμα και εντός των γιορτών, θα αφεθεί στην τύχη του και στην θλιβερή και καταθλιπτική μοναξιά του. Περιμένοντας την σωτήρια και την «ανάσταση», στο τριήμερο του Καστοριανού Καρναβαλιού. Ένα καρναβάλι, το οποίο η νυν δημοτική Αρχή, φρόντισε όπως συμβαίνει χρόνια πλέον να, το διαφημίσει(;;;) στην συμπρωτεύουσα και να ανακοινώσει πως δεν θα χρηματοδοτηθούν οι USB (United States of Balkan) μπάντες, ως μια ένδειξη πολιτιστικής και ιστορικής διάσωσης του Καρναβαλιού. Γλιτώνοντας το έτσι, από τα καπρίτσια και σλάβικα βίτσια ορισμένων, να ακούν τα βαλκανικά ακούσματα τους, εντός του αστικού κορμού της πόλης. Και μάλιστα χωρίς ίχνος ντροπής.

Η τροπή, που εντέχνως και ευθαρσώς, απέκρυψαν κατά την εισβολή τους στην Θεσσαλονίκη, οι «ραγκουτσαρέοι», δείχνοντας την ελληνική μουσική διάσταση των Καρναβαλιών, και όχι αυτήν που πολύ πιθανόν να συναντήσει ο ενθουσιασμένος επισκέπτης, που τόσα κάνει αυτή η πόλη για να το ευχαριστήσει και να τον πείσει, να ξαναέρθει. Ρίχνοντας τον φυσικά από τα σύννεφα. Και γκρεμοτσακίζοντας κάθε θετική εικόνα που θα μπορούσε να είχε δημιουργηθεί, κατά τις μέρες προσμονής για την επικείμενη τουριστική του κατάληψη στην πόλη της Καστοριάς.

Καθώς αυτό που του πασάρανε σαν τοπικό «προϊόν» στην πλατεία Αριστοτέλους, θα είναι διαφορετικό από αυτό που θα αντικρίσει. Δεν θα έχει καμία σχέση με εκείνο, τόσο σε θέαμα, όσο και στο μουσικό του θέμα. Έτσι, -σαστισμένος μα και απογοητευμένος- θα νομίζει πως βρίσκεται σε φεστιβάλ χάλκινων αλά Guca, και όχι στο Καρναβάλι της Καστοριάς. Και ίσως κάποιοι, να του πιπιλίσουν το μυαλό πως αναμένεται να δώσει βαλκανικό ρεσιτάλ ο Goran, o Marco και ο Boban. Θαρρείς, πως στο φεστιβάλ της Guca, ανηφορίζουν κατά αράδες οι ελληνικές ορχήστρες για να δείξουν τα «κάλλη» τους παίζοντας καρσιλαμάδες και συρτούς αλά Greca.

Παράλληλα, οι συμμετέχοντες και «διοργανωτές» τέτοιων μπουλουκιών διαστρέβλωσης της ιστορικής πραγματικότητας που δεν έχουν καμία σχέση με το Καστοριανό Καρναβάλι, θα πρέπει να παραμεληθούν, να αποστασιοποιηθούν και να παραγκωνιστούν από την ίδια την κοινωνία αφενός, και αφετέρου, αρχής γεννωμένης από τους αρμόδιους του Δήμου, να γίνει μια συντονισμένη προβολή και μάθηση του αυθεντικού Καστοριανού Καρναβαλιού.

Σε βαθμό, που θα πρέπει επιτέλους να προστατευτεί το ίδιο το Καστοριανό Καρναβάλι, όπως πράττουν άλλες πόλεις ανά την Ελλάδα, που γιορτάζουν την Αποκριά με τον δικό τους -μοναδικό πολλές φορές- τρόπο, μουσικό και χορευτικό. Καταλήγοντας και ρωτώντας στο τραπέζι των διαβουλέυσεων για το «καλό» του Καρναβαλιού, αν θα πρέπει εν τέλει να δίνονται άδειες προσωρινής παραμονής στους βαλκάνιους κουβαλητές των τεραστίων τουμπών και κόρνων.

Για να μην φτάνουμε στο σημείο, να φιλοξενούνται μπάντες στην Κουμπελίδικη -από συλλόγους που φέρουν για ονομασία, βαριά τοπωνύμια- προς τέρψιν του φιλοθεάμονος και αμαθούς κοινού, λίγων και κακοπροαίρετων. Γιατί στο τέλος, θα πάρουν ακόμα και τις λύρες τους και τα τουμπερλέκια τους και θα κυκλοφορούν με τις παρέες τους, θεωρώντας το ως κάτι το «Καστοριανό».

Και μετά από χρόνια, που ξέρεις; Μπορεί η παρέλαση να μετεγκατασταθεί στην περιοχή της Νότιας Παραλίας, αποκλειστικά για την τουριστική του προβολή. Σαν άλλος «σαμπόδρομος». Άποψη που είχε κατατεθεί στο τραπέζι, παλαιότερα για την αναγέννηση του Καρναβαλιού. Θαρρείς, πως οι παλιοί Καστοριανοί, γλεντούσαν ανέμελοι και εύθυμοι για τα μάτια των τουριστών. Και όχι, για την προσωπική τους διασκέδαση και ευχαρίστηση.

Ισχυροποιώντας έτσι την άποψη, πως δεν γνωρίζουν καθόλου μα καθόλου τόσο την Καστοριά, όσο και τί αυτή εκπροσωπεί. Με τον μοναδικό τους καημό να εστιάζεται κυρίως, στο να αμολάρουν στους δρόμους σαν ξέφερνα φορτηγά, προσπαθώντας να περνούν και να διασκεδάζουν φεστιβαλίστικα. Σίγουρα πάντως, όχι κατά τον τοπικό Καστοριανό τρόπο, αφού ούτε την  “Εβραιοπούλα ” και την  “Νέτα ” θα γνωρίζουν ούτε και άλλα αστικά Καστοριανά τραγούδια. Πολλοί μπορεί να μην ξέρουν ούτε και τον  “Μπερντέ ”.

Τραγούδια αμιγώς ελληνικά που διασκέδαζαν οι τότε Καρναβαλιστές, τριγυρνώντας με τις ορχήστρες τους από σπίτι σε σπίτι, διασχίζοντας το Τσαρσί, το Ζωνάρι, ως και το Απόζαρι. Αποτέλεσμα όλης αυτής της εσωστρέφειας θα είναι η διαιώνισης της αποικοδόμησης των μουσικών στερεοτύπων που επικρατούν στο καρναβάλι.

Σε σημείο που θυμήθηκα, το άρθρο της εφημερίδας ΟΔΟΣ με τίτλο «Ακούσματα». Συνειδητοποιώντας πως οι «ντόπιοι» κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Αφήνοντας στους Καστοριανούς την πικρή γεύση της νοσταλγίας εκείνου του παλιού καλού Καστοριανού Καρναβαλιού, αφιερώνοντας εξαιρετικώς στους νοθευτές του, την παραλλαγή του τίτλου της ταινίας, «Καληνύχτα Καστοριά  “τους”, και καλή τύχη».

Πάντα βέβαια συντροφιά, με τα σλάβικά τους ακούσματα και τους ανθελληνικούς χορευτικούς σκοπούς τους. Γεωγραφική μισαλλοδοξία και προπαγάνδα βλέπεις. Ή όπως λένε και οι βαλκάνιοι “αδερφοί” τους, «τα όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται».

Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος 



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 8.1.2015 αρ. φύλλου 770



Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

6 σχόλια:

  1. Ανώνυμος20/3/15

    Ζοφρουά, μπορεί να έχεις πολλές γνώσεις, αλλά είσαι γκρινιάρης μον φρερ !!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος20/3/15

    «τα όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται»;
    Εγώ θάλεγα την παροιμία
    "κακό χωριό τα λίγα σπίτια" !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος20/3/15

    Την κακομοιριά γιατί τη βάζεις σε εισαγωγικά;
    Αμφιβάλλεις ότι είναι κυριολεξία;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος20/3/15

    Πες τα χρυσόστομε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανώνυμος είπε...
    Ζοφρουά, μπορεί να έχεις πολλές γνώσεις, αλλά είσαι γκρινιάρης μον φρερ !!!!!!!!!!


    Την γκρίνια που ακριβώς την εντοπίζεις; Θα προκαλούσε το ενδιαφέρον αν μπορούσες να εστιάσεις στην γκρίνια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος είπε...
    Την κακομοιριά γιατί τη βάζεις σε εισαγωγικά;
    Αμφιβάλλεις ότι είναι κυριολεξία;

    Η λέξη χρησιμοποιείται με εισαγωγικά γιατί το Ιστορικό Κέντρο, πέρα από χωροταξικό περιβάλλον, φιλοξενούσε ανέκαθεν ανθρώπους/κατοίκους, που όχι μόνο κακόμοιροι δεν ήταν, αλλά απεναντίας ήταν η ζωτική κοινωνική δομή της πόλης. Έτσι καταλαβαίνεις πως δεν συνάδει ο χαρακτηρισμός με τους κατοίκους του Κέντρου, αλλά στους "κακόμοιρους" που έχουν βαλθεί να το "ξεκάνουν" με τα τερτίπια τους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.