2.3.26

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΤΡΩΝΟΥ-ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Γράμμα στη Φράου Γκύντερ


ΟΔΟΣ εφημερίδα της Καστοριάς
ΟΔΟΣ 23.1.2025 | 1257

Καιρός, χάλια. Και τέτοια ώρα, τρεις το μεσημέρι, δεν περίμενα κανέναν. Όταν χτύπησε το κουδούνι της εξώθυρας, έτσι όπως ήμουν απορροφημένη στο βιβλίο που διάβαζα, πρώτα τρόμαξα και, σχεδόν την ίδια ακριβώς στιγμή, ξαφνιάστηκα: ποιος με θυμήθηκε; Ή ακόμη καλύτερα, γιατί; Έσπρωξα την καρέκλα του γραφείου μου και, μάλλον ενοχλημένη, κατευθύνθηκα στην πόρτα. Κοίταξα από το κρυστάλλινο παράθυρο: ένας νέος άντρας στεκόταν, κάπως αμήχανος, με το χέρι επάνω στο κουδούνι, από την άλλη πλευρά του κρύσταλλου. Άγνωστος εντελώς. Στην ερώτησή μου ποιος ήταν και τι ήθελε, ένα «παρακαλώ, βοηθήστε με. Να μου συντάξετε ένα γράμμα στα Γερμανικά, στη σπιτονοικοκυρά μου. Μου είπαν να έλθω σ’ εσάς. Έρχομαι από το χωριό μου και είναι επείγον». Δεν ήταν δυνατόν να αρνηθώ τη βοήθειά μου σε έναν άνθρωπο με τόσο ικετευτικό τόνο στη φωνή του.

Βγάζοντας τα παπούτσια στο πατάκι της πόρτας, με ακολούθησε με αθόρυβα βήματα στο γραφείο. Με δυο λόγια η περιπέτειά του: η γυναίκα του είχε αρρωστήσει από καρκίνο του πνεύμονα πριν δύο χρόνια στη Γερμανία, όπου είχαν γνωριστεί και παντρευτεί εδώ και μια δεκαπενταετία. Δούλευαν και οι δύο σε εργοστάσιο χημικών προϊόντων, αυτός στην παραγωγή, εκείνη στην καθαριότητα. Είχαν και έναν γιο, δεκατεσσάρων χρονών, ο οποίος πήγαινε σε γερμανικό σχολείο και αρίστευε. Η κατάσταση της γυναίκας του χειροτέρεψε τον περασμένο μήνα και το ταμείο ασφάλειας την έστειλε με ειδικό ασθενοφόρο στην πατρίδα. Είχε εκφράσει η ίδια την επιθυμία να πάει στο χωριό της, να τη θάψουν μαζί με τους δικούς της. Ήρθαν, λοιπόν, πατέρας και γιος, για να παραχώσουν τη μάνα και να επιστρέψουν, αυτός στη δουλειά του, ο γιος στο σχολείο. Μόνο που δεν είχε προφτάσει να ειδοποιήσει τη σπιτονοικοκυρά, επειδή έτυχε να λείπει στα παιδιά της εκείνες τις μέρες και ήθελε να την ενημερώσει σχετικά. Και γράφω: 
«Αγαπητή Φράου Γκύντερ,
Να ζητήσω συγγνώμη που δεν πρόφτασα να σας ενημερώσω για το ξαφνικό ταξίδι μας στην Ελλάδα. Δυστυχώς, η κατάσταση της Κατίνας χειροτέρεψε πολύ και η Κρανκενκάσσε μας έδωσε Κρανκενβάγκεν για να τη μεταφέρουμε στο χωριό. Είπαν στο νοσοκομείο πως άλλη θεραπεία δεν υπήρχε και σύντομα θα ερχόταν το τέλος, το πολύ σε δέκα μέρες. Μόλις τη θάψουμε, θα γυρίσουμε στη Γερμανία. Σας παρακαλώ, να μην ανησυχείτε για το ενοίκιο. Σας εύχομαι καλή βδομάδα και γρήγορη αντάμωση.
Με σεβασμό, 
ο ενοικιαστής σας Χ. 
Πολλούς χαιρετισμούς και από τον γιό μου.
Δικός σας,
Χ».
Έμεινα με το μολύβι στο χέρι. Τι να σκεφτώ πρώτα; Την άρρωστη μητέρα και σύζυγο; Εκείνο το «μόλις τη θάψουμε»; Ή πάλι την ευγένεια με την οποία απηύθυνε τον λόγο στη σπιτονοικοκυρά; Του παρέδωσα το γράμμα χωρίς να αρθρώσω λέξη, ευχήθηκα ένα «περαστικά σας» και σηκώθηκα να τον προβοδίσω. Εκείνος, έβγαλε από την τσέπη του ένα γερμανικό χαρτονόμισμα, το άφησε επάνω στο γραφείο, με ευχαρίστησε με υπόκλιση και κίνησε να φύγει. Όταν διαμαρτυρήθηκα για τα χρήματα και προσπάθησα να του εξηγήσω ότι δεν δεχόμουν αμοιβή για μια τόσο θλιβερή ιστορία, «ένα κέρασμα για την ψυχή της» είπε και χαμογέλασε θλιμμένα.
Ο καιρός, χάλια. Η διάθεσή μου μετά από την αναχώρηση του Χ, ακόμη χειρότερη. Σκεφτόμουν συνεχώς την άμοιρη Κατίνα, τον γιο που θα μεγάλωνε στην ξένη χωρίς τη μάνα του. Και τη μοιρολατρία του πατέρα…
Ήρθε πάλι τον επόμενο μήνα. Γράμμα για τη Φράου Γκύντερ. Μικρή παραλλαγή του πρώτου: το τέλος αργεί κάπως, αλλά ελπίζει σύντομα να μπορέσουν να επιστρέψουν. Αυτή τη φορά του το ’κοψα από την αρχή πως δεν ήθελα κέρασμα.
Ακολούθησε και τρίτος μήνας κι έπειτα, σιωπή. Θα ησύχασε, σκέφτηκα με πόνο· θα πήραν το τρένο για την κεντρική Ευρώπη…

Επίσκεψη χρειάστηκε να κάνω με τη μητέρα μου στον παθολόγο, μερικά χρόνια αργότερα. Στην αίθουσα αναμονής περιμέναμε τη σειρά μας. Ξάφνου, ακούμε φωνές δυνατές, μια ωρυόμενη γυναίκα προβάλλει στην είσοδο του ιατρείου και αρχίζει να φωνάζει στον γιατρό: «δώσε μου τη συνταγή! Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτήν. Γιατί με τυραννάς; Γιατί;». Ο γιατρός βγαίνει και προσπαθεί να ησυχάσει τη γυναίκα. Του κάκου. Μπαίνει και πάλι στο γραφείο του και καλεί την άμεση δράση. Δύο αστυνομικοί καταφθάνουν σε λίγο. Παίρνουν, όσο γίνεται πιο προσεκτικά, τη μαινόμενη γυναίκα από τα μπράτσα και την απομακρύνουν από τον χώρο. Ανάστατοι όλοι μας. Την εξήγηση μου έδωσε ένας γνωστός μου, ο οποίος καθόταν δίπλα μου στην αίθουσα αναμονής και γνώριζε τη γυναίκα: μία καρκινοπαθής, την οποία μετέφερε ο γερμανικός ασφαλιστικός φορέας στο χωριό της για να πεθάνει. Της έδιναν ήδη ισχυρή δόση μορφίνης για να αντέχει τους αφόρητους πόνους. Το «αναμενόμενο» σύντομο τέλος της γυναίκας δεν ήλθε, η ίδια όμως, εθίστηκε στη μορφίνη και δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς τη δόση της, η οποία όλο και αυξανόταν. Ο άντρας της κατέληξε αλκοολικός και ο γιος της νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική. Ήταν άριστος μαθητής στη Γερμανία και δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την περιπέτεια των γονιών...
Μας έγραψε τη θεραπευτική αγωγή της μητέρας μου και φύγαμε βουβές από το ιατρείο. Ακόμη με βασανίζει το γράμμα στη «Φράου Γκύντερ».


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 23 Ιανουαρίου 2025, αρ. φύλλου 1257.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ