4/12/17

ΟΔΟΣ: Ξορκίζοντας το κακό [ΙΙ]


ΟΔΟΣ 19.1.2017 | 869

«Προέρχεται από το λατινικό rogatores = ζητιάνοι. Οι μεταμφιεσμένοι ζητούν διάφορα δώρα για την απομάκρυνση του κακού πνεύματος».
2015 Ανέστης Αγγελής (ιστοσελίδα Δήμου)

«Η λέξη ραγκουτσάρια είναι μια σύνθετη λέξη, σε ελεύθερη απόδοση προέρχεται από τα ραγκού, μια λατινική λέξη και τα τσάρια, δηλαδή τον Τσάρο».
2016 Ανέστης Αγγελής (δήλωση στην ΕΡΤ3)

«Εξ ου και η πολύ δόκιμη, λαϊκή ονομασία «Ρακουτσάρια» εκ του ράκος, ράκη, απόκομμα, αποκόμματα λόγω συντεχνίας».
2017 Ανέστης Αγγελής (δια του κ. Δ. Μάνου)


Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ «ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ» των τσάρων του «Ραγκού», των τσάρων με τα ράκη, ή των rogatores (ζητιάνων που ξορκίζουν το κακό), και των άλλων αμέτρητων ερμηνειών της στρεβλής εκδοχής «ραγκουτσάρια», απέναντι στην αληθινή ονομασία του εθίμου «Καστοριανά Καρναβάλια», έχει αρχίσει να λαμβάνει σοβαρές διαστάσεις.

Ο Δήμος Καστοριάς συνεχίζει να αγνοεί (επιδεικτικά) τους Καστοριανούς που υποστηρίζουν ότι η κακόηχη αυτή ονομασία δεν έχει σχέση με τα Καρναβάλια της πόλης. Ούτε πριν, ούτε μετά το 1940. Κανένας από τους -χωρίς αξιόλογη προσωπική και οικογενειακή εμπειρία- δημοτικούς και δημαρχιακούς αρμόδιους, δεν δείχνει έως στιγμής την αντικειμενικότητα να διασταυρώσει έστω τις πηγές και την ενημέρωσή του για το θέμα: Τα καρναβάλια της πόλης.
Δεν έχουν που δεν έχουν εμπειρία, οι συντριπτικά περισσότεροι απ’ αυτούς, δεν φροντίζουν ούτε καν να έχουν πλήρη ενημέρωση.

Έτσι, παρουσιάζεται το μοναδικό και φαιδρό –αν όχι γελοίο– φαινόμενο, ο Δήμος να υποστηρίζει πώς ενώ η πόλη της Καστοριάς είχε έθιμο, τα βουκολικά, γεωργικά, κουδούνες, προβιές, σκόρδα, μουτζούρες, ξορκισμούς και συναφή που συναντώνται αποκλειστικά σε αγροτικές περιοχές, και είναι συστατικά στοιχεία των «ραγκουτσαριών», ωστόσο τα πέριξ χωριά, μεταξύ των οποίων και το Τοιχιό (της καταγωγής του ίδιου του κ. δημάρχου, όπως και τα χωριά των συνεργατών του), έχουν «καρναβάλια»!

Καρναβάλια έχουν δηλαδή οι γεωργοί και κτηνοτρόφοι, «ραγκουτσάρια», μακεδονίτικα έθιμα και σλαβοειδείς βαλκανογιορτές η Καστοριά των αστών, των αλιέων, των γουνεμπόρων και κοσμοπολιτών.

Γίνεται αυτό; - θα αναρωτηθεί κάποιος; Και όμως γίνεται στην Καστοριά των τελευταίων ετών που ήλθαν ακόμη και πολιτικά τα επάνω-κάτω, όπως και το αντίστροφο.

«Κοινωνίες που δεν έχουν πολιτισμικές αναγωγές», σημειώνει πρόσφατα στον πρόλογό του (στο βιβλίο που διανέμει ο ίδιος ο δήμαρχος Καστοριάς κ. Ανέστης Αγγελής πάνω σε μια επιτομή του κ. Δ. Μάνου), «δεν έχουν εδραιωμένη ταυτότητα, ικανή να αντιπαρατεθεί στις έξωθεν προκλήσεις» συμπεραίνει. Η διακήρυξη αυτή, έχει υπαρξιακά και ηθικολογικά χαρακτηριστικά, ακατανόητα στην σημερινή εποχή. Καλώς τα γράφει, αν τα φρονεί και θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στα αυτοδιοικητικά του καθήκοντα.

Άλλωστε όσα επισημαίνει, είναι... ιστορικά επιβεβαιωμένα. Ισχύουν όλα αυτά ασφαλώς, αν έχει κάποιος σαν παράδειγμα, τον ISIS, που έχει «εδραιωμένη ταυτότητα» και «αντιπαρατίθεται στις έξωθεν προκλήσεις». Όπως και τα συναφή παραδείγματα των ιθαγενών του Αμαζονίου, της Παπούα Νέας Γουϊνέας, ή –για ένα πιο light παράδειγματων Άμις στις Κεντρικές ΗΠΑ, των Μορμόνων, των ζηλωτών ορθόδοξων Εβραίων. Όλοι αυτοί «κόβουν φλέβες» για να αντιπαρατεθούν στις «έξωθεν προκλήσεις», καθώς έχουν πανίσχυρες και αδιάκοπες «πολιτισμικές αναγωγές».

Αν εκεί, στον Δήμο, συμφωνούν όλοι με κάτι τέτοιο, είναι προσωπικό δικαίωμά τους, αλλά μάλλον δεν μοιάζει αυτοδιοικητικό, να παραδειγματίζουν εμμέσως «αμφιλεγόμενα» πρότυπα.

Αν πάλι, μπορούν να συμφωνήσουν στο στοιχειώδες, ότι δηλαδή η «παράδοση» δεν είναι πανάκεια, καλά θα πράξουν να αντιληφθούν ότι ακόμη χειρότερα, η νόθος παράδοση δεν παρέχει καμιά εγγύηση.

Διότι, πρέπει με κάποιο τρόπο να εξηγηθεί, ποιος μπορεί να είναι ο λόγος που όταν πριν λίγα χρόνια, επί δημαρχίας κ. Εμμανουήλ Χατζησυμεωνίδη, η τότε αντιδήμαρχος πολιτιστικών κ. Ειρήνη Γεωργοσοπούλου-Μισκία, αντιληφθείσα προφανώς το φάλτσο της ονομασίας «Ραγκουτσάρια», ανάρτησε επιγραφή με την ονομασία «Καστοριανό Καρναβάλι» στην είσοδο της οδού Μητροπόλεως, της επιτέθηκαν όχι μόνο οι διάφοροι σύλλογοι, που έφεραν στην πόλη κάτι παράξενους σλαβοειδείς χορούς και στολές, (και τα πλασάρουν σαν καστοριανή παράδοση!). Αλλά «παρεμπιπτόντως» και το... “Ουράνιο Τόξο”, που αντιστάθηκε στην προσπάθεια κατάργησης της ονομασίας «Ραγκουτσάρια», και επαναφοράς της πραγματικής ονομασίας «Καστοριανά Καρναβάλια»!

Και πώς εξηγείται, το “Ουράνιο Τόξο” να ενοχλείται μόνο για την πόλη, για την ονομασία «Καστοριανά Καρναβάλια», υποστηρίζοντας φανατικά ότι ονομάζονται «Ραγκουτσάρια», και να μην ενοχλείται από τα καρναβάλια του Τοιχιού του Αποσκέπου, των Αμπελοκήπων, της Πολυκάρπης, του Μακροχωρίου, του Μαυροχωρίου ή του Άργους Ορεστικού , που όλα αυτά ονομάζονται καρναβάλια και όχι ραγκουτσάρια;

Πάντως στον (ίδιο) πρόλογό του, στο βιβλίο, ο ίδιος ο κ. Ανέστης Αγγελής, συνεχίζοντας δηλώνει –εκ μέρους του δημοτικού συνόλου- ιδιαίτερα «ευτυχής» που προλογίζει μια «καινοφανή πολιτισμική εκδοχή». Την νέα ονομασία «Ρακουτσάρια» (χωρίς το «γ») που προτείνει ο συγγραφέας.

Μόνο που αυτή η εκδοχή (του ίδιου συγγραφέα και συμπολίτη κ. Δ. Μάνου) δεν είναι καθόλου καινοφανής.

Δημοσιεύθηκε από τον ίδιο δεκαπέντε (15) ολόκληρα χρόνια πριν, στις στήλες της ΟΔΟΥ [1]  με τον κ. Δ. Μάνο, και τότε, όπως και τώρα, να δείχνει με σαφήνεια ότι το καρναβάλι της Καστοριάς, είναι ένα κανονικό καρναβάλι, που για μη καταγεγραμμένους λόγους γιορτάζεται στην Καστοριά 6-7 και 8 Ιανουαρίου. Σε χρονική περίοδο δηλαδή που και σε άλλες περιοχές της βόρειας Ελλάδος, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις στον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο (Ευρώπη, Βόρειο και Λατινική Αμερική) παρατηρούνται αντίστοιχες καρναβαλίστικες εκδηλώσεις [2].

Ώστε να μην μπορεί να υποστηριχθεί με ασφάλεια ότι τα έθιμα αυτά στην καρδιά του χειμώνα είναι αμιγώς ελληνικής, διονυσιακής, βακχικής, προέλευσης, ή ακόμη μυστηριακής, αιγυπτιακής ή περσικής. Και τίθεται το απλό ερώτημα: γιατί να μην είναι, όπως εξελίχθηκαν, απλά, αγνά καρναβάλια, με χορό, αμφιέσεις και ξεφάντωμα;

Το πού ακριβώς βασίζεται η ερμηνευτική προσέγγιση του κ. Δ. Μάνου, για νέο όρο «ρακουτσάρια», από το «ράκος», που παρεφθάρη «σε ραγκουτσάρια», δεν προκύπτει από το πόνημά του. Είναι προσωπική ερμηνεία του. Η βιβλιογραφία και οι πηγές ειδικά για τα καστοριανά καρναβάλια, δεν είναι γνωστές. Ακόμη και εάν γίνει δεκτή η άποψή του για το «ράκος», δεν εξηγεί πώς κόλλησε το «τσάρια».

Όπως δεν εξηγείται προφανώς, το πώς είναι δυνατόν το ίδιο κεφάλαιο (του συγγραφέα κ. Δ. Μάνου) να είχε τέλος του 2000 αρχές του 2001 τίτλο «Καστοριανό Καρναβάλι: Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον», και εν έτει 2017 το ίδιο κεφάλαιο να τιτλοφορείται (με το βιβλίο που επιχορήγησε, διανέμει και δωρίζει ο Δήμος Καστοριάς), «Ρακουτσάρια: Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον»;

Καλό θα είναι να το εξηγήσει ο ίδιος ο δήμαρχος Καστοριάς, ή καλύτερα οι αντιδήμαρχοί του.

Που δεν απευθύνθηκαν (έστω και σε άλλους) Καστοριανούς συγγραφείς, ή ανθρώπους των γραμμάτων και τεχνών, με εμπειρία όμως, και προσωπικά βιώματα, για το τοπικό καρναβάλι. Να πουν και να μαρτυρήσουν, τι άκουσαν από τους γονείς τους (που ζουν σήμερα στην Καστοριά) και από τους παππούδες τους, τι γνώρισαν οι ίδιοι.

Αν είχαν ακούσει ποτέ αυτή την κακόηχη λέξη. Αν φόρεσαν ποτέ κουδούνες ή φαλλούς. Ή αν ξόρκιζαν ποτέ οι Καστοριανοί το κακό, φορώντας προβιές και σκόρδα, όπως η φωτογραφία που διάλεξαν, εκεί στον Δήμο, για να υποστηρίξει το πόνημα του κ. Μάνου, για το Καρναβάλι των Καστοριανών. Να απευθυνθούν και σ’ αυτούς, να φανούν δηλαδή αμερόληπτοι, και όχι χορηγοί.

Δεν καταδέχεται –ο Δήμος Καστοριάς- τις απόψεις των γηγενών Καστοριανών της πόλης, συγγραφέων και απλών καθημερινών πολιτών, που όλοι τους με καρναβάλια γεννήθηκαν, έζησαν και γέρασαν. Και προπαντός με καρναβάλια ξεφάντωναν.

Δεν θεωρεί αξιόπιστες τις μαρτυρίες τους, την στιγμή που δεν υπάρχει ούτε ένας Καστοριανός να επιβεβαιώσει τα «Ραγκουτσάρια», ενώ οι ελάχιστες αναφορές της βιβλιογραφίας αφορούν αποκλειστικά τα έθιμα της υπαίθρου και των χωριών;

Δεν διανοούνται εκεί στον Δήμο Καστοριάς πώς ούτε με Διόνυσους, ούτε με Ίσιδες και Κάβειρους, Κρόνιους και Σατούρνους (=άλλη μία από τις προτάσεις εκείνης της εποχής για μετονομασία των Καστοριανών Καρναβαλιών, που σήμερα θα ονομάζονταν Καστοριανά Σατουρνάλια), ούτε με κουδούνες, σκόρδα και ξορκίσματα, ούτε με κλαδιά και προβιές σαν κι αυτές τις ανοησίες που διαδίδονται, διασκέδαζαν οι Καστοριανοί, παρά μόνο με απλά, αυθόρμητα καρναβάλια;

Ένα απλό αστικό αυθεντικό καρναβάλι ήταν. Ένα γλέντι, ένα πάρτυ όλη η πόλη. Ούτε δρώμενο, ούτε ξεδρώμενο, ούτε επιζητούσαν την γονιμότητα των χωραφιών (γουνοποιοί έμποροι ήταν οι άνθρωποι), ούτε βωμολοχούσαν, ούτε κρατούσαν φαλλούς, και κλαδιά, ούτε έβαφαν μαύρα τα πρόσωπά τους, για να ξορκίσουν το κακό. Την “Νέτα του Φασούλα”, “Κατέβαιναν οι Τσαρσινοί” και “Τσιγκιρλάγκα” τραγουδούσαν. Γιατί τους είναι τόσο δύσκολο να το ερευνήσουν;

Πάντως με την επιλογή του Δήμου Καστοριάς να διανέμει βιβλία για την τεκμηρίωση, το τοπίο αλλάζει, το κλίμα βαραίνει, καθώς η βιβλιογραφία αντιτίθεται στην ιστορική πραγματικότητα και την ιστορική γνώση. Την γνώση που ο ίδιος ο κ. δήμαρχος αναφέρει στον πρόλογό του, χωρίς να έχει επιδιωχθεί διάλογος με τους Καστοριανούς που υποστηρίζουν ακριβώς και μόνο τα αντίθετα. Η γνώση, στην Καστοριά, κατήντησε επιχορηγούμενη.

Ύστερα μάλιστα και από τις τελευταίες ανακαλύψεις ότι τελικά υπάρχουν κι αλλού στην Ελλάδα «ραγκουτσάρια» , αλλά όχι καστοριανά καρναβάλια, και ύστερα από τις αντιδράσεις που καταγράφονται από επώνυμους συμπολίτες της Καστοριάς, που δεν αντέχουν να δέχονται ως αληθινή ολόκληρη την παραπληροφόρηση που αναμεταδίδουν κεντρικά ΜΜΕ, σε συνδυασμό με την επιχείρηση διάσωσης της ονομασίας «ραγκουτσάρια», όχι μόνο από όσους νομίζουν ότι κάνουν κάποιο ανδραγάθημα, οργανώνοντας το αποτυχημένο και άσχετο βαλκανικό φεστιβάλ, αλλά και από τα fora που απηχούν τις απόψεις των Σκοπίων, η διαρκής άγνοια ή αγνόηση αρμοδίων του Δήμου, εκτραχύνεται.
Η μετονομασία του εθίμου ήταν λάθος, και πρέπει να γίνει αντιληπτό.

Κάτι σαν τα γειτονικά Σκόπια, για το όνομα «Μακεδονία». Αυτό βέβαια, δεν αφορά τα νέα παιδιά που το έμαθαν πλαστά και στραβά, και στραβά το αποδίδουν. Αλλά όσους, ενώ είναι σε θέση να μαρτυρήσουν την αλήθεια, την οποία και στην πραγματικότητα γνωρίζουν, είτε εθελοτυφλούν, είτε έχουν αυτοχρισθεί, θεωρητικοί των ηθών και εθίμων. Για τους λόγους αυτούς δεν ανέχονται οτιδήποτε δεν υποτάσσεται στην δική τους αυθεντική προσέγγιση. Και αυτοί έχουν πια κυριεύσει τα πόστα.

Όλα αυτά θα ήταν απλά φαιδρά, αν δεν είχαν και μια ανησυχητική σοβαρότητα, την οποία καταγράφουν επωνύμως, όσοι μέσα από τις σελίδες της ΟΔΟΥ προσπαθούν να αποκαταστήσουν την κοινή λογική και την αυθεντική μαρτυρία, πάνω σε ένα θέμα, στο οποίο ήδη ενεπλάκη ακόμη και ο ίδιος ο δήμαρχος Καστοριάς, χωρίς να αναζητήσει τον αντίλογο.

«Ορκίζομαι στη συμπαντική συνειδητότητα και νομοτέλεια, στην ένωση όλων των ιερών ψυχών. Ορκίζομαι ως πολεμιστής στον ιερό σκοπό της ελευθερίας της Ελλάδος, του Ελληνισμού και της ελληνικότητας να υπηρετώ των αλήθεια, την αρμονία. Ορκίζομαι να προστατεύω τους Συνέλληνές μου. Ορκίζομαι να πολεμήσω για την εγκαθίδρυση του Ελληνισμού…», αναφέρει μεταξύ άλλων ο όρκος, ο οποίος δίνεται σε διάφορα καφενεία της χώρας. Ανησυχητικές οι ομοιότητες.

Προφανώς, το επόμενο βήμα των Ραγκουτσαριστών, θα είναι να καθιερώσουν ένα αντίστοιχο με τον όρκο γνωστής πολιτικής κίνησης, που διαδέχθηκε τους ψεκασμούς σε ολόκληρη την Ελλάδα, με κάτι για τον Βάκχο, τον Τσάρο, τον Ραγκού, το Ρογκ, το Ράκος τέλος πάντων.

«Όλος ο κυτταρικός ιστός του σώματός μου θα διαλυθεί», λένε εν χορώ οι υποστηρικτές του ηγέτη και Μίδα αυτής της κίνησης, που μάλλον πιστεύει στο δωδεκάθεο, ή και στο ακόμη πιο πριν απ’ αυτό συμπαντικό όν. Ίσως έτσι, να αρχίζουν μαζί με κουδούνες, σκόρδα, προβιές και μουγκρητά και τα άλλα παγανιστικά στο εξής τα «ρακουτσάρια» του Δήμου Καστοριάς, καθώς όπως σημειώνει ο κ. Αγγελής στον ίδιο πρόλογό του, «άνθρωποι χωρίς ιστορική γνώση, δεν έχουν ιστορική προοπτική». Μόνο που θα πρέπει να εξηγήσει, πώς είναι δυνατόν να συντάσσεται με όσους πιστεύουν ότι προοπτική εκφράζεται μέσω του πρόσω όπισθεν.



(1) Στα φύλλα: 107/21.12.2000, 108/28.12.2000 και 109/11.1.2001
(2) Το πιο φημισμένο από όλα –και μάλιστα καταχωρημένο στους καταλόγους της άϋλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco- είναι το καρναβάλι του Πάστο στην Κολομβία που διεξάγεται κάθε χρόνο, σχεδόν ίδιες ημέρες με το καρναβάλι της Καστοριάς, από τις 2 έως τις 7 Ιανουαρίου. Επίσης, τις ίδιες ημέρες διεξάγονται και άλλα καρναβάλια όπως του St. Croix, του St. Kitts-Nevis, του Sinulog κά.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 19 Ιανουαρίου 2017, αρ. φύλλου 869
Φωτογραφία: Charles Freger "Wilder Mann"


Σχετικά:

Ξορκίζοντας το κακό [I]

1 σχόλιο:

  1. Ανώνυμος4/12/17

    Η κατά τον Δήμαρχό μας ετυμολογία, από το "ραγκού" + τσάρος είναι πραγματικά όλα τα λεφτά! Τύφλα να 'χουν τα μαθητικά μαργαριτάρια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.