26/12/07

ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΤΕΡΙΑΚΗ: Άκου τέκνον

Σήμερα είναι Χριστούγεννα. Κι εσύ έχεις γενέθλια. Λένε τώρα που μεγάλωσες να μη σού κάνουμε δώρα. Ας λέει ό, τι θέλει ο κόσμος όλος. Θα συνεχίσω να σού κάνω δώρα, γιατί πιο πολύ μετράει η αληθινή χαρά σου.
Ο καθένας προσφέρει ό, τι έχει. Την ξέρεις τώρα τη μάνα σου. Μια απλή γυναίκα, που έχει μανία με το λόγο. Γι’ αυτό φέτος το δώρο μου είναι τούτα τα λόγια. Αφιερωμένα εξαιρετικά. Κι αν τα έβγαλα στη φόρα, καθόλου παράξενο. Δεν είναι ντροπή να φανερώνεις αγάπη, ντροπή είναι να κρύβεις την αλήθεια ή να διαφημίζεις το τίποτα.

Ήλθε λοιπόν και η ώρα που βρέθηκες μακριά. Δεν χάθηκε όμως κι ο κόσμος. Σού έχω εμπιστοσύνη πως ό, τι έμαθες τόσα χρόνια σε βοηθάει να τα καταφέρνεις. Βέβαια, η ψυχούλα σου το ξέρει, αλλά για σένα είμαι σίγουρη. Γι’ αυτό έχω την έγνοια σου, αλλά δεν τρελλαίνομαι κι απ’ την αγωνία. Βρίσκω αυτό που σβήνει την απόσταση : την ανάμνησή σου. Έρχεσαι στο νου μου όπως είσαι.

Ένα παιδί ζωηρό. Δυστυχώς, ακόμη και δάσκαλοι ξεχάστηκαν και συνηθίζουν αυτήν τη λέξη σαν κατηγορία. Είναι κακό να είσαι γεμάτος ζωντάνια; Παρατηρήσεις να σού έκαναν, αν ήσουν ανάγωγος. Δεν είναι όμως εύκολο να παραδεχθεί κανείς ότι δεν είχες σωστή ανατροφή. Τον αγώνα των γονιών σου και το φιλότιμό σου ποιος είναι άξιος να αμφισβητήσει;

Ένα παιδί χαρούμενο. Ποιος να καταλάβει τη χαρά σου; Είναι πολύ λίγοι αυτοί που χαίρονται με τη χαρά των άλλων και κλαίνε με τον πόνο τους. Μια ζωή τα ίδια. Μη δίνεις σημασία. Δεν αξίζει. Εξάλλου, υπάρχουν και οι λίγοι που σε καταλαβαίνουν. Αυτοί οι φίλοι σου, αυτοί οι αδελφοί σου. Με τους άσχετους τι ζωή να κάνεις…

Άλλαξες και την εμφάνισή σου τώρα που μεγάλωσες κι έγινες παλληκάρι (με δύο λάμδα και ήτα, όπως το θέλει κι η δασκάλα σου). Άφησες τα μαλλάκια σου μακριά και φοράς μαύρα ρούχα.
Η αλήθεια είναι ότι κι εμένα κάτι με πείραξε στην αρχή. Μα δεν μπορούσες να γίνεις κι εσύ σαν τ’ άλλα παιδιά; Καθόλου δεν λογαριάζεις τον κόσμο που σε βλέπει και λέει ότι φαίνεσαι σαν αναρχοαυτόνομος ;
Μού απάντησες πως αυτή η μόδα σού αρέσει. Κι αν το σκεφτεί κανείς λογικά, αλήθεια λες, δίκιο έχεις. Γιατί η μόδα - και συμπάθα με για την αγάπη μου στην ερμηνεία των λέξεων – βγαίνει από τη λατινική λέξη modus : τρόπος. Αυτός λοιπόν είναι ο προσωπικός σου modus vivendi : τρόπος του ζην. Με ποιο δικαίωμα θα σού επιβάλλει κανείς τον δικό του, αφού μάλιστα έτσι δεν βλάπτεις κανέναν;

Γι’ αυτό σού έλεγα πάντα να προσέχεις μόνο να μη βάλεις στη μόδα σου ό, τι μπορεί να ζημιώσει και σένα τον ίδιο και τους άλλους, ό,τι δηλητηριάζει, ό,τι πονάει, ό,τι φθείρει την εικόνα σου και τη σχέση σου με τους ανθρώπους. Αυτά πειράζουν. Και όχι τα μαλλιά και τα ρούχα.

Απεφάνθησαν οι ειδικοί (ο Θεός να τους κάνει…) ότι μαθαίνεις δύσκολα. Αυτό όμως δεν σε κάνει ούτε άσχημο ούτε λιγότερο έξυπνο. Και πάνω απ’ όλα, αυτή σου η δυσκολία δεν σε κάνει λιγότερο αγαπημένο. Κι αν έχεις πρόβλημα, εμείς οι γονείς σου γιατί είμαστε εδώ; Εξακολουθούμε να σε βρίσκουμε χαριτωμένο και μαζί αναζητούμε τρόπους να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Δεν είναι και προς θάνατον.

Μεγαλύτερο πρόβλημα έχουν αυτοί που δεν σε αφήνουν ήσυχο. Γιατί, παιδί μου, το πιο αξιόπιστο κριτήριο, για να καταλάβεις ποιος είναι καλά, ποιος έχει βρει το δρόμο του, άρα αξίζει να τον ακούσεις, είναι η όψη του απλώς θεωρούμενη. Όταν κανείς παραπαίει μέσα στην ταραχή, όταν χάνει τα λόγια του, ακόμη κι όταν τα έχει προμελετημένα, όταν δεν σε κοιτάζει στα μάτια κι έχει ύφος αλλοπαρμένο, τότε, όπως λέτε και οι νέοι, αυτός από κάπου χάνει. Δικό του είναι το πρόβλημα κι όσο το ψάχνει μόνος του ή με άλλους που επιτείνουν τη μοναξιά του, άκρη δεν θα βρει.

Χαρά μου που μέσα σ’ όλα τα στραβά και τα παράλογα, εσύ βρήκες την ειρήνη στην ψυχή σου και ευχή μου να την κρατήσεις.
Αγαπάς τα γράμματα. Σε καλό δρόμο είσαι. Ήξερε ο λαός μας που τα ονόμασε σπουδάγματα, του Θεού τα πράγματα. Γι’ αυτό και οι απλοί άνθρωποι με την καθαρή καρδιά σέβονται και τιμούν τους μορφωμένους. Οι ημιμαθείς και οι κομπλεξικοί τους κυνηγούν. Έασον αυτούς χαίρειν.

Παιδί του καιρού σου. Έγινες και δίκτυα καταρτίζων στα νερά της νέας τεχνολογίας. Κι αυτό καλό είναι. Η φωτιά της επικοινωνίας έχει πολλές γλώσσες. Δεν έχει σημασία ποια γλώσσα μιλάς. Σημασία έχει ο σκοπός σου. Κι όταν σκοπός σου είναι η αληθινή επικοινωνία και όχι η προβολή σου, τότε τιμάς την ανθρωπιά σου.
Παραπονιέσαι που οι άλλοι δεν πιστεύουν στην καλή σου προαίρεση ; Μην αδικείς τους ανθρώπους. Γεννήθηκαν ελεύθεροι να επιλέξουν. Κάθε επιλογή έχει το τίμημά της. Εξάλλου, δεν είσαι ολομόναχος. Υπάρχουν πάντα κι αυτοί που βλέπουν τη ζωή με τα ίδια μάτια.

Ματαιοπονία να ψάχνεις να δικαιωθείς μόνο με επιχειρήματα. Θα βρίσκεις μπροστά σου τον αντίλογο. Υπάρχουν άλλες ατράνταχτες αποδείξεις για το δίκιο σου. Αυτές που είναι πηγαίες, αυθεντικές, έκφραση του βάθους της ψυχής σου : το γέλιο και το δάκρυ σου.
Κι εγώ μπορώ να αμφισβητήσω κάποιο επιχείρημά σου. Το δάκρυ σου δεν μπορώ να το αμφισβητήσω, τέκνον, γιατί το είδα αληθινό.

Ξέρεις ότι δυσκολεύομαι να βάλω φρένο στο λόγο μου. Συγκρατούμαι όμως, για να μην καταχραστώ το χρόνο σου και για να κάνεις κι εσύ κάτι δημιουργικό. Εννοείται ότι δεν μού αρέσει ο μονόλογος. Γι’ αυτό περιμένω και τον δικό σου λόγο. Όχι όμως στην Αγορά. Η Ιστορία διδάσκει ότι ο κόσμος δεν συγχωρεί εύκολα τη νιότη, γιατί δεν αντέχει την αλήθεια και τη ζωντάνια της. Γι’ αυτό κι εμείς θα τα πούμε αργότερα δια ζώσης πρόσωπο με πρόσωπο.

Είμαι σίγουρη πως δεν απόρησες καθόλου με όσα σού έγραψα. Εσύ γνωρίζεις πού τα βρήκα. Η ίδια η ζωή δίνει μαθήματα μέσα από τα παθήματά μας. ( Όποιος προσέχει την ώρα του μαθήματος, κερδίζει ). Μη μού ’χεις παράπονο. Δεν σε τάραξα στα «πρέπει». Όλα «είναι » ή «δεν είναι». Και η Προστακτική στα ρήματα, για να φανερώσει παράκληση ή ευχή. Ποτέ προσταγή από μένα.

Επειδή μάλιστα τα δικά μου λόγια πιθανόν να είναι λίγα, σκέφθηκα να σού προτείνω να διαβάσεις κάτι σχετικό από καταξιωμένους λογοτέχνες. Καλό θα ήταν το ποίημα του Κώστα Βάρναλη «Οι πόνοι της Παναγιάς», αλλά ακόμη πιο κοντά στο πνεύμα μου ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Πήγαινε στη βιβλιοθήκη, βρες τον τέταρτο τόμο από τα Άπαντά του, σελ. 191, Τα Πτερόεντα Δώρα. Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα θ’ αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου, γράφει ο Ελύτης για τον Παπαδιαμάντη, τον Άγιο των Γραμμάτων μας.

Α! και να μην ξεχάσω μέρα που είναι σήμερα. Αυτή η ζωή, που συνεχώς επικαλούμαι, για να πιστοποιήσει τα λόγια, για όποιον θέλει, έχει όνομα. Χθες, σήμερα και πάντα το ίδιο. Χαρά σ’ αυτόν που θα το βρει και θα το προφέρει σωστά!

Γι’ αυτό μία είναι η ευχή μου για σένα, η πιο απλή, η πιο μεγάλη: Να ζήσεις, παιδί μου!

Σε φιλώ.
Η μητέρα σου
Θεσσαλία Τεριακή
.
.
.
.

25/12/07

ΑΝΔΡΕΑ Γ. ΒΙΤΟΥΛΑ: Ο Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας και το ήθος του Επισκόπου

20 Δεκεμβρίου σήμερα και η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη ενός μεγάλου και "ιδιαίτερου" αγίου. Ο προσδιορισμός "μεγάλος" δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο άγιος Ιγνάτιος υπήρξε πιστός μαθητής των Αποστόλων, γεμάτος από άσβεστο πόθο για το πρόσωπο του Χριστού και ενθουσιώδη ζήλο για την οικοδομή και στερέωση της Εκκλησίας στα δύσκολα χρόνια των διωγμών του 107-118 μ.Χ. όταν και ο ίδιος μαρτύρησε θηριομαχώντας.

Ο προσδιορισμός "ιδιαίτερος" έχει να κάνει με την πρωτοφανή περίπτωση να συνεχίζεται το μαρτύριο του αγίου Ιγνατίου μέχρι τις μέρες μας, λόγω της κατάφωρης διαστρέβλωσης της θείας διδασκαλίας του προς όφελος μιας στυγνής αντιεκκλησιαστικής εξουσιολαγνείας θλιβερών αρχομανών και θλιβερότερων οσφυοκαμπτών. Το φαινόμενο έχει την εξήγησή του απλή: το κραυγαλέο κενό που δημιουργείται από την ασυνέπεια στην πίστη του Χριστού πρέπει να επικαλυφθεί άμεσα και αποτελεσματικά. Έτσι η θυσιαστική διακονία γίνεται αυταρχική εξουσία, η υπακοή, που εμπνέει ελεύθερα το πρωτείο της αγάπης και της ταπείνωσης, μεταβάλλεται σε πειθαρχία που επιβάλλει αναγκαστικά η φιλοπρωτία και η έπαρση.

Συνέπεια αυτής της οδυνηρής απόκλισης από το εκκλησιαστικό ήθος είναι να θεμελιώνεται το επισκοπικό λειτούργημα στην εξαναγκαστική επιβολή αντί του μαρτυρίου. Αντί να πρωτεύει ο επίσκοπος στην αγάπη και τη νέκρωση του πεπτωκότος εαυτού του, πρωτεύει στην απαίτηση της προς αυτόν υποταγής. Η τραγική αυτή διαπίστωση γίνεται τραγικότερη όταν προβάλλεται ο άγιος Ιγνάτιος ως ο "θεωρητικός" αυτής της αχρείας, αθεολόγητης, αντιεπιστημονικής και αντορθόδοξης παρέκκλισης.

Η μέθοδος γνωστή και πετυχημένη στα ώτα επιπόλαιων, δουλοφρόνων και ημιμαθών. Αποκόπτονται συγκεκριμένες φράσεις από το έργο του αγίου Ιγνατίου και προσαρμόζονται στο οικοδόμημα της μεγαλομανίας. Μια σοβαρή ανάγνωση όμως των επιστολών του αγίου Ιγνατίου φανερώνει πως το οικοδόμημα είναι σαθρό, αθεμελίωτο και ακαλαίσθητο. Για να γίνει πιο κατανοητό το παράδειγμα αναφέρουμε ότι στο Ψαλτήρι υπάρχει η εξής τρομακτική φράση: "ουκ έστι Θεός" (13,1)! Φυσικά ο πλήρης στίχος αναφέρει: "είπεν άφρων εν καρδία αυτού . ουκ έστι Θεός." Όση αφροσύνη λοιπόν διακρίνει εκείνον που θα αποκτήσει επιχείρημα εναντίον της ύπαρξης του Θεού από το παραπάνω κολοβωμένο χωρίο, άλλη τόση δυστυχώς χαρακτηρίζει και όσους κατακρεουργούν με τον ίδιο τρόπο τις επιστολές του αγίου Ιγνατίου με τη μάχαιρα της αποκρουστικής υπεροψίας τους προς στήριξη ξένων και φίλαυτων ιδεολογημάτων.

Η υπακοή που αξιώνει ο άγιος Ιγνάτιος στον επίσκοπο όταν προβάλλεται αποκομμένη από το ήθος που πρέπει να διακρίνει τον επίσκοπο, σύμφωνα πάντα με τον άγιο Ιγνάτιο, καταντά μια διαταγή πειθαναγκασμού όμοια με αυτή των πιο δεσποτικών και απάνθρωπων καθεστώτων, με τη διαφορά ότι αυτή απαιτείται μάλιστα στο όνομα του Θεού! Κατά τούτο υπήρξαν λιγότερο αμαρτωλά τα άθεα καθεστώτα του εικοστού αιώνα, αφού τουλάχιστον δεν ενέπλεκαν τον ίδιο τον Θεό στην εκμετάλλευση και καταδυνάστευση του ανθρώπου.

Ποιό είναι όμως το ήθος του επισκόπου, κατά τον άγιο Ιγνάτιο, που τόσα έντεχνα αποσιωπάται από τους μεγαλοσχήμονες "μελετητές" του και στο οποίο και μόνο θεμελιώνεται η υπακοή προς αυτόν; Θα αποτελούσε ολόκληρη επιστημονική διατριβή η αναφορά και ο σχολιασμός των σχετικών χωρίων από τις επιστολές του αγίου επισκόπου Αντιοχείας. αλλά ας δούμε απλώς κάποια χαρακτηριστικά. Στην προς Εφεσίους επιστολή του αναφέρει ότι οι επίσκοποι "εν Ιησού Χριστού γνώμη εισίν"(1). Θεωρεί δεδομένο ο Θεοφόρος Ιγνάτιος ότι οι επίσκοποι δεν διαθέτουν δική τους γνώμη, ατομικό θέλημα αλλά ότι έχουν το θέλημα του Χριστού. Και το θέλημα του Χριστού είναι ένα: η παράδοση του εαυτού Του στον θάνατο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Είναι απολύτως λογική η υπακοή στον επίσκοπο που έχει γίνει ένα με τον Χριστό. Κι έτσι η υπακοή αυτή ουσιαστικά χαρίζεται όχι σε ανθρώπινες επιδιώξεις αλλά στον ίδιο τον Κύριο. Σε διαφορετική περίπτωση η ειδωλολατρία είναι προ των πυλών.

Αυτό που καταξιώνει τον επίσκοπο στη θέση του περιγράφει ο άγιος συγγραφέας με μια μοναδική φράση για τον εαυτό του. Στην ίδια επιστολή, αναφερόμενος στους χριστιανούς της Εφέσου, λέει κλείνοντας: "αντίψυχον υμών εγώ"(2). Ο ίδιος δηλαδή προσφέρει τον εαυτό του θυσία για χάρη του πληρώματος. Κι αυτό δεν είναι μια ποιητική συναισθηματική έξαρση αλλά φρικτή πραγματικότητα, αφού μετά από λίγο παρέδωσε με χαρά το κορμί του στα θηρία. "Σίτος ειμι Θεού και δι’ οδόντων θηρίων αλήθομαι, ίνα καθαρός άρτος ευρεθώ του Χριστού,"(3) θα γράψει σε μια άλλη επιστολή του. Ποιός θα παρακούσει αυτόν τον επίσκοπο που μιμείται στο ακέραιο το μαρτυρικό παράδειγμα του Χριστού; Αυτόν για τον οποίο το επισκοπικό αξίωμα είναι άλεσμα στα δόντια των θηρίων και όχι απαίτηση γλοιώδους λιβανίσματος της ανεπάρκειάς του; Και μόνο το γεγονός ότι κάποιος δεχόταν την κλήση της επισκοπικής ευθύνης στην περίοδο των διωγμών, με βέβαιη δηλαδή κατάληξη τον φρικτό θάνατο, ήδη αποκτά ένα ασύγκριτο πλεονέκτημα ήθους σε σχέση με τους διαδόχους των μεταγενέστερων εποχών. Τότε παραπλεύρως του επισκοπικού θρόνου βρισκόταν η θυσία, αργότερα οι αυλικοί, η ακόρεστη εξουσία και η τρυφηλή ζωή.

Το πραγματικό ήθος της ταπείνωσης, του αυτοελέγχου και της ανάληψης της προσωπικής ευθύνης εκφράζεται από τον άγιο Ιγνάτιο στην επιστολή του προς Μαγνησιείς στην οποία αναφέρει το παλαιοδιαθηκικό "δίκαιος ο εαυτού κατήγορος"(4). Δικαιώνεται αληθινά αυτός που μέμφεται τον εαυτό του, εφόσον ελέγχει τα πάντα με βάση το πρόσωπο του Χριστού, την κένωση δηλαδή και την αυτοπαράδοση στο θέλημα του Θεού. Τα λόγια αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σπουδαιότητα καθώς βρίσκονται στο σημείο όπου σε τέσσερις παραγράφους υποδεικνύει τον διαρκή έλεγχο της πνευματικής ανεπάρκειας με κριτήριο μοναδικό φυσικά τον τρόπο ζωής του Χριστού.

Πουθενά δεν εξαιρεί ο άγιος τον εαυτό του από τον έλεγχο αυτό. Γι’ αυτό στην επιστολή του προς τους Ρωμαίους τους παρακαλεί να προσεύχονται γι’ αυτόν ώστε: "μη μόνον λέγω, αλλά και θέλω, ίνα μη μόνον λέγωμαι Χριστιανός, αλλά και ευρεθώ"(5). Αυτή η αγωνία και ο διαρκής φόβος είναι που καθιστά τον επίσκοπο πραγματικό ποιμένα. Καμία επανάπαυση στην τιμή του αξιώματος, την εξουσία και τα συναφή ά-Χριστα θεωρήματα περί υπακοής. Καμιά υπακοή δεν αξιώνει για τον εαυτό του ο άγιος επίσκοπος Αντιοχείας, για τον απλούστατο λόγο ότι την έχει ήδη κερδίσει αβίαστα από το ποίμνιο λόγω του λαμπρού εν Χριστώ μαρτυρικού του ήθους. Στεριώνεται ασάλευτη η υπακοή στον επίσκοπο όταν αυτός έχει προσανατολίσει όλη του την ύπαρξη στην ομοίωση του Χριστού. Πηγάζει η υπακοή ελεύθερα και αφειδώλευτα από τον λαό όταν βλέπει τον επίσκοπό του να καίγεται από αγάπη για τον Χριστό και την Εκκλησία του. Αν ο άγιος Ιγνάτιος την απαιτούσε ή πολύ περισσότερο την επέβαλε όντας χρυσοφόρος και όχι Χριστοφόρος, σήμερα θα τιμούσαμε κάποιον άλλο όντως άγιο στη θέση του, καθώς ο ίδιος θα είχε πεθάνει και θα είχε γίνει απλώς τροφή σκωλήκων.

Ο Θεοφόρος επίσκοπος Αντιοχείας δεν περιέβαλε τον εαυτό του ποτέ με την υπερηφάνεια ότι, ως εις τύπον και τόπον Χριστού, είναι αδιαμφισβήτητος, παντογνώστης, υπεράνω κάθε καλόπιστης κριτικής ακόμη και συμβουλής. Δεν καταλόγισε ποτέ στον ποιμενόμενο λαό ως μοναδική μέριμνα της πνευματικής ζωής την αναγνώριση ότι ο επίσκοπος είναι η κεφαλή και ο πρώτος στην Εκκλησία. Ώδευε προς το μαρτύριο, την κατά Θεόν τελείωσή του, και σκορπούσε ευωδία αληθινής ταπείνωσης και μίμησης Χριστού λέγοντας: "νυν άρχομαι μαθητής είναι!"(6). Τότε άρχιζε ο άγιος Ιγνάτιος να μαθητεύει στον Χριστό, όταν βάδιζε προς τη θυσία! Αλλά για να φτάσει στο σημείο να γράψει και να βιώσει αυτά, είχε ήδη θυσιαστεί για το ποίμνιό του. Το ρίξιμο στα λιοντάρια αποτελούσε τον τυπικό επίλογο. Μια ζωή συνεχούς μαρτυρίου για τους ποιμενομένους του, μια ζωή αφιερωμένη στην υπέρμετρη και απροϋπόθετη αγάπη κατά το παράδειγμα του Κυρίου, μια ζωή ανάληψης της αμαρτίας και της ευθύνης για τα πνευματικά του παιδιά, μόνο αυτός ο τρόπος ύπαρξης μπορεί να εξασφαλίσει τέτοια στάση απέναντι στον φοβερότερο θάνατο.

Θα μπορούσαν να παρατεθούν πολλά περισσότερα από τις επιστολές του αγίου Ιγνατίου για το ποιός είναι πραγματικά ο επίσκοπος και το νόημα της υπακοής σε αυτόν• ουσιαστικά στον ίδιο τον Χριστό, εφόσον ο επίσκοπος ως εις τύπον και τόπον Χριστού, έχει γίνει ή αγωνίζεται να γίνει όμοιος με τον Χριστό, εξαφανίζοντας κάθε ατομική του ιδιοτροπία. Τα παρατεθέντα όμως είναι αρκούντως κατατοπιστικά για να συνειδητοποιηθεί η "καθαρά υπαρξιακή σύλληψη της επισκοπικής διακονίας. Η οποία αποσκοπεί στην υπενθύμιση της αγαπητικής «υποταγής αλλήλοις» […] με πρώτο κενούμενο και υποτασσόμενο ακριβώς τον επίσκοπο"(7).

Στη μικρή αυτή αναφορά καταδείχτηκε η καταστροφική πλάνη της συμφεροντολογικής απομόνωσης χωρίων από τη συνάφειά τους• από τα προηγηθέντα λόγια, δηλαδή, αλλά και από αυτά που ακολουθούν το χωρίο που παρατίθεται (συνήθης πρακτική της αίρεσης).

Στο αλφαβητάρι της επιστημονικής ακρίβειας και συνέπειας ανήκει και ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο κανένα χωρίο δεν αποδίδει το πραγματικό νόημά του αποκομμένο και από τον ιστορικό του περίγυρο. Δηλαδή, επί του προκειμένου, κάθε αναφορά στον άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας δεν θα πρέπει να παραμελεί τον σκοπό του έργου του γενικότερα, τις συνθήκες συγγραφής, τα δεδομένα της εποχής, τους παραλήπτες κ.λ.π.

Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, θα ήταν γόνιμο και εξαιρετικά διαφωτιστικό να προβληματίζονται όσοι κακοποιούν με τόση ευκολία και προς ίδιον συμφέρον τα χωρία του αγίου Ιγνατίου που "βολεύουν," σχετικά με το ιστορικό υπόβαθρο του έργου του. Παράδειγμα, ποιός "αλάθητος" χρυσοστόλιστος "ερμηνευτής" (κατά το δοκούν) του αγίου Ιγνατίου εξήγησε ποτέ στους ταλαίπωρους αναγνώστες και ακροατές του ότι η επιμονή του Θεοφόρου πατρός στην περί τον επίσκοπο ενότητα ήταν κατά την εποχή του αναγκαία λόγω εσωτερικών (αιρέσεις) και εξωτερικών (Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες διώκτες) εχθρών;(8).

Ποιός από τους παραπάνω θα εξηγήσει ότι στην εποχή του ιερού συγγραφέα υπήρχε διάσταση στις κατά τόπους Εκκλησίες μεταξύ προφήτη-επισκόπου, άμεσων δηλαδή μαθητών των Αγίων Αποστόλων, και ήδη εγκατεστημένου παλιού ιερατείου πρεσβυτέρων-διακόνων; Ότι προς αποφυγή ενδεχόμενων διαιρέσεων θεωρεί αναγκαία ο άγιος Ιγνάτιος την υπακοή στον επίσκοπο-προφήτη,(9) που φυσικά επέλεξε και χειροτόνησε το Άγιο Πνεύμα και όχι η άνθρωπινη ματαιοδοξία; Φυσικά και κάτι τέτοιο δεν σημαίνει τη μη αναγκαιότητα της υπακοής σήμερα αλλά καλό θα είναι να αναφέρεται πλήρης η αλήθεια, χωρίς ιδιοτελείς παραλείψεις ή υπερτονισμούς της μερικότητας που μυρίζουν αίρεση-προτίμηση.

Άλλο στοιχείο, που φωτίζει περισσότερο τη διδασκαλία του αγίου επισκόπου και αποκαλύπτει συνεπώς τον αποπροσανατολισμό των συνθηματολογικών τεμαχισμών του από κάθε λογής "πεφωτισμένους" ερμηνευτές των πατέρων, είναι το ζήτημα της ενότητας του ιερατείου. Επιγραμματικά θα λέγαμε πως ο άγιος Ιγνάτιος όταν αξιώνει υπακοή στον επίσκοπο ποτέ δεν την αναφέρει αποκλειστικά και μεμονωμένα στον επίσκοπο ως φορέα ατομικής εξουσίας. Πάντοτε η υπακοή αναφέρεται συνολικά σε επίσκοπο-πρεσβυτέρους-διακόνους και όπου δεν υπάρχει η ειδική λεκτική αναφορά στους δύο τελευταίους υπονοείται ξεκάθαρα από το όλο περιεχόμενο του έργου. Ας προβληματίσει αυτό κάθε είδους δουλόφρονες που εξαντλούν την πίστη και τη διακονία τους σε μια άβουλη, παθητική και ανέξοδη "υπακοή" προς εξασφάλιση αδιατάρακτης επαγγελματικής γαλήνης. Πρεσβύτεροι και διάκονοι αποτελούν συνεργούς εν Κυρίω του επισκόπου και όχι πειθαρχημένα στρατιωτάκια στις διαταγές του ανωτέρου! Βέβαια το πρώτο απαιτεί μαρτυρικό ιγνατιανό ήθος, ενώ το δεύτερο ραγιάδικη ευγνωμοσύνη στον εργοδότη…

Πολλά ειπώθηκαν και περισσότερα παραλείφθηκαν για λόγους οικονομίας του χώρου. Έγινε όμως πιστεύουμε φανερό ότι η χρησιμοποίηση όρων της εκκλησιαστικής μας ζωής όπως "επίσκοπος", "υπακοή" κ.τ.λ όταν απλώς προφέρεται στερούμενη υπαρξιακού υπόβαθρου εκθέτουν τον πομπό και παραπλανούν τον δέκτη. Αν μη τι άλλο πάντως ο ανελέητος βομβαρδισμός μας για τη θέση του επισκόπου και την υπακοή σε αυτόν μάλλον υπαρξιακό πρόβλημα υποκρύπτουν, που ζητά τη θεραπεία του όχι στο στίβο της ζωής αλλά στην ιδεολογία, όχι στην κεχαριτωμένη έμπνευση της προσωπικής ελευθερίας αλλά στην εμπαθή επιβολή της ατομικής εγωλατρίας.

Ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας, ο και Θεοφόρος επίσκοπος, να εμπνεύσει σε όλους μας το πνεύμα της εις τύπον και τόπον Χριστού θυσίας και όχι της εξουσίας!





  • 1. Ε.Π.Ε. Αποστολικοί Πατέρες 4, Ιγνατίου Αντιοχείας Προς Εφεσίους 3, 19-20, σ.78.
    2. στο ίδιο, 21, 1, σελ. 90.
    3. στο ίδιο, Προς Ρωμαίους, 4, 27-28, σ. 114
    4. στο ίδιο, Προς Μαγνησιείς 12, 3, σ. 100.
    5. στο ίδιο, Προς Ρωμαίους 3, 17-19, σελ. 114.
    6. στο ίδιο, 5, 19, σελ. 116.
    7. π. Νικόλαος Λουδοβίκος, Η αποφατική εκκλησιολογία του ομοουσίου, Αθήνα 2002, σελ. 35.
    8. αρχιμ. [Βασιλείου] Στεφανίδη, Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήνα 1959, σελ. 97 και Βλάσιου Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήνα 2002, σελ. 179.
    9. Βλάσιου Φειδά, Εκκλησιαστική…, ό.π., 105.


Σχετικά κείμενα:

24/12/07

ΜΕΡΟΠΗΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΓΓΕΛ: Πίσω από την ομίχλη των ματιών μας

Σε λίγες μέρες θα γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα. Μπαίνουμε ίσως στην γιορτή όπως οι κουρασμένοι τουρίστες στον Παρθενώνα, όπως οι φλύαροι ξεναγοί μπροστά στο αριστούργημα του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου. Η γιορτή των Χριστουγέννων είναι πια εμπορικά, μια πρόκληση της καταναλωτικής μας βουλημίας. Εμπόριο οι γιορτινές ευχές, εμπόριο τα δώρα, τα αισθήματα, η μουσική, τα διαγγέλματα και οι ευχές των αρχόντων ή των θρησκευτικών ηγετών. Ρεβεγιόν στα ξενυχτάδικα, ζωώδης πολυφαγία, πλημμύρα δώρων, πανικός. Κάπως έτσι γιορτάζει η πλειοψηφία την γέννηση του θείου βρέφους.

Οι λέξεις βέβαια που έχουν σχέση μ' αυτήν -Χριστός, γέννηση, αγάπη, συγχώρεση- αντιστέκονται ακόμη, ίσως γιατί τις ψέλνουν τα παιδιά λέγοντας τα κάλαντα στις γειτονιές. Πολλοί αναζητούν στις μνήμες των παιδικών τους χρόνων στιγμές αληθινής χριστουγεννιάτικης ευφορίας, άλλοι προσπαθούν να νοιώσουν γαλήνη αναζητώντας αγάπη και συγχώρεση, το νόημα δηλαδή της γεννήσεως του Θεανθρώπου.

23/12/07

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Προσωπεία, πρόσωπα, απρόσωπα

Αξιότιμε κύριε Μπαϊρακτάρη,

Πάλι στα δύσκολα μάς βάλατε! Είναι τώρα πράγματα αυτά; Την ώρα που ο κόσμος τρέχει να προλάβει τα πιο φανταχτερά ψώνια για τις Γιορτές, εσείς να μάς ζητάτε να βρούμε πρόσωπα ; Μέσα στην καταναλωτική φρενίτιδα των μεν και την απεγνωσμένη προσπάθεια για κάλυψη βασικών αναγκών των δε, εσείς να μάς καλείτε να εκφραστούμε για πρόσωπα;

Δεν έχω όμως δικαίωμα να σάς κακοκαρδίσω. Πρώτον, γιατί πιστεύω στην καλή σας προαίρεση και δεύτερον, γιατί καταξιώνουμε την ανθρωπιά μας, όταν μπαίνουμε στον κόπο να σκεφθούμε και λίγο παραπάνω.

Για να μην ξεφύγουμε, χρειάζεται να αναγνωρίσουμε τα όρια. Στη γλώσσα αυτό επιτυγχάνεται με τον ορισμό των λέξεων. Έτσι ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες να παρουσιαστούν οι έννοιες αλλοιωμένες, πράγμα που οδηγεί στην υποδούλωση και όχι στην ελευθερία, στην οποία οδηγεί κάθε φορά μόνο η γνώση.
Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Σύμφωνα με τα βιβλία και όχι κατά την υποκειμενική μου άποψη, Πρόσωπα γίνονται τα άτομα όταν φανερώνουν ελεύθερη βούληση και αναπτύσσουν υγιή σχέση με άλλα πρόσωπα. Για να έχουμε όμως ολοκληρωμένη γνώμη, είναι απαραίτητο να συνυπολογίσουμε και τις πιθανότητες παρερμηνείας της λέξης. Γιατί υπάρχει κίνδυνος να νομίσουμε ότι μιλούμε για πρόσωπα, ενώ στην πραγματικότητα αναφερόμαστε σε προσωπεία.

Με προσωπείο εμφανίζονται οι άνθρωποι, όταν κρύβουν τα ενδόμυχα αισθήματα και τις αληθινές τους σκέψεις και παρουσιάζονται διαφορετικοί από ό, τι είναι.
Δεν ξεχνούμε ακόμη ότι εκτός από τα πρόσωπα και τα προσωπεία, υπάρχει και η κατάσταση η απρόσωπη, η μάζα, ένα άθροισμα ατόμων με ανυπαρξία ελεύθερης βούλησης και έκφρασης και κυρίως χωρίς τη δυνατότητα αληθούς επικοινωνίας.
Και από την άλλη μεριά, εμείς που καλούμαστε διακριτικά να αναφερθούμε σε ανθρώπους, το έντιμο είναι να είμαστε κι εμείς πρόσωπα, τα οποία με συλλογική συνείδηση και μνήμη εκφραζόμαστε ως λαός και δεν αλαλάζουμε σαν όχλος.

Αφού λοιπόν αποσαφηνίστηκαν κάπως οι λέξεις, θα αναφερθώ στα πρόσωπα που εκφράστηκαν με ιδιαίτερο τρόπο στο δημόσιο βίο της πολιτείας μας τη χρονιά που τελειώνει. Μάλιστα οι ενέργειές τους έχουν αντίκτυπο στην κοινωνική μας ζωή, όχι φυσικά στο σύνολό της, αλλά σε μερίδα σεβαστή.
Είναι οι άνθρωποι που δεν φθάνουν σε διασημότητα τις γνωστές φίρμες, αλλά η παρουσία τους και η σχέση τους με τους συνανθρώπους τούς καταξιώνει και τούς καθιστά αξιομνημόνευτους. Επώνυμη η δράση τους, επώνυμη και η αναφορά τους, αλλά εις τέλος.

Υπάρχουν και τα προσωπεία. Αυτά τα φόρεσαν οι άνθρωποι που δεν φανέρωσαν το αληθινό τους πρόσωπο, αφού διαπιστώθηκε ότι άλλα έλεγαν κι άλλα έπρατταν. Είναι εκείνοι που παρουσίασαν ακόμη και συναισθήματα σε απομίμηση, όπως τη χαρά και την ευχαρίστηση ή τη θλίψη και την εξάντληση. Η ασυνέπειά τους όμως οδήγησε το λαό να συνειδητοποιήσει με ποιους έχει να κάνει και να τούς υπενθυμίσει ότι όλα εδώ πληρώνονται. Ανώνυμη η αναφορά τους, αφού με την υποκρισία τους δεν τίμησαν πρώτοι οι ίδιοι το όνομά τους.

Απρόσωπα φέρθηκαν φέτος οι άνθρωποι που κρύφτηκαν πίσω από άλλους, για να πραγματώσουν σχέδια άνομα. Όπως για παράδειγμα, εκείνοι που παρώτρυναν σεβομένη και ευσχήμονα γυναίκα να ασχημονήσει και γέροντα αγράμματο (όπως δηλώνει ο ίδιος) να εξαπολύει μύδρους με επιστολές σε εφημερίδες, χωρίς γλωσσικό σφάλμα σαν να τον συμβούλευσε φιλόλογος.

Σε όλους τους χώρους φανερώθηκαν πρόσωπα, αλλά εκείνος που εμφάνισε φέτος τη μεγαλύτερη κινητικότητα ήταν αναμφίβολα η τοπική μας Εκκλησία. Ευτυχώς όμως που εδώ δεν έχουμε φονταμενταλιστές, μουτζαχεντίν κ.λπ., όπως στη μακρινή Ανατολή.

Εκεί οι Ταλιμπάν κρατούν τους ανθρώπους σε πολιτιστική αποτελμάτωση, ιεροσυλούν σε ναούς, έχουν καταντήσει την πίστη ταυτόσημη με τον ψυχαναγκασμό, τιμωρούν ανθρώπους αναπολόγητους, παίρνουν κεφάλια από την ψυχωσική τους υποψία ότι οι άλλοι μπορεί και να αποτελούν κίνδυνο για το δικό τους καθεστώς, προτιμούν τα παιδιά γενίτσαρους, φέρονται βάναυσα στις γυναίκες. Μόνο Ταλιμπάν μπορούν να δείξουν σε μια γυναίκα το κινητό τους, όπου έχουν αποθηκευμένη τη φωτογραφία της άθελά της και να τής φωνάξουν : «Κοίτα, εδώ σ’ έχω!»

Όμως, στην καθ’ ημάς Ανατολή, δεν ξέρω αν το αντιληφθήκατε, είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα! Στην ύπαιθρό μας δεν ευδοκιμεί το κουτόχορτο. Εξάλλου, η Καστοριά, κι ας μην έχει πια τείχη, δεν είναι πόλη ανοχύρωτη, όσο αδελφός υπ’ αδελφού βοηθείται.
Για να κλείσω με κάτι ευχάριστο, θα αναφερθώ με τον τρόπο μου στα πρόσωπα που μού έρχονται στο νου. Με ψήφους μπορεί να αναδείξει κανείς άξιους, αλλά μπορεί να φτιάξει και είδωλα. Με ψηφίδες το προτιμώ. Μπορεί να ιστορήσει κανείς εικόνες. Γι’ αυτό στα πρόσωπά μου θα στείλω τους χαιρετισμούς μου σαν ψηφιδωτό.

Χαίρε, Ανδρέα, νεανίσκε με εξαιρετική κατάρτιση και παρρησία.
Χαίρετε Γιώργο και Ξένια, Γονείς ευαισθησίας τελείας, που αγωνίζεσθε να καταλάβουν οι άνθρωποι ότι διαφορετικότητα δε σημαίνει κατ’ ανάγκην κατωτερότητα.
Χαίρε, Μάγδα, παλιά μου μαθήτρια της τρίτης Δέσμης, που μετά τις σπουδές επέστρεψες κι έχεις την έμπνευση να αρθρογραφείς.
Χαίρε, Σωκράτη Δάσκαλε, που εφάνης πρωτοπόρος.
Χαίρε, Γιάννη, που αρνήθηκες περίβλεπτη Μουσική Σχολή εις την ξένην, για να διδάσκεις εν χορδαίς τα παιδία της πατρίδας σου.
Χαίρετε, Γιώργο και Νίκο, που απαντήσατε αναλόγως στα ανέραστα ραβασάκια που ελάβατε.
Χαίρε, Σοφία, των παιδίων χαρμονή, Πολύτεκνη Μητέρα και Δασκάλα.
Χαίρε, Αλέξανδρε, των Διευθυντών το καύχημα, που δεν εγκατέλειψες στην κρίσιμη ώρα.
Χαίρε, Σόνια, των Ποντίων αγλάισμα, που υπομένεις το τίμημα της ελεύθερης επιλογής σου.
Χαίρε, Γιώργο, Φοιτητά ηγαπημένε, που πήρες σβάρνα δυο βραδιές όλες τις συνοικίες και βρήκες και άλλους μαθητές γρηγορούντες.
Χαίρε, Χρήστο, χθεσινέ Συνάδελφε και σημερινέ Άρχοντα, που τίμησες και τις δύο θέσεις.
Χαίρε, Συμεών, τέκνον αγαπητό και τίμιο, που δεν μού λέει η καρδιά ότι είσαι εσύ εκτός.
Χαίρε, κύριε Μπαϊρακτάρη, που συν τοις άλλοις αντέχεις και μια φατσούλα σαν εμένα.
Χαίρετε και όσοι κατ’ οικονομίαν δεν ανέφερα ονομαστικώς, γιατί, αν δεν ζήσουμε τη χαρά όλοι μαζί, αυτός ο τόπος προκοπή δεν θα έχει.

Κι επειδή φέτος συνέβη και το απαράδεκτο να κολλούν αυθαίρετα δίπλα στο όνομά μας το όνομα του Ενός ή του Άλλου, σήμερα υπογράφω όπως με γνωρίζουν όσοι με αγαπούν.



Η Λία του Γιάννη
(κατά κόσμον Θεσσαλία Χ. Τεριακή)
.

22/12/07

ΟΔΟΣ: Αποτύχαμε! Καλά Χριστούγεννα!

Λύπη και ανησυχία προκαλούν οι εξελίξεις στην υπόθεση της ιεράς μονής Αγίων Αναργύρων μετά την επικύρωση των βαρύτατων εκκλησιαστικών ποινών που είχαν επιβληθεί στον ηγούμενο και σε αδελφούς της μονής ήδη από τον περασμένο Αύγουστο.

Παρά τις διαβεβαιώσεις ότι, μετά την μεσολάβηση φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης Ν. Καστοριάς μεταξύ του σεβασμ. μητροπολίτη Καστοριάς κ. Σεραφείμ και του ηγουμένου της μονής κ. Αμβροσίου, ο μητροπολίτης Καστοριάς θα λάμβανε όλες τις πρωτοβουλίες και τις μέριμνες για την ανάκληση των ποινών, ώστε να αποκατασταθεί το κλίμα ενότητας στον κλήρο, και κυρίως στους κατοίκους του νομού Καστοριάς που αναπόφευκτα διχάστηκαν, οι εξελίξεις αποδεικνύουν ότι τίποτε δεν έγινε και κανένα αποτέλεσμα δεν υπήρξε.

Έτσι, ένας ιεράρχης της εμβέλειας του κ. Αμβροσίου, με θεολογικό κύρος και σημαντική κοινωνική αναγνώριση, καθώς και οι πέριξ αυτόν αφοσιωμένοι μοναχοί, αντιμετωπίστηκαν ανηλεώς με σκαιότητα από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας, η οποία δεν μοιάζει να έλαβε καθ’ όλου υπ΄ όψη τις πτυχές μιας υπόθεσης που θα έπρεπε να της επιβάλλουν χειρισμούς με χειρουργική λεπτότητα και διπλωματική ευφυΐα.

21/12/07

ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΥ: Τα Ζωνιανά, μέσα από τα μάτια μιας Καστοριανής που εργάζεται εκεί

Την ίδια γεμάτη απορία και έκπληξη έκφραση έβλεπα στα πρόσωπα των κατοίκων του Ρεθύμνου όταν άκουγαν ότι έχω τοποθετηθεί στο Νηπιαγωγείο των Ζωνιανών. Όλοι με ρωτούσαν -πριν γίνει το γνωστό περιστατικό με την ενέδρα και τον πυροβολισμό του αστυνομικού- να μάθουν πώς είναι τα πράγματα εκεί πάνω, γιατί όπως έλεγαν "οι άνθρωποι εκεί είναι άγριοι".

Σε μία τυχαία συνάντηση μ' έναν τυροκόμο από την Αξώ, ένα χωριό λίγο πιο κάτω από τα Ζωνιανά, μάθαμε ότι "παντού υπάρχουν λαμόγια", όπως χαρακτηριστικά είπε, "σ' αυτό το χωριό (τα Ζωνιανά) υπάρχουν λίγα παραπάνω, αλλά μη φοβάστε, γιατί αυτούς τους ανθρώπους αν δεν τους πειράξεις, είναι πολύ φιλόξενοι".
Και πραγματικά είναι πολύ φιλόξενοι. Καθημερινά μας καλούν για καφέ και φαγητό στα σπίτια τους. Την 28η Οκτωβρίου οι γονείς της σημαιοφόρου έκαναν το τραπέζι σε όλους τους εκπαιδευτικούς του χωριού, με ψητά αρνιά, κρασάτους λαγούς, παραδοσιακά γλυκά, ρακές και κρασί 12 ετών.

Το χωριό δεν σου θυμίζει σε καμμία περίπτωση τα ορεινά χωριά της Μακεδονίας, με τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους. Είναι ένα χωριό που δίπλα από τις στάνες στέκονται ολοκαίνουριες πολυτελείς βίλλες, με φοίνικες στους κήπους και ωραία λουλούδια. Είναι ένα χωριό γεμάτο αντιθέσεις.

Η πρώτη επαφή που είχα με τους κατοίκους, ήταν η ημέρα γνωριμίας με τους γονείς. Ήρθαν μόνο γυναίκες, όπως ήταν φυσικό, και μέσα σ' ένα τέταρτο συνεννοήθηκαν να καθαρίσουν και να βάψουν το σχολείο. Όλες έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για την μόρφωση των παιδιών τους. "Θα μάθουν περισσότερα αν μένουν στο σχολείο ως τις 4" έλεγαν, γι' αυτό και το νηπιαγωγείο των Ζωνιανών είναι το μοναδικό στα χωριά του Ψηλορείτη που λειτουργούν δύο ολοήμερα τμήματα, ενώ καμμία από τις μητέρες δεν είναι εργαζόμενη.

Μια πρώτη φορά δεν ένοιωθα πολύ μικρή για να μιλάω σε γονείς για την πρόοδο και την συμπεριφορά των παιδιών τους, αφού πολλές από τις μητέρες είναι μόλις 21 ετών και έχουν τρία και τέσσερα παιδιά. Οι περισσότερες -για να μην πω όλες- οι κοπέλες στο χωριό, εγκαταλείπουν το σχολείο ακόμη και το γυμνάσιο ή για να παντρευτούν ή γιατί το αγόρι με το οποίο διατηρούν δεσμό, τους το επιβάλλει!

Οι περισσότερες παντρεύτηκαν στα 15 και τον άντρα τους τον είδαν για πρώτη φορά την ημέρα του αρραβώνα! Μέχρι να μεγαλώσουν τα παιδιά τους δεν φεύγουν από το χωριό και μόλις αρχίσουν να πηγαίνουν σχολείο παίρνουν το δίπλωμα οδήγησης και αγοράζουν αυτοκίνητα των 30.000 και 40.000 ευρώ, για να φέρνουν το φαγητό στο σχολείο.

Είναι πολλές οι φορές που τις ακούσαμε να λεν ότι θέλουν να φύγουν από τα Ζωνιανά, όχι μόνο για τις ίδιες αλλά και για τα παιδιά τους, αφού δεν υπάρχουν φροντιστήρια, λογοθεραπευτές, γυμναστήρια και άλλου είδους δραστηριότητες για να ασχοληθούν, πέρα από τα όπλα και τα κλεμμένα μηχανάκια.

Θέλουν να μάθουν τα παιδιά τους να μιλάνε σωστά. "Να ξέρουν να μιλάνε όταν θα βγουν έξω από τα Ζωνιανά". Άλλες πάλι δεν θέλουν να φύγουν, τους αρέσει το χωριό και τονίζουν ιδιαίτερα στις συζητήσεις τους ότι δεν παντρεύτηκαν από προξενιό αλλά από έρωτα!

Σήμερα, μετά τα γεγονότα της 5ης Νοεμβρίου, έρχομαι αντιμέτωπη με τις ίδιες εκφράσεις και τις ίδιες απορίες, μόνο που τώρα δεν προέρχονται από τους κατοίκους του Ρεθύμνου, αλλά από όλους, σε όλη την Ελλάδα! Ενάμιση μήνα μετά, υπάρχουν ακόμη στις δύο εισόδους του χωριού περιπολικά και αστυνομικοί που κάνουν ελέγχους. Καμμιά φορά από τα παράθυρα του σχολείου βλέπουμε να ψάχνουν στα βουνά, και ακούμε κάποιο ελικόπτερο να περνάει. Κατά τα άλλα, από την στιγμή που απομακρύνθηκαν οι αστυνομικοί από το κέντρο του χωριού, οι κάτοικοι ξαναβρίσκουν σιγά-σιγά τους καθημερινούς ρυθμούς τους.

Όταν έγινε το περιστατικό με την ενέδρα, εγώ βρισκόμουν στο σχολείο και το μάθημα διέκοψε το τηλεφώνημα της μητέρας μου, από την Καστοριά, η οποία με ψυχραιμία προσπαθούσε να με ρωτήσει αν είμαι καλά. Είχε ενημερωθεί από έκτακτο δελτίο για τον πυροβολισμό του άτυχου αστυνομικού έξω από τα Ζωνιανά. Μισή ώρα μετά περνούσα από το σημείο όπου έπεσαν οι σφαίρες, αλλά τίποτα δεν υπήρχε το διαφορετικό, εκτός από την ταμπέλα μιας ταβέρνας, η οποία ήταν έτοιμη να καταρρεύσει από τις σφαίρες. Το ίδιο σκηνικό επικρατούσε και την Τρίτη στις 6 Νοεμβρίου. Όλα άλλαξαν την επόμενη ημέρα. Για να μπούμε στο χωριό, έπρεπε να περάσουμε από τέσσερα μπλοκ αστυνομικών και ένα των ΜΑΤ. Όλα τα όργανα φορούσαν αλεξίσφαιρα, ήταν σαν να είχε ξεσπάσει πόλεμος. Τόσους αστυνομικούς είχα ξαναδεί, τόσα όπλα όμως όχι.

20/12/07

ΟΔΟΣ: Je t’ aime!

Ακριβώς στην έναρξη της εορταστικής περιόδου, και πέντε μόλις ημέρες πριν τα Χριστούγεννα, η Καστοριά, ήδη δείχνει σημάδια στασιμότητας και υστέρησης. Η εμπορική κίνηση αλλά και η κοινωνική «κινητικότητα», που τις παραμονές των εορτών εκτός από το απαραίτητο χρώμα δίνουν και το στίγμα ανάπτυξης ενός τόπου, στην Καστοριά τουλάχιστον φέτος, εμφανίζονται σε κατώτερα επίπεδα σε σχέση με άλλες χρονιές.

Το χρώμα αυτής της στασιμότητας δεν δικαιολογείται από την εικόνα που παρουσιάζουν άλλοι γειτονικοί νομοί, ούτε ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί τα τελευταία χρόνια. Ειδικά μετά την παράδοση στην κυκλοφορία οχημάτων μεγάλου τμήματος της Εγνατίας οδού προς την Θεσσαλονίκη -και των προσβάσεων της, όλοι ανέμεναν έκρηξη του τουριστικού ρεύματος σε μόνιμη βάση όλο τον χρόνο. Και έλπιζαν ότι αυτό, με την σειρά του θα αποτελούσε ατμομηχανή, για την τοπική οικονομία και την κοινωνική πρόοδο.

Γούνα, τουρισμός και μνημεία, αποτελούσαν και εξακολουθούν να παρουσιάζονται ως το τρίπτυχο που εγγυάται το μέλλον της Καστοριάς. Έστω κι’ αν δεν γίνεται τίποτε απολύτως για όλα αυτά. Μαζί με τις πανεπιστημιακές σχολές, την λίμνη και τα σπορ που μπορεί να αναπτυχθούν (χειμερινό σκι, ορειβασία κοκ), την βελτίωση των οδικών προσβάσεων και του συγκοινωνιακού δικτύου όλα αυτά αποτελούν την σταθερή (και κάπως βαρετή) επωδό εγγύησης για ανάπτυξη και ευημερία απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλο τον νομό. Πρόκειται για μια πρώτης τάξεως πανάκεια. Για την οποία επίσης, μόνο τα λόγια είναι που περισσεύουν. Και καθόλου έργα.

Διότι παρά την προσπάθεια των πολιτικών φορέων του τόπου είτε να αγνοήσουν είτε να εξωραΐσουν την σκληρή αλήθεια, η κατάσταση δεν μπορεί πια ούτε να καμουφλαριστεί ούτε να κρυφτεί πίσω από το συγκυριακό φως του δημόσιου χριστουγεννιάτικου διάκοσμου. Η αλήθεια είναι εδώ, είναι διάσπαρτη και διάχυτη. Και θέτει ενώπιον της τους υπεύθυνους για την διοίκηση της Καστοριάς. Διότι αποδεικνύει ότι μέχρι στιγμής δεν πέτυχαν οι υποτιθέμενοι στόχοι και η στρατηγική που είχε ακολουθηθεί. Τίθεται επομένως θέμα προσανατολισμού. Οι γιορτές και οι φέστες δεν μπορεί να είναι το όχημα για την ανάπτυξη και την πρόοδο αλλά το αποτέλεσμά τους. Έτσι δεν γεννήθηκε το καστοριανό καρναβάλι;

Κραυγαλέα ομολογία της αποτυχημένης πορείας που έχει ακολουθηθεί έως τώρα, αποτελεί η «εκδήλωση» για την «προβολή» του καρναβαλιού της Καστοριάς η οποία προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί από την ΔηΠΕΚα σε κεντρική πλατεία της Θεσσαλονίκης το Σάββατο 22 Δεκεμβρίου, με την συμμετοχή «εθελοντών» και ορχήστρας με «χάλκινα» (έτσι πια επικράτησε να αποκαλούνται τα πνευστά.

Δεν έχουν ατονήσει ακόμη οι αναμνήσεις από το τηλεοπτικό πανηγύρι που επιμελήθηκε η ΕΤ3 από το Ντουλτσό με την εκπομπή βουκολικών θρεπτικών γραφικοτήτων «Κυριακή στο χωριό» επί θητείας του τέως δημάρχου κ. Δ. Παπουλίδη, πολλούς μήνες πριν καν αναλάβει την δημοτική διακυβέρνηση ο συνδυασμός «Καστοριά Νέα Πνοή» με δήμαρχο τον κ. Ιωάννη Τσαμίση. Ήταν τότε που προβλήθηκε και διαφημίστηκε σε πανελλήνιο, πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο όπως ισχυρίστηκε ο τότε πρόεδρος της ΔηΠεΚα και αρμόδιος αντιδήμαρχος (και σε διαπλανητικό επίπεδο, μέσω των δορυφόρων και των «πιάτων» όπως σχολίασε η ΟΔΟΣ) το παραδοσιακό image της πόλης της Καστοριάς. Εμφορούμενο ακόμη και από Ζεϊμπέκες της γνωστής σχολής μουσικών οργάνων.

Και ενώ ο τόπος.… δεν προλαβαίνει να εξυπηρετήσει τις «μυριάδες» των επισκεπτών που (δεν) σπεύδουν να θαυμάσουν τον μοναδικό – σε παγκόσμιο επίπεδο- τόπο με αυθεντικές φασολιές, μηλιές και παραδοσιακές πίτες και αυγουλιέρες γεμάτες αυγά από τροφαντές κοτούλες και να που η σημερινή ηγεσία του Δήμου και της ΔηΠΕΚα, ετοιμάζεται να επεκτείνει ακόμη περισσότερο την παγκόσμια φήμη της Καστοριάς.

Αφού δεν πάει ο Μωάμεθ – μέρες που είναι στο Βουνό, θα πάει το Βουνό στον Μωάμεθ» φαίνεται να σκέφθηκαν προφητικά οι δημοτικοί προύχοντες και αποφάσισαν να περιφέρουν τα καρναβάλια της Καστοριάς, παραμονές των Χριστουγέννων, σαν να πρόκειται για μετακινούμενο πανηγυριώτη, σε κεντρική πλατεία της Θεσσαλονίκης, της πόλης που έχει νομάρχη σήμερα και αύριο ενδεχομένως δήμαρχο τον πολύ (και πολύ γνωστό για τις πολιτιστικές επιδόσεις) κ. Παν. Ψωμιάδη.

Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι η Θεσσαλονίκη, αλλά η περιφορά του καρναβαλιού της Καστοριάς, σαν να είναι δίσκος για έρανο. Και ακόμη χειρότερα σαν να είναι ελεημοσύνη την οποία επαιτεί ο λαός της Καστοριάς. Το ζήτημα επομένως, δεν είναι δημοτικό ή πολιτικό. Αλλά ζήτημα που εκτός της αισθητικής, πλήττει την ιστορική αξιοπρέπεια ενός εθίμου και τόπου του. Μεταβάλλει μια εκδήλωση σαν τα καρναβάλια της Καστοριάς που σφυρηλάτησαν την τοπική ιστορία, σε εμπορικό είδος, σε «πολιτιστική» οφθαλμαπάτη. Απευθύνει έτσι ο Δήμος Καστοριάς μια ορθάνοιχτη, άνευ όρων «πρόσκληση» σε περίεργους και αναποφάσιστους της τελευταίας στιγμής, στην αγορά του τουρισμού της αρπαχτής.

Και υποχρεώνει τους κατοίκους της πόλης, του νομού και όσους θα ήθελαν να γιορτάσουν το καρναβάλι σαν υπόθεση ιδιωτική με κοινωνικά χαρακτηριστικά, να υποδυθούν χωρίς την θέλησή τους, τους κομπάρσους σε ένα θίασο που θα αποτελείται βασικά από μια αρκούδα και ένα αρκουδιάρη. Και γύρω – γύρω μερικούς βαριεστημένους περίεργους από τις ανατολικό-δυτικό-κεντρικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης να θαυμάζουν την ωραιότητα και τον παλμό των σύγχρονων Διονύσων της Νέας Πνοής.

Καμμιά χάρη, κανένας πηγαίος αυθορμητισμός, καμμιά φυσικότητα σε ένα τόπο ο οποίος στην ανάγκη να επιβεβαιώσει την παρουσία του, υποχρεώθηκε πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν να αυτοταπεινωθεί, επειδή πίστεψαν ορισμένοι ότι λύση στην ένδεια, είναι η ξιπασιά και η έπαρση.

Είναι ακριβές ότι, όπως και σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα έτσι και στην Καστοριά τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζεται ως νέο φαινόμενο η εξοικείωση ή η απλή ανοχή των trash (σκουπιδιών) σε κάθε μορφής, επίπεδο και έκτασης κοινωνική δραστηριότητα. Αυτό σημαίνει ότι νομιμοποιείται η trash εκδοχή, ως αισθητική και πολιτική αξία, ώστε η κοινωνία να συνηθίζει να ικανοποιείται, να αρκείται με τα ψίχουλα, με τα λίγα. Συνήθως να αρκείται σε αυτά που έχει που βρήκε και κληρονόμησε.

Αυτή την trash «αισθητική» εκπροσωπεί η αποτυχημένη απόφαση του Δήμου Καστοριάς να περιφέρει το δήθεν καστοριανό καρναβάλι με τα χάλκινα, τα αντεριά τους τζουμπέδες και τα λοιπά συρωπιαστά σαν τον αρκουδιάρη με την αρκούδα, σε μια μεγάλη πλατεία της Θεσσαλονίκης, βαφτίζοντας την όλη εκδήλωση σε «δρώμενο».

Κι’ όμως θα τους αρκούσε να θυμηθούν την ιστορία με την Γούνα της Καστοριάς, που κάποιοι προκάτοχοί τους είχαν την φαεινή ιδέα να την μεταθέσουν για να σώσουν την Καστοριά. Την πήγαν από δω κι’ από κει. Την πήγαν στην Θεσσαλονίκη και την Κατερίνη, την πήγαν ακόμη και στο Dubai και όπου αλλού δέχονταν να υποδεχθούν το «δρώμενο». Τελικά όχι μόνο δεν σώθηκε η Καστοριά, αλλά χάθηκε και έφυγε και η Γούνα.

Παραδειγματίζοντας όπως θα έπρεπε ότι, άλλο είναι τα δρώμενα, και άλλο τα δράματα, και τα πολιτιστικά καμώματα.



Σχετικά κείμενα:
.

18/12/07

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΖΗΜΑΚΑ: Ένα βιολί Stradivarius

Στην ιερή μνήμη του πατέρα



Δεν γνωρίζω αν η φιλία του πατέρα μου με τον διάσημο Καστοριανό μουσικό Βασίλη Δόικο είχε προηγηθεί ή προέκυψε εκ των υστέρων σε μια περίοδο που έτυχε να κατοικούμε στην ίδια γειτονιά. Διότι κατά την εποχή πριν και μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου και ακολούθως κατά τη μαύρη κατοχή συνέπεσε να καθόμαστε πολύ κοντά στη συνοικία «Δεξαμενή». Οι οπίσθιες όψεις των σπιτιών μας απείχαν ελάχιστα μέτρα και τα βράδια συνηθίζαμε να κάνουμε μεταξύ μας επισκέψεις λάθρα, χωρίς την άδεια των κατακτητών, προκειμένου να ξεπεράσουμε τη θλίψη και τη μελαγχολία της σκλαβιάς. Μια σκουρόχρωμη κουβέρτα αδιαπέραστη από το φως τοποθετούνταν επιμελώς στο παράθυρο, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται ασφαλής διαχωρισμός ανάμεσα στους κινδύνους που υπέβοσκαν στην επί τα εκτός ερεβώδη κατοχική νύκτα και στην επί τα εντός ακμάζουσα ιλαρότητα.

Οι βραδυνές συναντήσεις γίνονταν συνήθως στο δικό μας σπίτι, όπου η οικογένεια του κυρίου Δόικου, αποτελούμενη από τον ίδιο, τη σύζυγό του κυρία Καλλιρρόη και τη θυγατέρα τους Υβόννη, μας επισκέπτονταν απροειδοποίητα και χωρίς την κρούση του ρόπτρου της αείποτε ξεκλείδωτης πόρτας μας. Το ίδιο γινόταν και εκ μέρους μας. Τοσαύτη ήταν η αγάπη και η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο οικογενειών.

Ο κύριος Δόικος είχε προσφάτως αποφοιτήσει από το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και δεν είχε ακόμη διαπρέψει στη σύνθεση και στη διεύθυνση της χορωδίας. Αργότερα καταξιώθηκε να διακριθεί σε πανελλήνια κλίμακα με τις διασκευές των δημοτικών τραγουδιών της γενέτειράς του και ως μαέστρος της χορωδίας Καστοριάς. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι ο ταλαντούχος αυτός μουσικός με την άριστη επαγγελματική κατάρτιση διέθετε παράλληλα ευφράδεια λόγου και μοναδική ικανότητα αφήγησης ανεκδότων. Οι μεγάλοι ξεκαρδίζονταν στα γέλια κι εγώ απορούσα γιατί γελούν χωρίς λόγο. Συχνά τραγουδούσαν, αλλά χαμηλόφωνα μη τύχει και διαταράξουν την επικρατούσα έξω νεκρική σιγή του κατοχικού ζόφου. Δεν είναι λίγες οι φορές που ακόμη έρχονται στη μνήμη μου αρκετά από εκείνα τα ωραία παλιά τραγούδια.

Φαντάζομαι πως σε κάποια από αυτές τις νύκτες της μουσικής πανδαισίας έγινε η σύλληψη της μεγαλοφυούς ιδέας, πως όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, να μυηθώ κι εγώ στα μουσικά πράγματα. Να ενταχθώ στη χορεία των ευαίσθητων και ευγενών εκείνων ανθρώπων που εξωτερικεύουν τον ψυχικό τους κόσμο μέσω της τέχνης του Ορφέα. Επί του προκειμένου, η συναίνεση ενός άριστου μουσικού αποτελούσε ασφαλές εχέγγυο. Ως προς το είδος του μουσικού οργάνου η απόφαση ήταν αμετάκλητη. Επιλέχτηκε το βιολί, επειδή χαρακτηρίζεται για τη γλυκύτητα των ήχων του και δικαίως αποκαλείται «βασιλεύς των μουσικών οργάνων», όπως το κρεμμύδι συνηθίζεται να αποκαλείται «βασιλεύς των λαχανικών».

Ο φιλόμουσος πατέρας μου ήταν ευτυχής γι’ αυτή την απόφαση και έπλαθε όνειρα. Στα παραμύθια, που συνήθιζε να μου λέει τα πρωινά της Κυριακής, παρέθετε τεχνηέντως φανταστικά μελλούμενα, ότι κάποτε ο βιρτουόζος βιολονίστας, δηλαδή εγώ, θα παίζω ως σολίστας με τις μεγαλύτερες συμφωνικές ορχήστρες του κόσμου. Θαύμαζα και πίστευα τα λεγόμενά του και ήταν σαν να τα ζούσα. Προς την κατεύθυνση αυτή συνέβαλλε και η ροή μουσικών φθόγγων τους οποίους άκουγα να αναδύονται από το σπίτι του κυρίου Δόικου. Διότι την εποχή εκείνη οι κατακτητές είχαν απαγορεύσει τη λειτουργία του Δημοτικού Ωδείου της πόλης και τα μαθήματα γίνονταν στο σπίτι του δασκάλου. Θυμούμαι τους πρωτόγνωρους εκείνους γλυκούς και ρομαντικούς ήχους, ενώ κάπου κάπου μεσολαβούσε παύση και ακουγόταν η αυστηρή φωνή του δασκάλου, που έκανε παρατηρήσεις στο μαθητή.

Μόλις έφθασα σε ηλικία δέκα ετών, θεωρήθηκε ότι ήρθε ο κατάλληλος χρόνος για την έναρξη της μουσικής μου παιδείας. Κάποια μέρα είδα τον πατέρα μου να φέρνει στο σπίτι μια περίεργη στενόμακρη μαύρη βαλίτσα φαρδιά στη μια άκρη και στενή στην άλλη. Εκείνος αντιλήφθηκε την απορία μου και χαμογελώντας την άνοιξε με περηφάνεια. «Αυτό είναι το βιολί σου» μου είπε. «Και αυτή η μεγάλη βέργα τι είναι;». «Αυτό είναι το τοξάρι» και αμέσως το πήρε και το έσυρε πάνω στις χορδές. Τότε ακούστηκε ένας αποκρουστικός ήχος σαν γρύλισμα, που δεν μου άρεσε καθόλου, ενώ εκείνος έσπευσε να με καθησυχάσει, λέγοντας πως ύστερα από λίγο καιρό θα μάθω να παίζω και εγώ σαν τον κύριο Βασίλη.

Τα μαθήματα καθορίστηκαν να γίνονται απόγευμα, δύο φορές την εβδομάδα. Στο μεταξύ εμείς είχαμε μετακομίσει στη συνοικία «Τζαμί» και ο κύριος Δόικος κοντά στα παλιά δικαστήρια, στο σπίτι του πεθερού του, όπου πήγαινα για μάθημα. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο δάσκαλος ήταν να εξετάσει το βιολί. Το πήρε στα χέρια, το κοίταξε από όλες τις πλευρές, συμφώνησε με το μέγεθός του και είπε: «Αργότερα, όταν μεγαλώσεις, θα πάρεις το μεγάλο» και αμέσως χτύπησε μία μία τις τέσσερις χορδές. Βρήκε πως δεν ήταν καλά κουρντισμένες και άρχισε να στρίβει ένα ένα τα ξύλινα κλειδιά μπρος πίσω, μέχρι που να βγάλουν τις σωστές νότες. Ύστερα έφτυσε πάνω στα κλειδιά και έβαλε το βιολί στη θήκη. Πρώτα έπρεπε να κάνουμε μερικά μαθήματα θεωρίας της μουσικής.

Το πρώτο βιβλίο που χρησιμοποίησα ήταν η μέθοδος Χωραφά. Είχε ένα σχήμα με τις χορδές και τα σημεία όπου πρέπει να πατούν τα δάχτυλα για να βγαίνουν οι σωστοί φθόγγοι. Στο βιολί δεν υπάρχουν οδηγοί - χωρίσματα όπως στα άλλα όργανα και χρειάζεται μακροχρόνια άσκηση και προσοχή, για να αποφεύγονται οι παραφωνίες. Ο δάσκαλος επέμενε ότι το βιολί πρέπει να στηρίζεται στον ώμο μόνο με το πηγούνι, ώστε το αριστερό χέρι να κινείται ελεύθερα πάνω στις χορδές. «Το πηγούνι σου πρέπει να μελανιάσει από κάτω, όπως το δικό μου όταν σπούδαζα» μου έλεγε χαρακτηριστικά. Εγώ πονούσα γιατί το πίεζα με δύναμη και όλο ένα πήγαινα στον καθρέφτη για να δω το αποτέλεσμα, αλλά μάταια. Αυτή ήταν η πρώτη μου απογοήτευση στην αρχή της μουσικής μου σταδιοδρομίας.

Μετά την απελευθέρωση άρχισε να λειτουργεί το Δημοτικό Ωδείο κοντά στην Πλατεία Ομονοίας. Βρισκόταν στον δεύτερο όροφο ενός γωνιακού διόροφου σπιτιού στα αριστερά του δρόμου καθώς ανεβαίνουμε την οδό Μητροπόλεως («Τσαρσί»). Από κάτω ήταν μια λαϊκή ταβέρνα με το όνομα «Γωνιά», στέκι κυρίως γουναράδων. Τα σκαλιά για το ωδείο ήταν από την πίσω πλευρά του σπιτιού και οριοθετούσαν ένα μικρό αλλά συμπαθητικό κήπο. Στο κέντρο του κήπου δέσποζε το καλαίσθητο σχήμα μιας λύρας, του πανάρχαιου αυτού μουσικού οργάνου, προκειμένου να προαναγγέλλει και να προδιαθέτει τον επισκέπτη ότι εισέρχεται σε τέμενος Μουσών.

Στο εσωτερικό του ωδείου υπήρχε μια μεγάλη σάλα, η ψυχρή κενότητα της οποίας είχε αντιμετωπιστεί με την ανάρτηση πορτρέτων διασήμων μουσουργών, προκειμένου να δημιουργείται στους μαθητές το ανάλογο δέος και να ερεθίζεται ο ζήλος τους προς την κατά το δυνατό βαθύτερη μύηση στα μουσικά πράγματα. Θυμούμαι καλώς τα πορτρέτα των Λίστ, Μπετόβεν, Βάγκνερ και Σούμπερτ. Αλλά τότε δεν γνωρίζαμε ακόμη την ελληνική καταγωγή του Φον Κάραγιαν από την Κοζάνη, ούτε του Νικολάου Δούμπα από τη Βλάστη, χάρη στον οποίο έγινε γνωστό το μεγαλύτερο μέρος από το έργο του Σούμπερτ.

Στο βάθος, στη δεξιά γωνιά της σάλας, δέσποζε ένα παλιό κλειδοκύμβαλο στο οποίο ασκούνταν οι μαθητές που δεν διέθεταν κατ’ οίκον το βαρύτιμο αυτό όργανο, αλλά ήθελαν σώνει και καλά να το μάθουν. Δεξιά της εισόδου υπήρχε ένα μικρό δωμάτιο, όπου κεκλεισμένης της θύρας γινόταν η παρουσίαση του εξεταζόμενου μαθήματος, ακολούθως δε η διδασκαλία του επόμενου. Από εκεί αναδύονταν μουσικοί φθόγγοι διακοπτόμενοι από δριμείες παρατηρήσεις συνήθως σε μείζονα κλίμακα (maggiore), σπανιότερα δε επιβραβεύσεις σε ελάσσονα κλίμακα (minore). Ο υποστάς την ψυχρολουσία μαθητής, καταρώμενος την τέχνη του Ορφέα, έβγαινε κατηφής και παρήλαυνε γεμάτος καταισχύνη εν μέσω των ειρωνικών μειδιαμάτων των αναμενόντων και υποψηφίων για τα ίδια συμμαθητών του. Επί του προκειμένου, ο τελευταίος εξεταζόμενος ήταν ο πλέον τυχερός. Δεν το κρύβω ότι το γεγονός αυτό αποτέλεσε μια ακόμη μείζονα αιτία απογοήτευσης και αποθάρρυνσης σε ό,τι αφορά την κατάρτησή μου ως οργανίστα βιολιού.

Κάποιο απόγευμα, που μόλις είχα αρχίσει να εκτελώ την άσκησή μου και δεν είχα προλάβει ακόμη να δεχτώ τις καθιερωμένες παρατηρήσεις, ακούστηκε αιφνιδίως μια σειρά εκκωφαντικών κροτίδων που κάλυψαν τους γλυκείς ήχους του βιολιού μου. Ο δάσκαλος διέκοψε αμέσως την εξέταση, άνοιξε γρήγορα την πόρτα και ερεύνησε τη σάλα στη γωνία της οποίας μια μαθήτρια εκτελούσε ασκήσεις στο πιάνο. Κατανόησε αμέσως το γεγονός και φώναξε: «Πρόσεχε παιδί μου. Έλα προς τα εδώ άκρη-άκρη από τον τοίχο». Η μαθήτρια είχε ήδη σηκωθεί και ακολουθώντας τις οδηγίες περιήλθε την αίθουσα και έφτασε κοντά μας κάτωχρη και κατατρομαγμένη. Τι είχε συμβεί;

Την εποχή εκείνη μαίνονταν στα βουνά του Γράμμου και του Βιτσίου οι αδελφοκτόνες κραταιές μάχες του εμφυλίου πολέμου. Πολλοί στρατιώτες είχαν συσσωρευτεί στα πεδία των μαχών και κατά διαστήματα τους δίνονταν άδειες, ώστε να κατεβαίνουν στην πόλη, προκειμένου να ανανήψουν από τη μέθη του πολέμου και ακολούθως να μεθύσουν στις αγκάλες των Βάκχων και Μαινάδων. Δύο λοιπόν από τους πολεμιστές αυτούς, ένας λοχίας και ένας απλός τυφεκιοφόρος, φέροντες τον οπλισμό τους εισήλθαν στην υποκείμενη του ωδείου ταβέρνα. Μετά τη δέουσα οινοποσία «μερακλωθείς» ο λοχίας άρχισε να πυροβολεί χάριν παιδιάς προς την οροφή της ταβέρνας, η οποία όμως τύχαινε να είναι και δάπεδο του ωδείου. Τα περαιτέρω συμβάντα έχουν ήδη περιγραφεί, τον επίλογο δε του επεισοδίου έγραψε η Στρατιωτική Αστυνομία, Ε.Σ.Α. τότε καλουμένη.

Την επομένη του συμβάντος διατυπώθηκαν από τους πολίτες διαφορετικές απόψεις. Άλλοι πρότειναν άφεση αμαρτιών των υπέρ πατρίδος αγωνιζομένων τέκνων της, και άλλοι τιμωρία για τον παρ’ ολίγο φόνο ενός αθώου πλάσματος. Με την πάροδο του χρόνου το γεγονός άρχισε να ξεχνιέται και μόνο οι τρύπες στο δάπεδο του ωδείου παρέμειναν για να διαχέουν γλυκείς ήχους από το τέμενος των Μουσών προς τον ναό του Βάκχου, και αντιστρόφως μεθυστικούς ατμούς οινοπνεύματος, μέσα σε μία καλοπροαίρετη αμφίδρομη παροχή υπηρεσιών.

Οι μήνες κυλούσαν, οι ενιαυτοί διαδέχονταν αλλήλους και οι χορδές του βιολιού μου, μολονότι εξακολουθούσαν να πάλλονται, άρχισαν να παρουσιάζουν τα πρώτα σημάδια κόπωσης και ατονίας. Ο δάσκαλός μου, βέβαια, ο ταλαντούχος αυτός μουσικός είχε ένα εξαιρετικά εξασκημένο αυτί και χωρίς να χρησιμοποιεί διαπασών τις επανέφερε στην αρμονική τους τάξη. Μετά το κούρδισμα συνήθιζε να ελέγχει το αποτέλεσμα παίζοντας μικρά μουσικά κομμάτια εις επήκοον των μαθητών του. Θεωρούσε ότι τα ακούσματα αυτά ενθάρρυναν και παρότρυναν τον διδασκόμενο να βελτιωθεί. Κάποτε μου εξήγησε, πως το κομμάτι που μόλις είχε εκτελέσει είναι από το δεύτερο μέρος (larghetto) του κονσέρτου για βιολί του Μπετόβεν, το οποίο είχε μάθει απ’ έξω με πολλή δουλειά και κόπο, προκειμένου να το παρουσιάσει στις πτυχιακές του εξετάσεις. Πράγματι, η σύνθεση αυτή είναι από τις πιο μελωδικές και ρομαντικές που έχουν γραφεί, το δε βιολί δίνει την εντύπωση πως «κλαίει» μπροστά στην εμβρόντητη ορχήστρα. Και μολονότι τα ακούσματα αυτά δημιουργούσαν μέσα μου έντονη αρέσκεια και ισχυρή αισθητική δόνηση, είχαν συνάμα και αρνητικό αποτέλεσμα, γιατί έτσι είχα πειστεί ότι πόρρω απέχω από το να γίνω επαγγελματίας δεξιοτέχνης του βιολιού. Και αυτή ήταν μια ακόμη απογοήτευσή μου. Ήταν τέλος πάντων μια αυτοαπόρριψη με όλες τις αρνητικές της συνέπειες. Τέθηκε λοιπόν και πάλι το ζήτημα του επαγγελματικού μου προσανατολισμού, αφού και το επάγγελμα του ξυλοκόπου, μια παλιά παιδική μου αγάπη, είχα από καιρό απορρίψει.

Ο δάσκαλος αντιλήφθηκε προφανώς την κατάσταση και άρχισε να κατεβάζει τον τόνο των παρατηρήσεων. Αποφάσισε μάλιστα να με βγάλει από το δαιδαλώδες σύστημα των πολυφθογγικών γρήγορων εναλλαγών και να με οδηγήσει στην εκτέλεση πιο απλών και ρομαντικών συνθέσεων, όπως τα «Κύματα του Δουνάβεως», τη «Σερενάτα Σούμπερτ» και άλλων κλασικών κομματιών, αλλά και εγχωρίων τραγουδιών, όπως το «Άστα τα μαλλάκια σου», το «Ένας φίλος ήρθε απόψε απ’ τα παλιά» και άλλων. Άρχισα πλέον να αποκτώ αυτοπεποίθηση και απολάμβανα τις μουσικές μου επιδόσεις πάνω σε γνωστά μοτίβα και όχι σε ανούσιες και φλύαρες ασκήσεις. Η κατάστασή μου ως ασθενούς είχε βελτιωθεί, η ασθένεια όμως υπέβοσκε.

Κάποιο απόγευμα, καθώς επέστρεφα από το ωδείο, αντιλήφθηκα μια ομάδα από τέσσερα έως πέντε παιδιά να με ακολουθούν, να γελούν και να επαναλαμβάνουν τη λέξη «γύφτος». Την εποχή εκείνη ο χαρακτηρισμός ως «γύφτου» αποτελούσε μεγάλη ρατσιστική ύβρη. Σήμερα η λέξη έχει χάσει τη σημασία της, αφού οι πλείστοι των συμπατριωτών μας ακολουθούν τη γενική νοοτροπία των μελών της προσφιλούς αυτής φυλής. Επειδή τα αναιδή αυτά παιδιά ενέτειναν τις ειρωνικές τους διαθέσεις και μάλιστα δημοσίως, αισθάνθηκα μεγάλη ντροπή, η οποία μετατράπηκε σύντομα σε οργή. Οπωσδήποτε όμως ο θυμός μου δεν μπορούσε να εκτονωθεί στην κρίσιμη εκείνη στιγμή, ένεκα που κρατούσα ανά χείρας αντί ροπάλου ένα πολύτιμο και εύθραυστο μουσικό όργανο. Ηρέμησα όμως τη στιγμή που περνούσα μπροστά από το «Σπίτι του Στρατιώτου», όπου προπολεμικώς διατηρούσε το εμπορικό του κατάστημα ο πλούσιος και ευγενής Εβραίος κύριος Κομφίνο, επειδή θυμήθηκα ένα περιστατικό που ο ίδιος ο δάσκαλός μου διηγούνταν σε στιγμές αυτοσαρκασμού του, διότι είχε και αυτή την σπάνια αρετή. Όταν περάτωσε τις σπουδές και επέστρεψε στη γενέτειρά του, τον ρώτησε ο κύριος Κομφίνο, ο οποίος συνήθιζε να στέκεται πάντα καλοντυμένος στην πόρτα του καταστήματός του και να χαιρετάει τους περαστικούς, «Τι σπούδασες μπρε Βασιλάκη;». Και εκείνος απάντησε περήφανα: «Μουσικός». Ο συνεργάτης του που εργαζόταν στο βάθος του καταστήματος άκουσε μεν την ερώτηση όχι όμως την απάντηση, την οποία ζήτησε να πληροφορηθεί. «Γιούφτος» αποκρίθηκε κοφτά ο κύριος Κομφίνο,

Η αναπόληση του φαιδρού αυτού γεγονότος έκανε να συλλάβω τον εαυτό μου μειδιώντα κατά μόνας και τότε σκέφτηκα πως οι ευτυχείς αυτοί θνητοί δεν αγωνίζονται μόνο να αποκτήσουν τον επιούσιο, αλλά επιθυμούν να ικανοποιήσουν και τις πνευματικές τους ανησυχίες παίρνοντας μουσικούς φθόγγους ως επιδόρπιο του πενιχρού τους δείπνου. Για το σκοπό αυτό διαθέτουν τα προσφιλή μουσικά τους όργανα, όπως το κλαρίνο και το τρομπόνι από τα πνευστά, το βιολί από τα έγχορδα (ιδιαίτερα οι Ούγγροι Τσιγγάνοι) και το νταούλι από τα κρουστά. Η καθημερινή τους αυτή ανάγκη πέρασε στον πολύ κόσμο με τη θυμόσοφη λαϊκή παροιμία «Γύφτικο νταούλι κορνιαχτό δεν πιάνει».

Στα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισα τα μαθήματα αλλά με λιγότερο ενδιαφέρον. Ένιωθα σαν κουρασμένος στρατοκόπος σε μονοπάτι ψηλού και απότομου βουνού, στην κορυφή του οποίου δέσποζε η περγαμηνή του σολίστα. Είχα κατανοήσει πλέον ότι ήταν αδύνατο να κατακτήσω αυτό το έπαθλο, γι’ αυτό αδιαφόρησα και ηρέμησα. Εξάλλου, ο δάσκαλός μου θεώρησε ότι ύστερα από πέντε χρόνια μουσικών σπουδών, απέδωσα ότι μπορούσα και συνέστησε διακοπή των μαθημάτων. Έκτοτε, έπαιζα το βιολί μου κατά βούληση ή χυδαϊστί όταν μερακλωνόμουν. Το μόνο απεχθές κατάλοιπο από τη μύησή μου στην τέχνη του Ορφέα ήταν η βασανιστική επιθυμία του πατέρα μου να παίζω τα τραγούδια που είχα μάθει μπροστά στους συγγενείς και φίλους του, όταν επισκέπτονταν το σπίτι μας. Τότε αισθανόμουν πολύ άβολα, από τη μια γιατί ένιωθα σαν τη μαϊμού που εκτελεί το νούμερό της, και από την άλλη επειδή είχα απογοητεύσει τον καλό και ευαίσθητο πατέρα μου, ο οποίος ονειρευόταν να παίζω σε μεγάλες αίθουσες συναυλιών και όχι στις ταπεινές και ετοιμόρροπες κάμαρες του σπιτικού μας. Μολαταύτα, με το βιολί μου περνούσα και ευχάριστες στιγμές, γιατί μετείχα στην οκταμελή ορχήστρα του γυμνασίου μας, όταν παρουσιάζαμε κάποια προγράμματα στις εκδηλώσεις των εθνικών εορτών. Ήταν όμως και κάποιες καλοκαιρινές φεγγαρόφωτες νύχτες, που μου άρεσε να παίζω μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, ώστε οι μουσικοί φθόγγοι να διαχέονται και να πετούν αλάργα, για να σεκοντάρουν τα τραγούδια των βατράχων και των τριζονιών και να κρατούν συντροφιά στα ξεχασμένα νυχτοπούλια.

Αργότερα, όταν μετοικήσαμε στη Θεσσαλονίκη, ήμουν ένας ώριμος έφηβος. Το σώμα μου είχε πάρει ήδη διαστάσεις ανδρός και θεωρήθηκε ότι έπρεπε να χειρίζομαι το μεγάλο μέγεθος του βιολιού το επωνομαζόμενο «ολόκληρο», σε σχέση με τα «τρία τέταρτα» του προηγούμενου. Δώσαμε λοιπόν το παλιό και αγοράσαμε ένα μεγάλο μεταχειρισμένο από κάποιο κατάστημα μουσικών οργάνων στην οδό Εγνατία.

Ως φοιτητής κλεινόμουν κάπου κάπου μέσα στο δωμάτιο και έπαιζα χωρίς παρτιτούρα τα αγαπημένα μου κλασικά κομμάτια αλλά και πολλές από τις σύγχρονες ελληνικές επιτυχίες. Το νέο βιολί μου ήταν γλυκόλαλο και οι φθόγγοι που έβγαζε μελωδικοί, πράγμα για το οποίο πείστηκα κάποια μέρα, όταν μια καλλιεργημένη γειτόνισσα ρώτησε τη μητέρα μου: «Ποιος είναι αυτός ο ραδιοφωνικός σταθμός που εκπέμπει τόσο ωραία τραγούδια;». Ήταν η πρώτη φορά που αναγνωριζόμουν ως καλός βιολονίστας με αντικειμενικό κριτήριο μόνο την ποιότητα της μουσικής. Το πήρα πάνω μου και άρχισα να νιώθω ότι μπορούσα πλέον να εξουσιάζω ένα άψυχο ηχείο και να το κάνω «φερέφωνο» του συναισθηματικού μου κόσμου.

Κάποια μέρα, καθώς καθάριζα το βιολί από τη σκόνη της ρητίνης του τοξαριού, έπεσε το βλέμμα μου στο εσωτερικό του ηχείου. Εκεί είδα μια ταινία που έγραψε κάτι και μου κίνησε την περιέργεια να εξετάσω καλύτερα τα γραφόμενα. Έφεξα με το φακό και κοίταξα μέσα. Έγραφε: «Antonius Stradivarius Cremonentis». Να ήταν τάχα ένα από τα περίφημα βιολιά του διάσημου κατασκευαστή Stradivarius από την Κρεμόνα; Η έκπλήξή μου ήταν μεγάλη, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και πήγαινε να σπάει. Πήρα βαθειές ανάσες και ξανακοίταξα με έναν μεγεθυντικό φακό. Το έγραφε καθαρά: Antonius Stradivarius Cremonentis. Αναλογίστηκα πώς ήταν δυνατό να φθάσει σε μένα ένα τόσο πολύτιμο όργανο, και αμέσως θυμήθηκα εκείνον τον πωλητή μουσικών οργάνων στο κατάστημα της οδού Εγνατίας. Ήταν ένα καλοκάγαθο γεροντάκι που έδινε την εντύπωση πως δεν έβλεπε ούτε άκουγε τόσο καλά. Ήμουν σχεδόν βέβαιος πως δεν είχε ανακαλύψει εκείνο το θησαυρό, ο οποίος γλύστρησε έτσι απλά και μαγικά στα δικά μου χέρια.

Είχα πλέον στην κατοχή μου μια τεράστια περιουσία και δεν το κρύβω ότι με ενδιέφερε περισσότερο η εμπορική του αξία και λιγότερο η ποιότητα του ήχου. Θα μπορούσα ακόμη να βοηθήσω οικονομικά και την οικογένειά μου. Ωστόσο, κρατούσα την ανακάλυψή μου μυστική και σκεφτόμουν πού να κρύψω το ανεκτίμητο εκείνο όργανο, για να το φυλάξω από βέβηλα χέρια, μολονότι το επάγγελμα του κοινού κλέφτη δεν είχε ανθίσει ακόμη παρ’ ημίν. Πολύ αργότερα έμελλε η πατρίδα μας να δημιουργήσει στενές σχέσεις με τις πέριξ αναπτυγμένες χώρες στον τομέα αυτό.

Κάποια μέρα, κρατώντας το με δέος, αποτόλμησα να το πάω σε έναν φίλο εκτιμητή μουσικών οργάνων, για να επιβεβαιώσει την αξία του. Εκείνος το πήρε στα χέρια του, το εξέτασε προσεκτικά και χτύπησε με τον αντίχειρα τις τέσσερις χορδές: μι, λα, ρε, σολ. Κοίταξε από κοντά μέσα στο ηχείο και ύστερα έπιασε το τοξάρι και άρχισε να παίζει. Η αγωνία μου είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Όταν τελείωσε τον έλεγχο τοποθέτησε το βιολί στη θήκη και χωρίς να με κοιτάξει είπε: «Είναι ένα κοινό βιολί τύπου Stradivarius».

Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Σπουδαίος Βιολονίστας δεν έγινα ποτέ, ούτε το βιολί μου ευτύχησε να ανήκει στην οικογένεια των Stradivarius. Κάπου- κάπου το έπαιξα για να διασκεδάσω την ταπεινότητά του, και εκείνο ανταποκρινόταν για να διασκεδάσει τη δική μου ταπεινότητα μέσα σε μια αμοιβαία κατανόηση. Τώρα πια στολίζει μόνιμα το πάνω ράφι της βιβλιοθήκης μου. Στέκεται εκεί βουβό και αδιάφορο μακριά από τα ανούσια και βάρβαρα μουσικά ακούσματα της εποχής μας.

17/12/07

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Αγαπητοί συμπατριώτες,

Το 1971 πληροφορήθηκα από τοπική εφημερίδα της Καστοριάς ότι επρόκειτο να ιδρυθεί Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα στην Καστοριά και ότι επρόκειτο να κτισθεί, για τον σκοπό αυτό, κτήριο στην περιοχή του Φουντουκλή.

Θεώρησα ότι ήταν άσκοπο να κτισθεί ένα κτήριο, όταν υπήρχαν στην Καστοριά τόσα παλαιά σπίτια, με αρχιτεκτονική και ιστορική αξία, τα οποία έμεναν αναξιοποίητα και με την πάροδο του χρόνου κατέρρεαν, και υπέβαλα στο Υπουργείο Πολιτισμού την πρόταση να δωρίσω στο κράτος την πατρογονική μου οικία, στο Ντολτσό, για την στέγαση του μουσείου, πρόταση την οποία δέχθηκε το Υπουργείο Πολιτισμού.

Το 1972 μεταβιβάσθηκε η κυριότητα της οικίας Πηχιών και το πέριξ οικόπεδο στο Ελληνικό Δημόσιο. Για να χρησιμοποιηθεί όμως το ακίνητο για το μουσείο, έπρεπε να γίνει προηγουμένως η αποκατάσταση του κτηρίου και ορισμένες εσωτερικές διαρρυθμίσεις. Τα χρόνια παρέρχονταν και τίποτα δεν γίνονταν από το αρμόδιο υπουργείο.

Για να υπάρχει κάποιος φορέας, ο οποίος παρακολουθεί το ζήτημα και να προβαίνει σε διάφορες αιτήσεις και πιέσεις προς τους αρμοδίους, συστήθηκε εν τω μεταξύ στην Καστοριά, ο Σύλλογος Φίλων του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα του Νομού Καστοριάς, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε αμέσως και αφ’ ενός μεν άρχισε να συγκεντρώνει αντικείμενα και έγγραφα, και αφ’ ετέρου πρόβαινε συνεχώς σε οχλήσεις προς τους αρμοδίους φορείς για την αποκατάσταση του κτηρίου και την λειτουργία του μουσείου.

Αφού παρήλθαν περίπου τριάντα χρόνια, και δεν έγινε τίποτα, αποφάσισα να άρω την δωρεά και σε συνεννόηση με την τότε δημοτική αρχή της δημαρχίας Παπουλίδη, και μετά από επίπονο και μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα, τον οποίο ανέλαβε και έφερε σε πέρας ο Δήμος Καστοριάς, μεταβιβάσθηκε η κυριότητα της οικίας Πηχιών, το 2002, στον Δήμο Καστοριάς, με την υποχρέωση του δήμου να τελειώσει το έργο και να λειτουργήσει το μουσείο εντός μίας πενταετίας. Σε περίπτωση που δεν λειτουργήσει σε μία πενταετία ή χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό εκτός του μουσείου, τότε η κυριότητα επανέρχεται σε εμένα.

Με ενέργειες του πρώην δημάρχου κ. Δημητρίου Παπουλίδη και του τότε δημοτικού συμβουλίου, είχε εκμαιευθεί ήδη από το 2ο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ένα ικανό χρηματικό ποσό (εκατόν είκοσι εκατομμύρια δραχμές, αν δεν κάνω λάθος) και άρχισαν οι εργασίες αποκατάστασης του κτηρίου. Δυστυχώς δεν επιτεύχθηκε η πλήρης αποκατάσταση του κτηρίου, δεν ξέρω για ποιον λόγο, πιθανώς για οικονομικούς λόγους, αν και τα εκμαιευθέντα χρήματα από την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν, κατά την γνώμη μου αρκετά.

Για την πλήρη αποκατάσταση του κτηρίου, ώστε να καταστεί δυνατή η λειτουργία του μουσείου, πληροφορήθηκα ότι απαιτείται ένα κονδύλιο 70 με 80 χιλιάδων περίπου ευρώ.
Ο Σύλλογος των Φίλων του Μουσείου του Μακεδονικού Αγώνος Νομού Καστοριάς, μετά από συνεχείς αιτήσεις και οχλήσεις προς το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Καστοριάς, κατόρθωσε και προκάλεσε απόφαση του δημοτικού συμβουλίου με την οποία διατέθηκε στον σύλλογο η οικία Πηχιών, για μία τριακονταετία, για να οργανώσει και λειτουργεί αυτός το μουσείο, χωρίς καμμία επιβάρυνση του δήμου. Το μουσείο όμως δεν μπορεί να οργανωθεί και να λειτουργήσει αν δεν αποπερατωθούν τα έργα που απαιτούνται για την πλήρη αποκατάσταση του κτηρίου.

Τα χρήματα που απαιτούνται για την αποπεράτωση των έργων πρέπει να ευρεθούν και να διατεθούν είτε από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση του Νομού Καστοριάς, είτε από τον Δήμο Καστοριάς. Είναι οι μόνοι φορείς οι οποίοι μπορούν να εκμαιεύσουν χρήματα από τα διάφορα υπουργεία, ή άλλες πηγές, γιατί όλες οι πηγές χρηματοδότησης ζητούν να υπάρχουν τεκμηριωμένες μελέτες των έργων που απαιτούνται, οι αιτήσεις να υποβάλλονται από δημόσιες υπηρεσίες και τα χρήματα να χορηγούνται μόνο σε δημόσιους φορείς. Δυστυχώς, παρ’ όλες τις οχλήσεις του συλλόγου προς τις ανωτέρω αρχές της αυτοδιοίκησης, αυτές κωλυσιεργούν στην σύνταξη των εκθέσεων που απαιτούνται και την υποβολή των σχετικών αιτήσεων προς τις πηγές εκμαιεύσεως χρημάτων, γιατί και πηγές και χρήματα υπάρχουν, χρειάζεται όμως να ζητηθούν καταλλήλως.

Είναι ντροπή για την πόλη της Καστοριάς και τις αρχές της, να έχουν περάσει τριάντα πέντε ήδη χρόνια από την απόφαση που πήραν, να ιδρύσουν Μουσείο Μακεδονικού Αγώνος, και ακόμη να εκκρεμεί το ζήτημα. Εκτός των άλλων είναι και θέμα εθνικής σημασίας η λειτουργία του μουσείου στην Καστοριά. Νομίζω ότι οι αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης πρέπει με κάθε τρόπο να βρουν χρήματα, έστω και από δικά τους κονδύλια, και να τα διαθέσουν για την λειτουργία του μουσείου.

Η πενταετία της εκπλήρωσης των όρων της δωρεάς της οικίας Πηχιών στον δήμο, έχει παρέλθει και ήδη με επιστολή μου προς τον κ. δήμαρχο, με κοινοποίηση προς το δημοτικό συμβούλιο, του επεσήμανα τους όρους της δωρεάς και το δικαίωμά μου να απαιτήσω την άρση αυτής, πλην όμως, επειδή νομίζω ότι η κωλυσιεργία ως προς την εύρεση και διάθεση των σχετικών κονδυλίων δεν γίνεται εσκεμμένα, θα αναμείνω για ένα μικρό χρονικό διάστημα, όπως του γράφω, να δω τις ενέργειες που θα κάνει ο δήμος για την εξεύρεση των χρημάτων που απαιτούνται, και αναλόγως θα προβώ στις περαιτέρω πράξεις μου.

Το μουσείο είναι Μουσείο Μακεδονικού Αγώνος Νομού Καστοριάς και ο Σύλλογος των Φίλων, που έχει ήδη συγκεντρώσει αρκετά εκθέματα, εάν δεν μπορέσει να το ιδρύσει στην πόλη της Καστοριάς, μπορεί κάλλιστα να το ιδρύσει σε έναν από τους άλλους δήμους του νομού, οι οποίοι ασμένως θα διέθεταν σχετικό οίκημα. Φανταστείτε το ρεζιλίκι της πόλης μας.

Αυτά προς γνώσιν των αγαπητών μου συμπατριωτών Καστοριανών.

Με άπειρη αγάπη προς την Καστοριά.

Αναστάσης Κων. Πηχιών

.


ΛΕΩΝΙΔΑ ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΥ: Το αεροδρόμιο και οι πτήσεις τσάρτερ

Πάλι τον τελευταίο καιρό έγινε πολύς λόγος για την αξιοποίηση του αεροδρομίου με πτήσεις 'τσάρτερ' φυσικά από την Ρωσία, μια και είναι η μοναδική περίπτωση προς το παρόν τουλάχιστον που μπορούμε να αξιοποιήσουμε. Ακούγονται ένα σωρό πράγματα από ανθρώπους μη ειδικούς για να μην χρησιμοποιήσω καμιά άλλη πιο βαριά έκφραση, τα οποία άλλες φορές σε κάνουν να λυπάσαι άλλες φορές να στενοχωριέσαι και άλλες να εξοργίζεσαι για την υποκρισία και την έπαρση κάποιων να κάνουν τους ξερόλες.

Ας ξεκινήσουμε όμως από την αρχή να θυμηθούμε πως ξεκίνησε η διεθνοποίηση του αεροδρομίου, διότι οι παλαιότεροι ίσως ξέχασαν και οι νεότεροι ίσως δεν γνωρίζουν.
Μετά το άνοιγμα λοιπόν των αγορών των ανατολικών χωρών και την προσέλευση χιλιάδων Ρώσων τουριστών, οι φορείς απαίτησαν και η πολιτεία τότε ανταποκρίθηκε στο αίτημά τους, να επενδύσει τότε, περίπου 6 δις δραχμές, σε σημερινές τιμές που θα πλησιάζουν τα 30 εκατομμύρια ευρώ, χρήματα όλων των φορολογουμένων πολιτών, προκειμένου να κάνει μια επένδυση η οποία θα απέδιδε και δεν θα παρέμεινε ανεκμετάλλευτη. Με βάση λοιπόν αυτό το δεδομένο η εταιρία λαϊκής βάσης των γουνοποιών ΕΔηΚα αε επί προεδρίας κ. Μυλωνά αποφάσισε πολύ σωστά να αξιοποιήσει το αεροδρόμιο με πτήσεις τσάρτερ από την Ρωσία, ενδεχομένως δε και από την Κίνα. Έτσι λοιπόν δημιούργησε θυγατρική εταιρία με την επωνυμία ΕΔηΚα Τράβελ αναθέτοντας μάλιστα το μάνατζμεντ σε εξειδικευμένο τουρ οπερέϊτορ ο οποίος έκανε έρευνα αγοράς πρώτα στην Κίνα, με εντυπωσιακά αποτελέσματα για την αγορά εκείνη την εποχή, πράγμα όμως που δεν προχώρησε λόγω του προσχήματος αδυναμίας εξεύρεσης του ποσού των 8 εκ. δραχμών, που θα χρειαζόταν για το ξεκίνημα των πτήσεων από την Κίνα.

Έτσι λοιπόν το Δ.Σ. της ΕΔηΚα αποφάσισε να ξεκινήσει τις πρώτες πτήσεις από την Μόσχα. Ξεκίνησαν να έρχονται τα αεροπλάνα αλλά στην πορεία κάτι άλλαξε. Άλλαξε ο ενθουσιασμός άλλαξε η διάθεση κάποιων αξιωματούχων της ΕΔηΚα και άρχισε ο εσωτερικός πόλεμος, βγάζοντας με διάφορες αλχημείες, που δεν είχαν καμία λογιστική ή οικονομική λογική ότι οι πτήσεις ήταν ασύμφορες. Το αποτέλεσμα ήταν λοιπόν παρά τις έντονες αντιδράσεις πολλών μελών του ΔΣ οι πτήσεις να μην συνεχισθούν και το ΕΔηΚα Τράβελ να σταματήσει την λειτουργία του.

Φυσικά λεπτομέρειες για το τι παιγνίδια παίχτηκαν παρασκηνιακά, δεν είναι θέμα της παρούσας δημοσίευσης, αλλά της ιστορικής καταγραφής που θα γίνει και θα αποδώσει στον καθένα τις ευθύνες του για τα κοινωνικά αυτά 'εγκλήματα ' που έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν σε βάρος των ανθρώπων της κληρονομιάς και της ανάπτυξης αυτού του τόπου.

Ας τα λάβουμε αυτά λοιπόν σοβαρά υπ' όψη μας όλοι μας και κυρίως η νέα βουλευτής μας, που ξεκίνησε με μεγάλη όρεξη και γι' αυτό το θέμα και πολύ καλά έκανε, έτσι ώστε να γνωρίζει ότι, κάποιοι είχαν και έχουν μεγάλα συμφέροντα, για να μην θέλουν να δρομολογηθούν απ΄ ευθείας πτήσεις από την Μόσχα και μάλιστα από την ΕΔηΚα. Έτσι λοιπόν μια νέα προσπάθεια αν υπονομευθεί μεθοδικά, θα δημιουργηθεί η εντύπωση, ότι οι πτήσεις απ' ευθείας από Μόσχα δεν είναι κερδοφόρες, όπως ισχυρίζονταν κάποιοι το 2003 στην ΕΔηΚα, με αποτέλεσμα να μην τολμήσει να θέσει κανείς τέτοιον ζήτημα για τα επόμενα δέκα χρόνια. Εκτός των παραπάνω λογικό είναι, όταν η Καστοριά ζητήσει ένα μεγάλο επενδυτικό έργο, να επικαλούνται κάποιοι ίσως κα σκόπιμα, το ανεκμετάλλευτο της επένδυσης του αεροδρομίου και να μην μας εμπιστεύονται για άλλη καινούργια επένδυση.

Ας αφυπνισθούμε λοιπόν όλοι μας και κυρίως οι φορείς και τα κόμματα και ας επιλέγουν ανθρώπους στους φορείς που έχουν δώσει εξετάσεις και δείγματα γραφής όσο αφορά το ήθος την εντιμότητα την ικανότητα την γνώση κλπ. και όχι σε καιροσκόπους που επιδιώκοντας μόνο το προσωπικό τους συμφέρον και υποθηκεύουν ολόκληρη την οικονομία και την ανάπτυξη του τόπου σε σκοπιμότητες οι οποίες αργά ή γρήγορα θα αποκαλυφθούν και η ιστορία θα τους στιγματίσει με τον πιο κατηγορηματικό και ανεξίτηλο τρόπο.

Τελειώνοντας λοιπόν θέλω να υπογραμμίσω ότι όχι μόνο εγώ αλλά και πολλοί άλλοι πιστεύουμε ακράδαντα ότι, εάν το εγχείρημα του ΕΔηΚα Τράβελ συνεχιζόταν με μεθοδικότητα υπομονή και κυρίως χωρίς υπονόμευση, τώρα θα είχαμε πτήσεις τσάρτερ όχι μόνο από Μόσχα αλλά ίσως ακόμη κα από την Κίνα. Και αυτό είναι βέβαιο διότι ήταν η μοναδική φορά που ΕΔηΚα πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις δηλαδή, τεχνογνωσία (know how), μεγάλες εγκαταστάσεις, στήριξη από τους μικρομεσαίους και την κοινωνία και στρατηγικό σχέδιο που θα μπορούσε να τύχει

16/12/07

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Χριστουγεννιάτικο...

Μολονότι αυτή η κατανόηση της βαθύτερης ουσίας του θα 'πρεπε να 'ναι τόσο αυτονόητη, ώστε να μην τίθεται καν θέμα κατανόησής της..." έγραφα κάπου στο προηγούμενο άρθρο μου. Εκεί αναφερόμουν γενικά στον ελληνικό πολιτισμό, το λαμπρό πολιτισμό μας, σήμερα όμως στην ουσία ενός και μόνο χριστουγεννιάτικου εθίμου έχω επιλέξει να σταθώ. Ενός αιώνιου εθίμου του λαού μας, ενός εθίμου από τα ωραιότερα που ζει κανείς σ' αυτήν την υπέροχη πατρίδα. Τόσο ωραίου, ώστε κάθε φορά που δοκιμάζει κανείς να θέσει στα παιδιά το αίτημα: "Πέστε ο καθένας σας μια λέξη που έρχεται στο νου σας μόλις ακούσετε τη λέξη "Χριστούγεννα", είναι βέβαιο ότι θα ακούσει ως απάντηση -ανάμεσα σ' άλλες φυσικά- αυτήν τη λέξη, όχι μονάχα μία, αλλά πολλές φορές: κάλαντα

Και, όπως στην περίπτωση του κατ' εξοχήν παραδοσιακού χριστουγεννιάτικου φαγητού της περιοχής μας, οι νοικοκυρές δε σταμάτησαν ποτέ να φτιάχνουν τους πετανόστιμους σαρμάδες μας, έστω και χωρίς να συνειδητοποιούν ότι, τυλίγοντας το σαρμά με το φύλλο της αρμιάς, θυμούνται και τιμούν την Παναγιά μας που φάσκιωσε το νεογέννητο Χριστόν Υιόν της, έτσι και στην περίπτωση του εθίμου των καλάντων τα παιδιά, τα Ελληνόπουλα, δε σταμάτησαν ποτέ να βγαίνουν για να τα πούνε, έστω και αν δε γνωρίζουν τη βαθύτερη ουσία της πράξης τους αυτής, έστω και αν δεν είναι σε θέση να καταλάβουν πόσο σημαντικό είναι αυτό που κάνουν. Και το κάνουν αδιάκοπα μες στους αιώνες, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν κάθε χρόνο, απτόητα κι από τις πιο τσουχτερές παγωνιές του Δεκέμβρη ειδικά στο δικό μας τόπο...

Κάλαντα, λοιπόν, ή κόλιεντα ή κόλιαντα ή κόλιντα... Έτσι λέγονται τα τραγούδια που έχουν ως στόχο τους να φέρουν ένα μήνυμα. Τα τραγούδια αυτά έχουν εντελώς δικά τους βασικά χαρακτηριστικά:
Πρώτα-πρώτα δεν είναι τραγούδια φτιαγμένα από λόγιους ή ποιητές, αλλά από τον ίδιο το λαό μας, τραγούδια που, καθώς είναι βγαλμένα μέσ' από την ψυχή του λαού μας, "που είναι όμοια σε εικόνες, σε έκφραση και σε κάλλος με τ' άλλα τα τραγούδια τα δημοτικά, που τα λόγια τους βγαίνουν από το στόμα του λαού, σαν το γάργαρο νερό που κατρακυλάει απ' τις πλαγιές της Πίνδου και του Ολύμπου, μιλάνε ολόισια στην ψυχή του ανθρώπου, κάνοντάς τον να τα νιώθει, να τα ζει, να τα χαίρεται".
Και, μολονότι φτιαγμένα από απλούς ανθρώπους, πολλές φορές οι στίχοι τους είναι τόσο ποιητικοί ώστε συναγωνίζονται ακόμα και τους πιο φροντισμένους στίχους ποιημάτων, φανερώνοντας την ποιητική ψυχή του λαού μας:

"Γραμματικός και λειτουργός και ψάλτης
κι αναγνώστης
έχει τον ουρανό χαρτί,
τη θάλασσα μελάνι
και το μικρό το δάχτυλο κοντύλι για να γράφει".

Αλλά και:
"Ώσπου να πας
κι ώσπου να 'ρθεις
κι οπίσω να γυρίσεις
οι στράτες ρόδα γιόμισαν, τα μονοπάτια μόσχο"

λένε, ανάμεσα στ' άλλα, τα καστοριανά κάλαντα και είναι στίχοι που συναγωνίζονται σε ποιητικότητα, σε ζωντάνια και ομορφιά ακόμα και τους στίχους μεγάλων ποιητών.
Και πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κι αυτό... πως τα κάλαντα κατ' αρχήν διηγούνται το ιστορικό της γιορτής που ξημερώνει. Έτσι, τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα εξιστορούν στην αρχή τους τη γέννηση του Χριστού:

"Τα συχαρίκια μας, κυρά
φάσκιωσεν η Παναγιά
έκανε Χριστόν Υιόν
γεννήθηκε, βαφτίστηκε
στους ουρανούς πετάχτηκε."

(Από τα μαυροβινά κάλαντα των Χριστουγέννων)


Έχουν, όμως, και επαινετικό χαρακτήρα. Αυτός ο χαρακτήρας (ο επαινετικός) υπάρχει έντονος στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα της πόλης της Καστοριάς, που εμείς εδώ στο χωριό μας τα λέμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς:

"Αφέντης μας είναι καλός στον κόσμο ξακουσμένος"

και

"Ένα μικρό μικρούτσικο σπυρί μαργαριτάρι" και
"Εδώ έχουν κόρη όμορφη, πανέργου θυγατέρα" και...


Και, εκτός από την εξιστόρηση του γεγονότος που γιορτάζουμε και τον επαινετικό τους χαρακτήρα, περιέχουν πάντοτε και ευχές:

"Ας είν' πολλά τα έτη του καλά κι ευτυχισμένα",
αλλά και
"Καλέ Παναγιώτατε,
Χρυσέ μας Ποιμενάρχα
καλές γιορτές καλή χρονιά καλέ μας Ιεράρχα
πολλά τα έτη Δέσποτα
να είναι ευτυχισμένα
μαζί να τα περάσουμε καλά κι αγαπημένα",
όπως εύχονται οι Καστοριανοί στον εκάστοτε Μητροπολίτη τους.


Βεβαίως υπάρχει και το ζήτημα της αμοιβής. Μόνο που η αμοιβή δεν ήταν ο κύριος σκοπός των καλαντιστών. Ο κύριος σκοπός τους ήταν πάντοτε η παρέα, η συνεύρεση με την παρέα. Γι' αυτό οι καλαντιστές δεν εισέπρατταν ξεχωριστά τα φιλοδωρήματά τους, στην αρχή όχι χρήματα, αλλά ψωμάκια, κάστανα, καρύδια, μήλα, κυδώνια, κρασί, λουκάνικα και ό,τι άλλο χρειάζεται για το ομαδικό φαγοπότι και το τσιμπούσι που ακολουθούσε. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη χαρά των καλαντιστών, τα κοινά γλέντια, η κοινή διασκέδαση της παρέας.
Σήμερα οι καλαντιστές που εισπράττουν χρήματα θα 'πρεπε κανονικά να έχουν ταμείο κοινό και στο τέλος να ακολουθεί η μοιρασιά.

Έπειτα είναι και η επικοινωνία. Όχι μονάχα με την παρέα, αλλά και με τα άλλα μέλη της κοινότητας, με τα οποία είναι επίσης πολύ δεμένοι οι καλαντιστές. Γι' αυτό και έλεγαν στο κάθε σπιτικό και άλλα λόγια, άλλα για τον παπά, άλλα για τον μορφωμένο, άλλα για το σπίτι που έχει ανύπαντρο κορίτσι ή ξενιτεμένο ή μικρό παιδί... Αυτό προϋποθέτει το δέσιμο των μελών της κοινότητας μεταξύ τους. Γι' αυτό και τα κάλαντα χάνουν το νόημά τους όταν χάνεται αυτή η προσωπική σχέση του καλαντιστή με το νοικοκύρη.

Κι ας μην ξεχνάμε ότι οι ιδανικοί καλαντιστές είναι τα παιδιά. Τα παιδιά κουβαλάνε μες σ' ολόκληρους αιώνες αυτήν ειδικά την Παράδοση -από ευγνωμοσύνη, θαρρείς, προς τον Χριστό που τα ευλόγησε όταν ήταν εδώ στη γη και τα ξεχώρισε απ' όλα τα ανθρώπινα πλάσματα της γης, γι' αυτόν το λόγο και αυτά εκφράζουν τη ευγνωμοσύνη τους κάθε φορά που γεννιέται ο Χριστός, όση παγωνιά κι αν είναι απλωμένη τριγύρω τους...
"Τα παιδιά, που ολοκάθαρα και φροντισμένα ξεκινούν το πρωί με το χειμωνιάτικο κρύο, παρατώντας το χουζούρι των σχολικών διακοπών τους, και φτάνουν ως την πόρτα μας για να τα "πουν", ας είναι καλόδεχτα και καλοπληρωμένα...".

Και όπως πρέπει πληρωμένα από εμάς τους μεγάλους, που κουκουλωμένοι με τα ζεστά μας παπλώματα, ακούμε τις φωνές τους μες στο ξημέρωμα και νιώθουμε σαν να έχουν ανοίξει οι ουρανοί και πως οι άγγελοι ανεβοκατεβαίνουν για άλλη μια φορά, ψάλλοντάς μας ένα άλλο "Δόξα εν Υψίστοις..."

Στους "αξημέρωτους" καλαντιστές του Δημοτικού Σχολείου Μαυροχωρίου.
Η δασκάλα τους
Σόνια Ευθυμιάδου-Παπασταύρου

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗ: Τι έχουμε να πούμε...

Αγαπητοί μου,

Τι έχουμε να πούμε για τα παιδιά (χαμίνια) του Σάο Πάολο της Βραζιλίας, τα παιδιά της Αφρικής, της Ινδίας και της Πολυνησίας; Τους μικρούς αυτούς Χριστούς που παράγονται και αναπαράγονται ανεξέλεγκτα και ύστερα εξαφανίζονται και τους βρίσκουμε ξεκοιλιασμένους στις άκρες των κακόφημων δρόμων, αφού πρώτα κακοποιηθούν και τους αφαιρεθούν τα ζωτικά όργανα.
Τίποτα...

15/12/07

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Ανακαλύπτοντας τον Κρίστοφερ

Μας καθήλωσε. Μας ανύψωσε. Μας συγκίνησε.
Ο Κρίστοφερ, ο ξεχωριστός αυτός νέος που έβαλε όλο του το πάθος να αποδώσει έναν τόσο δύσκολο ρόλο.
Όλοι οι συντελεστές όμως εποίησαν ήθος, κάτι που πολύ σπάνια γευόμαστε σε αυτήν την πόλη.
Και οι αρχές, κωφές, αδιάφορες στην έλλειψη ενός στοιχειωδώς έστω κατάλληλου χώρου για τέτοιες εκδηλώσεις.
Ένα εύγε και ένα κρίμα.

Χρυσούλα Πατρώνου


Σχετικά κείμενα:

ΕΛΕΝΗΣ ΤΣΑΔΗΛΑ: Ποιούς αφορά η "ανακάλυψη του Κρίστοφερ"
ΟΔΟΣ: Για τα αυτιστικά παιδιά, εννοείται.

.

ΟΔΟΣ: Εκκρεμές

Απέναντι στην μικρή - πλην όμως "τίμια", (επειδή προφανώς δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο) Ελλάδα, υπήρχαν πάντοτε αυτοί που δεν παραιτούνταν εύκολα από διεκδικήσεις και προσπάθειες. Στην θέση των τελευταίων σήμερα βρίσκονται όσοι αντιλαμβάνονται ότι ο κόσμος γύρω τους, δεν αποτελείται από σταθερές, αλλά από μεταβλητές. Ότι τα πάντα ρεί. Και ψάχνουν κάθε φορά τους τρόπους για να προσαρμόζουν στην ανταγωνιστική πραγματικότητα, το περιβάλλον τους. Ώστε να γίνουν οι ίδιοι και οι άλλοι καλλίτεροι. Και να μην προσκολλώνται σ' όσα πέτυχαν ή απέτυχαν στο παρελθόν.

Στο επίπεδο της Καστοριάς, τα τελευταία χρόνια επικρατεί η απουσία στόχων και οραμάτων. Νομίζει κάποιος ότι ιστορία διακόπηκε κάπου εκεί στο 2000, ελάχιστο χρόνο μετά την πρώτη τετραετία της τότε "Καστοριανής Ενότητας" του τ. δημάρχου κ. Δ. Παπουλίδη και πολύ αργότερα από τις δύο 4ετίες του άλλοτε δημάρχου κ. Α. Οικονομίδη, στις οποίες τέθηκαν τα θεμέλια της κατοπινής μεταβολής της πόλης. Και ότι από τότε, η πόλη της Καστοριάς δεν κάνει τίποτε άλλο από το να διαχειρίζεται την καθημερινότητά της, κλείνοντας το πολύ λακκούβες στους δρόμους. Ή παραφορτώνοντας τα δένδρα με χριστουγεννιάτικα φώτα, στην μόνη εποχή του χρόνου που η Καστοριά έχει λίγο φως. Γιατί όλο τον υπόλοιπο χρόνο την κατακυριεύει το σκοτάδι.

Όσοι είναι πιο δύσπιστοι, πιστεύουν ότι η κατάσταση όχι απλώς μένει στάσιμη, αλλά ότι εκτραχύνεται. Διότι απλά εν τω μεταξύ δημιουργούνται και άλλα απορρίμματα. Παράλληλα, με το πέρασμα των χρόνων, οι πολίτες συνηθίζουν στην πραγματικότητα αυτή και απομακρύνονται από τους πήχεις και τους στόχους που έθεταν στο παρελθόν. Η κατάσταση αρχίζει και μοιάζει φυσιολογική.

Αφορμή για την εισαγωγή του άρθρου αυτού αποτέλεσαν οι «διθυραμβικές» δηλώσεις του δημάρχου Καστοριάς κ. Ιωάννη Τσαμίση, ότι ανά πάσα στιγμή, η διαρκώς αναμενόμενη πανεπιστημιακή σχολή, θα μπορεί να στεγαστεί στο κτήριο της άλλοτε "Πρόνοιας", στην περιοχή του Αγίου Μηνά. Πρόκειται για κορυφαίο δείγμα δημόσιας ανακολουθίας και πολιτικής αστάθειας. Εκτός κι' αν είναι ένας ριψοκίνδυνος ελιγμός μιας πολιτικά αθέμιτης υπαναχώρησης. Την οποία δεν χρειάζονται όσοι έχουν εμπιστοσύνη στην άποψή τους, το δίκιο της και κυρίως στην υποστήριξη του κοινωνικού συνόλου. Και δεν φοβούνται τις συγκυριακές κραυγές των ελάχιστων όταν πρόκειται να υπερασπίσουν το γενικό καλό.

Διότι στο θέμα της έδρας της πανεπιστημιακής σχολής, έχουν γραφεί και έχουν ειπωθεί μυριάδες λέξεων που θα μπορούσαν να συγγράψουν μια Ιλιάδα και μια Οδύσσεια και την ιστορία της Καστοριάς από την αρχή. Στην οποία οι Καστοριανοί θα πρέπει να απολογούνται ακόμη και για τα πιο φυσικά πράγματα. Απέναντι στον καθένα, και ιδίως απέναντι σε εποχούμενους και περαστικούς καθηγητές και μαθητές. Απέναντι σε ορισμένους που κατ' ιδίαν δεν κρύβουν την διαφωνία, ή και την περιφρόνηση τους, για αυτά για τα οποία, κάποιοι άλλοι έχουν διαφορετική συναισθηματική φόρτιση.

Κι' όμως, αυτοί οι νέοι διαχειριστές, οι πνευματικοί κουμανταδόροι, επιμένουν να αναγορεύονται σε προστάτες μιας στασιμότητας που βολεύει τους ίδιους και κοιμίζει συνειδήσεις. Απαιτούν να έχουν τον αποκλειστικό λόγο για μια πόλη από την οποία μπορεί οι ίδιοι και να "δραπετεύσουν" κάποια στιγμή και παράλληλα να μην έχουν λόγο όλοι οι άλλοι όταν δεν συμφωνούν μαζί τους.

Μάλιστα πρόσφατα κάποιοι άρχισαν να αποδίδουν την μαχητικότητα όσων επιμένουν δυναμικά για την σχολή στην θέση του 1ου γυμνασίου στην περιοχή "Κουμπελίδικης", στην αρμοδιότητα της... ψυχολογίας. Αφού πρώτα αντιλήφθηκαν ότι δεν έπειθαν με τα άλλα, τα ρηχά επιχειρήματά τους για βαρβάρους και τείχη, τώρα επανέρχονται με αναφορές στις ψυχικές επιστήμες. Προσπαθούν να εξηγήσουν την ανησυχία κάποιων για τον τόπο τους, και την αγωνία για το μέλλον του, με φροϋδικές αναλύσεις. Και με αφορισμούς. Πάλι καλά που δεν ζούμε σε ναζιστική ή σοβιετική περίοδο. Πριν απ' αυτά, βεβαίως, είχε προηγηθεί η αμφισβήτηση της ποιότητας και της αξιοπρέπειας του τόπου, της ιστορίας και των ανθρώπων του, με ύβρεις, γελάκια και ρετσινιές. Τα γνωστά.

Και πώς άραγε να μην νοιώθουν ότι μπορούν να αναπτύσσουν την στρατηγική τους, όταν αρωγός, έστω και έμμεσος γίνεται ο ίδιος ο πρώτος πολίτης αυτής της πόλης με την διγλωσσία; Τον οποίο όλοι θυμούνται ένα χρόνο πριν, πολύ διστακτικά βέβαια αλλά πάντως με σχετική σαφήνεια, να τάσσεται έστω και χωρίς tempo υπέρ της ίδρυσης και λειτουργίας της σχολής, στο κτήριο που σήμερα στεγάζεται το 1ο γυμνάσιο Καστοριάς. Κάτι που είχε αποφασιστεί μάλιστα ομόφωνα ως πρώτη προτεραιότητα από το αρμόδιο δημοτικό συμβούλιο Καστοριάς, στο οποίο συμμετείχε και ο ίδιος ως δημοτικός σύμβουλος, επικεφαλής της τότε μείζονος μειοψηφίας.

Τι έγινε στ' αλήθεια; Τροποποιήθηκε η ομόφωνη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, ανακλήθηκε, ή μήπως ο φόβος οδηγεί στην υποταγή, μια και έναν χρόνο πριν ο κ. Τσαμίσης άλλα έλεγε. Και ίσως άλλα θα λέει αύριο. Δικαιούται ο πρώτος πολίτης της πόλης να αποδυναμώνει τις προσπάθειες του νομάρχη Καστοριάς ο οποίος αγωνίζεται για την ίδρυση του πανεπιστημίου στην θέση που υποδείχθηκε ως η καταλληλότερη, δηλαδή το 1ο γυμνάσιο Καστοριάς; Ή μήπως το κάνει για να πλήξει τον νομάρχη επειδή οι σχέσεις τους έχουν διαταραχθεί;

Πώς να μην λοιδωρούν τους Καστοριανούς που έχουν διαφορετική άποψη, αυτοί που παρακολουθούν τον πρώτο πολίτη της Καστοριάς, να αμφισβητεί με τις δηλώσεις του, την δεσμευτικότητα και την σκοπιμότητα μιας απόφασης που απηχεί τις ανάγκες και την θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των δημοτών του;

Με τέτοιες αμφιταλαντεύσεις, σαν κι' αυτές του δημάρχου Καστοριάς την περασμένη εβδομάδα, πώς είναι δυνατό να μην χύνεται λάδι στην φωτιά της φραστικής αποθράσυνσης και της διάχυτης εχθρότητας, που άρχισε πια να μην κρύβεται, και να μην τηρεί ούτε προσχήματα σε βάρος αξιών που για τους υπόλοιπους έχουν σημασία και βάρος;

Θα τα ξανασκεφτεί άραγε ποτέ όλα αυτά ο νυν δήμαρχος και μάλιστα πριν αλέκτωρ φωνήσαι; Ή θα αρκεστεί να δηλώνει απόψεις που θυμίζουν εκκρεμές.

.

14/12/07

ΟΔΟΣ: Για τα αυτιστικά παιδιά, εννοείται.

Όλο και πιο βαθειά στον πολιτιστικό μεσαίωνα βυθίζεται η Καστοριά από την παρατεινόμενη αδιαφορία για την έλλειψη πνευματικού κέντρου στην Καστοριά.
Την περασμένη εβδομάδα, άρχισε τις παραστάσεις της η θεατρική ομάδα "Μύησις" με το μονόπρακτο θεατρικό έργο "Ανακαλύπτοντας τον Κρίστοφερ" βασισμένο στο "Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα" του Μάρκ Χάντον, σε σκηνοθεσία Θωμά Βελισσάρη με την οικονομική ενίσχυση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καστοριάς.

Το ζήτημα της έλλειψης χώρου για ανάλογες εκδηλώσεις είναι πάντοτε επίκαιρο. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη θεατρική παράσταση αποδεικνύει ότι οι μεμονωμένες προσπάθειες της θεατρικής κίνησης στην Καστοριά κατέκτησαν ήδη ένα σημαντικό επίπεδο. Και όμως, το θέατρο -όπως και οι άλλες Μούσες, παραμένουν άστεγες στην Καστοριά.

Αυτή την φορά η προσπάθεια ωθήθηκε ακόμη δυναμικότερα, με την επιλογή του συγκεκριμένου έργου, το οποίο αφιερώθηκε στις οικογένειες των παιδιών της Καστοριάς που πάσχουν από αυτισμό. Κάτι που ενεργοποίησε ιδιαίτερα συναισθήματα για τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν ενεργά μέλη της κοινωνίας μας. Επρόκειτο για βαθειά ανθρώπινες διαστάσεις με ευαισθησία στις κοινωνικές ιδιαιτερότητες των οικογενειών, που στον περίγυρό τους αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα, με αποτέλεσμα η πρωτοβουλία να είναι πρωτοποριακή και επαινετική. Διότι η κοινωνική ευαισθησία είναι ένα άλλο σοβαρό έλλειμμα σε μια πόλη σαν την Καστοριά, που έως τώρα έχει συνηθίσει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της μέσα από την περιστασιακή συμπάθεια, ή την ελεημοσύνη.

Ανεξάρτητα απ όλα αυτά, τόσο η σκηνοθεσία όσο και η παράσταση ήταν σε γενικές γραμμές εξαιρετικές. Διότι η σκηνοθεσία αξιοποίησε αριστοτεχνικά τις πρακτικές αδυναμίες της θεατρικής σκηνής της Καστοριάς και της μικρής σχολικής αίθουσας που φιλοξενεί τις παραστάσεις. Με αποτέλεσμα να κάνει την ένδεια πειραματισμό και τέχνη. Μοντέρνα σκηνοθεσία, έξω από τα κλασσικά στερεότυπα, ωθεί τον θεατή να συμμετέχει στην παράσταση με όλες τις αισθήσεις και ιδίως την λογική, την παρατήρηση και την καρδιά του. Σχεδόν όλοι οι ηθοποιοί της παράστασης εντυπωσίασαν με την εμπειρία τους αλλά και την δυνατότητά τους να διδάσκονται σύγχρονο θέατρο και να αποδίδουν σ' αυτό.

Αναμφίβολα όμως στην παράσταση διακρίθηκε ο νεαρός συμπολίτης ηθοποιός κ. Ιωάννης Τσότσος, ο οποίος είχε ήδη ξεχωρίσει από την περασμένη θεατρική παράσταση του Μαΐου "Η σιωπηλή συνομωσία της σαρδέλας" στην οποία είχε ερμηνεύσει ένα δευτεραγωνιστικό ρόλο. Όμως, σ' αυτήν την παράσταση, ενσάρκωσε με όλη την δύναμη της πνευματικότητας που κρύβει η αυτονόητη κλίση του στο θέατρο τον ρόλο του Κρίστοφερ, του αυτιστικού νέου που ανέλαβε να εξοικειώσει το καστοριανό θεατρικό κοινό με το πρόβλημα μέσα από την δική του "απλή" ιστορία.
Κράτησε το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης με "μια αναπνοή", και παρά τις ελάχιστες στιγμές που μπορούσε να διακρίνει κανείς το κόστος της σωματικής δοκιμασίας της προσπάθειάς του, ο ίδιος απέδειξε ότι θα γίνει στο μέλλον σημαντικός ηθοποιός και ερμηνευτής υψηλού επιπέδου.

Όλα αυτά, έκαναν ακόμη πιο αδικαιολόγητη και αδυσώπητη την κατάσταση της θεατρικής σκηνής της Καστοριάς. Η παράσταση δόθηκε σε συνθήκες διωγμού. Σε συνθήκες κατοχικού θεάτρου, και κρυφού σχολειού. Διότι μπορεί η αξιέπαινη και ζεστή συμπαράσταση του σχολείου που παραχωρεί την αίθουσά του να παρέχει αυτή την ανεπαρκή λύση, αλλά παρά ταύτα, η κατάσταση ήταν οριακή. Σχεδόν περιθωριακή. Στοιβαγμένοι έως 50 θεατές, καθισμένοι σε σχολικά καρεκλάκια δημοτικού σχολείου. Σε μια σκηνή χωρίς υποδομές και άλλες δυνατότητες.

Το πιο ενδιαφέρον ήταν ότι το βράδυ της πρεμιέρας, τα τελευταία 30-40 λεπτά της παράστασης που δόθηκε σε συνθήκες νομαδικού καταυλισμού τα παρακολούθησε και ο δήμαρχος Καστοριάς κ. Ιωάννης Τσαμίσης, ο οποίος λέγεται ότι σπανίως προσέρχεται κάπου στην ώρα του.

Ενώ την επόμενη ημέρα, αντίθετα, προσήλθε από την αρχή της παράστασης η βουλευτής Καστοριάς κ. Β. Μπουζάλη, η οποία στα 5-10 λεπτά της παράστασης, σηκώθηκε, και προσβάλλοντας με ασυνήθιστο τρόπο τους συντελεστές και τους θεατές, αναχώρησε προς άγνωστη κατεύθυνση. Σωστά. Δεν μπορούσε να αφιερώσει ακόμη 3/4 της ώρας, όταν το καθήκον την καλούσε. Άλλωστε πριν 15 ημέρες, αργά το βράδυ -όπως σημείωνε αναγνώστης σε επιστολή του στο προπερασμένο φύλο εθεάθη σε ναό με μπουζούκια, όπου και η ίδια έκανε πράξη το "σεμνά και ταπεινά". Εκεί προφανώς παρακολούθησε έως αργά το πολιτιστικό "δρώμενο".

Η βουλευτής κατέδειξε με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την θεατρική κίνηση στην Καστοριά (ενδεχομένως και τα άτομα με ειδικές ικανότητες μια και η θεατρική παράσταση είχε σκοπό την κοινωνική ευαισθητοποίηση). Σηκώθηκε και έφυγε στα πρώτα 5-10 λεπτά, ενώ κανονικά ίσως έπρεπε να μην είχε πάει καθόλου, εφ' όσον είχε λόγους να φύγει. Αν είχε συναίσθηση των υποχρεώσεων και των ευθυνών της. Και αν δεν επικύρωναν η ίδια και ο δήμαρχος Καστοριάς με την "παρουσία" τους, αυτή την αβίωτη και απαράδεκτη κατάσταση.

Σχετικά κείμενα:

13/12/07

ΕΛΕΝΗΣ ΤΣΑΔΗΛΑ: Ποιούς αφορά η "ανακάλυψη του Κρίστοφερ";

Κυρία Β. Μπουζάλη,
Κατά καιρούς έχω εκφράσει το παράπονό μου για το ότι κανένας από τους τοπικούς παράγοντες δεν τιμά με την παρουσία του (και όχι μόνο με αυτήν) τις παραστάσεις μας, παρόλο που είμαστε μία θεατρική ομάδα με παράδοση και επιτυχίες ετών...
Φυσικά κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να παρακολουθήσει μία θεατρική παράσταση, εάν δεν το επιθυμεί, αν και για τους πολιτικούς σίγουρα δεν είναι αυτός ο μοναδικός λόγος όταν το πολιτιστικό ενδιαφέρον τους κρίνεται απαραίτητο προσόν και πρέπει έμπρακτα να αποδεικνύεται. Άλλωστε οι επιλογές μας δηλώνουν την παιδεία μας, συνεπώς ο καθένας κρίνεται.
Το θέατρο υπήρξε και είναι ο χώρος διερεύνησης του διαφορετικού, του υποσυνείδητου, του στερεότυπου, του απόκρυφου, του μεταφυσικού, του απαγορευμένου... Συνεπώς οι άνθρωποι βλέπουν και αντιλαμβάνονται καλύτερα τον κόσμο. Είναι ένας χώρος παίδευσης και παιδείας.
Πίστευα λοιπόν ότι εσείς, ως νέα (τουλάχιστον ηλικιακά) πολιτικός και γυναίκα... και βέβαια με παιδεία που εσείς δηλώνετε με ηχηρά πτυχία, θα αντιμετωπίζατε το όλο θέμα διαφορετικά για την συγκεκριμένη παράσταση για δύο ακόμη λόγους, γιατί έθιγε ένα πρόβλημα που αφορά σημαντικό αριθμό ανθρώπων γύρω μας, αυτό του αυτισμού, αντικείμενο που άπτεται και των σπουδών σας και γιατί πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την αντίστοιχη "Εταιρεία Προστασίας Ατόμων με Αυτισμό", ο πρόεδρος της οποίας είναι συνεργάτης σας.
Όμως, όχι μόνο δεν ήρθατε... αλλά επιλέξατε, λόγω ίσως "υποχρεώσεών σας" κάτι πολύ χειρότερο και άκρως προσβλητικό για εμάς βέβαια, αλλά πολύ περισσότερο για την κατηγορία αυτών των συνανθρώπων μας που αποκαλούμε "αυτιστικούς": Ήρθατε, ζητήσατε να καθίσετε κάπου πίσω, όχι από ταπεινότητα αλλά γιατί ίσως αποχωρούσατε πριν τελειώσει η παράσταση. Και αποχωρήσατε μόλις σβήσανε τα φώτα για την έναρξη της παράστασης! Πριν καλά-καλά αρχίσει!
Τελειώνω την επιστολή μου, παρακαλώντας σας να αγνοήσετε οποιαδήποτε επιστολή λάβατε που αφορά μελλοντική πολιτιστική συνεργασία μας... αφού εμπράκτως πια έχετε αποδείξει τις προθέσεις και τις προτεραιότητές σας.
Ελένη Τσαδήλα
Υ.Γ. Η παράσταση "Ανακαλύπτοντας τον Κρίστορερ" ανέβηκε με την οικονομική ενίσχυση της Νομαρχίας Καστοριάς και εκτός της κ. Μπουζάλη την παρακολούθησε μόνο ο δήμαρχος Καστοριάς κ. Ιωάννης, Τσαμίσης , ο οποίος αν και προσήλθε με καθυστέρηση ενός τετάρτου, παρέμεινε ως το τέλος.

Σχετικό κείμενο:
ΟΔΟΣ: Για τα αυτιστικά παιδιά, εννοείται.


.