30/7/09

ΟΔΟΣ: Camouflage

Η διαπίστωση των πολιτών κατά τον έλεγχο τους από αστυνομικούς, ότι η Ελληνική Αστυνομία επανδρώνεται επιτέλους (και) από ευγενείς, νέους συνήθως σε ηλικία (αλλά και μεγαλύτερους) που ασκούν το καθήκον τους στα πλαίσια του νόμου, με ευπρέπεια και σεβασμό στους πολίτες και την αξιοπρέπειά τους, χωρίς να δείχνουν αρχομανία ή να καταχρώνται την υπηρεσιακή «εξουσία», είναι άνευ άλλου ευχάριστη. Όχι βεβαίως ότι δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά τουλάχιστον ο «κανόνας» άρχισε να μετατοπίζεται. Έστω, να ισορροπεί. Το ίδιο συμβαίνει βεβαίως σε ικανοποιητικό επίπεδο -που θέλει όμως και βελτιώσεις καθώς και διαρκή παρακολούθηση- και με τα στελέχη της Αστυνομίας που διενεργούν ελέγχους ιδίως στους οδηγούς των αυτοκινήτων.

Όμως, τις τελευταίες ημέρες παρατηρήθηκαν σε δρόμους του νομού, στο εθνικό δίκτυο, περιστατικά ελέγχου από αστυνομικούς της Καστοριάς που επέβαιναν σε κανονικά (χωρίς κανένα διακριτικό), και όχι υπηρεσιακά αυτοκίνητα, καλώντας τους οδηγούς με «σήματα» φώτων (!) να σταματήσουν για να υποστούν τον έλεγχο.

Ακόμη, και να μην είναι εκτός νόμου η χρήση αυτών των εκπληκτικών μεθόδων, το γεγονός προκαλεί έκπληξη. Όχι μόνο για τους κινδύνους πρόκλησης τροχαίων λόγω (στην κυριολεξία) αιφνιδιασμού των οδηγών που οδηγούν με ταχύτητα στους δρόμους, ή και παρεξήγησης και καταδιώξεων (ποιος άλλωστε θα σταματήσει σε αγνώστους;), αλλά και ως εικόνα προσβολής στους πολίτες που υφίστανται τον έλεγχο. Καμουφλαρισμένους αστυνομικούς μόνο στο Πεκίνο συναντά κανείς.

Σε μια εποχή που οι έμποροι ναρκωτικών και οι λαθρομετανάστες αλωνίζουν τον τόπο, και ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως στην Αθήνα και μάλιστα δημόσια, στο φως της ημέρας και μερικές φορές μπροστά στα μάτια των αστυνομικών, το να διυλίζει η αστυνομία τον κώνωπα και να καταπίνει την κάμηλο, είναι πρακτική που δεν συμβάλλει στην εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας και ισότιμης μεταχείρισης των πολιτών. Όσους «πληθυντικούς» και άλλους ευγενείς υπηρεσιακούς τόνους να χρησιμοποιήσουν οι αστυνομικοί.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.7.2009



ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Τα εν…Νίκω εν Δήμω

Ένας επιστολικός σχολιασμός του αυτοβιογραφικού βιβλίου του Νίκου Δήμου: «Οι δρόμοι μου»


Αγαπητέ- πιστέψτε με αδιαλείπτως εδώ και τριανταπέντε περίπου χρόνια- κ. Δήμου,

Στο προηγούμενο τεύχος (αριθ. 186) του «Φωτογράφου» στη σελ. 30 ο Τάκης Τζίμας «συνιστά» το βιβλίο σας: «Ο Δρόμοι μου». Είχα διαβάσει ένα τόμο μονάχα των «δρόμων» και δεν είχε τύχει μέχρι ως τα σήμερα μέσα στη φρενίτιδα και την επαγγελματική προσήλωση να το πάρω είδηση. Το θερμό όμως κείμενο του αρθρογράφου με έπεισε και δυο μέρες τώρα βοηθούντων γαρ των εκλογών και της αργίης…Αγίου πνεύματος το «ξεκοκάλισα». Είστε λοιπόν απολύτως υπεύθυνος που δεν πήγα να ψηφίσω στην πατρίδα μου το Βογατσικό της Καστοριάς (προγονική πατρίδα και του συμμαθητή σας στο Κολλέγιο και φίλου μου Μάρκου Δραγούμη).
Στο Βογατσικό όπου στα χρόνια της εφηβείας ένας άνθρωπος ανήσυχος (καθόλου «του πνεύματος» μα απλά από ‘κείνα τα αιρετικά και ενοχλητικά μυαλά της επαρχίας) μου είχε συστήσει τη «Δυστυχία του να είσαι Έλληνας». Για καιρό τσαμπουνούσα στις παρέες από μνήμης ολόκληρα κατεβατά αποφθεγμάτων που είχα αποστηθίσει από το βιβλίο για να κάνω εντύπωση. Δεν κατάφερα βέβαια στις εξετάσεις της έκθεσης για τα (αρτικολεκτικά) ΑΕΙ να σερβίρω κανένα από αυτά γιατί αυτά δεν αποτελούσαν «κλασσική γνώση».
( Ενώ οι Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ε. Παπανούτσος, Α. Τερζάκης κλπ κυριαρχούσαν τότε…). Μέσα μου βαθιά όμως είχε πια γαντζωθεί ένας αντιρρησίας της κοινής διαδρομής, κι ένας ιδιότυπος αναρχισμός με αφορμή… Η σχέση μας συνεχίστηκε κι αλλού με τις επιφυλλίδες και τις διαδρομές σας από δω και κει σε έντυπα και ΜΜΕ.
Κάποτε ελλείψει χρημάτων είχα νοικιάσει το φοιτητικό μου δωμάτιο μονάχα για τους καλοκαιρινούς μήνες. Καιρό μετά είχα αντιληφθεί ότι οι πρόσκαιροι ενοικιαστές μου είχαν «ελαφρύνει» τη βιβλιοθήκη μου από όλα τα υπάρχοντα βιβλία του Νίκου Δήμου. Περισσότερο χάρηκα παρά λυπήθηκα πιστέψτε με. Τέτοια επιλεγμένη κλοπή ήταν πράξη πόθου προφανώς. Άρα έπιασε και τόπο. Σήμερα η βιβλιοθήκη μου σωρεύει …αδιάβαστα βιβλία –που μάλλον με απειλούν με έξωση από το σπίτι όπως θα λέγατε και σεις και υπομονετικά περιμένουν «την ώρα τους». Ένα ξόρκι απέναντι στο θάνατο το θεωρώ κι αυτό πως αυτός θα βραδύνει πολύ και θα επιτρέψει…
Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα σαν τα πουλιά. Η ιατρική μπορεί να έχει φέρει την οικονομική ανεξαρτησία αλλά από πόσα δεν μ’ έχει στερήσει. Σκέφτομαι πως εσείς λίγο νεώτερος από μένα είχατε αφήσει κατά μέρος τον επαγγελματικό στίβο και γεμάτα εικοσιπέντε χρόνια μετά συνεχίζετε κάνετε ανενόχλητος πια αυτό που σας αρέσει (όχι και πως η διαφήμιση δεν σας άρεσε-απλά σας στερούσε, ήταν απλώς νευρωτικός μηχανισμός: πρέπει και δεν πρέπει… Θυμάμαι την κλάψα του Σεφέρη στις ημερολογιακές του «Μέρες» για την άτιμη την διπλωματία που του στερούσε ώρες από μελέτη και γραφή. Τούδινε όμως τα προς το ζειν. Ας έκαμνε κι αλλοιώς!).
Το αυτοβιογραφικό σας λοιπόν κείμενο με συγκλόνισε. Το βρήκα …θανατηφόρα ειλικρινές και ίσιο. Με τις απαραίτητες δόσεις νοσταλγίας και ποίησης ούτε μια στιγμή γλυκερό. Λίγοι θα είχαν την τόλμη να δημοσιεύσουν (και μάλιστα εν ζωή «τα εν… Νίκω εν Δήμω!»). Δεν θα προσπαθήσω να κάμω τον ψυχαναλυτή -βέβαια η Νευρολογία δεν απέχει πολύ από τα χωράφια της ψυχανάλυσης- αλλά θεωρώ πως το κομβικό σημείο στη ζωή σας λέγεται: καθηγητής Στούρμαν. Ο άνθρωπος που τα συγκέντρωνε όλα όσα είχατε επιθυμήσει. Ερωτική ορμή, σωματική ρώμη, ψυχικό κάλλος, φωτιά στο μυαλό. Που πέρασε από τις συμπληγάδες του ρατσισμού και του μίσους (βλέπε στρατόπεδα συγκέντρωσης) και βάλθηκε ν’ ανοίξει καινούργιους δρόμους στη φιλοσοφική σκέψη. Μαζί του παρέσυρε σαν γνήσιος ακαδημαϊκός δάσκαλος όλα τα επίσης φλεγόμενα μάτια και μυαλά. Αν ζούσε εσείς δεν θα ήσασταν εδώ. Είμαι σίγουρος.
Ύστερα ο εγωϊστής (και δραματικά μόνος τείνω να πιστέψω πατέρας σας) αυτός «ο ξένος» -όπως γράφετε - σας γεμίζει θυμό πρώτα και μετά λύπη. Που δεν μπορέσατε να του πείτε, να του εξηγήσετε. Που άφησε στη μέση τη συζήτηση που θα γινόταν κάποτε. Η σκληρότητα, η απαίτηση του πατέρα λοιπόν εκλήφθηκε σαν απόρριψη και άρνηση. Μήπως όμως ήταν (απο-)φυγή; Τον καταλαβαίνατε και τον συγχωρούσατε όμως ταυτόχρονα τον μισήσατε για την κλειστή του ψυχή. Οι άλλοι (το κοινό, η σιωπηλή κριτική) φαίνεται πως αντιπροσώπευαν το δικό του βλέμμα. Κι από κει μέχρι σήμερα αναρωτιέστε γιατί δεν υπάρχει ένα νεύμα κατανόησης. Στην ακτεύθυνση της αποδοχής της συγγραφικής ιδιότητας και του έργου…
Όμως νιώθω πως ότι είμαι είμαι για τον εαυτό μου και για όσους αγαπώ μονάχα. Φροντίζω να έχω γύρω μου όσα εκτιμώ για πολύτιμα και άξια (οικογένεια, συντρόφους, βιβλία, φίλους, μουσικές, φωτογραφικές μνήμες ίσως και άλλα και δεν ξέρω με ποια σειρά…) κι αυτό είναι όλο. Οι στιγμές ευτυχίας σπίθες («Μια λάμψη ο κόσμος κι ότι είδες είδες!». Κάπως έτσι πρέπει να το λέει ο Ελύτης.

Πάντες οι έχοντες ονύχια
αγωνίζονται να σπαράξωσι τους έχοντας πτερά
Εμμανουήλ Ροϊδης


Το βιβλίο σας δικαίως διαδράμει στην αποσιώπηση και την σκόπιμη δυσ…φήμιση (μάλιστα για έναν άνθρωπο της διαφήμισης) αλλά τελικώς κανείς δημιουργεί για το εαυτό του πρώτιστα νομίζω. Για την ψυχή μας εν τέλει γράφουμε. Κι ο Σεφέρης πριν προσεταιριστεί τον Κατσίμπαλη και την περί αυτόν ομάδα δεν πουλούσε ούτε την πρώτη έκδοση. Ποιος αναγνώρισε ποτέ τον Ζήση Οικονόμου τον αναχωρητή της Σκιάθου; Πόσοι έχουν διαβάσει ή έχουν καταλάβει τι ήταν ο Ζήσιμος Λορεντζάτος; (σπάνια πουλούσε πάνω από 1000 αντίτυπα των βιβλίων του). Πότε ο Κώστας Καββαθάς αναγνωρίστηκε ως επαϊων; Μπήκε ποτέ ο Νίκος Μάργαρης σε τιμητική θέση στο ψηφοδέλτιο των Πρασίνων; Υπάρχει πουθενά Λεωφόρος Αλεξανδρου Παναγούλη; (αντιθέτως Βενιζέλου και Παπανδρέου πολλές…). Που άφησαν να πεθάνει ένας Νίκος Καρούζος; Να μη πιάσουμε τώρα τα περί Νίκου Σκαλκώτα, Ν. Μπουζιάνη, Συκουτρή και άλλων ουκ έστιν αριθμός… Πεντέμιση χιλιάδες τίτλοι βιβλίων κάθε χρόνο στην ελληνική αγορά δεν ξέρω πόσοι κάνουν δεύτερη έκδοση. Πάνω από τα μισά σίγουρα πολτοποιούνται. Μια ιδιότυπη καύση (όχι τούτη τη φορά από τους Ναζί στην πλατεία της Όπερας) των ιδεών στην ολάνοιχτη αγορά. Με υπεύθυνη την αδιάφορη και (αδι-)αμόρφωτη κοινή γνώμη μα και την κριτική των επαϊόντων που δεν βρίσκουν καιρό…
Και εγένετο φως! Εν ζωή φυσικά. Νίκο Δήμου σας καλώ να ανασκευάσετε τους «Δρόμους» σας:

Δήμου Νίκος (Αθήνα 1935): Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, πεζογράφος…
Λεξικό νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Πρόσωπα, έργα, ρεύματα, όροι)
Εκδόσεις Πατάκη 2007. (Από κάτω ακολουθεί στο δικό της λήμμα της η μεγίστη κ. Κική Δημουλά…)


Τούτο -για την ιστορική διακρίβωση και ενημερότητα- συμβαίνει τριανταπέντε σχεδόν χρόνια από την πρώτη σπουδαία εμφάνιση βιβλίου -από άποψη αναγνωσιμότητας- του συγγραφέα και ύστερα από πενήντα οκτώ βιβλία…Μέχρι αυτή τη στιγμή η σιωπή για τη συγγραφική ιδιότητα του Νίκου Δήμου είχε σταθεί εύγλωτη).
Να σταθεί κανείς μια μέρα ολόκληρη με τον Δαλάϊ Λάμα στον κήπο του σπιτιού του στην Αθήνα. Να βρεθεί σε ταξίδι με τον Οδυσσέα Ελύτη στη Φλωρεντία (σαν τίτλος βιβλίου μου κάνει αυτό). Μια ζωή ολόκληρη, τι άλλες εμπειρίες δυνατές μπορεί να επιθυμεί να ζήσει κανείς; Και μονάχα αυτά θα τα είχε παράσημα και καύχημα για μια ζωή. Να μη πω για την επείγουσα κλήση Καραμανλή (για το χουβαρνταλίκι με τη φωτογραφία…) ανήμερα του Αγίου Νικολάου, τον σφηνωμένο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου (και πολύ νευρικό φαντάζομαι Αλέξη Μινωτή). Πάντως ο «Εθνάρχης» αγόραζε και χάριζε σε φίλους του τη «Δυστυχία…» ( βιβλίο μπεστ σέλερ-ευπώλητο που θα λέγαμε- που εσείς σχεδόν μισούσατε όπως ακριβώς ο Μάνος Χατζηδάκις «Τα παιδιά του Πειραιά»).
Τα βιβλία αν δεν κινούν εντός μας, αν δεν σηκώνουν τη σκόνη των χρόνων, μάταια περνούν μπροστά στα μάτια μας. Σας καταθέτω λοιπόν ευθύς μια μικρή δική μου εμπειρία που ανέσυρε στη μνήμη μου το μικρό ταξιδιωτικό σας για τη Φλωρεντία:
Στο μοναδικό μέχρι σήμερα ταξίδι μου στην Τοσκάνη, θυμάμαι πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια -ίσως να ‘φταιγε και το κρασί στις όχθες του Άρνο -κοντά στο Πόντε Βέκιο μια βόλτα με τα πόδια μεσάνυκτα διαμέσου της Πλάζα ντε Λα Σινιορία προς τη Σάντα Μαρία Ντελ Φιόρε, όλο αυτό τον ασπροντυμένο σαν αγγέλους κόσμο των νέων παιδιών να συζητά, να αγκαλιάζεται, ν’ αδειάζει κουτιά μπύρας και να ζει κάτω από την πρόσοψη του ναού που φωτισμένη υπερβολικά έφεγγε σαν καμωμένη από ελεφαντόδοντο. Το Βαπτιστήριο απέναντι σιωπηλό με τους κεντημένους μπρούτζους στις πόρτες του. Την άλλη μέρα οι τουρίστες είχαν διώξει τη μαγεία.

Κλείνω εδώ τη φλυαρία μου. Ευχαριστώ και πάλι για την δυνατή και ενδιαφέρουσα αναγνωστική εμπειρία.
Για μερικούς ανθρώπους ευτυχώς έμειναν τα βιβλία. Ανάμεσα σ’ αυτά πολλά από τα δικά σας. Και …ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ φυσικά (διακόσια χρόνια στην αφάνεια μέχρι να τον ξαναπροβάλλει ο Φέλιξ Μέντελσον-Μπαρτόλντυ) μαζί με άλλους του συναφιού.
Μ’ αυτά αγκαλιά θα μας βρει φαντάζομαι όταν έρθει Εκείνος (Tο Aνερμήνευτο). Όμως όπως λέει ο Ιρβιγκ Γιάλομ «εμείς δεν θα είμαστε τότε εκεί». Γιατί λοιπόν να μας νοιάζει;

Σας ασπάζομαι ειλικρινά σαν από τα παλιά μαθητής και φίλος.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16.7.2009


ΣΤΑΘΗ ΠΕΛΑΓΙΔΗ: Οθωμανικά Διοικητήρια στον ελλαδικό χώρο 1850-1912

ΒΙΒΛΙΟ
ΠΑΝΟΥ ΤΣΟΛΑΚΗ
Οθωμανικά διοικητήρια στον ελλαδικό χώρο. 1850-1912
Εκδόσεις University Studio Press, ISBN: 960-12-1670-7, Θεσσαλονίκη 2008


 Αν αφορμηθούμε από το σημερινό Διοικητήριο / Υπουργείο Μακεδονίας – Θράκης, το οποίο ορθώνεται και προβάλλει μεγαλοπρεπώς σήμερα στο κέντρο της πόλης μας, είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι έχομε μπροστά μας το τελευταίο τουρκικό / οθωμανικό Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.
Και ακόμη πιο δύσκολο να ερμηνεύσομε και να εκλογικεύσομε το θαύμα που οδήγησε στη μετάπλαση του πρώην ανατολίτικου οικιστικού τοπίου, με κυρίαρχο συστατικό το κιόσκι και το κονάκι, στην αστική ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική αυτού του μεγάρου, και κατ’ επέκταση, στην ευρύτερη ανάπλαση του αστικού περιβάλλοντος. Υπόψη ότι βρισκόμαστε στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, προ του 1912. Βέβαια το παρουσιαζόμενο βιβλίο ερευνά και άλλα 34 Οθωμανικά Διοικητήρια του ελλαδικού χώρου: 10 σε Κρήτη, νησιά Αν. Αιγαίου, Δωδεκάνησα, 7 σε Ήπειρο και Θεσσαλία, 18 σε Μακεδονία και Θράκη.
Πάνω σ’ αυτό, ακριβώς, το ερώτημα κινείται η ερευνητική γραμμή αυτού του βιβλίου του καθηγητή Πάνου Τσολάκη.
Ποιες ήταν, πρώτα -πρώτα, οι πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που οδήγησαν σ’ αυτή την ανάπλαση του οικιστικού τοπίου και ανέβασαν τα παλιά κονάκια των Τούρκων Διοικητών σε σύγχρονα μέγαρα αστικού και ευρωπαϊκού τύπου.
Έπειτα, ποια ήταν τα κύρια αρχιτεκτονικά, τυπολογικά και δομικά χαρακτηριστικά, που επιβάλλονταν από το νέο πνεύμα και κλίμα δόμησης των εν λόγω τριανταπέντε (35) οθωμανικών Διοικητηρίων.
Με την επισήμανση ότι η μέχρι τώρα έρευνα για το θέμα ήταν ανύπαρκτη και η βιβλιογραφία πολύ περιορισμένη, ή απλά ερασιτεχνική, ο συγγραφέας, λειτουργώντας επαγωγικά και παραστατικά, κλιμακώνει την ερευνητική του διεργασία σε τρία επίπεδα:

Επίπεδο 1ο: Συνολικός εποπτειακός πίνακας των 35 οθωμανικών Διοικητηρίων σε ισάριθμες πόλεις του ελλαδικού χώρου, κατά ευρύτερες περιφέρειες: Νησιωτικού χώρου – Ηπείρου και Θεσσαλίας – Μακεδονίας και Θράκης. Ο πίνακας αναλύει την ιστορική ταυτότητα και τη σημερινή λειτουργία και κατάσταση των Διοικητηρίων ως εξής:

Πόλεις: 30
Αρχιτέκτονας: Τούρκος, Έλληνας, Ιταλός κ.ά.
Σημερινή χρήση: Νομαρχία, Δημαρχείο, Δικαστήρια κ.ά.
Κατεδαφισθέντα: 15

Θεωρώ χρησιμότατο τον εν λόγω πίνακα ακόμη και για τον κοινό αναγνώστη και μάλιστα στην αρχή του βιβλίου, πριν από την εισαγωγή.
Πρώτον, γιατί, κατά την παιδαγωγική αρχή της εποπτείας, δίνει την εικόνα της συνολικότητας, παιδαγωγικά απαραίτητη, για να κατανοηθούν τα υποθέματα των επιμέρους 35 Διοικητηρίων.
Έπειτα, συμβάλλει στην ιστορικά αξιόπιστη γνωριμία και επαφή του μέσου αναγνώστη με το περιβάλλον του.
Πόσοι, άραγε, από τους σημερινούς κατοίκους του Ρεθύμνου, των Σερρών, του Κιλκίς έχουν υπόψη ότι η Νομαρχία τους, ήταν οθωμανικό / τουρκικό Διοικητήριο, μέχρι το 1912, και πόσοι από τους Τρικαλινούς, Πρεβεζιώτες, τους κατοίκους της Κομοτηνής, της Αλεξανδρούπολης, της Καβάλας, τους Βεροιώτες, τους Φλωρινιώτες, γνωρίζουν ότι τα δικαστικά τους μέγαρα ήταν κάποτε οθωμανικά Διοικητήρια;
Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για το ΚΑΠΗ της Νεάπολης Κρήτης, το Ταχυδρομείο της Ρόδου, το Δημαρχείο Μαργαριτίου Ηπείρου, το 5ο Γυμνάσιο Κατερίνης κ.ο.κ.

Επίπεδο 2ο: Ιστορική ερμηνευτική εισαγωγή για τους παράγοντες (πολιτικούς – κοινωνικοοικονομικούς) που συνέβαλαν στην ανάπλαση του οικιστικού τοπίου, από τα μέσα του 19ου αι. κ.ε., με τα σύγχρονα νεοκλασικά ιδιωτικά κτίσματα, κυρίως όμως, με τα μεγαλοπρεπή οθωμανικά Διοικητήρια, τα οποία έχουν εκτοπίσει τα παλιά γνωστά κονάκια:
Στα Χανιά, στο Ναύπλιο, στην Τριπολιτσά, στην Κόρινθο, στην Ύδρα, στη Χαλκίδα, στην Αθήνα, στα Γιάννινα, στην Πρέβεζα, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα, στον Τύρναβο, στην Καστοριά, Αγιά κ.ά.
Ο συγγραφέας, πολύ σωστά, θεωρεί ότι ο σημαντικότερος παράγοντας, που εγκαινίασε και έδωσε αναγεννησιακή πνοή στη νέα περίοδο, ήταν το μεταρρυθμιστικό Διάταγμα του Σουλτάνου Αβδούλ Μετζίτ (1839-1861), το γνωστό Χάττι Χουμαγιούν (Λαμπρή Γραφή). Με το εν λόγω Διάταγμα, που θεσπίζεται το Φεβρουάριο του 1856, κατοχυρώνονται τα δικαιώματα ισοπολιτείας και ανεξιθρησκείας όλων των υπηκόων της αυτοκρατορίας. Συγκεκριμένα, κάθε θρησκευτική κοινότητα έχει το δικαίωμα να ανεγείρει, στεριώνει και επισκευάζει, εκκλησίες, τζαμιά, συναγωγές, νοσοκομεία, σχολεία, νεκροταφεία, και οποιαδήποτε ιδιωτικά οικήματα (άρθρα 9-10). Έπειτα καταργούνται οι κάθε είδους διακρίσεις λόγω θρησκείας, γλώσσας, εθνικής καταγωγής (άρθρο 12).
Αντιλαμβανόμαστε την τεράστια σημασία αυτού του Διατάγματος και για τις εθνικότητας (ελληνική, εβραϊκή, αρμενική κ.ά.).
Εξάλλου, και οι επόμενες διοικητικές και νομοθετικές ρυθμίσεις (Νόμος περί Βιλαετίων του 1867 και Σύνταγμα του 1876) λειτουργούν ως προέκταση του Χάττι Χουμαγιούν, του 1856, και διαμορφώνουν το κατάλληλο πολιτικό και πολιτιστικό κλίμα για την ανάπλαση του αστικού, κυρίως, τοπίου, όχι μόνο στην άρχουσα τάξη, αλλά και στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα: σε άρχοντες και αρχόμενους. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο συγγραφέας (σελ. 21), «Στα πλαίσια αυτά, άρχισαν να ανεγείρονται σύγχρονα δημόσια κτήρια, ανάμεσα στα οποία τη σημαντικότερη θέση κατείχαν τα κατά τόπους Διοικητήρια, που εξέφραζαν τη θεσμική κρατική υπόσταση και την επίδειξη ισχύος».
Επομένως, τα Διοικητήρια, ως έκφραση κρατικής παρουσίας και ισχύος έπρεπε να είναι σύγχρονα, μεγαλοπρεπή και επιβλητικά, κατά το βαθμό εξουσίας που συμβόλιζαν.
Όμως, ο συγγραφέας, πέρα από τον πολιτικό παράγοντα, επισημαίνει και τον κοινωνικό, καθώς είναι ορατός και ο ρόλος της τεχνογνωσίας, της εισαγόμενης τεχνολογίας και των απαραίτητων τεχνολογικών δομών εκπαίδευσης. Εξάλλου, αρκετοί αρχιτέκτονες είχαν ξένη καταγωγή και παιδεία. Επισημαίνει ακόμη, και τον οικονομικό παράγοντα, αφού ορισμένα διοικητήρια χτίστηκαν με τη συνδρομή των κατοίκων της περιοχής (Ρέθυμνο, Ιωάννινα, Πρέβεζα, Αργυρόκαστρο κ.ά.). Εξάλλου, από τα μέσα του 19ου αι. κ.ε., αισθητή ήταν η άνοδος του οικονομικού και πολιτιστικού επιπέδου του αλύτρωτου ελληνισμού.
Μέσα σ’ αυτό το ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο διαμορφώθηκαν ιστορικά οι συνθήκες και οι ανάγκες για την ανάπλαση του αστικού οικιστικού χώρου, γενικότερα, και των οθωμανικών Διοικητηρίων, ειδικότερα.
Επίπεδο 3ο: Καταγραφή, έρευνα και ερμηνεία των τριανταπέντε (35) οθωμανικών Διοικητηρίων του ελλαδικού χώρου, για το καθένα ξεχωριστά. Όχι μόνο όσων σώζονται, αλλά και των δεκαπέντε (15) που έχουν καταστραφεί τελείως στο πέρασμα του χρόνου.
Δεν θα προχωρήσω στα αρχιτεκτονικά – τυπολογικά γνωρίσματα των εν λόγω Διοικητηρίων. Δεν είμαι αρχιτέκτων.
Θα σημειώσω μόνο ότι ορισμένα από αυτά έχουν ιδιάζουσες αρχιτεκτονικές ιδιομορφίες, ενώ σε άλλα εντοπίζεται, και ερμηνεύεται ιστορικά από το συγγραφέα, η κοινή τυπολογική τους μορφή:
Συγκεκριμένα, τα Διοικητήρια της Δυτικής Μακεδονίας (Φλώρινα, Κοζάνη, Καστοριά) είναι «πανομοιότυπα μεταξύ τους», ενώ το Διοικητήριο της Πρέβεζας αποτελεί παραλλαγή τους.
Εξάλλου, στην ίδια τυπολογία ανήκουν τα Διοικητήρια: Ηρακλείου, Σάμου, Λήμνου, Ξάνθης, Καβάλας, Έδεσσας, Κιλκίς, Γιαννιτσών κ.ά. Και σε ξεχωριστή τα Διοικητήρια Ιωαννίνων και Θεσσαλονίκης. Είναι τα μεγαλοπρεπέστερα όλων, γιατί εκφράζουν ενισχυμένες ανώτατες εξουσίες: Τα Βιλαέτια της Μακεδονίας και της Ηπείρου.
Στο επίπεδο αυτό έχει μεγάλη σημασία να επισημάνουμε ότι, στην εξέταση των επιμέρους 35 Διοικητηρίων, ο συγγραφέας, προτάσσει, απαρέκκλιτα, το ιστορικό της ίδρυσης (χρονολογία, πρόσωπα, άλλοι παράγοντες, τοπικές συνθήκες), για να περάσει, στη συνέχεια, στα αρχιτεκτονικά, τυπολογικά, μορφολογικά γνωρίσματα του κάθε Διοικητηρίου και στις επόμενες χρήσεις του, μετά το 1912.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ
1. Το βιβλίο αποτελεί πρωτογενή έρευνα αυτού του θέματος.
2. Αναπαριστά και ξαναζωντανεύει και τα 15 κατεστραμμένα Διοικητήρια, βάσει επιτόπιων μονογραφιών, προσωπικών μαρτυριών και ιδιωτικών αρχείων. Με την έννοια αυτή, λειτουργεί ως αντιδύναμη στη μανία καταστροφής των οθωμανικών και άλλων ξένων πολιτιστικών μνημείων.
3. Ερμηνεύει, με αξιόπιστα ιστορικά στοιχεία, όχι μόνο την ίδρυση και λειτουργία των οθωμανικών Διοικητηρίων, αλλά και τη διαμόρφωση του ευρύτερου αστικού χώρου των ελληνικών πόλεων του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αι. Την παραδοσιακή δηλ. αστική ταυτότητα της σημερινής Ελλάδας.
4. Ύστερα από την προώθηση της τοπικής ιστορίας στα Π.Σ. των Πανεπιστημίων και στα Α.Π. των σχολείων, το βιβλίο αυτό μπορεί να συμβάλλει στη μελέτη ιστορικών θεμάτων και προσώπων των παραπάνω 35 ελληνικών πόλεων.
5. Ανοίγει το δρόμο στη μελέτη και των άλλων οθωμανικών μνημείων (τζαμιά, λουτρά και άλλα) του ελλαδικού χώρου, τα οποία εξακολουθούν να λειτουργούν σήμερα με ποικίλες χρήσεις: ως μουσεία, ως πολιτιστικοί χώροι, ως ιδιωτικά καταστήματα κλπ (όσων δεν έχουν ερευνηθεί ακόμη).


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16.7.2009

28/7/09

ΟΔΟΣ: Τόσο θορυβώδες το τίποτε

Στην πολιτική, ταιριάζει απόλυτα η έννοια του «τα πάντα ρει». Μακροχρόνιοι πολιτικοί φίλοι ή ακόμη περισσότερο, στενοί συνεργάτες εξελίσσονται αστραπιαία σε αντιπάλους. Άλλοτε πάλι (σπανιότερα όμως αυτό), αντίπαλοι και εχθροί γίνονται στο τέλος φίλοι και σύμμαχοι. Όλα αυτά, όταν συμβαίνουν -και συμβαίνουν συχνά- δεν είναι πάντοτε κάτι το απαραίτητα κακό. Αρκεί βεβαίως οι ζυμώσεις που οδηγούν σ’ αυτές τις μεταβολές να εξελίσσονται στο φως, να γίνονται δημόσια. Και για να υπάρχει φως, ειδικά στις ριζικές μεταμορφώσεις, πρέπει να παρέχονται εξηγήσεις. Ειλικρινείς εξηγήσεις και διαβεβαιώσεις.

Στην Καστοριά οι εγγραφές, διαγραφές, μεταγραφές και προγραφές των πολιτικών σχέσεων στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας αποτελεί το αγαπημένο χόμπυ. Καθ’ ότι στο ΠαΣοΚ, των ανδρών επιφανών, κυριαρχεί η σιωπή.

Έτσι όλη η σχετική «δραστηριότητα» των παρασπονδιών εξαντλείται στις παρυφές, τους προθαλάμους και στα πέριξ του κυβερνητικού κόμματος. Εκεί που κανείς δεν γνωρίζει τι του ξημερώνει η επαύριον. Δεν γνωρίζει δηλαδή, εάν οι σημερινοί πολιτικοί του φίλοι, θα είναι και αύριο φίλοι του. Όμως και στο ζήτημα αυτό, όλα γίνονται εν κρυπτώ, και οι θεατές (πολίτες) απολαμβάνουν, χωρίς εξηγήσεις και άλλες περιττές φλυαρίες, το αποτέλεσμα των συσχετισμών που διαμορφώνονται στο άβατο της Νέας Δημοκρατίας. Όχι μόνο εν κρυπτώ, αλλά και εν απαραβύστω.

Για παράδειγμα -στο παρελθόν- θρυλική ήταν η εμφυλιακή αντιπαλότητα των Κωνσταντίνου Σημαιοφορίδη και Γεωργίου Καπαχτσή. Παρεμπιπτόντως, ποτέ δεν εξιχνιάσθηκε η (τότε) παρασκηνιακή συνεργασία του Κ. Σημαιοφορίδη με τον Φ. Πετσάλνικο.
Αργότερα πάλι, πολλοί θα θυμούνται το πολιτικό φλερτ του Δημητρίου Παπουλίδη (που προήλθε από το ΠαΣοΚ) με την Νέα Δημοκρατία, και ειδικά στην εποχή της εσωκομματικής παντοδυναμίας του Κ. Σημαιοφορίδη (κι αυτή η παρασκηνιακή συνεργασία δεν εξιχνιάσθηκε). Όπως και τις θεαματικές διακυμάνσεις της πολιτικής σχέσης του τ. δημάρχου Καστοριάς με τον (παντοτινό) βουλευτή του ΠαΣοΚ που κινούνταν μεταξύ των ορίων του κακού και του χειρίστου.

Στις σημερινές εποχές, η ρευστότητα των πολιτικών και έμμεσα και προσωπικών σχέσεων, ενσαρκώνεται στο παράδειγμα των κκ. Κωνσταντίνου Λιάντση (νομάρχη Καστοριάς) και Παρασκευής Μπουζάλη (βουλευτή Καστοριάς της ΝΔ). Οι σχέσεις τους ξεκίνησαν με την εκλογή της δεύτερης, από μια φαινομενικά τουλάχιστον «αδιάφορη» κομματική συγκατοίκηση.
Στην συνέχεια, πέρασαν στην ψυχρότητα και την απόλυτη αποξένωση. Μάλιστα για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα ο ένας ήταν περίπου ανύπαρκτος -πολιτικά και εσωκομματικά- για τον άλλο, με εξαίρεση τα απολύτως τυπικά. Μέχρι και στα δελτία τύπου και στις φωτογραφίες που διένειμαν, απουσίαζε από το κείμενο ή το φόντο ο άλλος.

Σήμερα όμως, η εγχώρια ειδησεογραφία, βομβαρδίζεται ξαφνικά με φωτογραφίες, ρεπορτάζ και δελτία τύπου από τα στιγμιότυπα ενός θερμού πολιτικού ειδυλλίου μεταξύ των ίδιων προσώπων. Το οποίο, προκαλεί κατάπληξη.

Όχι μόνο διότι ποτέ άλλοτε μέχρι τώρα δεν ήταν τόσο θορυβώδες το τίποτε, δηλαδή το (για την Καστοριά) αποτέλεσμα των νεόκοπων κοινών «προσπαθειών», νομάρχη και βουλευτή, όσο και διότι κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει με λογικούς πολιτικούς όρους, πώς είναι δυνατό, ένας, κατά κοινή ομολογία, έμπειρος και ώριμος πολιτικός σαν τον νομάρχη Καστοριάς, που όπως φημολογείται ετοιμάζεται να διεκδικήσει για τον εαυτό του το βουλευτικό αξίωμα, να εκτίθεται στον ρηχό πολιτικό περίγυρο της βουλευτού.
Η οποία, ναι μεν εκπροσωπεί ένα ιεραρχικά «ανώτερο» βαθμό πολιτικής εξουσίας, σε σύγκριση με το νομαρχιακό αξίωμα, αλλά στα χρόνια της θητείας της, στο ύπατο αξίωμα του κυβερνητικού βουλευτή, έχει σε πράξεις και αποτελέσματα, πενιχρό απολογισμό.

Προς τι λοιπόν, και ποια σκοπιμότητα υπηρετείται με την θερμή αυτή πολιτική συνεργασία, που προσεγγίζει τα όρια της ταύτισης; Μιας ταύτισης που παραμένει χωρίς εξηγήσεις και δικαιολογίες; (εκτός κι’ αν αυτό σημαίνει ότι η βουλευτής Καστοριάς επιστρέφει ως πολιτικός στην περιοχή της… πρωτεύουσας, ή ετοιμάζεται να δοκιμαστεί στον χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης). Προς τι, οι ρήξεις του νομάρχη με άλλες (όπως με την νέα υποψήφια κ. Μαρία Αντωνίου), και τους άλλους υποψηφίους, για τον νεοδημοκρατικό βουλευτικό θώκο και η σύμπλευση με την προϊούσα φθορά της κ. Μπουζάλη;

Προφανώς, γι΄ αυτή την παράδοξη πολιτική φιλία, αιτία δεν είναι ο θαυμασμός του παλαίμαχου νεοδημοκράτη, στις περίφημες και αμφισβητηθείσες ΜΒΑ πανεπιστημιακές περγαμηνές της βουλευτού στο πανεπιστήμιο του Harvard.

Προφανώς επίσης, το αληθινό κίνητρο, δεν θα αργήσει ίσως να αποκαλυφθεί, όπως δεν θα αργήσει να φανεί αν πίσω απ’ όλα αυτά τα κάπως θεατρικά, υπάρχει έστω και λίγη ουσία.

Μέχρι τότε όμως, έτσι ανεξήγητα όπως θα παραμένουν τα μίση, οι αγάπες και τα πολιτικά πάθη, θα αποδεικνύουν και την έμπρακτη περιφρόνηση που δείχνουν οι πολιτικοί μας προς τον λαό της Καστοριάς. Στον οποίο ουδέποτε απολογούνται, ούτε για το καλό, ούτε για το κακό. Και ουδέποτε εξηγούνται.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 2.7.2009

ΟΔΟΣ: Εσείς, γιορτάσατε τον Κλήδονα;

Πολιτιστικές εκδηλώσεις

"Το καλοκαίρι στις 24 Ιουνίου στην Καστοριά γιορτάζεται ο Κλήδονας που συμπίπτει με την γιορτή του Άη Γιάννη Προδρόμου. Αναβιώνοντας το έθιμο, τα αγόρια φέρνουν ένα κλωνάρι με αγκάθια που το στολίζουν με φρούτα, ενώ τα κορίτσια φέρνουν «βουβό νερό» από την λίμνη.


In summers, on July 24th, we have the celebration of Klidonas that coincides with the celebration of Saint John. Reviving this custom, boys bring a prickly branch that they decorate with fruits, while girls brings the “silent water” from the lake".


Τουριστικός οδηγός Καστοριάς
της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καστοριάς,
2009, σελ. 23.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.7.2009


ΟΔΟΣ: Εσείς κολυμπήσατε στην λίμνη;

"Κολύμπι στην λίμνη ή στο ποτάμι

Μία βουτιά στην λίμνη της Καστοριάς
ή στα κρυστάλλινα νερά του Αλιάκμονα, μπορεί να είναι μία αναζωογονητική
εμπειρία για τους φυσιολάτρες επισκέπτες.

Swimming in the Lake or the River

A plunge in the lake of Kastoria
or the crystal waters of Aliakmonas
can be an invigorating experience for the naturist visitors".


Τουριστικός οδηγός Καστοριάς της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καστοριάς, 2009, σελ. 36. 


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.7.2009

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Κύριε Μπαϊρακτάρη

Παρακαλώ θερμά να φιλοξενήσετε την παρούσα μου.
Κατ’ αρχήν αντιπαρέρχομαι (αν και οργισμένος) και δεν σχολιάζω τους πανηγυρισμούς και τα πανηγύρια που οργανώνει το ΚΚΕ στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας όπου και η πατρίδα μου η Καστοριά. Τα αντιπαρέρχομαι διότι θεωρώ ότι αποτελούν σχιζοφρενικό κλαυσίγελο του ΚΚΕ που αφορά μια τραγική για την πατρίδα μας εποχή και για την οποία μοναδική ευθύνη φέρει αυτό.
Το ΚΚΕ εν’ ονόματι της λήθης στήνει χορούς εκεί που η Ελλάδα μάτωσε, επαληθεύοντας έτσι το ρητό «Το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη».

Μια ερώτηση μόνον προς το ΚΚΕ και την ηγεσία του:
ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ, ΠΡΙΝ ΠΑΤΗΣΕΤΕ ΣΤΑ ΙΕΡΑ ΑΥΤΑ ΧΩΜΑΤΑ ΔΗΛΩΣΤΕ ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΑΝΗΚΟΥΝ;
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Ή ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΛΛΟ;

Και μια συμβουλή: Για να θολώσετε τα νερά (παλιά σας τέχνη) πάρτε μαζί σας και καμιά ελληνική σημαία, όχι όπως τις άλλες χρονιές μόνο κόκκινες.

Περιμένω απάντηση.
Με... συντροφικούς χαιρετισμούς.
Γιάννης Εύδος

Θεσσαλονίκη 6.7.2009

Υ.Γ. Αν η απάντηση δεν είναι σαφής, νομιμοποιούμαι τα πιστεύω ότι εξακολουθεί το ΚΚΕ να δεσμεύεται από τις αποφάσεις και τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει έναντι ΤΡΙΤΩΝ για ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη.

Ο κ. Γ. Εύδος κατάγεται από την Καστοριά, είχε αξιόλογη αντιστασιακή δράση κατά την κατοχή και ήταν σύνδεσμος του 28ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, με την παράνομη οργάνωση Καστοριάς. Μετά στην ΕΠΟΝ, στρατοδικεία κλπ. Ακολούθησε με συνέπεια τα πολιτικά του πιστεύω μέχρι που εγκαταστάθηκε στην Σοβιετική Ένωση όπου ο ίδιος αφηγείται ότι αναθεώρησε τα πάντα. Επέστρεψε από την Σοβιετική Ένωση το 1965 και έκτοτε ζει στην Θεσσαλονίκη.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.7.2009


ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΟΡ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ: Οθωμανικά διοικητήρια στον ελλαδικό χώρο

ΒΙΒΛΙΟ
ΠΑΝΟΥ ΤΣΟΛΑΚΗ
Οθωμανικά διοικητήρια στον ελλαδικό χώρο. 1850-1912
Εκδόσεις University Studio Press, ISBN: 960-12-1670-7, Θεσσαλονίκη 2008


Η κληρονομιά της Οθωμανικής παρουσίας στο σημερινό ελλαδικό χώρο είναι μεγάλη, αλλά κατά βάση αγνοημένη. Σε πρώτο επίπεδο υπάρχουν τα τεμένη, που στην πλειοψηφία τους βρίσκονται σε κακή κατάσταση – αφού τόσο οι αρχές, όσο και η κοινωνία δεν έμαθαν να τα αποδέχονται ως κομμάτι του παρελθόντος και της ιστορίας μας, αλλά ως σύμβολο του «άλλου». Έτσι μόλις τα πρόσφατα χρόνια κάποια από αυτά επισκευάζονται και αναδεικνύονται. Σε ένα δεύτερο επίπεδο ανήκουν τα σχολεία, τα λουτρά και εν γένει τα ευαγή ιδρύματα, κάποια από τα οποία εξακολουθούν να έχουν λειτουργική χρήση – και κατ’ ανάγκην τότε επαρκή συντήρηση. Σε ένα τρίτο επίπεδο βρίσκονται τα δημόσια κτίρια διοικητικού χαρακτήρα, που συχνά προσπερνάμε αγνοώντας την ιστορία τους. στην κατηγορία αυτή συγκαταλέγονται στρατώνες, τελωνεία, δικαστικά μέγαρα και τέλος τα Οθωμανικά Διοικητήρια. Με την τελευταία αυτή κατηγορία ασχολήθηκε ο καθηγητής του Α.Π.Θ. Πάνος Τσολάκης.

Ο Τσολάκης προβαίνει σε μια καταγραφή της Οθωμανικής αυτής κληρονομιάς, συγκεντρώνοντας σε ένα χρηστικό και λειτουργικό τόμο τα Διοικητήρια της σημερινής Ελλάδας, σωζόμενα και εξαφανισμένα. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε κεφάλαια, ένα για κάθε Διοικητήριο, όπου παρουσιάζεται το ιστορικό του συνοδευόμενο από πλούσιο οπτικό υλικό με φωτογραφίες, σύγχρονες και αρχειακές, καθώς και αρχιτεκτονικά σχέδια και χάρτες. Εντυπωσιακή διαπίστωση που συνάμα πρέπει να μας προβληματίζει, είναι ότι μεγάλος αριθμός των σωζόμενων Διοικητηρίων, από τα ευρισκόμενα στις απελευθερωμένες τον 20ο αιώνα περιοχές, εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό για τον οποίο χτίστηκαν, με πρώτο ανάμεσά τους το Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης. Το βιβλίο του Τσολάκη αποτελεί μελέτη συστηματικής και τεκμηριωμένης έρευνας και θα άξιζε να έχει συνέχεια με τα υπόλοιπα τμήματα της Οθωμανικής κληρονομιάς.

Όσον αφορά στην Καστοριά, ο Τσολάκης σημειώνει πως στα 1853 η πόλη υποβαθμίστηκε διοικητικά και η έδρα του σαντζακίου –αντιστοίχου σημερινού νομού– μεταφέρθηκε στη Κορυτσά. Εντούτοις στα 1910 με ενέργειες του καϊμακάμη - έπαρχου - της Καστοριάς Ραμίζ Εφέντη, άρχισε να χτίζεται το Διοικητήριο της στη θέση κατεδαφισμένης πύλης των τειχών, στα όρια περίπου της σημερινής πλατείας Δαβάκη. Μετά την απελευθέρωση της πόλης το έργο εγκαταλείφθηκε. Στα 1924 με ενέργειες του βουλευτή Βαλαλά επιχειρήθηκε η ανεύρεση πόρων με στόχο την αποπεράτωσή του και τη λειτουργία του ως Δημαρχείου, που όμως στάθηκαν ατελέσφορες και στα 1935 το κτίσμα κατεδαφίστηκε για να διανοιχτεί η πλατεία.

Δε μπορώ βέβαια να ταυτίσω τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της περιόδου με τα σημερινά, μπορώ όμως να τα παραλληλίσω και να κάνω ανάλογους συνειρμούς σχετιζόμενους με την αβελτηρία ως προς την κατακύρωση στην πόλη κορυφαίων ιδρυμάτων, διαπιστώνοντας πως πολιτικές ανακολουθίες και φαγωμάρα συντελούν αναπόφευκτα στην απώλεια σημαντικών έργων που θα έδιναν ζωή σε μια πολιτεία… Και βεβαίως – για να γίνω σαφέστερος ως προς τα σημερινά τεκταινόμενα - δεν έχω καμία αμφιβολία ότι με διαφορετική νοοτροπία και διαφορετικούς ανθρώπους – τόσο ως ταγούς, όσο και ως πολίτες – στην Καστοριά θα λειτουργούσε σήμερα πλήρες Πανεπιστήμιο διεθνούς εμβέλειας με πληθώρα σχολών και τμημάτων.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.7.2009

Βιβλίο: «Λειψή αριθμητική». Η άποψη ενός βιβλιόφιλου…

Ο έπαινος των ομότεχνων, των παλιών, των καλών, των «δύστροπων» ομότεχνων, στο δύσκολο και «μικρόψυχο» κόσμο των γραμμάτων…
Το καλωσόρισμα της κριτικής, για μια πεζογραφία λογοτεχνικής και ψυχοθεραπευτικής αξίας…
Βελτιωμένη «επανάληψη» της καλής γραφής, η νέα συλλογή τριάντα τεσσάρων διηγημάτων «Λειψή αριθμητική», του Ηλία Παπαμόσχου, που κυκλοφόρησε από τον “Κέδρο”.
Εξομολογητικά και πάλι διηγήματα, για τη «δυνατότητα» των «ανώνυμων» ανθρώπων, αλλά και των ζώων και των πραγμάτων, να συγκινούν έντονα. Διηγήματα για την αξία της συγχώρεσης, για ανήσυχα κοράκια, για γεροντίστικα περπατήματα και συνήθειες, για ανώνυμους και επώνυμους ζωγράφους, για θύμησες δικών του ανθρώπων. Για τη μάνα του για παράδειγμα, που έλεγε πως, τον καλό τον άνθρωπο τον τρώει η καλοσύνη και τον κακό τον θρέφει η κακία του… Καλογραμμένα, καλοδουλεμένα διηγήματα, για τους ζωντανούς και τους νεκρούς της ζωής και της ψυχής…
Τέσσερα χρόνια μετά την κυκλοφορία της δεύτερης συλλογής διηγημάτων του, με τίτλο «Του χρόνου κυνήγια», και πέντε χρόνια μετά την εντυπωσιακή του είσοδo στην ελληνική πεζογραφία, με τη συλλογή «Καλό ταξίδι κούκλα μου», ο Παπαμόσχος είναι σήμερα σαφώς ένας καλύτερος συγγραφέας.
Φαίνεται στη γλώσσα του νέου του βιβλίου, φαίνεται στη θεματική των διηγημάτων του, στον τρόπο με τον οποίο χτίζει ή και παρατάει τις ιστορίες του. Φαίνεται στο προσωπικό του ύφος, στον προσωπικό του ρυθμό, στους κόσμους που δημιουργεί και αιωρούνται στο χρόνο, ανάμεσα στο διάλειμμα της ζωής και στον αναπόφευκτο προορισμό του θανάτου. Θα μπορούσε να ήταν ίσως πιο λιτός στην έκφραση του, μερικές φορές. Με λιγότερους πλεονασμούς στις περιγραφές, ή στις ποιητικές συντακτικές του αναστροφές.
Υπάρχουν και ελάχιστα διηγήματα, για παράδειγμα «ο σαλός», που εμπλουτίζουν τη γεωγραφία των ηρώων του, χωρίς απαραίτητα να επιβάλλουν τη λογοτεχνική τους παρουσία, σε αυτήν τη συλλογή.
Όμως, το ξαναγράφω… Ο Ηλίας Παπαμόσχος γράφει καλά, γράφει πολύ καλά. Με κορυφώσεις ιδιαίτερες, κάθε φορά που αναφέρεται στη σχέση των ανθρώπων με το θάνατο. Αν ενδιαφερθούν για αυτόν ξένοι εκδοτικοί οίκοι, με καλούς μεταφραστές, μπορεί να συναντήσει την αναγνώριση και διεθνώς…
Το στοίχημα για το συγγραφέα, αν ζούσε σε άλλες εποχές, θα ήταν να μπορούσε να γράψει και τέταρτο και πέμπτο καλό βιβλίο, ζώντας μόνιμα σε μια πόλη με το «μέγεθος» και τα χαρακτηριστικά της Καστοριάς... Φτάνει ο πολιτιστικός πλούτος του παρελθόντος, η φυσική ομορφιά του παρόντος; Φτάνουν οι δυνατότητες της τεχνολογίας και της εποχής, που κάνουν τα ταξίδια πιο εύκολα, κυριολεκτικά και μεταφορικά; Φτάνουν αυτά ως ερεθίσματα, για έναν νεοέλληνα συγγραφέα που ζει και γράφει σε μια περιφερειακή πόλη της Ελλάδας, το 2009;
Φτάνουν όλα αυτά, όταν μάλιστα έχεις ήδη επεξεργαστεί λογοτεχνικά, μια έμπνευση που αντλείται από οριακά βιώματα;
Τα τρία μέχρι τώρα βιβλία του Παπαμόσχου, αποδεικνύουν πως ο δρόμος της καλής γραφής, με αφετηρία ή με προορισμό την Καστοριά, δεν είναι δύσβατος, για τους καλούς τεχνίτες του λόγου.
τεχνίτες του λόγου.

Πηγή: endeaneos.blogspot.com/


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.7.2009




ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Στην Καστοριά όπου γίνονται τα θαύματα…

Πού κρύβονται τα θαύματα;
Στις φαντασίες σας…

Σε ποιους συμβαίνουν θαύματα;

Σε όλους και σε μας…


ΑΥΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΕ η ολόξανθη μικρούλα επάνω στην τεράστια σκηνή που στήθηκε στην αυλή των λυκείων των παιδιών μας για να φιλοξενήσει ένα από αυτά τα θαύματα. Μόνο που ίσως η ίδια η καλή μας ξανθούλα δεν το καταλάβαινε ακριβώς πως το θαύμα που τραγουδούσε μαζί με όλα τα αγγελόφωνα παιδιά της χορωδίας του δικού της δήμου εκτυλισσόταν εκεί ακριβώς με επίκεντρο τα ίδια και βασικούς συντελεστές του επίσης τα ίδια.

Μπορείς να κάνεις θαύματα.

Αν κάνεις το καλό.

Και με τα θαύματα,

τα δικά μας θαύματα,

θα νικηθεί και το κακό.


ΛΙΓΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ παρακάτω, να που τα ίδια παιδιά δείχνουν να το καταλαβαίνουν καλύτερα πως δικά τους είναι τα θαύματα, που, όπως πολλά από αυτά που λένε και κάνουν, έχουν τη μοναδική δύναμη να ξορκίζουν το κακό∙ να το εξορίζουν από τη ζωή όλων μας, να το νικούν.
Ένα μεγάλο θαύμα συντελέστηκε το Σάββατο βράδυ στην αυλή των σχολείων. Ένα θαύμα με πολλά τα στοιχεία του θαυμαστού. Γιατί, ναι, αναντίρρητα, το θαύμα το ‘καναν τα παιδιά, τα μικρά της παιδικής χορωδίας του Δήμου Μακεδνών, που κάθε φορά που τραγουδούν γεννούν θαύματα μες στις καρδιές μας, αλλά το ‘καναν και τα μεγαλύτερα παιδιά, εκείνα που με όλο το πάθος της καρδιάς τους τραγούδησαν για κάποια άλλα παιδιά. Για εκείνα που στο δρόμο της μικρής ακόμα ζωούλας τους, νωρίς στο ξεκίνημα της μεγάλης ζωής τους, συναντήθηκαν με μεγάλα εμπόδια και κλήθηκαν να τα αντιμετωπίσουν με κάθε γενναιότητα και αμέτρητη δύναμη και να τα ξεπεράσουν. Αλλά όχι μόνα τους, αφού στο πλευρό τους στάθηκε το Σάββατο βράδυ μία ολόκληρη πόλη, μια ολόκληρη Καστοριά. Που μετατράπηκε σε μια καρδιά παλλόμενη από αγάπη γι’ αυτά, τα τιμώμενα πρόσωπα που νόμιζαν πως δεν ήταν εκεί κι όμως ήταν… Ήταν μέσα από τους ανθρώπους που τα στηρίζουν στον καθημερινό τους αγώνα για το όνειρο της επιβίωσης, το όνειρο να συνεχίσουν να ζουν: την ψυχολόγο τους στην Αθήνα, τη δασκάλα τους στη Θεσσαλονίκη. Ήταν εκεί μέσα από το γράμμα τους που υπόσχεται πως θα τα έχουμε στην καρδιά-πόλη μας σε λίγο καιρό και θα ξανανοίξουμε την αγκαλιά μας που τα περίμενε και τα περιμένει.

ΟΙ ΦΩΝΕΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ανέβηκαν στον ουρανό κουβαλώντας τις ευχές όλων όσοι ήμασταν εκεί για υγεία, για ζωή. Κι ήμασταν πολλοί, σε μια σπάνια σύμπνοια λαού και φορέων, που με την παρουσία τους και τη συμβολή τους έδειξαν πως δεν ξέρουν μονάχα από «μεγαλόπνοα» ή μεγαλόπνοα έργα, αλλά κι από ακόμα πιο μεγαλόπνοα έργα που έχουν σχέση με την ανθρωπιά∙ με την αξία αυτή στην οποία πρωτεύει μια Ελλάδα που μαστίζεται από πολλές αρνητικές πρωτιές-που στο δικό μας χέρι είναι να τις εξαλείψουμε. Αυτή η υπέρτατη αξία της ανθρωπιάς και της συμπόνιας, που στη φτωχή μας Πατρίδα εξακολουθεί να μένει ολοζώντανη και ολάνθιστη και κατά πώς φαίνεται κληροδοτείται και στα παιδιά μας, είναι η μεγάλη τους κληρονομιά και, τελικά, ίσως η μόνη αληθινή κληρονομιά: «Ζούνε οι άνθρωποι από τις πράξεις και τα έργα τους. Όλοι οι άνθρωποι κάποτε χάνονται, όχι όμως και τα έργα τους. Ό,τι κάποια στιγμή κάνανε, κάπου σε κάποιον άλλο θα έχει κληροδοτηθεί», λέει σε κάποιο από τα βιβλία του ο συγγραφέας των παιδιών μας Μάνος Κοντολέων κι όσο πιο νωρίς το καταλάβει ο καθένας μας τόσο το καλύτερο για όλους μας.

ΑΛΛΑ ΟΥΤΕ ΜΟΝΑΧΑ αυτά ήταν που «έφταιξαν» για το θαύμα στην αυλή των λυκείων το Σάββατο βράδυ. Αυτά τα παιδιά τα επί σκηνής και τα 70 κάτω από τη σκηνή, αυτά με το καρτελάκι της ευθύνης καρφιτσωμένο στο πέτο, και τα άλλα που εμψύχωναν με την παρουσία τους τα παιδιά της δράσης είχαν κάτι που τα κινητοποιούσε, κάτι που κινούσε τα νήματα της ψυχής τους. Είχαν ένα σπουδαίο στόχο, ένα στόχο αντάξιο του υλικού από το οποίο είναι φτιαγμένη η καθαρή ψυχή τους∙ ένα στόχο ευγενικό σαν τα ίδια. Κι αν θα μου έλεγε κανείς γιατί δεν παλεύουν τα παιδιά μας πάντα έτσι τους στόχους τους, θα του απαντούσα πως, για να το κάνουν αυτό, χρειάζονται απαραίτητα κάποιον ή κάτι να ξεσηκώσει μέσα τους την έμπνευση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτός ο κάποιος ήταν μια λεπτή γυναικεία φιγούρα, μια γυναίκα που φαινομενικά δε δείχνει τη δύναμη που κρύβει μέσα της∙ μια γυναίκα που σκέφτηκε, φαντάστηκε, έτρεξε, έπεισε, ενέπνευσε, οργάνωσε, κατάφερε. Έριξε τα πετραδάκια της στη λίμνη, θρυμματίζοντας την ατάραχη κρούστα της επιφάνειάς της, εκείνα σήκωσαν πελώρια κύματα και το θαύμα έγινε. Το είδαμε όλοι, είμαστε εμείς όλοι οι αδιάψευστοι μάρτυρές του. Αν θέλετε ν’ ακούσετε τ’ όνομά της, μολονότι το ξέρετε ήδη, τη λένε Ειρήνη. Κι αποτελεί -και με τ’ όνομά της και με το είναι της- ενσάρκωση αυτού του ιδανικού, που δε σημαίνει απλώς απουσία πολέμου, αλλά κάτι πολύ περισσότερο: την ομόνοια των ψυχών, σύμφωνα με τον ορισμό του Απ. Παύλου, ή τη σύμπνοια των ψυχών πράγμα που η δικιά μας Ειρήνη πέτυχε. Αυτή η πρωτοβουλία η ιδιωτική, προσωπικά μου θύμισε τα ολόχρυσα λόγια του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, σε δική μου, όμως, παραλλαγή: «Ένας και μόνο άνθρωπος με θεϊκή φωτιά στην καρδιά μπορεί να βάλει φωτιά, να ξεσηκώσει για το καλό μια ολόκληρη πόλη». Αυτό ακριβώς δεν έκανε;

ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ, ή, σωστότερα, καταφέρνοντάς το(γιατί εδώ που τα λέμε δεν ήταν καθόλου εύκολο όλο αυτό)έδωσε στην πόλη μας-για ν’ ακριβολογούμε, στις πόλεις και στα χωριά που όλα μαζί τα λέμε Καστοριά- μια ευκαιρία να αποδείξουμε πως ακόμα και στους δύσκολους οικονομικά καιρούς η ανθρωπιά δε χάνεται. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ίσως και το άλλο, το πιο προχωρημένο: ίσα ίσα σ’ αυτούς τους καιρούς είναι που ο άνθρωπος καταλαβαίνει περισσότερο τους συνανθρώπους του με τις μεγαλύτερες κι επιτακτικότερες ανάγκες και τότε είναι που ξέρει να στέκεται περισσότερο, να φανερώνει καλύτερα πόσο άνθρωπος είναι, να τραγουδάει μαζί με τα αγγελόφωνα παιδιά που άνοιξαν την εκδήλωση:

Ελπίδες κι όνειρα

ποτέ να μη σ’ αφήσουν

μην απελπίζεσαι, αυτά θα σ’ οδηγήσουν

και η καρδιά θ’ ανθίσει, μ’ αγάπη θα γεμίσει

και χρώμα θ’ αποκτήσει η ζωή…


ΜΕ ΑΛΛΑ ΛΟΓΙΑ, ίσα ίσα τότε ακριβώς είναι που ξέρει να κάνει τα πιο μεγάλα του θαύματα∙ εκείνα που τον κάνουν να μοιάζει με φύλακα άγγελο γεμάτο συμπόνια και αγάπη…


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.7.2009

ΟΔΟΣ: Τάχε όλα

Ο μεταλλικός σκελετός που κατασκευάζεται περιμετρικά στο «γήπεδο» του μπάσκετ στην περιοχή της νότιας παραλίας, δίπλα στην παιδική χαρά, από μια σουρεαλιστική οπτική γωνία, συνδυάζεται με το βυζαντινοπρεπές περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής, όπου τα πολλά διατηρητέα και το λαογραφικό μουσείο. Το μικρό γήπεδο, μια από τις πρώτες δημοτικές αθλοπαιδιές της πόλης, έγινε στα χρόνια δημαρχίας του αείμνηστου Απ. Πετκανά και για τα οικονομικά μέτρα της εποχής, αλλά και τα μεγέθη, θεωρήθηκε σημαντικό έργο (όπως θεωρήθηκαν -και ήταν- η κατασκευή του πεζοδρόμου της βόρειας παραλίας κοκ).

Τον χώρο του μικρού αυτού γηπέδου, (πριν την κατασκευή αλλά και μετά απ’ αυτήν) εκμεταλλεύονταν επί δεκαετίες τα παιδιά κάθε εποχής, όχι μόνο για τα παιγνίδια τους αλλά και για τις μπουμπούνες.

Τώρα πια, αν και εγκαταλείφθηκε ως χώρος αθλοπαιδιών και ήδη παρήκμασε, «τυλίγεται» σε μεγάλο ύψος με το γνωστό πέπλο των αθλητικών εγκαταστάσεων, με το οποίο θα επενδυθεί ο μεταλλικός σκελετός. Οπότε εκ των πραγμάτων σ’ αυτή την γειτονιά δεν πρόκειται ποτέ να ανάψει άλλη μπουμπούνα σε μελλοντικές αποκριές. Καταργήθηκαν.

Με την ολοκλήρωση του μεγαλόπνοου αυτού έργου, θα βγουν και οι απαραίτητες φωτογραφίες που θα αποτελούν τα πειστήρια της αναγέννησης και του εξωραϊσμού της Καστοριάς.

Σε μια πόλη, που για να περπατήσει ο πεζός με ασφάλεια, πρέπει να κοιτά σεμνά και ταπεινά χαμηλά για τυχόν λακκούβες, ισορροπώντας από τις αποκολλημένες πλάκες. Σ’ αυτή την πόλη λοιπόν που– σαν την Μαριωρή- τάχε όλα, καθώς φαίνεται αυτό που της έλειπε ήταν το πέπλο-φερετζέ. Τώρα η βυζαντινή αρχόντισσα έχει ένα ακόμη λόγο να λικνίζεται.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 2.7.2009

Β.Π. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: Μικρή αντιπραγματεία περί του Λασσάνειου εκπολιτισμού μας

(δηλαδή ο κ. Δήμαρχος και οι κ. κ. Γ. Κακοσσαίος και Παλαμίδης)

ΣΚΩΠΤΙΚΗ ΕΠΙΦΥΛΛΙΣ


Ο κ. Δήμαρχος τις προάλλες ημέρες σε δημόσια συνεδρίαση του πολιτιστικού του οργάνου («όργανον» με την έννοια που το έδωσε ο αλήστου ενθύμησης κύριος Παγουρόπουλος -«Συνεδρίασα εγώ και το όργανό μου»- δηλ. το Πειθαρχικό του άλλοτε απείθαρχου Πασόκ), ανακοίνωσε τη φετινή Λασσανειάδα σε μορφή συνδονιάδας. Με νέα τώρα αντιδήμαρχον πολιτισμού κ.λπ., Ξανθιά εντελώς στην κόμη, μετά την πολυχρόνια κυριαρχία, θα ‘λεγα δυναστεία, της κυρίας Καστανής. Επιτέλους θ’ αλλάξουμε χρώματα κι αρώματα, είπαμε! Ετσι νομίζαμε αγνοώντας την μεγίστη «κωλοπιλάλα» που έπιασε τους δυνάμει διαδόχους του δημαρχιακού τρόπου, εν όψει του ότι ο Μέγας Αδιευκρίνιστος, συνεχίζει, σαν να μη γίνεται τίποτε, καιόμενος όμως να γίνει κάτι, και να την κάνει, που λεν στη γλώσσα τους, του Δημοτικού Συμβουλίου Νέων, τα άνηβα μειράκια.

Από όσα διαβάσαμε στο πρόγραμμα σταθήκαμε στη λόγια εκδοχή της συνδονιάδος, την οποία φέτος αναβάθμισε τόσον πολύ ο Αυθέντης της πόλεως που μας είναι σχεδόν αδύνατον να παρακολουθήσουμε τα μόλις εξαγγελθέντα σε βάρος μας πολιτιστικά μέτρα, από φυσιολογική θέση, καθήμενοι δηλαδή. Θα το προσπαθήσουμε, στην ώρα τους, υπτίως. Νιώθουμε, όμως ήδη κάπως υποδεέστεροι για την αισθητική μας ασημαντοσύνη, την αρχαιοεπιστημονική μας ανεπάρκεια ή τη νοητική μετριοσύνη μας. Εκ προοιμίου βέβαια μπορούμε να συγχαρούμε εκ μέσης και εκ των ανωκάτω άκρων τον Κονταεικοσαετή εκλεγμένο κι εμπνευστή του θερινού διασκεδαστικού, πολιτισμικού και επιστημονικού μας διαδράματος. Αυτό το καλοκαίρι έδωσε εν ολίγοις τα ρέστα του, επιχειρώντας σχεδόν βίαια να μας εκπολιτίσει. Είχε απηυδήσει από τη χρόνια αμάθειά μας και στης ημιμάθειας έστω το δρόμο, έδοξε να μας βάλει1 .

Γίνομαι αμέσως ασαφής μάλλον, παρά σαφής, ότι σοφόν το ασαφές, έκτακτον το ημιμαθές, άριστον το ευτελές κι όσοι νοούντες νοήτωσαν• ότι γωνιο-καιροφυλακτούν επιθετικά, τοπικά κι αλλοδαπά υποόντα.
Εκτός προγράμματος και λίγο πριν την έναρξη της Λασσανειάδος, έκαναν ένα πέρασμα κάτι περίεργοι τύποι με ένα φορτηγό τεράστιο, με τσαντίρια που έστησαν στο δρόμο, γωνία πλατεία, εκεί που πριν λίγο έστηναν τα αριστερά (πολιτισμένα, απολίτιστα κι ανταρσυακά) κόμματα τις σκηνές τους. Οι εν λόγω μασούσαν διάφορα κονδύλια με κομπίνες τύπου: “Οι δρόμοι της ελιάς”. Μοίρασαν στους εγχώριους ιθαγενείς επώνυμους άρχοντες κι ανώνυμους εντύπους, μπουκαλάκια με λάδι κι ελιές, όπως κάνανε οι του νέου κόσμου κατακτητές, οι οποίοι μοίραζαν χάντρες και καθρεφτάκια στους ινδιάνους και λοιπές λαότητες της ζούγκλας. («Κοζάνη γη της λεμονιάς, της ελιάς/και της ακανθώδους αγριοαχλαδιάς» ήγουν γκρεγκορτσιάς). Έτσι, όπου ακούς «Δρόμοι» διάφορων προϊόντων, Μ.Κ.Ο. κ.λπ., διάβαζε αμέσως πως, εδώ άγριο ροκάνισμα δημοσίου χρήμάτος επίκειται ή πέφτει ήδη.

Ηρξατο η φετινή Λασσανειάς μετά του κυρίου Πλουτάρχου (κανονικό του όνομα Γ. Κακοσσαίος -ένας από τα 40 παλλικάρια από τη Λειβαδιά) μέγιστου λαϊκού αειδού και απλά συνώνυμου του αρχαίου μετρίου συγγραφέα από τη Βοιωτία γενικώς. Ακολούθησαν οι Δημοτικοί τα β(λ)ήματα της κυρίας Νμρχκς Ατδκσς η οποία προ μηνών χρηματοδότησε την ευλαβέστατη κ. Θώδη, την εποχή που ως αμνοερίφιον περιβέλαζε τη δημοσιότητα, προ της ψυχιατρικής της περιθάλψεως, αλλά και τον εξοχότατο Γ. Μαργαρίτη. Ο κυρ’ Δήμος Δήμαρχος δε θέλησε να υπολείπεται ωδικά του κομματικού του αντιπάλου ισοφαρίζων ούτως το πράγμα. Στο google.gr αμέσως που προσέπεσα για πληροφορίες διαπίστωσα ότι ο αρχαίος ωχριά μπροστά στον τώρα σε διαδικτυακές αναφορές. Ας πρόσεχε!
Όμως η ιστορική και λογοτεχνική εκδοχή του Λασσάνειου θέρους είναι αυτή που μας άφησε άπνους. Ο κος Δμρχς μας επιφύλαξε βαθύτατες εκπλήξεις και παγκόσμιες αποκλειστικότητες για τις οποίες λεκτέα τα παρακάτω.

Στην Λασσανειάδα, λοιπόν, χώρα, θα λάβουν καιρό δύο επιστημονικά σεμινάρια στα οποία θα δοθούν στο τέλος και βεβαιώσεις σε όσους βγουν απ’ αυτά με κανονικάς τας φρένας τους, οι οποίες ισοδυναμούν με μεταπτυχιακό τίτλο, που θα υπολογίζονται σε κάθε δημοτικό-εντελώς γνήσιο- ΑΣΕΠ.

Α. Σεμινάριο. Τίτλος: «Σ’ αυτόν η ανθρωπότητα οφείλει πολλά… Παλαμίδης ο Ναύπλιος. Ο εφευρέτης του φθογγικού Αλφαβήτου, του Άβακα, των Αριθμών, Ζυγών, Σταθμών, Νομισμάτων και Φρυκτωρίων (επικοινωνία από μακριά). Ο επινοητής των πεσσών (ζάρια) και των τυχερών παιχνιδιών.»
Ο κύριος Παλαμίδης όλα αυτά! Φοβερόν...

Τώρα μαθαίνω επιτέλους ο άσχετος, ότι «Φρυκτωρία» (μ’ αυτές δώσαν την είδηση για την άλωση της Τροίας οι αρχαίο-Ελληνες του Μπραν Πιτ) είναι η επικοινωνία (με φωτιές) από μακριά• όταν διάβαζα την πολυσέλιδη ποιητική συλλογή του Σαράντου Παυλέα «Φρυκτωρίες» δεν ήξερα τι μου γινόταν! Το έμαθα εκ του Δμρχ., που έδωσε και το τελικό χτύπημα στους αμφισβητίες του για να μην τους έχει συνεχώς στα ποδάρια του να τον λοιδορούν ως ημιμαθέστατον. «Εδώ σας έχω τσογλάνια!». Έριξε το βαρύ πνευματοπεπονικό ύδωρ της πόλεώς του στην μάχη εκ του τραχάδην και διέλυσε εξαρχής τους σχολιογραφικούς κόπανους ως σκεύη Κεραμαρέως. Απορία! Πως όμως και δεν εδόθη το αρχαίον Νόμπελ στον κ. Παλαμίδη; Την ιστορική αυτή παράλειψη η κυρία Πύλη εισόδου στον παράδεισο της δημόσιας αυτοθαυμασίας και της οριστικής ευθανασίας κάθε αξιοπρέπειάς τους, θα τη διορθώσει οσονούπω. Θα δώσει στον απ’ ευθείας κατιόντα του, αναδρομικά, το βραβείο της ανοικτής Παλάμης (εκ του Παλαμίδη) που θα το επιδόσει ο κ. Δήμαρχος. Δεν γνωρίζω βέβαια αν υπάρχει και έπαινος της κλειστής παλάμης, δι ης ιερά, ερωτική, χειροπραξία συντελείται, η «Ελεγεία του μοναχικού», (Μέμνησο την ιστορική στιχομυθία Βενιζέλου-Παγκάλου έξωθεν της θύρας του αρχηγού τους και τα συμφραζόμενα διακυβεύματα εξ αυτής), μήπως και δοθεί επικουρικώς στους επιτελούντες το έργον των υπηρετών της επιστήμης. Από εδώ μάλλον θα προήλθε και το ιστορικό «Ρίξε μια ζαριά καλή» που τραγωδούσε κι έπαιζε εν τω άμα, ο σερ Γληγ. Μπιθικώτσης με παρατηρητή, τσιλιαδόρον και βαστάζοντα το επίδικον χρήμα τον Πανερευνητή μας, όστις εκ των πολλών πεσσών που κρατούσε, «αναπεσών εκοιμήθη ως λέων και ως σκύμνος. Και τις εγερεί αυτόν;” (Γεν. μθ, 9)
-Κύριος οίδε!
Ο λεβέντης, αξιόμαχος και λίαν σοβαρλός νυν αντιδήμαρχος της Τεχνικής Υπηρεσίας, ως έχων ευδόκιμον προϋπηρεσία στους θεσμούς των γραμμάτων της πόλεως, ίσως μπορούσε να τον αφυπνίσει; Μαζί και εαυτόν.

Β. Σεμινάριο. Τίτλος: «Οδοί της Πλάνης, της Γνώσης και της Αλήθειας. Παρμενίδης ο Ελεάτης». Το βάθρο της Επιστήμης. Ο Ορθολογισμός και η διάνοια σαν έκτη «Υπέρ» αίσθηση».

Εδώ ήταν που οι εταίροι της πνευματικής κι όχι μόνον, αντιπολιτευτικής Σέχτας των ανοητολογίων που επιχωριολουφάζουν στο βιβλιοπωλείο επί της Ρήγα Βελεστινλή 10 και διαρκώς Συρίζουν, τώρα λυγμικά με τα αυτιά κατεβασμένα (ας μη χάιδευαν τα κουκουλοφόρα, κι ας τα τραβούσαν εγκαίρως), έπαθαν την πνευματική τους κολούμπρα, που λεν.
-Παρμενίδης, Βάθρο, Ορθολογισμός, Εκτη «Υπερ»αίσθηση, (οι συνήθως φυσιολογικοί έχουμε μόνον 5), παραμιλούσαν για μέρες ημιστοχαστικά! Τι είναι αυτά; Θα μας καραφλιάσει ο Δμρχς, λίγο πριν (λίγο πριν;) την κάθοδό του από το βάθρο της Δημαρχειοσύνης του.

Στα σεμινάρια δήλωσαν συμμετοχή ως σύνεδροι ή παρατηρητές Πανεπιστημιακές σχολές του εξωτερικού, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας δια του κυρίου προέδρου του, ο οποίος και θ’ αναλύσει για την περίσταση το σύγγραμμά του: «Ο άνθρωπος εναντίον ανθρώπου…η δύναμη της βλακείας και του κωμικού, η αερολογία και οι μικροπωλητές της αλήθειας» που εκδόθηκε με επιμέλεια της κ. Ιων. Μπνδκ., εκδ. Γκούντεμπεργκ. Συνίστατε θερμώς στον κ. Δμρχν για τις θερινές, ειδικές αναγνώσεις του. Οι Ακαδημίες ενηλίκων και παίδων ποδοσφαίρου Αργίλου και Γκοτζαματλή• το Κέντρο Ερευνών της λαϊκής αγοράς «Αριστοτέλης», η των φελλών σοφιστική σχολή του Φανού Σκ’ρκας και το παράρτημα της Ελληνικής, Λαογραφικής, Εταιρείας στην Κοζάνη «Μπουντανάθκα». Μαζί τους η Ψυχότροπος Εταιρεία Μελέτης και διάδοσης των αμελέτητων εισέτι ζητημάτων κι αινιγμάτων της αρχαιοσύνης ημών (κι όχι της αρχιεροσύνης υμών, μη μπλέξουμε τα μπούτια μας με ράσα) που φέρει την περιφραστική επωνυμία «Ξυσ’ τ’ αγγεία σ’ με ρίπερ» (αντικατέστησε τον «κασμά». Η Εύξεινος Λέσχη Κοζάνης διότι η εις –ιδης- κατάληξη των ονομάτων των φιλοσόφων τους εντάσσει αυτοδικαίως στις μορφωτικές επικράτειες του Κότσαρη και της Σερενίτσας. Τέλος θα παρίσταται αντιπροσωπεία του ευαγούς Θεραπευτηρίου Σπινάρη με όργανα αμέσου διαγνώσεως και δύο οχήματα δια τα τυχόν περαιτέρω. Φιλόλογοι και άλλα νωθρά πνευματικά όντα, δεν θα τολμήσουν να προσεγγίσουν τα σεμινάρια λόγο του εξ ορισμού χαμηλού I.Q. που διαθέτουν. Μην γίνουν και ρεζίλι.

Η αμφίεση των συνέδρων θα είναι η 8Α, όπου Α = αρχαία σκελέα, χιτών, περικνημίς, σανδάλι, περικεφαλαία μετά λοφίου.
Χώρος, το λαχανί Κοβεντάρειον, αίθουσα που ως αδιέξοδη για τους μεσαίους κατοίκους της, σε ποντοπόρον, λίγο πριν το ναυάγιο, το φέρνει. Ολων τα ακόντια θα είναι παρκαρισμένα έξω από την πόρτα επί της οδού Χ. Μούκα1.
-Τι έχουμε να μάθουμε και μάλιστα χωρίς να πάθουμε...


***

Στον αντίποδα της ξανθής Λασσανειάδος έρχεται σφήνα η καστανή Αντιστασιάδα, με ορμητήριον το Μουσείο Αντιστάσεως Κοζάνης και Πάσης Ελλάδος, στον αύλειο χώρο του οποίου δεσπόζει το Βρομόδεντρον με την ερμαφρόδιτη φύση του επί του κορμού. Εκεί στην «Εστία Αντιστάσεως» κατά το ομότιτλο διήγημα του και αντιστασιακού συγγραφέα, Γεράσιμου Γρηγόρη, διοργανώνονται σωφρονιστικά σεμινάρια τοπικής ιστορίας. Τι σοφίζονται οι άνθρωποι για να βρίσκονται μόνιμα στην κορυφή των δημοτικών τηλεκυμάτων. Μέχρι που νοσφίζονται την ιστορία, της οποίας τεντώνουν τη βρακοζώνα της έως διαρρήξεως. Οπως, άρον άρον κουβαλούν τους σεβάσμιους γεγηρακότες πολίτες στα εκλογικά τμήματα για να ψηφίσουν, οι δυστυχείς, τα ωραία μας κόμματα, ούτω πως φέρουν κι αυτοί τους γέροντες της εποχής του Αλβανικού πολέμου για να τους βραβεύσουν -τιμές και βραβεύσεις που κατήντησαν πληγή- στην αυλή τους, γιατί, λέει επιβίωσαν του πολέμου, πολέμησαν, επέζησαν και μόνον. Γιατί άραγε; Επειδή είχαν γερό κόκαλο, άρα ήταν και γενναία παιδιά, όπως ο «Χαμένος Ανθυπολοχαγός της Αλβανίας» του Οδ. Ελύτη, που όντως «Ήταν γενναίο παιδί». Ομιλητές, οι απαραίτητοι ύποπτοι παντός καιρού οι οποίοι σέρνονται εκόντες άκοντες, αιχμάλωτοι λες της ΟΠΛΑ, στην αυλή των θυμάτων, («Επέσατε θύματα αδέλφια...» κι εσείς κ.λπ.) και η παραπάνω αναφερθείσα Ψ. Εταιρεία. Ακροατές οι μονίμως ανύποπτοι μεταξύ τους δε κάποιοι δυσκοίλιοι διαρκώς και σ’ όλα, καχύποπτοι.

Έτσι το άρμα του θερινού πολιτισμού των γραμμάτων της πόλεως (αχ, η ψυχή μας δηλαδή) θα οδηγείται από δύο άτια (άλογα δηλαδή) καθαρόαιμα, εντελώς κοζανίτικα χωρίς ίχνος χωρικίλας μέσα τους, ένα ξανθό κι ένα καστανό, με ηνίοχον τον κ. Παντεπόπτη Τσαλαπετηνό των «Ορνίθων». Οπως δηλαδή άγεται και φέρεται η ψυχή κατά τον Πλάτωνα στο «Φαίδρο» (ζητήματα που δεν κατέχω βέβαια όσο οι φιλέταιροι της Ψυχοτρόπου)• γνωρίζω μόνον ό,τι μου βγάζει το google.gr αυτός ο μέγας τυφλοσύρτης των κολυβογνώσεών μας.
-Αυτά κι ο θεός βοηθός.

*Γοργίδος Λυσανίου είναι το φιλολογικό ψευδώνυμον του Γεωργίου Λασσάνη με το οποίο αυτός δημοσίευσε κάποια από τα έργα του στην ξένην λίγο πριν γίνει θερινός διασκεδαστικός και επιστημονικός θεσμός στην πόλη του.

Σημείωση
1. Βιβλιογραφία για τις περί ημιμάθειας σπουδές: Γιάννη Παμπούκη «Ημιμαθείας εγκώμιον» εκδ. Κριτική.


Δια την αντιγραφήν
Β.Π.Καραγιάννης

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.7.2009


ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ: Η εκκλησία στο μακεδονικό αγώνα

Η πολιτική της ανεξιθρησκίας, την οποία ο Μωάμεθ Β΄ εφάρμοσε και τα εκκλησιαστικά προνόμια, τα οποία αυτός και πάρα πολλοί από τους διαδόχους του παρεχώρησαν στους Έλληνες, αν και πολλές φορές καταπατούνταν και από τους σουλτάνους και προπαντός από τους ασύδοτους μπέηδες και πασάδες των επαρχιών, κατέστησαν την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία μητέρα και προστάτιδα του υπόδουλου Γένους. Οι ιερές μητροπόλεις, οι ενοριακοί ναοί και τα μοναστήρια υπήρξαν σε όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας τα καταφύγια των σκλάβων, αλλά και οι φάροι, οι οποίοι ακατάπαυστα ακτινοβολούν το φως της Ορθοδοξίας και της ελπίδας της εθνικής αναστάσεως.

Στρατιές αναρίθμητες επιφανών ιεραρχών και ανώνυμων ιερέων και μοναχών από τον άμβωνα των ναών και στους νάρθηκες των μοναστηριών, όπου λειτουργούσαν τα θρυλικά «κρυφά σχολεία», παρηγορούσαν τους δυστυχείς ραγιάδες, θέρμαιναν τις καρδιές τους, διατήρησαν άσβεστη τη σπίθα της ελευθερίας και την ελπίδα του λυτρωμού.

Ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν ιδιόμορφος, αδυσώπητος και αμείλικτος και η πρώτη, που αντιμετώπισε την άγρια μορφή του, ήταν η Εκκλησία.
Η Εκκλησία καθαγίασε τον ιερό αγώνα με το αίμα πολλών επισκόπων, ιερέων και μοναχών.
Στη Μακεδονία ο κλήρος αγωνίσθηκε με αδάμαστο πνεύμα. Παλεύοντας η Εκκλησία με υπέρτατο αντίπαλο μόνη της, αβοήθητη, με μόνο το ηθικό της κύρος και την αγάπη των κατοίκων διατήρησε με ιερό πείσμα τις θέσεις της. Πλαισιωμένη από φλογερούς μαχητικούς και ζηλωτές ιεράρχες επιτέλεσε το καθήκον της, το οποίο απαιτούσαν οι χαλεποί καιροί.
Μ’ αυτούς τους φωτισμένους ιεράρχες εκδηλώθηκε η αρχική εύστοχη αντίδραση του ελληνισμού. Η Εκκλησία στάθηκε αλύγιστη, όσο κι αν τα πλήγματα που δέχτηκε, ήσαν σκληρά και φοβερά. Κορυφαίοι επίσκοποι ήταν οι πρώτοι αγωνιστές του Μακεδονικού Αγώνα και στρατηγεία οι Μητροπόλεις. Οι ναοί και τα μοναστήρια ήταν τα ασφαλή κρησφύγετα των Μακεδονομάχων. Οι ιερείς και οι μοναχοί ήταν οι φύλακες άγγελοι των καταδιωγμένων, οι καλοί Σαμαρείτες των τραυματιών, οι προμηθευτές τροφών, όπλων και πυρομαχικών, οι μόνιμοι σύνδεσμοι των αγωνιστών, η ψυχή όλων των επιτροπών του Αγώνα. Συχνά λειτουργούσαν με το όπλο στην Αγία Τράπεζα, πλάι στο Ευαγγέλιο. Οι ιερείς, αντέδρασαν σθεναρά από την πρώτη στιγμή στην προσπάθεια εκβουλγαρισμού του πληθυσμού της Μακεδονίας πληρώνοντας οι περισσότεροι την αντίδρασή τους με τη ζωή τους.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός και θα πρέπει να υπογραμμισθεί ιδιαίτερα, ότι η αποστολή του ελληνικού κλήρου ήταν ιδιαίτερα δύσκολη για την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα. Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870) περιέπλεξε επικίνδυνα την κατάσταση. Οι Βούλγαροι τότε ίδρυσαν σχολεία κι εκκλησίες, διόρισαν δασκάλους και δικούς τους ιερείς και επισκόπους και καλλιεργούσαν την ιδέα του πανσλαβισμού, προσπαθώντας να μετατρέψουν τον πληθυσμό από το Πατριαρχείο στην Εξαρχία. Και οι Έλληνες κληρικοί υπήρξαν θύματα μιας άνευ προηγουμένου θηριωδίας των κομιτατζήδων, που επεδίωκαν τον εκβουλγαρισμό του πληθυσμού.

Από τους ιεράρχες μέχρι τους απλούς παπάδες και τους καλογέρους, όλοι διαδραμάτισαν σοβαρό ρόλο. Όχι μόνο ως πολύτιμες ηθικές δυνάμεις, όχι μόνο με κατήχηση και συμπαράσταση, αλλά πολλές φορές και με τα άρματα στο χέρι. Γι’ αυτό το μίσος των Βουλγάρων εναντίον τους εκδηλωνόταν με ιδιαίτερη αγριότητα. Αλλά και στον αγώνα η συμμετοχή του κλήρου ήταν καθολική, γι’αυτό και από την αρχή ήταν ο κύριος στόχος των κομιτατζήδων. Πολλές φορές όμως οι συνθήκες δεν επέτρεπαν την παραμονή στο χωριό. Τότε αναδείχτηκαν οι αντάρτες –ιερείς, που με το όπλο έκαναν ό,τι δεν μπορούσαν πια με το σταυρό και μόνο.

Η Εκκλησία δια μέσου του εκάστοτε Μητροπολίτη ασκούσε παρεμβατικό ρόλο και απόλυτη εξουσία στη διοίκηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, στις διαδικασίες εκλογής των μελών της Κοινότητας και σε κάθε κοινονική δραστηριότητα.
Οι ιεράρχες εκμεταλλευόμενοι τη δύναμη που τους έδινε η θέση τους απέναντι στις τουρκικές Αρχές συνέχιζαν την κοινωνική και μορφωτική δραστηριότητα της Εκκλησίας σε συνεργασία με την Ελληνική Κοινότητα, ενώ συγχρόνως είχαν μετατρέψει τις Μητροπόλεις σε κέντρα του Αγώνα και τα Μοναστήρια σε καταφύγια ανταρτών και αποθήκες όπλων.

Η εκκλησία της Καστοριάς

Για τα πρώτα χρόνια της Καστοριάς ως εκκλησιαστικής επαρχίας δεν είμαστε αρκετά πληροφορημένοι. Το βέβαιο είναι ότι η εκκλησιαστική ιστορία της πόλεως με την περιοχή της μέχρι το 10ο αιώνα χάνεται μέσα στην ιστορία της Αυτοκέφαλης Αρχιεπισκοπής Α΄ Ιουστινιανής Αχριδών.
Στην Αρχιεπισκοπή αυτή υπήγαγε όλες τις Επισκοπές του Ιλλυρικού και μεγάλα τμήματα της Μακεδονίας, Ηπείρου, Θεσσαλίας, ενώ με σιγίλλια την ανακήρυξε Αυτοκέφαλη.
Η Επισκοπή των Κάστρων, λαϊκή ονομασία της Καστοριάς, χρονολογείται από τον 9ο αιώνα και από το 1032 η Καστοριά αποτελεί Μητρόπολη.
Για την Καστοριά πότε ακριβώς ιδρύθηκε η Επισκοπή δεν είναι γνωστό. Από τον 4ο μέχρι τον 8ο αιώνα δεν αναφέρεται πουθενά. Βέβαιο είναι ότι στις αρχές του 9ου αιώνα η Μακεδονία αποτελούσε ιδιαίτερο Θέμα και είχε 18 πόλεις. Στον κατάλογο αυτόν φέρεται ως 6η η Επισκοπή Καστοριάς. Από το Τακτικό του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και από πληροφορίες του Γκέλτσερ συνάγεται ότι είναι πολύ πιθανόν ότι στην αρχή του 9ου αιώνα υπήρχε η Επισκοπή των Κάστρων.

Η εκκλησιαστική περιφέρεια της Καστοριάς πριν από το 1018 επεκτεινόταν σε αρκετά μεγάλη έκταση. Είχε στη δικαιοδοσία της τις Επισκοπές Σισανίου, Μογλενών και Μολισχού. Μετά την κατάλυση του Κράτους των Βουλγάρων η Μητρόπολη Καστοριάς παρέμεινε μεν πρωτόθρονος, αλλά περιορίστηκε αρκετά η δικαιοδοσία της.
Από το 1150 έχουμε πληροφορίες, ώστε μπορούμε να συγκροτήσουμε τον κατάλογο των Επισκόπων με τους Ιωάννη, Κων/τίνο (κοντά στο 1204), Γαβριήλ (1384), Ιωσήφ (1481).
Από το 16ο αιώνα, συναντούμε αρχιερείς με πρώτο τον Ακάκιο (1531), επικεφαλής καταλόγου αρχιερέων, που φθάνει μέχρι των ημερών μας. Ο πρώτος που προσονομάζεται Μητροπολίτης είναι ο Αρχιερέας Θεοφύλακτος σύμφωνα με επιγραφή (1622) του ναού των Ταξιαρχών, συνοικίας Αγίου Λουκά.

Όταν καταργήθηκε η Αρχιεπισκοπή Αχριδών το 1767 και υπήχθη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Μητρόπολη Καστοριάς περιήλθε στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου, που απετέλεσε τον 56ο Μητροπολιτικό θρόνο μέχρι το 1912, οπότε απελευθερώθηκε η πόλη και διατελεί ήδη υπό τη δικαιοδοσία της Ελλάδος. Ο Επίσκοπος Καστοριάς έφερε τον τίτλο «υπέρτιμος και έξαρχος (παλαιάς Βουλγαρίας). Υπογραφόταν ακόμη «Ο Καστορίας και Πρωτόθρονος», γιατί αυτός αποτελούσε τον πρώτο Μητροπολιτικό θρόνο του Κλίματος της Αρχιεπισκοπής Αχριδών. Σήμερα φέρει τον τίτλο «υπέρτατος και έξαρχος Άνω Μακεδονίας».

Από στοιχεία που περιέχει μια διαμαρτυρία της Ορθόδοξης Κοινότητας Καστοριάς με χρονολογία 20 Αυγούστου 1903 πληροφορούμαστε ότι η εκκλησιαστική περιοχή το 1903 είχε ορθόδοξα χωριά 155, οθωμανικά 130, βουλγαρικά 8 και μεικτά 20. Με την εκκλησιαστική τους έννοια ορισμένα χωριά του καζά της Φλώρινας υπάγονταν τότε, και εξακολουθούν μερικά από αυτά να υπάγονται, στη Μητρόπολη Καστοριάς. Εξάλλου ένα μέρος από την εκκλησιαστική περιφέρεια της Μητροπόλεως Μογλενών (Φλώρινας) περιήλθε μετά το 1912 στη Γιουγκοσλαβία (σημερινά Σκόπια).

Στη Μητρόπολη της Καστοριάς διοικητικά υπάγονται:
Ενοριακοί ναοί 121,
Παρεκκλήσια 100,
Εξωκλήσσια 130,
Ναοί , Κοιμητηρίου 21,
Μοναστηριακοί Ναοί 8, Εφημέριοι 112.



Η Εκκλησιαστική Περιφέρεια της Καστοριάς

Η εκκλησιαστική περιφέρεια Καστοριάς, σπουδαιότατη για την έκταση και τον πληθυσμό της, εκτεινόταν από την κωμόπολη Φράσαρη της Βορείου Ηπείρου μέχρι σχεδόν τη λίμνη Οστρόβου (Άρνισσας) και Μικρής Πρέσπας, και του υψιπέδου της Κορυτσάς μέχρι τη Βούρμπιανη και το Βογατσικό.
Περιλαμβανόταν σ’αυτήν η ορεινή περιοχή, των Κορεστίων, η οποία προσφερόταν στην ανάπτυξη των αντάρτικων ομάδων. Επίσης υπάγονταν και τα Καστανοχώρια. Το πλεονέκτημα αυτό οφειλόταν από το ένα μέρος στη φυσική διαμόρφωση του εδάφους τους και το φιλελεύθερο πνεύμα των κατοίκων τους, από το άλλο δε στην κεντρική της θέση προς τις πόλεις της Κορυτσάς, Φλώρινας, Μοναστηρίου και Καστοριάς.
Για την Ελλάδα η Μητροπολιτική περιφέρεια της Καστοριάς είχε ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Γειτονεύοντας με το ελεύθερο κράτος αποτελούσε αναγκαστικό ενδιάμεσο σταθμό για κάθε ελληνική ενέργεια και δράση, η οποία θα εκδηλωνόταν προς ολόκληρη την περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας. Οι κάτοικοι της περιφέρειας και ιδιαιτέρως οι των Κορεστίων, παρουσιάζονταν πολλοί ακμαίοι, εργατικοί, δραστήριοι και τολμηροί. είχαν δε όλοι τους ανεπτυγμένο το φιλελεύθερο πνεύμα και παρέμειναν ζωηρές σ’ αυτούς οι αναμνήσεις και οι ηρωισμοί των Κλεφτών και των Αρματολών, που αγωνίσθηκαν στην περιφέρειά τους όλη σχεδόν τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Εξαιτίας του αγόνου της φύσεως του εδάφους, αν και πάντοτε παρέμειναν συνδεδεμένοι με τις γενέτειρές τους, εκπατρίζονταν εύκολα. Γι αυτό όπου πήγαιναν, επηρέαζαν την κοινή γνώμη σχετικά με το φρόνημα και την εθνικότητα της Δυτικής Μακεδονίας. Οι Βούλγαροι, που εκτίμησαν σωστά την αξία της περιφέρειας Καστοριάς και κυρίως των Κορεστίων, είχαν από τα πρώτα ακόμη χρόνια της επιθέσεώς τους προσανατολίσει προς την περιοχή αυτή ικανότητα τους βοεβόδες και προπαγανδιστές και είχαν επιδείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την επικράτησή τους.

Η Μητρόπολη Καστοριάς

Εκκλησιαστικά η Καστοριά υπαγόταν για πολλούς αιώνες στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αχρίδας Α΄ Ιουστινιανής. Μετά την κατάλυση του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας Αρχίδας Α΄ Ιουστινιανής η Μητρόπολη της Καστοριάς υπήχθη από του 1767 απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, έχοντας στη δικαιοδοσία της τις επισκοπές Σισανίου, Μογλενών και Μολισχών και τον 83ο εκκλησιαστικό βαθμό.
Το 1674 με απόφαση του αρχιεπισκόπου Αχριδών Γρηγορίου προσηλώνονται στο μοναστήρι της Παναγίας Μαυριωτίσσης Καστοριάς πέντε Σταυροπήγια της επαρχίας της, δηλαδή τα χωριά Γκάλλιστα, Ντόλενη, Αρχάγγελο, Ντερνίτσοβο, Αλέτη. Την απόφαση αυτή υπογράφουν οκτώ Μητροπολίτες της Αρχιεπισκοπής, που μεταφέρει στον κώδικα Μητροπόλεως (ταξ. Αρ. 2753), ο Μητροπολίτης Δαβίδ στις 8 Ιουλίου του ίδιου χρόνου.

Υπήρξε σημαντικό εκκλησιαστικό κέντρο και από τη θέση της εθνική έπαλξη. Επισημαίνουμε ότι ο Κοσμάς ο Αιτωλός σε μια από τις περιοδείες του πέρασε από τη Θεσσαλονίκη και προχωρώντας πάντοτε δυτικά έφθασε στη Βέροια το καλοκαίρι του 1775. Τον επόμενο μήνα έφτασε στη Σιάτιστα για δεύτερη φορά. Από κει περνάει ακόμα από την Ανασελίτσα, όπου ιδρύει σχολείο, και φθάνει στην Καστοριά. Τότε, κατά την παράδοση, συγκέντρωσε τους χριστιανούς στο Νεκροταφείο του Αγίου Ανδρέα στη συνοικία Καρύδη. Εκεί έχοντας για άμβωνα μια συκαμιά (μουριά) έκανε εθνικοθρησκευτικό κήρυγμα. Το 1778 τον βρίσκουμε πάλι να κηρύττει στη Μακεδονία. Συγκεκριμένα περνάει από τα χωριά της λίμνης Αχρίδας και από τις περιοχές Μοναστηρίου και Καστοριάς. Και στα μέρη αυτά δεν παραλείπει να ιδρύσει σχολεία.

Η κοινότητα Καστοριάς, ως οργανωμένη ομάδα, ασκούσε τα διοικητικά, φορολογικά και δικαστικά καθήκοντα μαζί με το Μητροπολίτη και οι αποφάσεις τους είχαν γενική ισχύ.
Όλες οι αποφάσεις, όχι μόνο αυτές που ρύθμιζαν ιδιωτικά θέματα, αλλά και όσες αφορούσαν κοινές υποθέσεις, παίρνονταν ενώπιον και με συμμετοχή του Μητροπολίτη. Μόνο όταν συντάσσονταν και υπογράφονταν από τον ίδιον, αποκτούσαν επίσημο κύρος.

Ασφαλώς και η Εκκλησία της Καστοριάς ασκεί μια σειρά προνομίων, που εκχωρήθηκαν από το Σουλτάνο και που μερικά από αυτά είναι: η λειτουργία των επισκοπικών δικαστηρίων, που προεδρεύονταν από τον ίδιον τον Μητροπολίτη και εκδίκαζαν αστικές και φορολογικές υποθέσεις των χριστιανών, η εκχώρηση διοικητικών αρμοδιοτήτων, οι πολιτικές εξουσίες, ως εκπρόσωπος των ραγιάδων.
Πέραν από τα πολιτικά αυτά καθήκοντα ο Μητροπολίτης έχει και οικονομικά δικαιώματα, όπως: α)να εισπράττει για λογαριασμό του τα πρόστιμα, που κατά την κρίση του επέβαλλε για διάφορες παρανομίες, β) να παίρνει τα μισά από όσα αφήνει κάποιος ως δωρεά ή αφιέρωμα στην Εκκλησία, έστω κι αν δεν διατίθενται για τον ίδιο, γ) να παίρνει ανάλογο μερίδιο από εισοδήματα, που έχουν οι εκκλησίες στα χωριά της δικαιοδοσίας του, δηλαδή και έξω από την πόλη της Καστοριάς.
Εξάλλου τα οικονομικά δικαιώματα του Μητροπολίτη από μνημόσυνα αποτελούσαν παραδοσιακό έθιμο του λαϊκού δικαίου, όπως συμβαίνει και σήμερα, που σιγά-σιγά αναγνωρίστηκε και από το επίσημο δίκαιο της Εκκλησίας.
Τα δικαιώματα αυτά εισπράττονταν σε χρήμα: α) από περιουσίες άκληρων, β) από διαθήκες κληρικών και λαϊκών, που πέθαναν και άφηναν ποσά σε πτωχούς, Μητροπολίτες και Επισκόπους, γ) από περιουσίες για τις οποίες δεν είχε.
Ένα μέρος των οικονομικών της Μητροπόλεως προερχόταν από την επιχορήγηση των Ορθοδόξων Εκκλησιών και Κοινοτήτων της περιοχής τους τα Καστανοχώρια, που την εποχή αυτή υπαγόταν όλα στην Ιερά Μητρόπολη Καστοριάς.
Η Σιάτιστα την εποχή της εξέγερσης ανήκε στην Καστοριά, στον μπέη της Καστοριάς.

Η δράση της Μητροπόλεως Καστοριάς

Η Εκκλησία έχει και αυτή το μερίδιο της στην έκφραση ευγνωμοσύνης του Έθνους για την συμβολή στο Μακεδονικό Αγώνα.
Στους ναούς και στα Μοναστήρια βρήκαν καταφύγιο πολλοί Μακεδονομάχοι, Ιεράρχες και απλοί κληρικοί, μοναχοί και μέλη ενοριακών επιτροπών συμπαραστάθηκαν στους ήρωες και στις οικογένειές τους, περιέθαλψαν τους κυνηγημένους, τα ορφανά και τις χήρες, στάθηκαν στο προσκέφαλο των τραυματιών και φρόντισαν για τον ενταφιασμό εκείνων, που έχασαν τη ζωή τους για τη διατήρηση της ελληνικότητας της Μακεδονίας.
Οι Έλληνες συχνά έβρισκαν προστασία στην Ελληνική Μητρόπολη της Καστοριάς. Εκεί είχαν καταφύγει εκατοντάδες γυναικόπαιδα κατά τη διάρκεια του σκληρού αγώνα. Πρόσφυγες των, οποίων τα σπίτια καταστράφηκαν από τους κομιτατζήδες ή τα τουρκικά αποσπάσματα, συνωθούνταν στις πόλεις και τα μοναστήρια άρρωστοι, γυμνοί και πεινασμένοι.
Πολλά αθώα γυναικόπαιδα βρήκαν καταφύγιο, όταν κυνηγημένοι από Βουλγάρους και Τούρκους εγκατέλειψαν τις εστίες τους και πήραν τα βουνά, δίχως τροφή και δίχως ρούχα, που τόσο τους χρειάζονταν για να αντιμετωπίσουν τις κακές καιρικές συνθήκες, που επικρατούσαν το χειμώνα.

Υπήρξαν πολλοί οι εμπνευσμένοι Ιεράρχες και κληρικοί, όπως και οι δάσκαλοι και άλλοι εκπαιδευτικοί, που χαλύβδωναν την ψυχή των πιστών της Ορθοδοξίας. Μεταξύ αυτών εξέχουσα θέση κατέχει ο Γερμανός Καραβαγγέλης.
Η Μητρόπολη Καστοριάς, αν και υπολοιπόταν έναντι της βουλγαρικής προπαγάνδας και σε δύναμη επιβολής στους χωρικούς και σε μέσα οικονομικά και σε τρόπους ενέργειας, εν τούτοις κατόρθωσε να διατηρήσει στα σλαβόφωνα χωριά, εκτός από λίγα φανατικά, ολοκληρωτικά και μάλιστα με την πλειονότητα των ψυχών εις τους μεγαλύτερους τέτοιους συνοικισμούς.
Ο τότε Μητροπολίτης Καστοριάς Κύριλλος (1882-1888) μετατέθηκε δυσμενώς στη Λήμνο και αντ’ αυτού τοποθετήθηκε στη Μητρόπολη Καστοριάς ο Αγχιάλου Γρηγόριος, αλλά αυτός μετά από ένα χρόνο αρχιερατίας αντικαταστάθηκε από τον ονομαστό καθηγητή και συγγραφέα μεγάλης εκκλησιαστικής ιστορίας Φιλάρετο Βαφείδη.
Ο Μητροπολίτης Φιλάρετος Βαφείδης (1899) αντιμετώπισε κατάσταση του ελληνικού πληθυσμού πάρα πολύ δύσκολη και επικίνδυνη και όσο μπόρεσε προσπάθησε να τη συγρκατήσει από τη χειροτέρευση και κατέβαλλε κάθε ενέργεια προς τις τουρκικές Αρχές καταγγέλοντας τις βουλγαρικές αυθαιρεσίες, τους εκβιασμούς και τις κακουργίες. Φρόντισε για τη λειτουργία ελληνικών σχολείων σε όλα τα χωριά με δασκάλους σε ανάγκη χωρίς να έχουν τα απαιτούμενα προσόντα, αλλά βρίσκονταν σε οικονομική αδυναμία να βρει χρηματικούς πόρους για την πληρωμή των μισθών τους.
Ο Γερμανός Καραβαγγέλης το 1903 έκανε δίπλα στη Μητρόπολη Ορφανοτροφείο για τα ορφανά του Μακεδονομάχων, όπου εύρισκαν τροφή, στέγη και σπούδαζαν.


Η προσφορά του κλήρου στο μακεδονικό αγώνα

Η ψυχή του Έλληνα, της Μακεδονίας ήταν αιώνες τώρα δεμένη με τον κλήρο, στον οποίο έτρεφε άπειρο σεβασμό και εκτίμηση. Ο Ελληνισμός της Μακεδονίας διακρινόταν για την εθνική του συνείδηση, αλλά και την αφοσίωσή του στην Εκκλησία. Έτσι απέτυχαν οικτρά στα σχέδιά τους οι Βούλγαροι, διότι όταν τους καλούσαν ν’ αποσκιρτήσουν από το Πατριαρχείο και να προσχωρήσουν στην Εξαρχία, τους χτυπούσαν στο πιο ευαίσθητο σημείο της ψυχής τους, στο θρησκευτικό συναίσθημα και στο δεσμό με το ελληνικό Πατριαρχείο, που έσωσε τον Ελληνισμό και διατήρησε ζωντανή την εθνική του συνείδηση. Και το γνώριζαν καλά αυτό οι εχθροί του Ελληνισμού. Γι’ αυτό πρώτοι οι κληρικοί και η Εκκλησία δέχτηκαν τη λυσσαλέα επίθεσή τους.

Στη Μακεδονία ο Κλήρος αγωνίσθηκε με αδάμαστο πνεύμα. Καθαγίασε τον ιερό αγώνα με το αίμα πολλών Επισκόπων, ιερέων και μοναχών. παλεύοντας η Εκκλησία με υπέρτερο αντίπαλο, μόνη της, αβοήθητη, με μόνο το ηθικό της κύρος και την αγάπη των κατοίκων διατήρησε με ιερό πείσμα τις θέσεις της.
Ο Εσταυρωμένος και η Ελλάς είναι τα προσφιλέστατα θέματα των κηρυγμάτων τους. Στηρίζουν όσους γονάτισαν. Παρηγορούν όσους ολιγοψύχησαν. Επαναφέρουν στη μάντρα τα χαμένα πρόβατα. Εξαγείρουν τις εκοιμισμένες συνειδήσεις. Ανασταίνουν την πεθαμένη ελπίδα. Συντάσσουν αναφορές προς το Πατριαρχείο και την Κυβέρνηση των Αθηνών, όπου διεκτραγωδούν την κατάσταση και ζητούν βοήθεια. Δεν διστάζουν – με γνώμονα πάντα το ελληνικό συμφέρον και την προστασία των κατοίκων της υπαίθρου –να συνεργάζονται με τους Τούρκους, όπως ο Μητροπολίτης Μογλενών Ιωαννίκιος. Αψηφούν τους κινδύνους και τις απειλές. Ούτε τη ζωή τους υπολογίζουν.

Μεταξύ αυτών ο Γερμανός Καραβαγγέλης, που ματαίωσε τα βουλγαρικά σχέδια στην περιοχή των Κορεστίων, συνεπικουρούμενος από μια πλειάδα ιερέων και μοναχών.
Δίπλα τους όμως έρχεται στρατιά ολόκληρη ιερέων και μοναχών, που σφαγιάσθηκαν, υβρίσθηκαν, προπηλακίσθηκαν. Όλοι έπραξαν μέχρι τέλους το εθνικό του καθήκον.
Μετέτρεψαν τις Μητροπόλεις σε κέντρα συντονισμού του αγώνα. Τα Μοναστήρια σε προπύργια, απ’ όπου εξορμούσαν τα σώματα, σε κρησφύγετα για την ανάρρωση και περίθαλψη των μαχητών, σε αποθήκες όπλων και πολεμοφοδίων. Οι κληρικοί στο σύνολό τους στάθηκαν δίπλα στο χειμαζόμενο λαό. Τον ανακούφισαν, τον ενίσχυσαν, τον ενθάρρυναν, τόνωσαν την πίστη του και την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία. Σάρκα από την σάρκα του λαού, αναδείχθηκαν καλοί ποιμένες, που όχι μόνο νουθέτησαν και στήριξαν το λαό, αλλά χάριν αυτού κα τη ζωή τους θυσίασαν.

Όμως παράλληλα με αυτόν τον αγώνα, και πριν από αυτόν, η Εκκλησία, που επηρέαζε όλη την πνευματική ζωή των υποδούλων, διεξήγαγε και άλλον αγώνα, τον αγώνα τον πνευματικό, μέσα από τα σχολεία με τη συνεργασία δασκάλων και καθηγητών. Έτσι λοιπόν, όταν κάποτε ήλθαν τα υλικά όπλα, βρήκαν πρώτα τα πνευματικά έργα. Το άοπλο πνεύμα του ελληνισμού είχε κάνει δυναμική την παρουσία του, πριν ακόμη στα βουνά και στα χωριά της Μακεδονίας ακουσθεί η κλαγγή των όπλων. Και το πνευματικό υπόβαθρο, που είχαν στρώσει μαζί παπάς και δάσκαλος στήριξε τον αγώνα και δικαίωσε τις προσδοκίες τους. Και αν τελικά η Ελλάδα υπακούοντας στην εθνική επιταγή του Ίωνα Δραγούμη, έτρεξε να σώσει τη Μακεδονία, υπήρχε τόπος, όπου μπορούσε να τρέξει, γιατί η Εκκλησία και η Παιδεία μαζί είχαν κατορθώσει πριν από το 1903 να διατηρήσουν τη γη της Μακεδονίας ελληνική.
Υπήρχε διάταξη να μη εμποδίζονται οι ιερείς και οι μοναχοί στην ύστερα από άδεια του Μητροπολίτη να επισκέπτονταν τα σπίτια των ραγιάδων, για να εκτελέσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, με τον όρο όμως να μη προκαλούν τους μουσουλμάνους πιστούς.

Ο αγώνας που έκανε η Εκκλησία για την περιστολή της βουλγαρικής δραστηριότητας και τη διατήρηση της ελληνικότητας του πληθυσμού της Μακεδονίας είχε πολλά θύματα. Πολλοί ιερείς και καλόγεροι και Ιεράρχες ακόμα πρόσφεραν το τίμιο αίμα τους στην εθνική υπόθεση.
Είναι μακρύς ο κατάλογος των ηρώων και μαρτύρων της Εκκλησίας.



(Από το υπό έκδοσην βιβλίο «Ο Μακεδονικός Αγώνας στην Καστοριά»)


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 21.5.2009, στις 18.6.2009 και 16.7.2009


27/7/09

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Κύριε διευθυντά

Στον ημερήσιο τύπο ο έγκριτος αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου κ.Κωνσταντίνος Τράκας, γράφοντας για το πανεπιστημιακό άσυλο, ορθότατα επισημαίνει ότι το άρθρο 16 του Συντάγματος, αναγνωρίζει και κατοχυρώνει πλήρως την ακαδημαϊκή ελευθερία και η διακίνηση των ιδεών είναι αυταπόδεικτο δικαίωμα των μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ. Ποιος εμποδίζει τον πανεπιστημιακό δάσκαλο να εκφράσει τη γνώμη του για οτιδήποτε και οποτεδήποτε, ακόμα και κατά την διάρκεια των μαθημάτων του; Κανένας και με κανένα τρόπο.

Εγώ δίδαξα, επί 30 χρόνια μαθήματα βιοχημείας και τοξικολογίας στο ΑΠΘ, αλλά ως εναρκτήριο μάθημα κάθε χρονά είχα την «γένεση των ιατροφυσικών επιστημών από τους έλληνες προσωκρατικούς φιλοσόφους» δηλ. θέμα άσχετο με το μάθημά μου, αλλά επειδή ήθελα να ξέρουν οι φοιτητές μου πότε, πού και από ποιους γεννήθηκαν οι επιστήμες και η φιλοσοφία τους, τους έκανα αυτό το εναρκτήριο μάθημα. Μέσα δε σε αυτό τους ανάφερα και τον Κάρολο Μάρξ ως μέγα γνώστη της αρχαιοελληνικής γραμματείας και θαυμαστή των αρχαίων φιλοσόφων που έλεγε (όπως και ο Νίτσε) ότι «συνεχώς γινόμαστε και πιο Έλληνες». Κανένας δεν με παρατήρησε ή με εμπόδισε να αναγνωρίσω τον Μάρξ ως μέγα θαυμαστή της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας. Δεν χρειαζόμουνα το άσυλο για να πω αυτά που ήθελα και αν δεν υπήρχε το σχετικό άρθρο στο άρθρο 2 του Ν. 1268/1982,εγώ πάλι θα έλεγα και κανένας δεν θα με πείραζε ή παρατηρούσε, διότι θα με προστάτευε το άρθρο 16 του Συντάγματος.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταργήσουμε το πανεπιστημιακό άσυλο, ως άχρηστο, όχι γιατί χρειάζεται και μας προφυλάσσει, αλλά γιατί αν το καταργήσουμε θα κινηθούν τα μολότωφ και θα έχουμε πυρκαγιές και τραυματισμούς από τις προοδευτικές δυνάμεις, που υπερασπίζονται δήθεν το άσυλο!

Από εκεί όμως και πέρα, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι νόμοι και αν γίνονται μέσα ή και έξω από το πανεπιστήμιο κακουργηματικές πράξεις, να επεμβαίνει αμέσως η αστυνομία, χωρίς να την φωνάξει κανένας (πρύτανης, εισαγγελέας κτλ) διότι αυτή είναι η δουλειά της δηλ.να προστατεύει το κοινωνικό σύνολο από τις πάσης φύσεως παρανομίες και παρανομούντες είτε αυτοί ρίχνουν βόμβες μολότωφ, είτε προκαλούν φωτιές στα αυτοκίνητα και στα καταστήματα είτε κάνουν οτιδήποτε εναντίον της κοινωνίας και δεν υπάρχει για αυτούς κανένα πανεπιστημιακό ή άλλο άσυλο παρά μόνον ή εφαρμογή του νόμου που χρειάζεται η ήσυχη κοινωνία μας.

Με τιμή και εκτίμηση
δρ δρ, Αναστάσιος Β.Κοβάτσης
καθηγητής πανεπιστημίου

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.7.2009


ΣΤΑΘΗ ΠΕΛΑΓΙΔΗ: Γιώργος Γκολομπίας

Ο ακάματος σκαπανέας της ιστορικής έρευνας

Ο γιατρός και ερευνητής της ιστορίας Γιώργος Γκολομπίας, από το Βογατσικό Καστοριάς, θα μείνει, για πάντα, μες στην καρδιά μας και θα δίνει νόημα στη ζωή μας, με το πλούσιο αυθεντικό ερευνητικό του έργο, που τον ανεβάζει σε επίπεδο καθολικής καταξίωσης.
Θα έλεγα, μάλιστα, ότι ακόμη και ο μεγάλος ρώσσος συγγραφέας του περασμένου αιώνα, Άντον Τσέχωφ, περισσότερο γνωστός για το κλασικό λογοτεχνικό του έργο και ελάχιστα για την ιατρική του σταδιοδρομία, σίγουρα θα αναγνώριζε, στο πρόσωπο του νεαρού γιατρού και ιστορικού Γιώργου Γκολομπία, τον άξιο συνεχιστή του προσωπικού του παραδείγματος. Σίγουρα, ο μεγάλος εκείνος κλασικός δημιουργός, θα καμάρωνε την δικαίωσή του στο ιστορικό έργο του σημερινού, κατά πολύ νεότερού του, γιατρού Γιώργου Γκολομπία.
Ασφαλώς, η καθολική αυτή καταξίωση δεν απορρέει μόνον από την πλούσια, ομολογουμένως, ερευνητική συγκομιδή που μας άφησε ο Γιώργος. Απορρέει και από τα σπάνια ποιοτικά γνωρίσματα που σημαδεύουν όχι μόνο το δημοσιευμένο, αλλά και το αδημοσίευτό του έργο, που περιμένει τον επόμενο ισάξιο ερευνητή.

Πρώτο και κύριο γνώρισμα: Η πρωτοτυπία. Με την επίπονη, πολυδάπανη και διεισδυτική του έρευνα έρχονται στο φως νέα ιστορικά στοιχεία, ιδιαίτερα για τηδυτική Μακεδονία και την Καστοριά. Ο Γιώργος Γκολομπίας είναι πρωτοπόρος και ουσιαστικός σ' αυτό το σημείο.

Δεύτερη, εξίσου σημαντική, περγαμηνή του ερευνητικού του μόχθου: Τα αυθεντικά ιστορικά ντοκουμέντα (φωτογραφικό αρχείο Παπάζογλου, ταχυδρομικά δελτάρια, εκκλησιαστικά βιβλία, αγιορείτικα κειμήλια στα βαλκάνια κ. ά.). Όλα τα παραπάνω ερευνήθηκαν από τον νεαρό βογατσιώτη ερευνητή, για να πλουτίσουν, ως νέα παρακαταθήκη, το μέχρι τώρα πολύτιμο κεφάλαιο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Τρίτο σημαντικό ποιοτικό γνώρισμα: Η τοπική ιστορία της δυτικής Μακεδονίας θα είναι, στο εξής, πολύ πλουσιότερη, χάρις στον καινοτόμο Γιώργο Γκολομπία.

Βεβαίως, μεγάλος ο πόνος και παλλαϊκός ο θρήνος από τον πρόωρο θάνατό του (μάρτυρας, η πληθώρα των αυθόρμητων νεκρολογιών στην Καστοριά, στο Βογατσικό, στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα). Ακόμη μεγαλύτερη και αβάσταχτη η απουσία του στους σεβάσμιους γονείς, στους οικείους, στους συγγενείς και φίλους.
Ωστόσο, ένα είναι βέβαιο: Η αναγνωρισμένη και ήδη καταξιωμένη πνευματική και επιστημονική του προσφορά στον τόπο έχει αναδείξει τον νεαρό, σε ηλικία, ερευνητή σε ωριμότατο σκαπανέα της ιστορικής επιστήμης.

Γιώργο Γκολομπία, η μνήμη σου θα είναι αιωνία!

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 18.6.2009