30/6/09

ΟΔΟΣ: Η ρευστότητα και η αστάθεια, έχουν μέλλον.

Οι εκλογές όταν τελειώνουν, έχουν σχεδόν πάντα ένα χαρακτηριστικό: Δίνουν συγκεκριμένο αλλά και ευανάγνωστο αποτέλεσμα. Έχουν ένα μόνο πραγματικό νικητή και έτσι τελειώνουν τις συζητήσεις. Ανοίγουν ένα νέο κύκλο ζυμώσεων και απλά προκαλούν, ή ακόμη περισσότερο επισπεύδουν τις εξελίξεις.

Το εκλογικό αποτέλεσμα της π. Κυριακής που έφερε μπροστά το ΠαΣοΚ και δεύτερη την Νέα Δημοκρατία, αλλά με μια διαφορά ποσοστού της τάξης του 4,4%, που είναι ασφαλώς μικρότερο από τους στόχους του προέδρου του κ. Γεωργίου Παπανδρέου (με το κόμμα του αντί να αυξήσει να έχει αντίθετα μειώσει το ποσοστό του σε σχέση με τις τελευταίες εθνικές εκλογές του 2007), και τούτο παρά την αυξημένη συσπείρωση που πέτυχε, και παρά την κατακραυγή των Ελλήνων στα σκάνδαλα της Νέας Δημοκρατίας, σε συνδυασμό με την πολιτική ατμόσφαιρα στα δύο μεγάλα κόμματα, έχει σαν συνέπεια, αυτή η μετεκλογική περίοδος να είναι αρκετά διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη. Καθ’ ότι, σε απόλυτους αριθμούς και ποσοστά έχασε μεν η Νέα Δημοκρατία, αλλά για μια ακόμη φορά το σημερινό ΠαΣοΚ δεν μπόρεσε να καρπωθεί πολιτικά την φυσιολογική δυσφορία.

Παράλληλα, με την μείωση των ποσοστών του ΣυΡιζΑ και το πρωτοφανές ποσοστό αποχής που προσέγγισε το 50% του εκλογικού σώματος, αφ’ ενός μεν εκδηλώθηκε η αποδοκιμασία σε επαναστατικές (στα όρια της ουτοπικής αναρχίας) πολιτικές πρακτικές με τις οποίες φλέρταρε η ηγεσία του Συνασπισμού και του ΣυΡιζΑ τον περασμένο Δεκέμβρη, και έμμεσα αποτυπώθηκε και στην Ελλάδα η συντηρητική στροφή που παρατηρήθηκε στις ευρωεκλογές σε πολλές από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η οποία δεν επιτρέπει σημαντικά περιθώρια προόδου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Στον νομό Καστοριάς, αν και για μια ακόμη φορά αποτέλεσε προπύργιο της Νέας Δημοκρατίας, η κάλπη απέδειξε ότι ο μέσος νεοδημοκράτης αισθάνεται απογοητευμένος από την κυβέρνηση, όχι μόνο για τα σκάνδαλα με τους Εφραίμ, τον Ρουσόπουλο, τον Βουλγαράκη και άλλους άπειρους σε αριθμό μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκπρόσωποι της Καστοριάς, αλλά και από το ότι δεν έγινε απολύτως τίποτε στον νομό και κυρίως στην πόλη της Καστοριάς που να εντάσσεται σε ένα σχεδιασμένο και συντονισμένο πρόγραμμα ανάπτυξης και αναβάθμισης. Ακόμη και η (απλή) υπόθεση του Πανεπιστημίου μοιάζει εφιάλτης με τον χρόνο που κύλησε έως τώρα άπρακτος. Με μια βουλευτή απλή θεατή στην φαρσοκωμωδία των δήθεν αντιδράσεων.

Κι’ όμως, παρά ταύτα, και παρά την δυσαρέσκεια του κόσμου, το ΠαΣοΚ του κ. Φίλιππου Πετσάλνικου, με το σημερινό 29,99% (28,62% στις ευρωεκλογές 2004) δεν μπόρεσε για μια ακόμη φορά να διεμβολίσει ευρύτατα στρώματα της καστοριανής κοινωνίας, ειδικά μεταξύ των νέων ανθρώπων, που όπως προκύπτει από τις κάλπες, δεν πρόκειται να επιδοκιμάσουν ποτέ με την ψήφο τους ένα κομματικό χώρο (ΠαΣοΚ), που επί 30 χρόνια τώρα αρνείται ή και φοβάται να ανανεωθεί σε πρόσωπα και κυρίως σε νοοτροπίες.

Παρά τους πρώτους πανηγυρισμούς, το εκλογικό αποτέλεσμα συνιστά μικρή μεν αλλά πάντως (μερική) ήττα του κ. Γεωργίου Παπανδρέου, αλλά ταυτόχρονα νίκη για το ΠαΣοΚ στο σύνολό του, που δείχνει να αποκαθιστά, έστω και με αργούς ρυθμούς τους δεσμούς που είχε χάσει. Αντίθετα, στο άλλο στρατόπεδο, η προσωπική «νίκη» του προέδρου της Ν.Δ. και πρωθυπουργού που κατόρθωσε να περιορίσει την κατάρρευση, είναι ταυτόχρονα ήττα της Νέας Δημοκρατίας. Διότι 5 μόλις χρόνια μετά την έναρξη της κυβερνητικής της θητείας, βούλιαξε στα σκάνδαλα διαφθοράς και ατιμωρησίας, και μοιάζει να έχει γεράσει πρόωρα. Γι’ αυτό (έστω και μέσα από το μήνυμα της αποχής) άρχισε να αποκρούεται με τάσεις μονιμότητας από το ακροατήριο του μεσαίου χώρου που με μεγάλη δυσκολία προσεταιρίστηκε λίγα χρόνια πριν. Η κατάσταση αυτή, αν παραμείνει η ίδια, θα επιδράσει αρνητικά στο επίπεδο της πολιτικής ζωής, στην οικονομία και την κοινωνία, και θα αναστείλει κάθε πρόοδο στις προσπάθειες που καταβάλλονται για την διευθέτηση των ανοικτών ζητημάτων των εξωτερικής πολιτικής. Μέχρις τελικής λύσεως, πτώσεως ή εξοντώσεως.

Καθ’ ότι οι αναλύσεις και οι εκτιμήσεις για τις τάσεις της κάλπης, θα συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι οι εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτέλεσαν το πρώτο ημίχρονο ενός ιδιόρρυθμου εκλογικού πρωταθλήματος μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΠαΣοΚ. Και δυστυχώς των «μεγάλων» πολιτικών οικογενειών ως αντιπάλων, και των μεγάλων πολιτικών οικογενειών που ελέγχουν τα κόμματα απέναντι στους αυτοδημιούργητους πολιτικούς των ίδιων αυτών κομμάτων. Θεωρείται πιθανό οι αναλύσεις θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η πολιτική ρευστότητα (η μοναδική σανίδα σωτηρίας του ηγετικού κατεστημένου κυρίως των δύο μεγάλων κομματικών σχηματισμών) θα συνεχιστεί και τους επόμενους μήνες και θα διαρκέσει το βραδύτερο μέχρι την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, στις αρχές της Άνοιξης του 2010.

Με τον Γεώργιο Παπανδρέου εγκλωβισμένο στο αίτημά του για πρόωρες εκλογές, αλλά με αβέβαιο για τον ίδιο αποτέλεσμα, και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή παγιδευμένο στην υποτυπώδη κοινοβουλευτική ομηρία της κυβέρνησής του και αδύναμο μέχρις στιγμής να ελέγξει αποτελεσματικά την διαφθορά στο κόμμα και την κυβέρνηση. Είναι προφανές ότι, και οι δύο τους αδυνατούν να αντιληφθούν ότι μπορεί να αποτελούν και οι ίδιοι μέρος του πολιτικού προβλήματος της χώρας, και όχι απαραίτητα μέρος της λύσης του.

Το φαινόμενο δεν είναι άγνωστο στην ελληνική πολιτική σκηνή και έχει επαναληφθεί μερικές φορές και στο πρόσφατο παρελθόν. Είναι όμως η πρώτη φορά κατά την οποία τόσο στο ΠαΣοΚ όσο και στην Νέα Δημοκρατία, είτε υπογείως, είτε ισογείως θα δημιουργηθούν ρεύματα αμφισβήτησης των αυθεντιών των οικογενειακών πολιτικών δυναστειών. Ήδη στην Νέα Δημοκρατία ακούστηκαν για πρώτη φορά δημοσίως, το βράδι των εκλογών καμπανάκια κριτικής με πραγματικό στόχο τον ίδιο τον Κ. Καραμανλή.

Η επίδραση αυτής της κατάστασης στην Καστοριά, αναμένεται να είναι (ακόμη πιο) πολύ αρνητική. Αν για παράδειγμα όλα τα εσωκομματικά, κοινωνικά και αυτοδιοικητικά ευτράπελα που κατρακύλισαν την πόλη συνέβησαν στα χρόνια της πρώτης κυβερνητικής θητείας της Νέας Δημοκρατίας, όταν μπορούσαν να επιβάλλονται μονομερώς οι καλλίτερες λύσεις, επειδή η εσωκομματική ομαλότητα ήταν εξασφαλισμένη και εν όψει της απήχησης του κ. Κων/νου Καραμανλή είχαν επιμελώς τεθεί κάτω από το χαλί όλες οι έριδες και οι αμφισβητήσεις στο πλαίσιο ενός μορατόριουμ που όλοι το ζούσαν αλλά κανείς δεν μιλούσε ανοικτά και ειλικρινά γι’ αυτό, ο καθένας μπορεί να προβλέψει τι θα ακολουθήσει στο άμεσο μέλλον με την αναβίωση των δελφινικών τάσεων. Οι οποίες στην Καστοριά έχουν (όλες) τους εκπροσώπους και τους εκλεκτούς τους που καραδοκούν.

Αν σε όλα αυτά προστεθεί το δεδομένο ότι στο 2010 θα διενεργηθούν και οι εκλογές για την ανάδειξη των αιρετών της δημοτικής και νομαρχιακής αυτοδιοίκησης ανά την επικράτεια, αλλά και στην Καστοριά, όπου αναμένεται ιδίως για την διεκδίκηση του Δήμου Καστοριάς για μια ακόμη φορά ένας κανονικός εμφύλιος σπαραγμός που θα έχει απ’ όλα, (από προδοσίες μέχρι ανίερες συμμαχίες), εύκολα προκύπτει το συμπέρασμα ότι η ρευστότητα και η αστάθεια, έχουν μέλλον. Θα διαρκέσουν για 1,5 χρόνο ακόμη.
Στην διάρκεια του οποίου, οι οποιοιδήποτε χειρισμοί θα καθορίζονται από τις εκλογικές ισορροπίες και τα μικροκομματικά συμφέροντα.
Καλό 2011 δηλαδή για να επιστρέψει η χώρα στην προ του 2008 κατάσταση σχετικής σταθερότητας. Έως τότε η Καστοριά θα μείνει προφανώς γης Μαδιάμ και όχι της Επαγγελίας.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 11.6.2009


ΝΙΚΟΛΑΟΥ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ: Γεώργιος Γκολομπίας

Ο επιστήμονας, ο συγγραφέας, ο ερευνητής

Πολύ δυσκολεύομαι, να εξοικειωθώ με την ιδέα, ότι κατεβαίνοντας στη Θεσσαλονίκη δεν θα έχω τη δυνατότητα μιας επαφής με το Γιώργο, είτε στο Γραφείο «Γραφικές Τέχνες» του γιού μου, όπου βρισκόταν για τη διόρθωση της Εφημερίδας του Βογατσικού, της γενέτειράς του, που με σχολαστική επιμέλεια επεδίωκε το τέλειο. Ήταν μια ευκαιρία να μιλήσουμε για τα σχέδιά μας και γενικότερα για τις εκδοτικές μας δραστηριότητες, αφού μας συνέδεε το πάθος του «γραψίματος». Σε άλλες περιπτώσεις ένοιωθα την ανάγκη να επικοινωνήσω τηλεφωνικά μαζί του, για να έχω την επιβεβαίωση ή τη σύμφωνη γνώμη του για κείμενο, που δρομολόγησα να κάνω. Ήξερα ότι ήταν ειλικρινής και αυτό μου προξενούσε σιγουριά.
Ήταν η περίπτωση, που ο πρώην μαθητής συμπλήρωνε και ενθάρρυνε τον καθηγητή του. Το ίδιο έκανε και εκείνος με το να με εμπιστεύεται, και αυτό με κολάκευε, με το να εξακολουθεί επιστήμονας πια, γιατρός, και δόκιμος συγγραφέας.
Άλλωστε και οι δυό μας είχαμε εμπειρίες στο τομέα αυτό. Μια άλλη όμως γνώμη ήταν πάντοτε αποδεκτή. Κάτι τέτοιο έγινε, όταν ευρισκόμενος σε δίλημμα ζήτησε τη γνώμη μου για μια φωτογραφική απεικόνιση ενός αρχοντικού, που χαρακτήρισε ως Καστοριανό, ενώ εγώ το διαβεβαίωσα, ότι ήταν αρχοντικό της Κορησού, του χωριού μου.
Ο Γιώργος Γκολομπίας έγινε γνωστός σ’ ένα ευρύ κοινό με το έργο του, που κατά το μεγαλύτερο μέρος αναφέρεται στον τόπο μας, τον οποίο ανέδειξε ιστορικά, πολιτιστικά, πνευματικά.

Νέος ακόμα άρχισε με άσκηση στο λογοτεχνικό και δημοσιογραφικό λόγο με κύρια χαρακτηριστικά την επιμονή στη γλώσσα και την ακριβολογία. Δείγματα αυτής της περιόδου έχουμε στη συνεργασία του στο περιοδικό «Τέχνες» και στην Εφημερίδα «Το Βογατσικό». Δε δίστασε να εκφράσει αντιρρήσεις για τα σχολεία της Κορησού, σχετικά με το χρόνο λειτουργίας τους, στα οποία αναφέρθηκε πριν από πολλά χρόνια, όταν διάβασε την πληροφορία στο βιβλίο του Τ. Βαφειάδη (Α. ΒΗΤΑ) που εξέδωσε ο Σύλλογος Κορησωτών Θεσσαλονίκης με επιμέλεια και συμπληρώσεις Π. Χρηστίδη και Ν. Δασκαλάκη με τον τίτλο «Η Παιδεία στην Κορησό», Θεσσαλονίκη 1992.

Το έργο του Γιώργου Γκολομπία είναι ευρύτατο, χρηστικότατο, αποκαλυπτικό και προϊόν επισταμένης μελέτης. Μέσα από την έρευνα και συλλογή πολύτιμου αρχειακού υλικού, όπως αρχαία βιβλία, εφημερίδες, φωτογραφίες, καρτ ποστάλ, εκκλησιαστικά είδη, εικόνες, επιγραφές, αφιερώματα, ιστορικά στοιχεία, ζωγραφιές, λαογραφικά στοιχεία, όσα εύρισκε καταφρονημένα και πεταμένα σε διάφορους χώρους ήταν το υλικό του, που συνέδεε και αναδείκνυε τον ευρύτερο χώρο της Δυτικής Μακεδονίας. Μια πρόχειρη καταγραφή καταδείχνει την πολλαπλότητα, την ιδιαιτερότητα και τη χρηστικότητα του έργου του:
α) Η κτητορική επιγραφή του ναού των Αγίων Αποστόλων Καστοριάς και ο Ονούφριος «Μακεδονκά» ΚΓ΄, τ. 1983,
β) Τα σημειώματα των εκκλησιαστικών βιβλίων Καστοριάς Κ.Ε. Κ.Σ.Γ. τ. Μακεδονικών, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών Θεσσαλονίκης 1986,
γ) Λεύκωμα καρτ-ποστάλ της Κοζάνης (1996),
δ) Η χρονολόγηση των τοιχογραφιών Αγίου Ανδρέου Ελεούσης (του Ρουσούλη στην Καστοριά). Ανέκδοτες επιγραφές και συσχετισμοί τοιχογραφικών συνόλων Καστοριάς (1988),
ε) Λεύκωμα με συλλογή φωτογραφιών Γ. Γκολομπία για τον Λεωνίδα Παπάζογλου (2005), στ) Συμμετοχή σε πολλές θεματικές εκθέσεις, όπως το 2004 στην έκθεση “Χαρτογραφώντας τη Μακεδονία 1870-1930”
ζ) Eπιμελήθηκε την έκθεση ζωγραφικής του Καστοριανού ζωγράφου Βασίλη Παπαντίνα. η) Το 2009 επιμελήθηκε το Ημερολόγιο της «Ομόνοιας» αφιερωμένο στο ζωγράφο Καστοριανό Δούκα Σαχίνη. Συνεργάστηκε με Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, που του εμπιστεύτηκαν να αναδείξει τα κειμήλια της Μοναστικής Πολιτείας. Η συνεργασία αυτή συνεχίστηκε για πολλά χρόνια.

Παρόλο το φόρτο εργασίας, των επαγγελματικών του υποχρεώσεων και της συγγραφικής του δράσεως ο Γιώργος εύρισκε καιρό να έχει επαφές και με πολλά άτομα του χώρου, στον οποίο πάντοτε είχε κάτι καλό να προσφέρει. Απόδειξη αυτού είναι το παρακάτω. Όταν τον ενημέρωσα ότι βρίσκομαι σε προχωρημένο στάδιο για το βιβλίο μου «Η Κορησός στη διαδρομή του χρόνου» (εκδόθηκε το 2006) και είχα την αίσθηση ότι η ενότητα «Ο τύπος στην Κορησό» είχε κάποιες ελλείψεις προσέφυγα στο Γιώργο, για να μου καλύψει το κενό, γιατί ήξερα ότι από καιρό συγκέντρωνε υλικό για την έκδοση βιβλίου με θέμα «Ο Τύπος στην Καστοριά», το οποίο δυστυχώς δεν εκδόθηκε. Προθυμότατα ο πρώην μαθητής μου μου παραχώρησε τις δύο πρώτες σελίδες από το υπό έκδοση βιβλίου του «Οι Εφημερίδες της Καστοριάς μέχρι το 1960». Δυστυχώς γιατί μια θαυμάσια έκθεση ζωγραφικής που έγινε στη Σόφια και Βουκουρέστι την οποία διοργάνωσε ο ίδιος και δεν παρέστη (2008).

Ο θάνατος του Γιώργου Γκολομπία μαζί με το σπαραγμό, που προξένησε στην οικογένειά του, προκάλεσε και βαθειά λύπη στους πολλούς φίλους του.
Ο πρόωρος θάνατος (ήταν μόλις 48 ετών) δημιούργησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στον τόπο μας, που θα γίνει αισθητό. Και είχε πολλά να κάνει, αφού μόλις μπήκε στην ηλικία της ωριμότητας.
Όσοι γνωρίσαμε το Γιώργο θα του φυλάξουμε στη μνήμη μας μια έντονη παρουσία.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΧΕΔΙΑΖΟΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ
ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΚΟΛΟΜΠΙΑ
«ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1960»

Εκτός από το Άργος Ορεστικό, όπου όπως είπαμε τυπωνόταν η Έρευνα (1931-1935), τα μοναδικά άλλα χωριά του νομού Καστοριάς όπου εκδόθηκαν εφημερίδες στην περίοδο που εξετάζουμε ήταν η Κορησός, η Κλεισούρα και το Μακροχώρι
Στην Κορησό εκδόθηκαν ο Γάβρος (1927-1929) και η Φωνή του Χωριού (1952), και οι δυό με διευθυντή τον δραστήριο Χριστόφολο Σκύβαλο που καταγόταν από τα Κρητσά Λασηθίου και είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην Κορησό. Ο Σκύβαλος είχε πάρει κι αυτός τα φώτα της δημοσιογραφίας στην Καστοριά του Θωμά Βαλαλά. Στον ίδιο οφείλεται και η διεύθυνση της Φωνής των Κορεστίων, που εκδόθηκε το 1959 με έδρα το Μακροχώρι και συνέχισε μέχρι τουλάχιστον το 1964.
Ο Γάβρος (από το όνομα του βουνού της Κορησού) άρχισε να εκδίδεται στις 24 Ιουλίου 1927 από την τότε συσταθείσα «Ένωση Εθνικής Φυσικής Αγωγής Νέων Κορησού» (Ε.Ε.Φ.Α.Ν.Κ.),όπου συμμετείχαν ο Σκύβαλος και οι εκπαιδευτικοί Τσιτσιπάνης και Βαφειάδης. Ήταν δεκαπενθήμερος, τετρασέλιδος και εκδιδόταν σε 500 αντίτυπα. Το πρώτο φύλλο του προκάλεσε έκπληξη στον σχολιαστή της Καστοριάς με το πόσο «παρουσιάσιμον» ήταν. Η έκδοσή του διακόπηκε το 1929.
[Λίγο αργότερα ο Σκύβαλος εξέδωσε στο Τσοτύλι τη σατυρική Βαβυλωνία και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Φλώρινα, όπου αρχικά έγινε διευθυντής σύνταξης της αξιόλογης εφημερίδας Έθνος με το ψευδώνυμο «Χ. Κρητσώτης», και κατόπιν επανεξέδωσε τον Μάρτιο 1934 τη Βαβυλωνία με το όνομα Χριστόφορος Σκυβαλάκης, όπου συμμετείχαν και άλλοι Κορησώτες. Ο Σκύβαλος μετέτρεψε τελικά την Βαβυλωνία στην πολιτική Επαρχία, της οποίας τυπώθηκε μόνο ένα φύλο που τελικά δεν κυκλοφόρησε αλλά πουλήθηκε σαν χαρτί περιτυλίγματος σ’ έναν μπακάλη της Φλώρινας!].
Το Σάββατο 7 Μαρτίου 1936 κυκλοφόρησε στη Θεσσαλονίκη, προφανώς πάλι με τη μεσολάβηση του Σκύβαλου, μια σατιρική εφημερίδα με την ευκαιρία του χορού των Κορησωτών εκείνης της χρονιάς, με τίτλο Ο Χορός και υπότιτλο «που μετέχ’ όλ’ η Κορησσός». Τυπώθηκε στο τυπογραφείο του Σπύρου Σύρου. Πρόκειται για ευκαιριακή έκδοση, που, όπως δείχνει και η ένδειξη κοντά στον τίτλο «Έτος πρώτον και τελευταίον», πιθανώς δεν επαναλήφθηκε (αν και στη 2η σελίδα αναφέρεται ότι οι συνεργασίες που περικόπηκαν λόγω πληθώρας ύλης θα συμπεριληφθούν «εις το προσεχές φύλλον»).

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 11.6.2009



28/6/09

Is it time to return the Parthenon Marbles?

The Greek minister of culture claims that public opinion in the UK favours the return of the Parthenon Marbles. Is he right?

Με εκπληκτικό μεγάλο ποσοστό, οι συμμετέχοντες σε δημοσκόπηση της εφημερίδας The Guardian «ψηφίζουν» υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων του παρθενώνα στην Ελλάδα. Η ψηφοφορία διεξάγεται μέσω διαδικτύου και λήγει αύριο.
Σε ερώτημα «έχει έρθει η ώρα να επιστρέψουμε τα μάρμαρα του παρθενώνα;» ποσοστό 94,9% (μέχρι το απόγευμα της Κυριακής) απαντά «Ναι», ενώ «Όχι» απαντά μόλις το 5,1% των συμμετεχόντων.Η δημοσκόπηση διεξάγεται στην ιστοσελίδα της εφημερίδας The Guardian.
Υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων εκφράστηκε και ο κριτικός τέχνης Ρόουαν Μουρ.
Σε άρθρο του στην εφημερίδα Evening Standard με τον τίτλο «Ας επιστρέψουμε τώρα τα ελγίνεια μάρμαρα», τονίζει: «Το νέο μουσείο της Ακρόπολης είναι αρκετό για τους πατριώτες του Λονδίνου να αναθεωρήσουν τις θέσεις τους και να δώσουν πίσω στους Έλληνες την ιστορία τους.
"Θα είναι φοβερό επικοινωνιακό μειονέκτημα για το βρετανικό μουσείο εάν συνεχίσει να έχει τα μάρμαρα. Ο κάθε επισκέπτης στο νέο μουσείο της ακρόπολης θα διαπιστώνει ότι μια σπουδαία οικογένεια γλυπτών είναι χωρισμένη από τους Βρετανούς οι οποίοι συνεχίζουν να εξασκούν την αποικιοκρατική πολιτική της λεηλασίας".

ΤΕΛΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ
Is it time to return the Parthenon Marbles?

The Greek minister of culture claims that public opinion in the UK favours the return of the Parthenon Marbles. Is he right?

yes: 94,8%
no: 5,2%


The results of this poll will be printed in the July 8 issue of the Guardian. Thanks to everyone who voted.
The Guardian


Σχετικά κείμενα:



.δσ

27/6/09

Επιστολή των Παμμακεδονικών Ενώσεων ΗΠΑ προς τον πρόεδρο της Δημοκρατίας

20 Ιουνίου 2009

Εξοχότατε κύριε Πρόεδρε,

Οι Παμμακεδονικές Ενώσεις ΗΠΑ, Αυστραλίας, Ευρώπης, Καναδά και Αφρικής εκφράζουν έντονη διαμαρτυρία για την απαράδεκτη, εθνικά επιζήμια, προσωπική απόφαση της Υπουργού Εξωτερικών κ. Ντόρας Μπακογιάννη (σύμφωνα με δημοσιεύματα έγκυρων Ελληνικών εφημερίδων), να αποδεχτεί την είσοδο στην Ελλάδα του Υπουργού Εξωτερικών της πΓΔΜ, κ. Μιλόσοσκι για τη Σύνοδο του ΟΑΣΕ στην Κέρκυρα στις 27-28 Ιουνίου, με αεροσκάφος των «Μακεδονικών» αερογραμμών.

Υπενθυμίζουμε ότι ο κ. Μιλόσοσκι πρόσφατα βρέθηκε στη Νέα Υόρκη για να προωθήσει το θέμα της μηνύσεως της πΓΔΜ εναντίον της Ελληνικής Δημοκρατίας. Είναι ο ίδιος κ. Μιλόσοσκι ο οποίος μιλά για καταπιεσμένη «Μακεδονική», «Αλβανική» και «Τουρκική» μειονότητα στην Ελλάδα. Ακόμη είναι ο ίδιος κ. Μιλόσοσκι ο οποίος σε συνέντευξή του στην ελληνική τηλεόραση προ δυο ετών μιλούσε για προβλήματα μεταξύ «Μακεδόνων» και Ελλήνων και μεταξύ «Μακεδονίας» και Ελλάδας, χωρίς καμιά αντίδραση από την κ. Μπακογιάννη. Επίσης, ο Υπουργός Εξωτερικών της πΓΔΜ σε διάφορες συνεντεύξεις του στον Ελληνικό και διεθνή Τύπο ισχυρίστηκε πως έως και το 1988 το βόρειο αυτό κομμάτι της ελληνικής γης δεν ονομαζόταν Μακεδονία, αλλά Βόρεια Ελλάδα... και το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ουδέποτε τον διέψευσε.

Η απόφαση αυτή της κυρίας Υπουργού δημιουργεί δεδομένα και αποδυναμώνει τις διαπραγματευτικές ικανότητες της χώρα μας με απόλυτη υπευθυνότητα του Υπουργείου Εξωτερικών διότι δεν είναι «εξαίρεση», όπως ισχυρίστηκε ο αντιπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών, κ. Δελαβέκουρας, αλλά σαφέστατη απόκλιση από την πολιτική που έχει διακηρύξει η παρούσα κυβέρνηση και ενέκρινε ο ελληνικός λαός δια της ψήφου του και διακύβευση εθνικών συμφερόντων.

Υπενθυμίζουμε ότι όταν η Εξοχότητά Σας κάλεσε τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας της πΓΔΜ, κ. Τσερβενκόφσκι δεν του επετράπη να μπει στη χώρα με αεροσκάφος των «Μακεδονικών» αερογραμμών, μια πολύ σωστή και εθνικά αξιοπρεπής απόφαση. Η ως άνω παραχώρηση της κυρίας Υπουργού αναιρεί την αξιοπρεπή αυτή στάση του Προέδρου της Δημοκρατίας, παραβιάζει την κόκκινη γραμμή της κυβέρνησης και αυτό πριν καν αρχίσει ο νέος κύκλος διαπραγματεύσεων για το θέμα της ονομασίας της πΓΔΜ.

Οι Παμμακεδονικές Ενώσεις ανά την υφήλιο σας καλούν με την ιδιότητά σας ως Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας καθώς και τους πολιτικούς αρχηγούς όλων των κομμάτων να παρέμβετε άμεσα και να διαφυλάξετε τα εθνικά συμφέροντα και την εθνική αξιοπρέπεια της Ελλάδος, ματαιώνοντας την προκλητική πτήση του κ. Μιλόσοσκι.

Με εκτίμηση,

Παμμακεδονική Ένωση Αμερικής
Νίνα Γκατζούλη, Ύπατη Πρόεδρος
Παμμακεδονική Ένωση Αυστραλίας
Δημήτρης Μηνάς, Πρόεδρος
Παμμακεδονική Ένωση Καναδά
Χαράλαμπος Μουτουσίδης, Πρόεδρος
Παμμακεδονική Ένωση Ευρώπης
Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Τσορμπατζόγλου, Πρόεδρος
Μακεδονικά Τμήματα Αφρικής
Δημήτριος Βουγιουκλής, π.Πρόεδρος


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 25.6.2009

ΝΙΝΑΣ ΓΚΑΤΖΟΥΛΗ: Συζήτηση στο πανεπιστήμιο Yale για το μακεδονικό ζήτημα

Την πεποίθηση ότι ο νέος Πρόεδρος των Η.Π.Α. Barack Obama, βάση των δημοσίων δηλώσεων που έχει κάνει κατά καιρούς, φαίνεται να έχει μια περισσότερο φιλελληνική στάση σε σχέση με τον πρώην Πρόεδρο George Bush εξέφρασε ο ειδικός μεσολαβητής του Ο.Η.Ε. για το ζήτημα της ονομασίας της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας κ. Mathew Nimetz, κατά τη διάρκεια εισηγήσεώς του στη συζήτηση που έλαβε χώρα στις 14 Απριλίου 2009 στο Πανεπιστήμιο Yale με θέμα «What's in a Name: the Macedonian Name Dispute in the Balkans». Προσέθεσε, ωστόσο, ότι με δεδομένα τα παγκόσμια προβλήματα που αντιμετωπίζει σίγουρα το θέμα της ονομασίας της π.Γ.Δ.Μ. δεν αποτελεί μια από τις προτεραιότητές του.

Στη συζήτηση συμμετείχαν ο Γλωσσολόγος του τμήματος Σλαβικών Σπουδών στο Yale Δρ. Robert Greenberg, ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στο George Washington University, Δρ. Χάρης Μυλωνάς, ενώ συντονιστής ήταν ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Yale, Δρ. Keith Daren, διοργανώθηκε δε από τους Ευρωπαίους Φοιτητές του Yale (Yale European Undergraduates).

Ο κ. Nimetz κατά τη διάρκεια της εισηγήσεώς του έδωσε μια περίληψη του έργου του ως ειδικού μεσολαβητή του Ο.Η.Ε. και αναφέρθηκε στις δυσκολίες που προέκυψαν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Δήλωσε πως αντιλαμβάνεται και τις δυο πλευρές και ανέφερε πως αντιλαμβάνεται ότι ενέχει κίνδυνος εμπλοκής, και σέβεται το αίσθημα απειλής της εδαφικής ακεραιότητας που ανησυχεί την Ελλάδα, αλλά από την άλλη πλευρά εκτιμά ότι το θέμα της ονομασίας της π.Γ.Δ.Μ. είναι μείζονος σημασίας για την κυβέρνηση στα Σκόπια και τον πληθυσμό στη γειτονική χώρα. Συνέστησε δε πως σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζεται να υπάρχει εκ μέρους των συμβαλλομένων χωρών πολιτική ωριμότητα για να ξεπεραστούν τα εμπόδια. Εάν οι κυβερνήσεις δεν διαθέτουν την προαπαιτούμενη ωριμότητα θα πρέπει να προχωρήσουν σε αλλαγές στις ηγεσίες τους, δήλωσε χαρακτηριστικά εννοώντας μάλλον την κυβέρνηση Γκρουέφσκι.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης μέλη της ηγεσίας της Παμμακεδονικής Ένωσης Η.Π.Α. σε παρέμβασή τους επεσήμαναν ότι «Δυο γενιές στην π.Γ.Δ.Μ. έχουν διδαχτεί να μισούν τον Ελληνισμό και διδάσκονται πως τα σύνορα της χώρας τους φτάνουν μέχρι τον Όλυμπο. Επιπλέον, μόνον 62% του πληθυσμού της π.Γ.Δ.Μ. επιμένουν στο ‘Μακεδονισμό’ της χώρας, ενώ οι Αλβανοί και οι υπόλοιπες μειονότητες της χώρας παραμένουν μάλλον αδιάφορες στο θέμα αυτό» και έθεσαν το ακόλουθο ερώτημα: «καταβάλλεται όντως μια μεγάλη προσπάθεια, τουλάχιστον εκ μέρους της Ελληνικής πλευράς, να βρεθεί σύνθετη ονομασία που να περιέχει τον όρο ‘Μακεδονία’. Η γείτων χώρα ήδη φέρει στη σύνθετη προσωρινή ονομασία της, τον όρο ‘Μακεδονία’. Αν θα βρεθεί μια άλλη σύνθετη ονομασία η οποία θα περιέχει τον όρο ‘Μακεδονία’ η π.Γ.Δ.Μ. θα σταματήσει την προπαγάνδα εναντίον της Ελλάδας;»

Ο κ. Nimetz αρκέσθηκε στην τυπική ευχή η π.Γ.Δ.Μ. να σταματήσει την προπαγάνδα εναντίον της Ελλάδας, απάντηση που δεν ικανοποίησε τους Ελληνικής καταγωγής ακροατές οι οποίοι επεσήμαναν πως το ζήτημα αυτό συνδέεται ευρύτερα με τη διατήρηση ειρήνης στα Βαλκάνια.

Ο Δρ. Robert Greenberg στην εισήγησή του αναφέρθηκε στην Σλαβική ταυτότητα των ‘Μακεδόνων’ και τόνισε πως ο Μακεδονισμός τους άρχισε σχεδόν εκατό χρόνια πριν. Ο καθηγητής δεν συνέδεσε τις ρίζες των Σλάβων με τους αρχαίους Μακεδόνες, αλλά ανέφερε ότι κυρίως ως αποτέλεσμα των πολιτικών του Τίτο κατασκευάστηκε ‘Μακεδονική’ γλώσσα, ‘Μακεδονική’ συνείδηση και ‘Μακεδονική’ Ορθόδοξη Εκκλησία «στοιχεία τα οποία», είπε χαρακτηριστικά, «είναι απαραίτητα για την οικοδόμηση κράτους. Στην περίπτωση της ‘Μακεδονίας’ τα υλικά αυτά υπάρχουν, εφ’ όσον η επανάσταση του Ίλιντεν στις 20 Ιουλίου 1903, ήταν μια ‘Μακεδονική’ εξέγερση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».

Επισημαίνεται ότι η ‘Μακεδονική’ γλώσσα στην οποία αναφέρθηκε ο Δρ. Greenberg δεν είχε αλφάβητο μέχρι το 1945. Ο κομμουνιστής δικτάτορας Josip Broz Tito ανέθεσε στο γλωσσολόγο Blagoj Konev ο οποίος άλλαξε το όνομά του σε Blaže Koneski, να ετοιμάσει ένα αλφάβητο. Ο Κόνεφ ή Κονέσκι πήρε το Σερβικό Κυριλλικό αλφάβητο, το τροποποίησε και το αποκάλεσε ‘Μακεδονικό αλφάβητο’, η δε βάση της ‘Μακεδονικής’ γλώσσας είναι η Βουλγαρική. Επιπλέον, ως θέμα πολιτικής ατζέντας και πολιτικής διαδοχικών κυβερνήσεων των Σκοπίων έχει επιβληθεί, μέσω της εκπαίδευσης, λεξιλόγιο από άλλες σλαβικές γλώσσες, ιδιαίτερα από τη σερβική, με στόχο τη δημιουργία μια εντελώς διαφορετική γλώσσα από αυτή που ο λαός της νυν π.Γ.Δ.Μ. μιλούσε μέχρι το 1945.

Εκ μέρους της ελληνικής πλευράς ο Δρ. Χάρης Μυλωνάς παρουσίασε τις θέσεις του με ακαδημαϊκή αντικειμενικότητα και ακλόνητα επιχειρήματα. Ο Δρ. Μυλωνάς, δίνοντας μια περίληψη της ιστορίας του θέματος, αναφέρθηκε στη Νεοτέρα Ελληνική ιστορία και τόνισε «πως αν και η Ελληνική επανάσταση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άρχισε το 1821, όλες οι περιοχές της Ελλάδας δεν απελευθερώθηκαν την ίδια περίοδο [...] Ο όρος Μακεδονία δεν χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή από τους Οθωμανούς, και η περιοχή ήταν διοικητικά διαιρεμένη σε βιλαέτια με διαφορετικά ονόματα. Συγκεκριμένα η γεωγραφική Μακεδονία περικλειόταν στα Βιλαέτια του Μοναστηρίου και της Θεσσαλονίκης, η δε πόλη των Σκοπίων ανήκε στο Βιλαέτι του Κοσόβου, μικρό μόνο μέρος του οποίου ήταν κομμάτι της γεωγραφικής Μακεδονίας».

Ο Δρ. Μυλωνάς, επίσης ανάφερε πως «η εξέγερση του Ίλιντεν το 1903 ήταν μια εξέγερση εμπνευσμένη από τη Βουλγαρική πολιτική στα Βαλκάνια». «Η γεωγραφική Μακεδονία», συνέχισε ο Δρ. Μυλωνάς, «διαιρέθηκε το 1912 και το 1913 με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου. Οι τρεις πρωταγωνιστές στη διαίρεση της γεωγραφικής Μακεδονίας, ήταν η Ελλάδα, η Σερβία και η Βουλγαρία. Η Ελλάδα ενσωμάτωσε το μεγαλύτερο κομμάτι αυτής της περιοχής». Ο Δρ. Μυλωνάς έκανε επίσης σύντομη αναφορά στις διαδοχικές ονομασίες της περιοχής στην οποία βρίσκεται σήμερα η π.Γ.Δ.Μ., θυμίζοντας ότι αρχικά ονομάζονταν Νότια Σερβία, μετά το 1929 Vardarska Banovina, ενώ από την εποχή του 1944 ο Τίτο την ονόμασε Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ανέφερε ότι ο Τίτο ήθελε από τη μία μεριά να αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής διεκδίκησης εδαφών και διέξοδο στο Αιγαίο και από την άλλη μεριά να περιορίσει τη Βουλγαρική επιρροή στο εσωτερικό της χώρας του και να υπονομεύσει τη Σερβική δύναμη μέσα στο νέο Σοσιαλιστικό κράτος. Αναφέρθηκε επίσης στις αρχές της δεκαετίας του 1990-1991, όταν η π.Γ.Δ.Μ. κήρυξε την ανεξαρτησία της από τη Γιουγκοσλαβία και έκανε ανασκόπηση του θέματος της Ενδιαμέσου Συμφωνίας μεταξύ π.Γ.Δ.Μ. και Ελλάδας υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε. καταλήγοντας στη σημερινή εποχή και εκφράζοντας την ελπίδα ότι ο Πρωθυπουργός της γείτονος χώρας θα σταματήσει την αλυτρωτική πολιτική έναντι της Ελλάδας και θα δεχτεί να συμβιβαστεί.

Κατά τη διάρκεια των ερωτήσεων-απαντήσεων ο Δρ. Μυλωνάς απάντησε κυρίως στους εκπροσώπους της Ενωμένης «Μακεδονικής» Διασποράς (Ε.Μ.Δ.), με σαφήνεια, παρουσιάζοντας αδιαμφισβήτητες ιστορικές αποδείξεις.

Ο Αντιπρόεδρος της Ε.Μ.Δ., Aleksandar Mitreski, δήλωσε πως η ‘Μακεδονία’ έχει προσφύγει στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης εναντίον της Ελλάδας, διότι η Ελλάδα παραβίασε την Ενδιάμεσο Συμφωνία και έθεσε βέτο στην ενταξιακή πορεία της π.Γ.Δ.Μ. στο ΝΑΤΟ, στη σύνοδο κορυφής στο Βουκουρέστι, την άνοιξη του 2008. Ο Δρ. Μυλωνάς απαντώντας αναφέρθηκε στο γεγονός πως η Ελλάδα δεν έθεσε τυπικά βέτο, αλλά κατάφερε με επιχειρήματα να πείσει τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ ότι η γείτονα χώρα δεν πληροί τις προϋποθέσεις για ένταξη. Επιπλέον οι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ δεν χρησιμοποίησαν τον όρο «βέτο» και δεν απέκλεισαν την ένταξη της πΓΔΜ στο μέλλον. «Επιπροσθέτως» τόνισε ο Δρ. Μυλωνάς «στην Ενδιάμεση Συμφωνία δεν υπάρχει μόνο το Άρθρο 11, αλλά και το άρθρο 4 και 7 τα οποία έχει παραβιάσει η π.Γ.Δ.Μ. Πρόσφατο παράδειγμα είναι η επιστολή που έστειλε ο Πρωθυπουργός της π.Γ.Δ.Μ. προς τον Έλληνα Πρωθυπουργό για αναγνώριση «Μακεδονικής» μειονότητας στο χώρο της Μακεδονίας το οποίο αποτελεί παραβίαση του άρθρου 6 παράγραφος 2 της Ενδιαμέσου Συμφωνίας, σύμφωνα με το οποίο η μια χώρα δεν μπορεί να αναμειχθεί στα εσωτερικά της άλλης χώρας. Επιπλέον, η οικειοποίηση Ελληνικών ιστορικών συμβόλων εκ μέρους της π.Γ.Δ.Μ., όπως προκλητικές μετονομασίες οδών στη γείτονα χώρα, η μετονομασία του Αερολιμένος των Σκοπίων σε Μέγα Αλέξανδρο, αλυτρωτικές αναφορές στα σχολικά εγχειρίδια κ.τ.λ. είναι παραβίαση του άρθρου 7 παράγραφος 1 της Ενδιαμέσου Συμφωνίας».

Μια τελευταία παρατήρηση εκ μέρους της Παμμακεδονικής Ένωσης είναι το γεγονός πως υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις όμοιες με αυτήν που η Ελλάδα σήμερα αντιμετωπίζει με την πΓΔΜ. Χαρακτηριστική είναι η Συμφωνία του Saint-Germain-en-Laye, η οποία υπεγράφη στις 10 Σεπτεμβρίου 1919. Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν διαλύθηκε η Αυστρο-Ουγγρική αυτοκρατορία, υπεβλήθη αίτηση στην τότε Κοινωνία των Εθνών (μετέπειτα Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών) για την ένταξή της με το όνομα «Γερμανική Δημοκρατία της Αυστρίας». Η αίτηση όμως απερρίφθη διότι ο επιθετικός προσδιορισμός «Γερμανική» αντιβαίνει στο υπάρχον κράτος της Γερμανίας. Τελικά, η ένταξη της χώρας έγινε με το όνομα Αυστρία. Η συμφωνία αυτή επεβλήθη στην νυν Αυστρία για να μην υπάρχουν μελλοντικές διεκδικήσεις και προβλήματα στην περιοχή.

Η Παμμακεδονική Ένωση Η.Π.Α. εκφράζει τις θερμές ευχαριστίες της στους φοιτητές της οργάνωσης των Ευρωπαίων Φοιτητών του Yale για την πρωτοβουλία τους και συγχαίρει τον Δρ. Μυλωνά για την επιστημονική του κατάρτιση.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 11.6.2009


25/6/09

ΟΔΟΣ: Σεμνά όχι. Ταπεινά ίσως.

  • ΕΚΔΟΤΗΣ: Κωνσταντίνος Λιάντσης
  • ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ: Κωνσταντίνος Λιάντσης

Ελάχιστες ημέρες μετά τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από τις οποίες βγήκε βαριά τραυματισμένη η Νέα Δημοκρατία, πληρώνοντας βαρύ τίμημα για τα σκάνδαλά της, κυκλοφόρησε με εκδότη και διευθυντή (!!!) ονομαστικά τον ίδιο τον Κωνσταντίνο Λιάντση, νομάρχη Καστοριάς ολόκληρη (μηνιαία) εφημερίδα με τον τίτλο «Διαδρομές στον Νομό Καστοριάς». Παρά τον τίτλο της, από την πρώτη ως την τελευταία γραμμή, η εφημερίδα είναι αφιερωμένη στους νομαρχιακούς άθλους.
Με την εφημερίδα του νομάρχη Καστοριάς, συρράπτονται διάφορα παλιά δελτία τύπου και ανακοινώσεις που δεν έχουν ούτε χρονολογική συνάφεια ούτε ειδησεογραφικό ενδιαφέρον.

Πρόκειται για πρωτοφανές στην τοπική αυτοδιοίκηση γεγονός, που μιμείται την άλλη εφημερίδα προσωπικής προβολής, έπαρσης και προπαγάνδας της βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας κ. Παρασκευής Μπουζάλη, και αποδεικνύει ένα στην κυριολεξία αχαλίνωτο εσωκομματικό ανταγωνισμό στελεχών του κόμματος εις βάρος της νοημοσύνης των πολιτών.

Ανεξάρτητα από τα ερωτηματικά που εγείρονται για το πόσο συμβατή είναι η ιδιότητα του «νομάρχη» με την ιδιότητα του «εκδότη-διευθυντή» εφημερίδας, έμμεσης αλλά σαφέσταστης προσωπικής προβολής, το εκδοτικό εγχείρημα που θυμίζει Ανατολική Γερμανία την κομμουνιστική περίοδο στα χρόνια του Εριχ Χόνεκερ, γελοιοποιεί πρωτίστως την Νέα Δημοκρατία.
Θα τρέξουν προφανώς άρον-άρον σε όσους σώζεται η στοιχειώδης πολιτική αξιοπρέπεια να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα; Το γαρ πολύ της δόξης...

Σχετικό κείμενο
ΟΔΟΣ: Και τώρα τα πραγματικά νέα.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 11.6.2009


23/6/09

ΟΔΟΣ: Τάδε έφα

"Παρά την επικράτηση του πανελλαδικού κλίματος και στο νομό μας, την επακόλουθη πτώση και την υψηλή αποχή που αγγίζει το 50%, οι Καστοριανές και οι Καστοριανοί επέλεξαν ξανά τη Νέα Δημοκρατία με μεγάλη διαφορά από το δεύτερο ΠΑ.ΣΟ.Κ., που συγκριτικά με τις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές χάνει δυνάμεις και με βάση τις Ευρωεκλογές του 2004 λαμβάνει επιπλέον μόλις 1%. Είναι αδιαμφισβήτητο πλέον ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν έπεισε και δεν δημιουργεί ρεύμα νίκης".

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΠΟΥΖΑΛΗ

-Ενώ η Νέα Δημοκρατία έχασε περίπου 10% στον νομό Καστοριάς, αν κι έστω οριακά το ΠαΣοΚ αύξησε το ποσοστό του, η κυρία Μπουζάλη δεν δείχνει να εκτιμά την αξία της αυτοκριτικής και της περίσκεψης.

Νέα Δημοκρατία
2009: 45,17% (ψήφοι 13.785)
2004: 54,79% (ψήφοι 19.395)

ΠΑ.ΣΟ.Κ
2009: 29,99% (ψήφοι 9.152)
2004: 28,62% (ψήφοι 10.131)

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 11.6.2009


22/6/09

ΟΔΟΣ: Τρίτο

Μόλις την Δευτέρα κυκλοφόρησε (και πάλι από τις εκδόσεις «Κέδρος») το νέο, τρίτο κατά σειρά, βιβλίο του καταξιωμένου και καθιερωμένου πλέον πανελληνίως συγγραφέα Ηλία Παπαμόσχου με τίτλο «Λειψή αριθμητική».

Μια φράση-χρησμός για την αξία της
συγχώρεσης γραμμένη από άγνωστο χέρι σε μια πολυκαιρισμένη έκδοση των Αδερφών Καραμαζώφ. Ένα μικρό, ψόφιο κοράκι και ο αποχαιρετισμός των συντρόφων του.
Μια παράνομη ερωτική σχέση σιγοβράζει σαν κυδώνι γλυκό. Μια ηλικιωμένη γυναίκα απολαμβάνει μία τάρτα σαν να τρώει την ίδια τη ζωή. Μια ιδιότυπη απεργία πείνας. Ο καημός ενός γύφτου γκαϊντατζή μόλις μαθαίνει ότι έχει φύσημα στο στήθος. Η ονειροφαντασιά ενός άντρα στο παλιό γουναράδικο του πατέρα του κάθε φορά που ακούει το «This hard land» του Bruce Springsteeen.
Η κληρωτίδα της ζωής. Τα αδιάκοπα γυρίσματα της τύχης. Οι άνθρωποι και οι σκιές τους σε ανεξόφλητους λογαριασμούς της μνήμης. Θηρευτές και θηράματα σε απρόβλεπτες συναντήσεις.
Ιστορίες για ό,τι ζωντανεύει και ό,τι ξεφτίζει
σ’ αυτόν τον κόσμο που μια λειψή αριθμητική μπορεί να τον βγάλει και μηδενικό.


ΗΛΙΑ Λ. ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΥ
Λειψή αριθμητική
διηγήματα
Εκδόσεις Κέδρος, 2009, kedros.gr
ISBN: 978-960-04-3903-8, σελ. 255,
φωτογραφία εξωφύλλου: Paul Strand
Του ιδίου:
«Καλό ταξίδι, κούκλα μου…», Κέδρος 2004.
«Του χρόνου κυνήγια», Κέδρος 2005.



ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: «Λειψή αριθμητική»… γεμάτη λογοτεχνία!

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 11.6.2009


ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΛΥΚΟΓΙΑΝΝΗ: Οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής πολιτικής και το υδροκέφαλο κράτος

Το 1844, μετά από σχεδόν μία δεκαετία ανεξαρτησίας, η Ελλάδα υιοθέτησε τους θεσμούς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και της καθολικής ψήφου για τους άντρες. Παρά την πρώιμη εισαγωγή ενός δυτικού τύπου κοινοβουλίου, το ελληνικό πολιτικό σύστημα απέτυχε να αναπτυχθεί στα πρότυπα της Δύσης. Η ελληνική πολιτική έφερε το στίγμα των ανταγωνισμών που δομούνταν πάνω στα προσωπικά φρονήματα παρά στο επίπεδο των ιδεών, με την κατοχή της εξουσίας να αποτελεί αυτοσκοπό και όχι μέσο επιδίωξης κοινωνικοπολιτικών στόχων. Αντί για κόμματα με τη σύγχρονη έννοια του όρου, η χώρα διέθετε ρευστά πολιτικά σχήματα από ετερόκλητες ομάδες οι οποίες συσπειρώνονταν γύρω από πολιτικές προσωπικότητες, όχι στη βάση κοινών αρχών, αλλά στο πλαίσιο πελατειακών συναλλαγών. Η απουσία κομμάτων με συνεκτικές πολιτικές γραμμές άφηνε ελεύθερο χώρο για συναλλαγή ανάμεσα σε άτομα, κλίκες και στενά συμφέροντα. Εξαιτίας της συχνής μεταβολής των φρονημάτων και της έλλειψης κομματικής πειθαρχίας, οι περισσότερες ελληνικές κυβερνήσεις υπήρξαν ασταθείς και σχετικά βραχύβιες.

Η ανάδυση ενός κράτους με υδροκέφαλο χαρακτήρα ήταν άμεση συνέπεια των ιδιαιτεροτήτων της ελληνικής πολιτικής. Το 1870, το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό στην Ελλάδα ήταν επτά φορές υψηλότερο από ότι στη Βρετανία(1). Όπως χαρακτηριστικά έχουν επισημάνει οι Θάνος Βερέμης και Γιάννης Κολιόπουλος «περισσότερο από κάθε άλλη κοινωνική ομάδα, οι δημόσιοι υπάλληλοι συμβόλιζαν, από κάθε άποψη, την Ελλάδα»(2). Σε αντίθεση με τις δυτικές δημοκρατίες, όπου η δημοσιοϋπαλληλία ανταποκρινόταν στις αυξανόμενες απαιτήσεις μιας σύνθετης και δυναμικής κοινωνίας, η δημόσια υπερτροφία στον ελλαδικό χώρο λίγο σχετιζόταν με οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες, αλλά ήταν αποτέλεσμα πελατειακών συναλλαγών. Ο έλεγχος της κρατικής μηχανής από πελατειακά κόμματα καθιέρωνε ένα σύστημα το οποίο δεν μπορούσε να αντιδράσει ευέλικτα και αποτελεσματικά στις ανάγκες ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου κόσμου.

Ο υπερσυγκεντρωτικός χαρακτήρας του συστήματος ανέστειλε κάθε πρωτοβουλία στην περιφέρεια της χώρας, καθώς οι καθοριστικές αποφάσεις λαμβάνονταν στην Αθήνα, ενώ λίγοι ήσαν πρόθυμοι να πάρουν πρωτοβουλίες ή να αναλάβουν ευθύνες χωρίς να έχουν προηγηθεί οδηγίες από τις κεντρικές αρχές. Για τους πολιτικούς, ο έλεγχος της κρατικής μηχανής δεν αποτελούσε απλώς πηγή εξουσίας, αλλά και ένα μέσο απονομής ευνοιών σε πρόσωπα αρεστά και χρήσιμα. Σε μία κατά βάση αγροτική οικονομία, η εξασφάλιση εργασίας στο δημόσιο τομέα αποτελούσε μεγάλο πλεονέκτημα. Η πολιτική πατρωνία είχε σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα των δημοσίων υπαλλήλων, αφού η εντιμότητα και η αποδοτικότητα στην εργασία δεν ήταν κριτήριο για την επιλογή. Κάθε τακτικός δημόσιος υπάλληλος είχε εξασφαλισμένη εργασία και σύνταξη. Ακόμη και στο πλαίσιο των εκκαθαρίσεων για πολιτικούς λόγους, μπορούσαν αδιακρίτως να επιστρέψουν στις θέσεις τους αν η πολιτική διελκυστίνδα τους ευνοούσε(3). Τέτοιες πρακτικές λίγο συνέκλιναν στη χάραξη σταθερών πολιτικών προσανατολισμών.

Στο πλαίσιο ενός πολιτικού συστήματος που χαρακτηριζόταν από έλλειψη θεσμοθετημένων δομών διαμόρφωσης πολιτικής, δύο ήταν τα ζητήματα που εξήπταν στο μέγιστο βαθμό τα πάθη. Το πρώτο ήταν η «Μεγάλη Ιδέα», η οποία ουσιαστικά αναδείχτηκε σε κυρίαρχη ιδεολογία του νεογέννητου κράτους, και απέβλεπε στη δημιουργία μιας «Μεγάλης Ελλάδας» που θα εγκόλπωνε στο εσωτερικό της το σύνολο του αλύτρωτου ελληνισμού. Κατ’ αρχάς, η «Μεγάλη Ιδέα» στρεφόταν ευθέως κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η αμοιβαία δυσπιστία μεταξύ των δύο όμορων κρατών συχνά προκαλούσε εχθροπραξίες. Καθώς η αυτοκρατορία παρήκμαζε, η ανάδυση αντίπαλων εθνικισμών στη Βαλκανική χερσόνησο με αποκλίνουσες αλυτρωτικές επιδιώξεις, οδήγησε σε αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των διαδόχων κρατών. Παρά την επέκταση της επικράτειας από 48.000 τ.χ. σε περίπου 127.000 τ.χ. έως το 1922, οι περισσότερες εδαφικές προσαρτήσεις ήταν αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων των Μεγάλων Δυνάμεων σε διεθνείς συνδιασκέψεις και όχι ελληνικών στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ο στόχος μιας «Μεγάλης Ελλάδας» φάνηκε να εκπληρώνεται το 1920 με τα εδαφικά κέρδη που επιδίκασε η Συνθήκη των Σεβρών, για να καταρρεύσει μετά από δύο μόλις χρόνια, όταν η ανακάμπτουσα Τουρκία εξεδίωξε τις ελληνικές δυνάμεις από τις αμφισβητούμενες περιοχές. Αν και η Μικρασιατική Καταστροφή αποτέλεσε ένα ισχυρό πλήγμα που επιβάρυνε την Ελλάδα με περισσότερους από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες, επέτρεψε στη χώρα να επανεστιάσει σε παραμελημένα επί μακρόν εσωτερικά θέματα.

Πέραν της «Μεγάλης Ιδέας», οι εξουσίες του θρόνου αποτέλεσαν το πιο φλέγον ζήτημα της ελληνικής πολιτικής. Το 1864 η αντίδραση ενάντια στη διεύρυνση της βασιλικής εξουσίας είχε ως αποτέλεσμα την εκθρόνιση του βαυαρού μονάρχη Όθωνα. Έκτοτε το ζήτημα αμβλύνθηκε, αλλά επανήλθε με οξύτητα κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και οδήγησε στον Εθνικό Διχασμό, ο οποίος έμελε να δηλητηριάσει τα ελληνικά πολιτικά πράγματα τις επόμενες δεκαετίες. Το 1914, η σύγκρουση απόψεων μεταξύ του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ ως προς το ζήτημα των στρατιωτικών συμμαχιών, δίχασε τη χώρα και προκάλεσε ένα κατ’ ουσία εμφύλιο πόλεμο, που κορυφώθηκε με τον εξαναγκασμό του βασιλιά σε εξορία. H νίκη των δημοκρατικών αποδείχτηκε βραχύβια καθώς η εκλογική ήττα τους το 1920 είχε ως επακόλουθο την επαναφορά της μοναρχίας. Η δυσαρέσκεια λόγω του Εθνικού Διχασμού προκάλεσε ακόμη εντονότερες διαιρέσεις. Τότε οι δημοκρατικοί εκμεταλλεύτηκαν την τραυματική εμπειρία του 1922 για να ανακτήσουν την εξουσία μία ακόμη φορά. Δύο χρόνια αργότερα ο βασιλιάς εκθρονίστηκε και κηρύχθηκε η Δημοκρατία.

'Οπως η «Μεγάλη Ιδέα», έτσι και ο Εθνικός Διχασμός αποτέλεσε μία επικίνδυνη όσο και μάταιη παραφορά, που θα επισκίαζε όλα τα άλλα ζητήματα. Το θέμα του ρόλου του μονάρχη διέσπασε το ελληνικό πολιτικό κατεστημένο σε δύο εχθρικά στρατόπεδα — τα κόμματα των Φιλελευθέρων και των Λαϊκών. Παρά την οξύτητα του αμοιβαίου μίσους, οι διαφορές στο πεδίο της πολιτικής κάθε άλλο παρά θεμελιώδεις ήταν. Μολονότι οι Φιλελεύθεροι θεωρούνταν δημοκρατικοί, μετριοπαθείς και οπαδοί του εκσυγχρονισμού, ενώ οι Λαϊκοί φιλομοναρχικοί με πιο συντηρητικές πολιτικές τάσεις, η μεταξύ τους διαχωριστική γραμμή μακράν απείχε από το να είναι σαφής. Καμία συνομάδωση δεν προερχόταν από δέσμευση σε κάποια συνεκτική ιδεολογική τοποθέτηση. Αυτή η ασάφεια των διαχωριστικών γραμμών άφηνε ευρύ περιθώριο για καιροσκοπισμό, κυρίως από την πλευρά των στρατιωτικών οι οποίοι άλλαζαν στρατόπεδο ανάλογα με τη συγκυρία. Παρά το ότι οι ατέλειωτες συζητήσεις για το πολιτειακό απέβησαν άκαρπες, το ζήτημα δεν αφέθηκε ποτέ να ξεθωριάσει. Το πολιτικό αδιέξοδο που προέκυψε μετά το 1932 ακολούθησε σειρά αποτυχημένων πραξικοπημάτων εκ μέρους των δημοκρατικών και οδήγησε σε αντικίνημα από την πλευρά των φιλομοναρχικών αξιωματικών, με αποτέλεσμα την κατάρρευση της δημοκρατίας και την επαναφορά του βασιλικού θεσμού για μία ακόμη φορά.

Περί τα μέσα της δεκαετίας του 1930, η ελληνική πολιτική είχε εγκλωβιστεί σε ένα άσκοπο κύκλο αντεγκλήσεων και αλληλοκατηγοριών μεταξύ πολιτικών προσωπικοτήτων προχωρημένης ηλικίας, που έχαναν όλο και περισσότερο την επαφή με τις ανάγκες της εποχής. Με την αποχώρηση των παλαιών πρωταγωνιστών (Βενιζέλος, Τσαλδάρης, Παπαναστασίου), φάνηκε ότι μία νεότερη γενιά πολιτικών θα μπορούσε να παραμερίσει τους παλιούς φατριασμούς προκειμένου να αντιμετωπίσει τα πιεστικά προβλήματα που ταλάνιζαν τη χώρα. Μάλιστα, με δεδομένη την αυξανόμενη απογοήτευση από τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα και τις μορφές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αλλά και την πρόδηλη επιτυχία που σημείωναν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα στην υπόλοιπη Ευρώπη, ριζοσπαστικότερες λύσεις άρχισαν να κερδίζουν έδαφος.

Η εικόνα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (ΚΚΕ) αντικατόπτριζε αυτή των ομολόγων κομμάτων στην ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη. Όντας σοσιαλιστικό κόμμα στην αρχική μορφή του, προσχώρησε στην Κομμουνιστική Διεθνή και αποδέχτηκε το πρόγραμμα του Λένιν. Η πρόσδεση στην Κομιντέρν αναπόφευκτα οδήγησε σε φατριασμούς και εσωτερικές έριδες, από τις οποίες το κόμμα συνήλθε στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Παρά την κρατική καταστολή, το ΚΚΕ ωφελήθηκε από την κοινωνική αστάθεια κερδίζοντας 5% των ψήφων στις γενικές εκλογές το Σεπτέμβριο του 1932, και 6% τον Ιανουάριο του 1936. Εξίσου αξιοσημείωτη παρουσία είχε και στις δημοτικές εκλογές το Φεβρουάριο του 1934. Έχοντας υψηλό βαθμό συγκεντρωτισμού, καλή οργάνωση και καμία ανοχή στη διαφοροποίηση στο πλαίσιο των εσωκομματικών αντιπαραθέσεων, οι Κομμουνιστές διέφεραν ποιοτικά από τα άλλα ελληνικά κόμματα, και αποτελούσαν μία συνεχή πρόκληση για το κομματικό κατεστημένο.

Αν και η λαϊκή υποστήριξη προς το ΚΚΕ ήταν σχετικά μικρή, ο αντικομμουνισμός εξελίχτηκε σε θεμελιακό χαρακτηριστικό της πολιτικής και των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Το 1927, μετά το δριμύ κατηγορώ της φιλομοναρχικής αντιπολίτευσης προς την κυβέρνηση των Φιλελευθέρων για ανοχή προς την Αριστερά, επιβλήθηκε άμεσα σειρά αντικομμουνιστικών κατασταλτικών μέτρων, με αποκορύφωμα το λεγόμενο Ιδιώνυμο του 1929, το οποίο έθετε εκτός νόμου τις μαζικές δημόσιες συναθροίσεις κομμουνιστών και άλλων υπονομευτικών στοιχείων, και επιπλέον ποινικοποιούσε τη διάδοση της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Το Ιδιώνυμο συμπληρώθηκε από άλλα έκτακτα μέτρα που διεύρυναν τις αρμοδιότητες της αστυνομίας, όπως η εκτόπιση υπόπτων πολιτών χωρίς δίκη. Το 1932, είχαν πραγματοποιηθεί πάνω από 11.000 συλλήψεις και περισσότερες από 2.000 καταδίκες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η κομμουνιστική απειλή αποτελούσε ένα βολικό όσο και εύκολο άλλοθι για το πολιτικό κατεστημένο καθώς απέδιδε την κοινωνική αναταραχή στον κομμουνιστικό δάκτυλο παρά στις εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές(4).

Ο αντικομμουνισμός λειτούργησε ως η κύρια πρόφαση για την τελευταία μεγάλη πράξη στην ελληνική πολιτική σκηνή προπολεμικά: την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας τον Αύγουστο του 1936. Ο Ιωάννης Μεταξάς ανέστειλε τη λειτουργία του κοινοβουλίου, ανακήρυξε τον εαυτό του υπεράνω κομματικών φατριασμών, και διακήρυξε την πρόθεση να εγκαθιδρύσει ένα κορπορατιστικό κράτος με πρότυπο τα φασιστικά και ημιφασιστικά καθεστώτα της υπόλοιπης Ευρώπης. Περισσότερο αυταρχικός παρά ριζοσπαστικός, επεδίωξε να μετασχηματίσει την Ελλάδα με ολοένα αυξανόμενες μεθόδους καταστολής και ακατάπαυστη ρητορεία, χωρίς ωστόσο να επιλύσει τα χρόνια προβλήματα που ταλάνιζαν τη χώρα. Η δικτατορία απέβη βραχύβια, μιας και σαρώθηκε από τη γερμανική εισβολή τον Απρίλιο του 1941, αλλά διήρκεσε αρκετά για να δημιουργήσει μία νέα κληρονομιά εχθρότητας και αποξένωσης.

Η Ελλάδα πέρασε κάτω από τον έλεγχο των Ναζί, μετά από μία ταραγμένη δεκαετία που σημαδεύτηκε από τη χρεοκοπία του κοινοβουλευτικού συστήματος, την ανυποληψία των πολιτικών ελίτ και το δυσάρεστο πείραμα αυταρχικής διακυβέρνησης. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, οι παλαιές διαιρέσεις ξαναβγήκαν στην επιφάνεια, αλλά με μία σημαντική διαφορά: την εμφάνιση των κομμουνιστών ως μείζονος δύναμης. Αυτή η αντιπαράθεση ανάμεσα στο ελεγχόμενο από το ΚΚΕ σθεναρό αντιστασιακό κίνημα του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) και στα απομεινάρια των παραδοσιακών αστικών κομμάτων έμελε να παίξει τον καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των γεγονότων που ακολούθησαν.

Οι άγριες μάχες οι οποίες εξαπλώθηκαν στους δρόμους της Αθήνας το Δεκέμβριο του 1944 μεταξύ μονάδων του ελεγχόμενου από τους κομμουνιστές ΕΛΑΣ (Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός) και βρετανικών δυνάμεων αποτυπώθηκε στην ιστορία με το όνομα «Δεκεμβριανά». Μετά την ήττα των κομμουνιστών στο πεδίο της μάχης η χώρα πολωνόταν όλο και περισσότερο: στη Δεξιά οι υπέρμαχοι των παραδοσιακών αξιών του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος και στην Αριστερά το ΚΚΕ. Προς τα τέλη του 1945, ο συνολικός αριθμός των φυλακισμένων αριστερών έφθανε τις 49.000, ενώ άλλοι 80.000 ήταν υπό διωγμό. Με τις συνεχείς διώξεις, κρατήσεις και αποκλεισμούς (φυλακές, εξορίες, εκτελέσεις κ.α.), οι δεξιές δυνάμεις ωθούσαν όλο και περισσότερους αριστερούς στα βουνά και στην ένοπλη ανταρσία. Οι ένοπλες συγκρούσεις αποκλιμακώθηκαν τον Ιούλιο του 1949, όταν ο στρατάρχης Τίτο έκλεισε τα σύνορα με την Ελλάδα. Η τελευταία μεγάλη ομάδα ανταρτών καταδιώχθηκε στις αρχές Ιανουαρίου του 1950. Από την επαύριο της ήττας, και με το ΚΚΕ εκτός νόμου ήδη από το Δεκέμβριο του 1947, το κενό συμπλήρωσε η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ). Αν και ο αριθμός των καταδικασμένων αριστερών σε φυλάκιση ή εξορία μειωνόταν σταθερά μετά το 1949, εν τούτοις τον Ιανουάριο του 1952 υπήρχαν 17.089 πολιτικοί κρατούμενοι, 5.396 το 1955 και 1.655 το 1962 (5).

Με το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου επανεμφανίσθηκαν οι παλαιές διαιρέσεις του πολιτικού κόσμου σε Δεξιά, Κέντρο και Αριστερά. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι ισχυρές εξουσίες του παλινορθωμένου συντηρητικού καθεστώτος ήταν πλέον μοιρασμένες ανάμεσα στο βασιλιά, τους πολιτικούς, το στρατό και τον αμερικανικό παράγοντα — ο οποίος αποτελούσε το σταθερό συνομιλητή ετερόκλητων πολιτικών συμπράξεων, αλλά και των αρχηγικών και χαλαρών σε οργάνωση πολιτικών κομμάτων. Τα απομεινάρια του Εθνικού Διχασμού, το Λαϊκό Κόμμα και το Κόμμα Φιλελευθέρων, χωρίς χαρισματικούς ηγέτες και με ασαφείς ιδεολογικές και προγραμματικές αρχές, βρίσκονταν πλέον σε παρακμή. Το 1951 ο στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος άδραξε την ευκαιρία και αφού πρώτα παραιτήθηκε από αρχιστράτηγος του στρατού, στον οποίο είχε ασκήσει αδιαμφισβήτητη εξουσία κατά τη διάρκεια της τελευταίας φάσης του Εμφυλίου Πολέμου, όχι μόνο συσπείρωσε τη Δεξιά γύρω από το δικό του κόμμα, τον Ελληνικό Συναγερμό (ΕΣ), αλλά και κέρδισε μία μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία το Νοέμβριο του 1952 που έθεσε τη βάση μιας πολύχρονης σταθερής διακυβέρνησης. Με το θάνατο του Παπάγου τον Οκτώβριο του 1955, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μετονόμασε το κόμμα σε Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ) και διατήρησε την πρωθυπουργία έως και τον Ιούνιο του 1963. Απεναντίας, το Κέντρο παρέμεινε βασικά διασπασμένο ανάμεσα στο Σοφοκλή Βενιζέλο, γιο και πολιτικό κληρονόμο του Ελευθερίου Βενιζέλου, το Γεώργιο Παπανδρέου και το στρατηγό Νικόλαο Πλαστήρα έως τις βουλευτικές εκλογές της βίας και νοθείας του 1961.

Η ΕΔΑ, σε αντίθεση με τα κόμματα του Κέντρου και της Δεξιάς, είχε τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης κομματικής οργάνωσης με σαφή ιδεολογία και στόχους, η οποία στη συγκυρία επωφελούμενη και από τη διάσπαση του Κέντρου αναδείχθηκε ως το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις εκλογές του 1958, όταν έλαβε το 24% του εκλογικού σώματος. Παρά τις διεργασίες ως προς το μέλλον της ελληνικής αριστεράς, μία διαδικασία η οποία κορυφώθηκε με τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 σε δύο κόμματα, ένα πιστό στη Σοβιετική Ένωση και ένα με δυτικοευρωπαϊκό προσανατολισμό (ΚΚΕ Εσωτερικού), η πρόκληση για την ΕΔΑ δεν προήλθε από το εσωτερικό του κόμματος, αλλά από την Ένωση Κέντρου (ΕΚ) υπό τον παλαίμαχο φιλελεύθερο πολιτικό Γεώργιο Παπανδρέου. Αν και η ΕΚ ήταν ένας ετερόκλητος συνασπισμός κεντρώων, ριζοσπαστικών και συντηρητικών στοιχείων, η νέα συμμαχία κατάφερε να απομακρύνει την ΕΡΕ από την εξουσία, κερδίζοντας το 52,8% των ψήφων στις εκλογές του 1964. Η κυβέρνηση Παπανδρέου ανατράπηκε, όταν τον Ιούλιο του 1965 η ΕΚ διεκδίκησε μεγαλύτερο μερίδιο ελέγχου και λόγου για τις εξελίξεις στο στράτευμα. Παρά την οξύτητα της διαμάχης, η οποία παρέπεμπε ευθέως στην ανάλογη περίπτωση του 1916, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β΄ θεώρησε ότι το στράτευμα ανήκε στη δικαιοδοσία του, δίνοντας έτσι το έναυσμα για την κρίση των «Ιουλιανών», η οποία κατέληξε στη δικτατορία των συνταγματαρχών τον Απρίλιο του 1967. Tο Δεκέμβριο o βασιλιάς προσπάθησε να ανακτήσει την εξουσία, κινητοποιώντας φιλομοναρχικούς αξιωματικούς, ωστόσο τελικά απέτυχε και κατέφυγε στο εξωτερικό.

Όπως και προπολεμικά τα ηγετικά στελέχη της δικτατορίας επικαλέστηκαν την «κομμουνιστική συνομωσία» ως πρόσχημα για το στρατιωτικό πραξικόπημα. Οι συνταγματάρχες κατάργησαν το σύνταγμα και τα ατομικά δικαιώματα, υπέβαλαν τα πανεπιστήμια σε άμεσο αστυνομικό έλεγχο, απαγόρευσαν κάθε ελεύθερη πολιτική δραστηριότητα, διέλυσαν τα πολιτικά κόμματα και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, δήμευσαν την περιουσία πολλών εργατικών σωματείων, συνέλαβαν τους πολιτικούς, απομάκρυναν πολλές επιφανείς προσωπικότητες στα ιδρύματα που τελούσαν υπό κρατικό έλεγχο και άνοιξαν πάλι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις φυλακές σε απομακρυσμένα νησιά. Παρά τις λαϊκιστικές χειρονομίες υπέρ των αγροτών και των εργατών, με την ελπίδα ότι έτσι θα κέρδιζαν την εύνοιά τους, οι πουριτανικές και αναχρονιστικές αξίες που πρέσβευαν δεν ενέπνευσαν τις λαϊκές μάζες. Το γεγονός μάλιστα ότι το καθεστώς στηριζόταν στην καταπίεση και τον απροκάλυπτο εκφοβισμό προκαλούσε ιδιαίτερα μεγάλη δυσαρέσκεια: τα βασανιστήρια ήταν συχνό φαινόμενο, ο αριθμός δε των πολιτικών κρατουμένων ξεπερνούσε τα 1.000 άτομα ακόμη και το 1971(6). Η δικτατορία κατέρρευσε υπό το βάρος της κυπριακής τραγωδίας την οποία η ίδια είχε προκαλέσει, με το πραξικόπημα που επιχειρήθηκε κατά της νόμιμης κυβέρνησης του αρχιεπισκόπου Μακαρίου τον Ιούλιο του 1974.

Με την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, γεγονός που άλλαξε ριζικά την ιστορία και το πρόσωπο της χώρας, οι ισχυρές εξουσίες της προδιδακτορικής Ελλάδας παραμερίστηκαν γρήγορα. Τα πρώτα βήματα έγιναν με τις πρώτες βουλευτικές εκλογές το Νοέμβριο του 1974, την ενσωμάτωση της Αριστεράς στην πολιτική διαδικασία με τη νομιμοποίηση των κομμουνιστικών κομμάτων, και τη δίκη και καταδίκη των πρωταιτίων του πραξικοπήματος και των βασανιστών. Ένα μήνα μετά τις εκλογές ακολούθησε δημοψήφισμα για το μέλλον της μοναρχίας: η μεγάλη διαφορά υπέρ της δημοκρατίας (69,2%) έκλεισε για πάντα μία διαμάχη που κράτησε πολλές δεκαετίες. Το 1981 η ειρηνική μεταβίβαση της εξουσίας από τη Δεξιά σε ένα ριζοσπαστικό κόμμα που ήθελε να αυτοχαρακτηρίζεται σοσιαλιστικό καταδείκνυε τη σταθεροποίηση των δημοκρατικών θεσμών και την ωριμότητα της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας. Στο μεταξύ, η κατάργηση των υπολλειμάτων της νομοθεσίας και των συμβόλων του Εμφυλίου Πολέμου και η αναγνώριση όλων των αντιστασιακών ομάδων της Κατοχής, αριστερών και δεξιών, έθεσε τέλος σε ένα ζήτημα που είχε ταλανίσει επί χρόνια τη χώρα.

Έτσι, από την «καχεκτική δημοκρατία» όπως εύστοχα χαρακτήρισε τη μεταπολεμική πολιτική οργάνωση του κράτους ο Ηλίας Νικολακόπουλος(7) , στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η Ελλάδα συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις πιο σταθερές δημοκρατίες(8), σε βαθμό που ποτέ δεν γνώρισε στη μακρά πορεία του κοινοβουλευτικού της βίου.
Ενέργεια-τομή, που σφράγισε το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα, υπήρξε η πλήρης ένταξη στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) το 1981. Βέβαια, αν και η ένταξη δεν αποδείχθηκε πανάκεια για τα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα της χώρας, εντούτοις αυτά ωχριούσαν σε σύγκριση με εκείνα που αντιμετώπιζαν οι βόρειοι γείτονες μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων το 1989.

Το νέο κόμμα της Δεξιάς, η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ), ιδρύθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος διαδραμάτισε ζωτικό ρόλο στην αποκατάσταση της δημοκρατίας και εξασφάλισε το 54% των ψήφων στις πρώτες βουλευτικές εκλογές. Αν και η ΝΔ άργησε να στήσει τον κομματικό της μηχανισμό πάνω σε σύγχρονες βάσεις, με διακριτή ιδεολογία, πρόγραμμα και μαζική οργάνωση, υπήρχε σαφής διαφορά με την εικόνα που εδραίωσε το νέο κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου, το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ), το οποίο κέρδισε το 13,6% των ψήφων. Αντίθετα, η κοινωνική σύνθεση της εκλογικής τους βάσης δεν ήταν τόσο σαφής. Σε γενικές γραμμές, το ΠΑΣΟΚ υποστήριζε εν μέρει την κρατική ιδιοκτησία σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας και την αναδιανομή του πλούτου, ενώ η ΝΔ σταθερά εκινείτο προς την κατεύθυνση του ελεύθερου καπιταλισμού. Στην πορεία και τα δύο κόμματα συνέπλευσαν με το λαϊκισμό και ασπάστηκαν τον κρατισμό για να μετατραπούν τελικά σε ιδεολογικά και πολιτικά αφυδατωμένους μηχανισμούς νομής της εξουσίας.

Το ποσοστό των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ έφθασε στο 48,1% και 45,8% στις εκλογές του 1981 και 1985 αντίστοιχα, που όχι μόνο περιόρισαν τη δύναμη της ΝΔ, αλλά και του έδωσαν ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η επιρροή του ΠΑΣΟΚ από το 1986 και μετά μειώθηκε με σταθερό ρυθμό, γεγονός που έγινε πιο έντονο από τα σκάνδαλα διαφθοράς το καλοκαίρι του 1988. Όμως, παρά το αρνητικό κλίμα για το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ δεν έπειθε επαρκώς το εκλογικό σώμα, ενώ το ΚΚΕ και η Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ), όπως πλέον ονομαζόταν το ΚΚΕ Εσωτερικού, συγκρότησαν το Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, το Φεβρουάριο του 1989, ο οποίος κατέστησε την Αριστερά ρυθμιστικό παράγοντα της πολιτικής ζωής, όταν έλαβε 13,1% των ψήφων στις εκλογές του Ιουνίου. Μετά το νεοδημοκρατικό διάλειμμα (1990-93), το ΠΑΣΟΚ επεκράτησε με 46,9% των ψήφων στις εκλογές του 1993. Αν και η εκλογική επιρροή του ΠΑΣΟΚ έδειχνε να φθίνει, το κλίμα άλλαξε δραστικά με την εκλογή του Κώστα Σημίτη ως νέου προέδρου, υπό την ηγεσία του οποίου κέρδισε με ποσοστό 41,5% στις εκλογές του 1996. Στις εκλογές του 2000 το ΠΑΣΟΚ αύξησε και πάλι τη δύναμή του (43,8%), κερδίζοντας οριακά τη ΝΔ (42,7%), αρχηγός της οποίας ήταν από το 1997 ο Κώστας Καραμανλής. Το Μάρτιο του 2004 η ΝΔ έλαβε το 45,4% των ψήφων και ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία(9).

Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης οι μεγάλοι κομματικοί σχηματισμοί στηρίζονταν τόσο στην προσωπικότητα του ηγέτη όσο και στο κυρίαρχο ρόλο του τοπικού κομματάρχη. Βαθμιαία, ο κομματικός μηχανισμός διαδραμάτισε μεγαλύτερο ρόλο προς όφελος πολιτικών και μηχανισμών εθνικής εμβέλειας. Το 1986 όταν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ αριθμούσαν περί τα 600.000 μέλη, η συνοχή τους βασιζόταν κυρίως στη μαζική οργάνωση, επάνω στην οποία οι εξουσίες του ηγέτη ήταν πλέον αδιαμφισβήτητες. Ο μεμονωμένος βουλευτής ως ανεξάρτητος πάτρωνας περιορίστηκε στο ρόλο του «διαμεσολαβητή ανάμεσα στους ψηφοφόρους και το κόμμα ή την κυβέρνηση». Έτσι, ενώ στο παρελθόν ο βουλευτής παρείχε την πατρωνία, τώρα προσβλέποντας στην ευρύτερη επικράτεια αυτό γινόταν από το κυβερνών κόμμα, με αποτέλεσμα η «σύμφυση κόμματος και κράτους να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις φαινομένων διαφθοράς»(10).

Κατά τη δεκαετία του 1960, καταγγελίες στον τύπο της εποχής για συναλλαγές ανάμεσα σε κρατικούς αξιωματούχους και επιχειρηματίες ήταν ένα συχνό φαινόμενο. Μάλιστα, η διαπλοκή πολιτικής και οικονομίας θα είναι αισθητή σχεδόν κάθε φορά που θα ξεκινά ένα μεγάλο παραγωγικό έργο(11). Μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981, τα κρούσματα και οι καταγγελίες σκανδάλων διαφθοράς πλήθαιναν, δημιουργώντας μία ατμόσφαιρα σήψης, παρακμής και ηθικής ασφυξίας (12). Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο αριθμός των σκανδάλων που καταγγέλθηκαν στον ημερήσιο τύπο υπερέβη τα 200, από τα οποία 85% αφορούσαν στο δημόσιο και 15% στον τραπεζικό τομέα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, 53 σκάνδαλα οδηγήθηκαν στη δικαιοσύνη, με ύποπτα ως εμπλεκόμενα 478 άτομα. Μετά τις ανακρίσεις, 329 απαλλάχθηκαν από την κατηγορία, 75 αθωώθηκαν με βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών, 45 αθωώθηκαν από το δικαστήριο, 7 καταδικάσθηκαν σε διάφορες ποινές φυλάκισης, ενώ το Σεπτέμβριο του 1993 άλλοι 22 ανάμεναν να δικασθούν. Τελικά και οι 22 αθωώθηκαν το 1995. Έτσι, παρά τον εντυπωσιακό αρχικά αριθμό καταγγελιών σκανδάλων διαφθοράς, ο αριθμός των καταδικασθέντων δημοσίων υπαλλήλων για πράξεις χρηματισμού και άλλα εγκλήματα έπεσε, από 505 σε 137 άτομα κατά την περίοδο 1959-62 και 1983-86 αντίστοιχα: μικρή ανάκαμψη παρατηρείται κατά την περίοδο 1987-90 (341) και 1990-94 (346), όμως το μέγεθος παραμένει σε χαμηλότερα επίπεδα από προηγούμενες περιόδους 1963-66 (414) και 1967-70 (436)(13).

Το αίτημα της εξυγίανσης —που τέθηκε κατά τρόπο ηχηρό ήδη από την πρώτη περίοδο της «συνταγματικής μοναρχίας» του Όθωνα— παραμένει ακόμη και σήμερα επίκαιρο.
Η πρώτη αυτή περίοδος σημαδεύτηκε από την άνοδο στην εξουσία του Ιωάννη Κωλέττη το 1844: ενός πρωθυπουργού ο οποίος, όσο κανείς προηγούμενός του, καλλιέργησε τον εκμαυλισμό των συνειδήσεων και τη διαφθορά στο δημόσιο βίο. Οι εκλογικές αναμετρήσεις της πρώτης εκείνης περιόδου αλλά και αυτής μετά την έξωση του βασιλιά Όθωνα το 1862 ήταν σχεδόν όλες αμείλικτες σε βία, δόλο και καλπονοθεύσεις, με ένα και μοναδικό στόχο την ιδιοτελή νομή της εξουσίας. Κοντολογίς, οι δωροδοκίες, οι εκβιασμοί και η διαφθορά στον κρατικό μηχανισμό, η ανυπαρξία προσόντων ως εχέγγυα ηθικής και αποτελεσματικότητας στη δημόσια διοίκηση, η εκλογική συναλλαγή και οι πελατειακές σχέσεις τοπικών κομματαρχών και εκλογέων και η νόθευση του εκλογικού φρονήματος των ψηφοφόρων ήταν μερικά από τα ζητήματα που στηλίτευε και καταδίκαζε στις δημόσιες παρεμβάσεις του ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο σημαντικότερος έλληνας πολιτικός του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα και πρόδρομος του άλλου μεγάλου εκπροσώπου του ελληνικού κράτους, του Ελευθερίου Βενιζέλου(14).

Το κράτος για τον Τρικούπη ήταν η βάση επάνω στην οποία θα στηριζόταν η οικονομική ανάπτυξη και οι διαρθρωτικές εν γένει αλλαγές στην οικονομία, ενώ για τον κύριο αντίπαλό του, τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, το κράτος ήταν ένα λάφυρο προς κατάκτηση, αρπαγή, άλωση: είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από τα πρώτα μέτρα της κυβέρνησης Δηλιγιάννη στις αρχές του 1885 ήταν η κατάργηση του νόμου Τρικούπη περί προσόντων των δημοσίων υπαλλήλων(15). Σημείο καμπής υπήρξε η μεταρρύθμιση του Βενιζέλου που θέσπισε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων το 1911, η οποία αν και αποσκοπούσε στην προστασία της κρατικής μηχανής από τις παρεμβάσεις των πολιτικών και στην αύξηση της αποδοτικότητας, σε τελική ανάλυση εξασφάλισε την πλήρη άλωση και εκποίηση του δημοσίου, αφενός επειδή αύξησε δραματικά τη ζήτηση θέσεων, αφετέρου επειδή συνέβαλε στη διόγκωση της κρατικής μηχανής(16).

Κατά την περίοδο του μεσοπολέμου το σκάνδαλο του «λογιστικού λάθους» ή του σίτου που αφορούσε στην τιμή του ψωμιού και το «σκάνδαλο του κινίνου» δεν ήταν οι εξαιρέσεις στον κανόνα. Μερικές καθυστερημένες προσπάθειες να απαλειφθούν διαχρονικές αγκυλώσεις στο διοικητικό-οργανωτικό μηχανισμό του κράτους επιχειρήθηκαν κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Μεταξά(17). Σε κάθε περίπτωση, τόσο η αποτελεσματικότητα όσο και το ηθικό της δημόσιας διοίκησης έμελε να καταρρεύσουν κατά τη δεκαετία του 1940, με βαριές συνέπειες στο μέγεθος της ήδη πληθωριστικά στελεχωμένης δημοσιοϋπαλληλίας, προϊόν των συνηθειών που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αλλά και του άκρατου κομματισμού αμέσως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι, ενώ ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων έφθανε το 1940 στο ύψος των 54.090, το 1952 είχε σημειώσει μέση ετήσια αύξηση 4,7% και ανερχόταν σε 72.671 υπαλλήλους δηλ. αύξηση 32,3% έναντι του προπολεμικού επιπέδου. Κατά την περίοδο που ακολούθησε 1956-61 και 1961-65 η αύξηση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων ανήλθε σε ποσοστό 13,6% (μέση ετήσια αύξηση 2,72%) και 21% (μέση ετήσια αύξηση 5,25%) αντίστοιχα(18).

Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια οι σχετικές αδυναμίες της διοικητικής μηχανής δεν διέλαθαν της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας και των ξένων εμπειρογνωμόνων και παρατηρητών που δραστηριοποιήθηκαν στο πλαίσιο των βρετανικών και αμερικανικών αποστολών βοήθειας. Πολλοί μάλιστα υποστήριζαν πως βασική προϋπόθεση της ανασυγκρότησης αποτελούσε η ριζική αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης(19). Όπως χαρακτηριστικά συμπεραίνει ο Κυριάκος Βαρβαρέσσος στη μνημειώδη Έκθεσή του «ουδεμία πραγματική βελτίωσις των οικονομικών της χώρας θα καταστή δυνατή, εφ’ όσον δεν αντιμετωπίζεται το βασικόν τούτο πρόβλημα της πλημμελώς λειτουργούσης διοικητικής μηχανής»(20) . Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 αν και εκδηλώθηκαν σειρά από προσπάθειες που στόχευαν στη μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό του διοικητικού συστήματος, με μετάκληση ακόμη και ξένων ειδικών(21) στα μέσα της δεκαετίας του 1960, η κατάσταση στη δημόσια διοίκηση δεν αντιμετωπίστηκε με τη δέουσα αποφασιστικότητα και θάρρος παρά τις εμφανείς και επείγουσες ανάγκες της χώρας. Οι όποιες σχετικές οργανωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που δρομολογήθηκαν ήταν μεμονωμένες και ασυντόνιστες ενέργειες, αφορούσαν δε στα συμπτώματα και όχι στα θεμελιώδη αίτια της διοικητικής παθολογίας. Κατά συνέπεια, είτε ανατρέπονταν λόγω αντιδράσεων από τη γραφειοκρατία αφού απειλούνταν προνόμια και παραδοσιακοί τρόποι οργάνωσης και λειτουργίας είτε ατονούσαν ελλείψει των αναγκαίων προϋποθέσεων για τη θεμελίωση των επιβαλλόμενων αλλαγών(22). Δεν εκπλήσσει, επομένως, το γεγονός ότι περίπου μία δεκαπενταετία μετά την Έκθεση Βαρβαρέσου ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) διαπίστωνε στην ετήσια έκθεσή του για το 1964 ότι «το ισχύον γραφειοκρατικόν σύστημα αποτελεί αναμφισβητήτως ανασχετικόν παράγοντα της οικονομικής αναπτύξεως»(23) .

Στα χρόνια που μεσολάβησαν έκτοτε, παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες και μεταρρυθμιστικές απόπειρες που σημειώθηκαν σε δευτερεύοντα στοιχεία του διοικητικού συστήματος, σπάνιες έως ανύπαρκτες υπήρξαν οι αλλαγές στη βαθιά δομή του. Έτσι, όπως έχει επισημάνει ο Αντώνης Μακρυδημήτρης, η δημόσια διοίκηση «λειτούργησε περισσότερο ως εμπόδιο παρά ως μοχλός και εργαλείο για την οικονομική ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό». Ενώ η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ το 1981 συνιστούσε μία πρώτου μεγέθους πρόκληση λόγω της ουσιαστικότερης πλέον διασύνδεσης με τα εξελιγμένα διοικητικά συστήματα της Δυτικής Ευρώπης, κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης (1975-81) η δημόσια διοίκηση παρέμεινε προσκολλημένη σε οργανωτικά πρότυπα τα θεμέλια των οποίων είχαν τεθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981, παρά το γεγονός ότι εγκαινιάστηκαν σειρά μέτρων και μεταβολών σε όλους σχεδόν τους τομείς της δημόσιας ζωής στο πλαίσιο του «εκδημοκρατισμού» του κράτους, η λαϊκιστική λογική του εξισωτισμού στο σύστημα προσλήψεων, προαγωγών και αμοιβών είχε ως συνέπεια τον υπερδιπλασιασμό των δημοσίων υπαλλήλων από 343.989 σε 700.000 περίπου το 1974 και 1989 αντίστοιχα. Οι όποιες δειλές ενέργειες προς την αντίθετη κατεύθυνση προσέκρουσαν στο λαϊκιστικό κλίμα της εποχής καθώς και στην αντίδραση της γραφειοκρατίας, με αποτέλεσμα τελικά οι ίδιες οι αλλαγές να πέσουν θύματα της κυρίαρχης εξισωτικής και πελατειακής αντίληψης και νοοτροπίας(24).

Η επάνοδος του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση το 1993 σήμανε την έναρξη ενός νέου κύκλου πελατειακής κυριαρχίας του κόμματος πάνω στο κράτος. Το 1996 παρά την άνοδο στην εξουσία μιας νέας ηγεσίας υπό τον Κώστα Σημίτη, η οποία κατέστησε κεντρικό πολιτικό ζήτημα την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, και που συνοψίστηκε στον όρο «εκσυγχρονισμός», το πολιτικό σύστημα συνέχισε να χαρακτηρίζεται από την πατρωνία, τη λογική των πελατειακών πρακτικών και τη διαπλοκή επιχειρηματικών συμφερόντων με την κρατική εξουσία. Έτσι, αν και ο «εκσυγχρονισμός» αποτέλεσε το νέο ιδεώδες, σειρά από μέτρα δεν κατάφεραν να επιφέρουν τις αναγκαίες αλλαγές στο διοικητικό μηχανισμό του κράτους, ο οποίος σε συνδυασμό με το πλέγμα των πολλαπλών υπουργείων, γενικών γραμματειών και χιλιάδων ΝΠΔΔ παρέμεινε κατά βάση φαύλος, αντιπαραγωγικός, συγκεντρωτικός, δυσκίνητος, κομματοκρατούμενος, σπάταλος και προσκολλημένος στα παραδοσιακά πρότυπα οργάνωσης και λειτουργίας, περιλαμβανομένης «της διαφθοράς, του χρηματισμού, της κακοδιοίκησης, της αδιαφάνειας και της αδιαφορίας»(25). Το πλέον αξιοσημείωτο ήταν η δημιουργία νέων ανεξάρτητων αρχών, η συγχώνευση των οργανισμών της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης με το σχέδιο «Καποδίστριας» και η διευκόλυνση της επαφής των πολιτών με τις δημόσιες υπηρεσίες: μεταξύ αυτών ο Συνήγορος του Πολίτη, η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών.

Τα επόμενα χρόνια, στο νέο οικονομικό περιβάλλον που είχαν δημιουργήσει η ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη και η παγκοσμιοποίηση, η κυβέρνηση της ΝΔ υπό την ηγεσία του Κώστα Καραμανλή εμφάνισε και αυτή «δύο πρόσωπα». Το ένα όπως χαρακτηριστικά συνοψίστηκε στο σύνθημα «επανίδρυση του κράτους» δηλ. την εξυγίανση της δημόσιας οικονομίας και μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, και το άλλο όπως καίρια έχει επισημάνει ο Πάνος Καζάκος με «βραχυχρόνιους τακτικισμούς, πελατειακές λογικές, υποταγή στο στόχο της πολιτικής επιβίωσης και μετριότητα, σε σχέση με τις ανάγκες του μέλλοντος»(26) , μη επιτρέποντας να διαμορφωθεί ένα διοικητικό σύστημα ουδέτερο, αποτελεσματικό και αξιοκρατικά στελεχωμένο. Παρά τις βαρύγδουπες εξαγγελίες της νέας διακυβέρνησης υπέρ της σεμνότητας, της ταπεινότητας και της διαφάνειας στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος και της πάταξης της διαφθοράς, το κόστος και η έκταση της διαφθοράς στη χώρα αυξήθηκαν σε ανησυχητικά επίπεδα. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε η Διεθνής Διαφάνεια-Ελλάς, κατά το έτος 2008, το εκτιμώμενο μέγεθος της διαφθοράς στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα ανήλθε σε €748 εκ., σημειώνοντας αύξηση €109 εκ. ή 10% σε σχέση με το 2007: οι πολεοδομίες, οι εφορίες και τα νοσοκομεία βρίσκονται σταθερά στις πρώτες θέσεις αυτής της λίστας(27). Η μεγάλη αύξηση του φαινομένου της διαφθοράς επιβεβαιώνεται και σε διεθνές επίπεδο, καθώς από το 2004 έως το 2008 η Ελλάδα υποβιβάστηκε από την 46η στην 57η θέση της κατάταξης, ενώ κατέχει την 23η θέση μεταξύ των 27 της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)(28).


1. Ν. Μουζέλης, «Γιατί αποτυγχάνουν οι μεταρρυθμίσεις. Το κράτος και το κομματικό φουτμπόλ», στο Θ. Πελαγίδης (επιμ.), Η Εμπλοκή των Μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, 2005, σ. 20.
2. Θ. Βερέμης και Γ. Κολιόπουλος, Ελλάς - Η Σύγχρονη Συνέχεια: Από το 1821 μέχρι Σήμερα. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σ.153.
3. H. R. Gallagher, ‘Administrative Reorganization in the Greek Crisis’, Public Administration Review, VIII (4), 1948, σ. 250-58˙ W. G. Colman, ‘Civil Service Reform in Greece’, Public Personnel Review, 10(20), 1949, σ. 86-93˙ FO371/67101 R2377, Interim Report of the British Economic Mission to Greece, 31.1.1947, σ. 8-19˙ DSR 868.50/4-347, Tentative Report of the American Economic Mission to Greece, 1.4.1947, κεφ. 4.
4. D. H. Close, The Origins of the Greek Civil War, London: Longman, 1995, σ. 15-27˙ M. Mazower, ‘Policing the Anti-Communist State in Greece, 1922-1974’, στο M. Mazower (επιμ.) The Policing of Politics in the Twentieth Century, Providence: Berghahn Books, 1997, σ. 137-41.
5. Κατά τη διάρκεια της οκτάχρονης εμφύλιας σύρραξης, διάφορες πηγές συγκλίνουν σε ένα συνολικό αριθμό 100.000 περίπου θυμάτων. Ο αριθμός των εξόριστων, πολλοί από τους οποίους επέστρεψαν τις δεκαετίες του 1970 και 1980, υπολογίζεται ότι ξεπέρασαν τις 50.000, ενώ οι εσωτερικοί πρόσφυγες είχαν αγγίξει τις 700.000 στις αρχές του 1949. D. Close, Ελλάδα 1945-2004: Πολιτική, Κοινωνία, Οικονομία. Αθήνα: Εκδόσεις Θύραθεν, 2006, σ. 51, 75, 78-79, 156.
6. Στο ίδιο, σ. 183-87.
7. Η. Νικολακόπουλος, Η Καχεκτική Δημοκρατία: Κόμματα και Εκλογές 1946-1967. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2000.
8. Close, ό.π., 2006, σ. 221-22.
9. Η. Νικολακόπουλος, «Εκλογές και ψηφοφόροι, 1974-2004: Παλιές ρήξεις και νέα ζητήματα», στο K. Featherstone (επιμ.), Πολιτική στην Ελλάδα: Η Πρόκληση του Εκσυγχρονισμού. Αθήνα: Εκδόσεις Οκτώ, 2007, σ. 69-91.
10. Close, ό.π., 2006, σ. 241-42. R. Clogg, Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας, 1770-1990. Αθήνα: Ιστορητής/Κάτοπτρο, 1995, σ. 221. Γ. Βούλγαρης, Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση. Αθήνα: Πόλις, 2008, σ. 103-104.
11. Π. Καζάκος, Ανάμεσα σε Κράτος και Αγορά: Οικονομία και Οικονομική Πολιτική στη Μεταπολεμική Ελλάδα, 1944-2000. Αθήνα, 2001, σ. 229-31, 262-64. Ενδεικτικά αναφέρω την περίπτωση της επιχείρησης Αλουμίνιον της Ελλάδος (Pechiney) που έφθασε έως τη Βουλή και απασχόλησε τον τύπο, την κοινή γνώμη και τα πολιτικά κόμματα, με κύριο στόχο τον ίδιο τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Βλ. Κ.Π. Κωστής, Ο Μύθος του Ξένου ή η Pechiney στην Ελλάδα. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 1999, σ. 61-90.
12. Τα σημαντικότερα σκάνδαλα διαφθοράς που αποκαλύφθηκαν κατά τη δεκαετία του 1980 και πήραν όχι μόνο ευρεία δημοσιότητα αλλά και τη δικαστική οδό ήταν: του τραπεζίτη Κοσκωτά, του γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού, της προμήθειας αμυντικού αξοπλισμού, των ΔΕΚΟ και της παρακολούθησης των τηλεφώνων των αρχηγών των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
13. Κ.Σ. Κουτσούκης, Παθολογία της Πολιτικής: Όψεις της Διαφθοράς στο Νεοελληνικό Κράτος. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, χ.χ., σ. 105, 117. Κ. Κουτσούκης, «Η διαφθορά ως ιστορικό φαινόμενο στο νεοελληνικό κράτος», στο Α.Π. Νικολοπούλου (επιμ.), Κράτος & Διαφθορά. Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 1998, σ. 151.
14. Κουτσούκης, ό.π., 1998, σ. 128-46. Ε. Κοροβίνης, Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία. Αθήνα: Εκδόσεις Αρμός, 2008, σ. 24-26.
15. Κοροβίνης, ό.π., 2008, σ. 49-50.
16. Βερέμης και Κολιόπουλος, ό.π., 2006, σ. 151-52.
17. D.H. Close, The Character of the Metaxas Dictatorship: An International Perspective, London: Centre of Contemporary Greek Studies, King’s College London, Occasional Paper 3, 1990, σ. 13.
18. Α. Μακρυδημήτρης, «Κυβέρνηση και διοίκηση: Ο διοικητικός μηχανισμός του κράτους κατά την περίοδο της ανασυγκρότησης», στο Η Ελληνική Κοινωνία κατά την Πρώτη Μεταπολεμική Περίοδο (1945-1967). Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, 1994, σ. 474.
19. Βλ. Κ. Βαρβαρέσσος, Έκθεσις επί του Οικονομικού Προβλήματος της Ελλάδος. Αθήνα, 1952, κεφ. Δ΄, σελ. 180-205. Α.Θ. Αγγελόπουλος, «Προϋποθέσεις και σκοποί της ανασυγκροτήσεως», Νέα Οικονομία, Απρ. 1950, σ. 161-64.
20. Βαρβαρέσσος, ό.π., 1952, σ. 181.
21. Βλ. σχετικά Α. Μακρυδημήτρης και Ν. Μιχαλόπουλος (επιμ.), Εκθέσεις Εμπειρογνωμόνων για τη Δημόσια Διοίκηση 1950-1998. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, 2000.
22. Μακρυδημήτρης, ό.π., 1994, 471-79. Ίδρυμα Κωνσταντίνος Κ. Μητσοτάκης, Ιστορικό Αρχείο, Η Διοικητική Μεταρρύθμισις, Υπόμνημα προς τον υπουργό κ. Μητσοτάκη, ΠΟΛ 63-67, Φ018.
23. Οικονομικός Ταχυδρόμος, 577(1965), σ. 341(9). Βλ. και ΕΤΕ, Έκθεσις του Διοικητού κ. Γ. Μαύρου εξ Ονόματος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος κατά την Γενικήν Συνέλευσιν της 30ης Απριλίου, 1965. Αθήνα, 1965, σ. 17.
24. Α. Μακρυδημήτρης, «Έκδηλες οι ‘ασυγχρονίες εκσυγχρονισμού’», Οικονομικός Ταχυδρόμος, 19 Δεκ. 1996, σ. 124-30.
25. Στο ίδιο, σ. 124-30.
26. Π. Καζάκος, «Μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα 2000/07: Αποτίμηση και Προοπτικές», στο Τάσεις – Η Ελληνική Οικονομία 2008. Αθήνα, 2008, σ. 86.
27. Διεθνής Διαφάνεια-Ελλάς, Εθνική Έρευνα για τη Διαφθορά στην Ελλάδα – 2008, 17 Φεβρουαρίου 2009.
28. Έθνος, 3 Φεβρουαρίου 2009

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 4.6.2009




18/6/09

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Κύριε Μπαϊρακτάρη.

Επειδή πιστεύω ότι οι αναγνώστες σου θα είχαν την περιέργεια να πληροφορηθούν σε ποιες φυλακές βρίσκεται έγκλειστος ο συμπολίτης τους Γιάννης Εύδος τους καθησυχάζω, η δίκη ανεβλήθη για τις 9-2-2010 λόγω φόρτου εργασίας του Δικαστηρίου. Έτσι προς το παρόν τουλάχιστον είμαι ελεύθερος, αν και πολιορκημένος.

Βλέπεις! Το πολλά υποσχόμενο νεοϊδρυθέν νεοδημοκρατικόν μας κράτος εμερίμνησε έτσι ώστε, εμείς που πιστέψαμε και το ψηφίσαμε να μην έχουμε δικαίωμα να διαμαρτυρηθούμε για όσα ανεπίτρεπτα τεκταίνονται και μας εκθέτουν διεθνώς ως λαό που «αποδέχεται» ότι η χώρα μας είναι πρώτη στην διαφθορά. Στην διαφθορά για την οποία δεν ευθύνονται ούτε οι μηλοπαραγωγοί του Ν. Καστοριάς, ούτε οι αμπελουργοί του Αμυνταίου, ούτε οι κηπουροί της Κρήτης, αλλά ένας κρατικός μηχανισμός μέσα στα γραφεία του οποίου παράγεται όλο αυτό το οζώδες υποπροϊόν το οποίο ρυπαίνει και διαβρώνει το κοινωνικό ιστό.

Ελεύθερος λοιπόν, μέχρι νεοτέρας γιατί το νεοϊδρυθέν μας κράτος δεν ανέχεται την διαμαρτυρία και αλίμονό του όποιος τολμήσει. Τα καλολαδωμένα γρανάζια της κρατικής μηχανής θα τον συντρίψουν, σύροντάς τον στα δικαστήρια σαν κοινό εγκληματία. Οφείλω να παραδεχτώ με μεγάλη μου λύπη ότι πέρασε η εποχή κατά την οποία έσουρνα τα εξ’ αμάξης στον βουλευτή κ. Φ. Πετσάλνικο ως εκπροσώπου ενός κόμματος από το οποίο κατά την άποψή μου δεν περίμενα τίποτα καλό για τον τόπο. Αλλά όπως αποδεικνύεται, τον κ.Πετσάλνικο τον χαρακτηρίζει δημοκρατικό ήθος και ευγένεια και δεν αντέδρασε, κάνοντας χρήση ή κατάχρηση της ισχύος που διέθετε.

Τώρα το νεοϊδρυθέν μας κράτος το οποίο εγώ ο μπουνταλάς εψήφισα, θέλει να με φιμώσει, να με εκφοβίσει και να μου στερήσει το δικαίωμα να εκδηλώσω την οργή και αγανάκτησή μου για όσα ανεπίτρεπτα και με δική του ευθύνη συμβαίνουν.

Εγώ περιμένω την ώρα της δικαστικής κρίσεως, αυτούς τους περιμένει η καταισχύνη για όσα εις βάρος του λαού και της πατρίδας πράξανε. Μα η ώρα της κρίσεως πλησιάζει. Αυτά προς το παρόν.


Ευχαριστώ για την φιλοξενία
Γιάννης Εύδος


Σχετικά κείμενα
Βιβλίο: Η μεγάλη ουτοπία (Ι)
Βιβλίο: Η μεγάλη ουτοπία (ΙΙ)
ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν
ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν
ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν
ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν
ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν
ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν
ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν
ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν
ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν
ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν
ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν
ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 4.6.2009

16/6/09

ΟΔΟΣ: Για τους εραστές του «χάρτινου πολιτισμού» …χάρτινα τα κόλλυβα

Οι γιατροί Στάθης Κοψαχείλης και Νώντας Τσίγκας στη μνήμη του αξέχαστου φίλου τους Γιώργου Γκολομπία τύπωσαν, εκτός εμπορίου, ένα μικρό βιβλίο εξήντα περίπου σελίδων, και θα το διανείμουν σε συγγενείς, φίλους και συνεργάτες του Γιώργου, το Σάββατο 6 Ιουνίου ημέρα τέλεσης του 40νθήμερου μνημοσύνου του. Στο βιβλίο περιλαμβάνονται το σύνολο σχεδόν των διηγημάτων που ο Γιώργος Γκολομπίας είχε δημοσιεύσει κατά τη δεκαετία του ’80 στο περιοδικό τέχνης «Παραμιλητό». Ο Γιώργος ήταν από τους βασικούς συνεργάτες και συντελεστές της προσπάθειας.
Στο προλόγισμα της έκδοσης ο Νώντας Τσίγκας γράφει:
Ώριμος λόγος, ακέραιος από πολύ νωρίς. Κείμενα δομημένα με μαστοριά. Άλλοτε, παίρνοντας μάκρος, παραληρούν .ποτέ όμως φλύαρα. Κάποτε μινιατούρες .τέχνη μέγιστη της οικονομίας του λόγου. Μυστική, μαγική λογοτεχνία. Η αφηγηματική δεινότητα των ερειπίων, η φωνή της εγκατάλειψης, οι φόβοι, οι ξυπνητοί εφιάλτες και τα όνειρα της παιδικής ηλικίας. Η αναπόληση, η θλίψη, το ημίφως στη ρωγμή του χρόνου. Ο λόγος του φαντασιακού και των θρύλων. Τόποι που επανέρχονται διαρκώς: η Καστοριά, η λίμνη της, τ’ αρχοντικά της. Και πάντοτε το Βογατσικό, η γενέθλια γη. Στα δώματα του σπιτιού της γιαγιάς, ταξιδεύοντας. Καλοκαιρινές νύχτες παλεύοντας με τους ίσκιους. Η περιήγηση, όπου μέσα της σφυρηλατήθηκε η ψυχή του «ακάτσωτου» -εξερευνητή στο μέγα σπήλαιο του παρελθόντος- και η ταυτότητα ενός αξιαγάπητου ανθρώπου, που ήταν πάντοτε έτοιμος να παθιαστεί, να καταπλαγεί, να μαγευτεί. Δείγμα μιας αειφόρου παιδικής ηλικίας και της αμάραντης αθωότητας.

Στην πολύ φροντισμένη αυτή έκδοση τα κείμενα πλαισιώνονται από φωτογραφίες που ανήκουν στη Συλλογή Γιώργου Γκολομπία από το αρχείο Λ. Παπάζογλου και πίνακες του Σέρβου Sasa Marjanovic ενός καλλιτέχνη που ο Γιώργος ξεχώριζε και αγαπούσε πολύ. Στο εξώφυλλο ο εξαιρετικός πίνακάς του με τίτλο «Κορίτσι σε πισίνα» που ο Γιώργος ανακαλύπτοντας το μεταφυσικό της νόημα έλεγε: «Η ψυχή μου»...

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 4.6.2009