30/3/09

ΟΔΟΣ: Τα βεγγαλικά (και οι φωτοβολίδες)

Αν κάποιος, σε άλλη, εκτός Καστοριάς πόλη, ή οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, ισχυριστεί περίπου ότι η πόλη του ζει συναρπαστικές και σημαντικές στιγμές επειδή αναβιώνει έθιμα σαν τις μπουμπούνες και τον χάσκαρη, θα τον αντιμετωπίσουν αν μη τι άλλο με επιφύλαξη για την πολιτική υγεία ή την ωριμότητά του. Αλλά αυτά θα συνέβαιναν οπουδήποτε αλλού, εκτός από εδώ.

Διότι στην Καστοριά, αν κάποιος προβάλλει όλα αυτά τα «συναρπαστικά» χαρακτηριστικά και πολύ περισσότερο αν διαθέτει τις ιδιότητες οργάνωσης αλλά και συμμετοχής σε αυτού του είδους τις γραφικότητες, θεωρείται ότι είναι προικισμένος με υψηλά ιδανικά και χαρισμαστικές ικανότητες. Μετά το πατροπαράδοτο κόψιμο των δεκάδων βασιλόπιτων που ξεκίνησε αμέσως μετά τα καρναβάλια να έχει το κουράγιο ο κάποιος, να συμμετέχει ψυχή τε και σώματι στα έθιμα της Αποκριάς, είναι κάτι που δεν μπορεί να πράξει ο οποιοσδήποτε. Αυτός που μπορεί, κάλλιστα μπορεί να σταδιοδρομήσει στον ευγενή πολιτικό στίβο της πόλης και του νομού.

Πολλές μπουμπούνες σε όλα τα sizes, τα μήκη, ύψη και πλάτη και σε όλες τις γειτονιές και ραχούλες της ατάκτως εξαπλωθείσης πόλης, αλλά κυρίως η παραδοσιακή μπουμπούνα σε Ντουλτσό -η οποία απορρόφησε την μεγάλη δημοτική μπουμπούνα της Ομόνοιας (καθ’ ότι η πολυεπίπεδη νέα πλατεία αποδεικνύει έμπρακτα και με κάθε αφορμή την χρηστική της πρακτικότητα: ερημώνει κάθε μέρα και περισσότερο) προκάλεσαν εκείνη την νύχτα ένα είδος δέους και θαυμασμού. Συνέβαλαν βέβαια και τα βεγγαλικά καθώς και οι φωτοβολίδες, τα δοκιμασμένα κόλπα που είναι το εύκολο καταφύγιο σε κάθε ανάλογη περίσταση.

Αλλά το δέος και ο θαυμασμός δεν αφορούσαν μόνο τους (μέτρια) φανταχτερούς επουράνιους σχηματισμούς των φωτοβολίδων, ούτε το πυρ το απώτερο της μπουμπούνας, παρά την πολυπλοκότητα και τις αυξημένες υποχρεώσεις μιας δημοτικής σταδιοδρομίας σήμερα. Στην οποία η αφή της φωτιάς, και ιδίως ο χάσκαρης, κυριολεκτικά, μεταφορικά αλλά και εθιμικά ενσαρκώνουν το σημερινό Kastorian dream: Δεν κάνεις απολύτως τίποτε.

Από τον κανόνα αυτό εξαιρούνται βεβαίως μυστηρίως τα πολύπαθα πλατάνια της παραλίας, για τα οποία κάθε χρόνο ανελλιπώς, βαρύς είναι ο πέλεκυς και μεγάλη η δραστηριότητα του κλαδέματος. Με αυτούς τους απλούς τρόπους γίνεται πράξη και τρόπος ζωής η αυθεντικότητα και η παραδοσιακότητα. Αυτά κι’ αν είναι ιδανικά. Το πρωΐ υλοτόμος, το απόγευμα οι τελευταίες βασιλόπιτες, το βράδι συλλογή τσακάνων για τις μπουμπούνες. Και γύρω σου η μια πόλη με διογκούμενα προβλήματα. Μήπως έτσι δεν ζούσαν κάποτε και οι πρόγονοί μας; Αυτά κι’ αν είναι αναβίωση.

Μπορεί οι δηκτικές αυτές παρατηρήσεις να ακούγονται κάπως άκομψες, και να εγείρουν διαφωνίες σε όσους φίλους και αναγνώστες της ΟΔΟΥ βρίσκουν κάπως πεσιμιστική και αυστηρή την κρίση της εφημερίδας. Οι κρίσεις δεν αφορούν φυσικά ούτε το έθιμο της μπουμπούνας καθ’ εαυτό, ούτε την πλατεία Ντολτσού που παραδοσιακά πετυχαίνει τις μεγαλύτερες μπουμπούνες από δεκαετίες τώρα. Οι κρίσεις αφορούν την δημοτική πραγματικότητα που είναι ακόμη χειρότερη. Καθ’ ότι για πολλά χρόνια τώρα -το κακό είχε ξεκινήσει σε προηγούμενες τετραετίες και όχι μόνο στην περίοδο που δήμαρχος είναι ο κ. Ι. Τσαμίσης, τα κατά τα λοιπά ευτελή έθιμα της Αποκριάς, οι μπουμπούνες και ο χάσκαρης, έχουν αναγορευθεί σε φόρμουλα πιστοποίησης ενός κύκλου πολιτιστικών εκδηλώσεων και δημοτικής δράσης στα οποία προσδόθηκε κοσμογονική σημασία και εμβέλεια.

Προηγούνται τα καρναβάλια βεβαίως-βεβαίως, αλλά στον προθάλαμο της Άνοιξης, μπουμπούνες και χάσκαρης αποτελούν μια θαυμάσια ευκαιρία εσωτερικής ανάτασης, και εθνικής αναπτέρωσης. Είναι και που ξεκινά η Τεσσαρακοστή, οπότε ο συνδυασμός όλων, συμβάλλει στο να προκαλούνται αυτά τα μεγαλειώδη συναισθήματα. Χάνεται στο βάθος του παρελθόντος η εποχή που παρουσιάστηκε στην πόλη, κάποιος άλλος στόχος, ή ένα δημοτικό όραμα που να προχωρά την ιστορία προς τα εμπρός και να μην γυρνά στο παρελθόν.

Ειδικά φέτος, που αφίχθηκαν special guest stars, οι υψηλοί προσκεκλημένοι του ανεξάρτητου δημάρχου Καστοριάς, δηλαδή οι νομάρχης και δήμαρχος Θεσσαλονίκης -με αποτέλεσμα να δοθεί ένα ιδιαίτερο κομματικό γαλάζιο χρώμα στο κοινό για όλους έθιμο, αφού κοντά τους συναθροίσθηκαν, όπως ήταν… «επιβεβλημένο», η βουλευτής Καστοριάς και ο νομάρχης Καστοριάς καθώς και επίδοξοι γαλάζιοι πολιτευτές, το θέαμα είχε μια σπάνια διαύγεια της πλάνης.

Χόρευαν μόνο (ή περίπου μόνο οι ίδιοι), έκαναν «χάσκαρη» μεταξύ τους, ενώ ο νομάρχης Θεσσαλονίκης δεινός αοιδός των δημωδών κλαρινο-κατανύξεων ερμήνευ- σε σπάνιας ποιότητας δημοτικά τραγούδια απ’ όλα τα μήκη και πλάτη του ελληνισμού (άραγε είχε προηγηθεί πρόβα;) και με τα συνθήματά του περί Μακεδονίας, προσέδιδε και τον αναγκαίο εθνικό τόνο στο happening. Ο νομάρχης Καστοριάς μετά της βουλευτού Καστοριάς, απετέλεσαν σπάνιο χορευτικό ντουέτο συγκρατώντας ο ένας τον άλλον με θεαματικές πιρουέτες, και περιβεβλημένοι από αντιδημάρχους, συμβούλους και λοιπούς κυρίως σεμνούς και ταπεινούς Νεοδημοκράτες, χάρισαν όλοι μαζί ένα εικαστικό σύνολο, για το οποίο «δίκαια» διακρινόταν η υπερηφάνεια και ικανοποίηση του οικοδεσπότη, ρέκτη της παραδόσεως δημάρχου Καστοριάς.

Φυσικά στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν είναι πολύ καλλίτερα από ότι εδώ, μια και τις ημέρες της Αποκριάς γιορτάζουν τα δικά τους καρναβάλια και αμέσως τα περιλάλητα «κούλουμα» με ένδοξες λαγάνες, καζάνια με αχνιστή νερόβραστη φασολάδα ή φακή, πατροπαράδοτους αλλά βρώσιμους χαλβάδες, χαρταετούς, τα λοιπά συναφή και φυσικά τις κλαρινο – λυρο- υπαίθριες ξινές μπουζουκοκατανύξεις για την υποδοχή της Σαρακοστής. Αλλά ο κάθε τόπος έχει τα δικά του προβλήματα που του αρκούν. Δεν χρειάζεται και δεν παρέχει δικαίωμα παρέμβασης σε ξένα χωράφια άλλωστε.

Και να τώρα στην Καστοριά, με τον χειμώνα σιγά-σιγά να υποχωρεί τέλειωσαν και κορυφώθηκαν τα μεγαλεία των χειμερινών πολιτιστικών εκδηλώσεων. Στον ορίζοντα δεν διαφαίνεται να ασχολείται με την πόλη ούτε και η «Κυριακή στο Χωριό», το γνωστό αποκούμπι για τα 5-10 λεπτά τηλεοπτικής διασημότητας κάθε απελπισμένης Κώμης ανά την Επικράτεια.

Από τώρα, και για τους επόμενους μήνες -μέχρι να ξεκινήσει και πάλι ο νέος κύκλος της αφόρητης αναβίωσης των εθίμων- οι δημοτικοί ιθύνοντες θα βρεθούν και πάλι ενώπιοι ενωπίων με τα προβλήματα της επικράτειάς τους. Τα οποία είναι ορατά και δια γυμνού οθφαλμού. Με βασικότερα όλων την ανία και τον χρόνο. Και το αίνιγμα της παρόδου του χρόνου σε ένα περιβάλλον χωρίς εκρήξεις, χωρίς αποδράσεις, χωρίς ενδιαφέροντα, χωρίς πρόγραμμα, στόχους και οράματα: Και το χειρότερο, για μερικούς μήνες χωρίς καρναβάλια μπουμπούνες, αποκριές και χάσκαρη.

Είναι προφανές ότι οι ιθύνοντες θα χρειαστούν χρόνο, χρήμα και οπωσδήποτε κατανόηση και ανοχή. Διότι κανείς δεν γνωρίζει τόσο καλά όσοι οι ίδιοι, το πόσο δύσκολο και τι προσπάθεια χρειάζεται να καταβάλλει κάποιος για να μην κάνει απολύτως, ή σχεδόν τίποτε. Να αναμένει απλώς πότε θα έλθει επόμενος κύκλος κοσμογονικής δραστηριότητας και αναβίωσης εθίμων. Γι’ αυτό χάσκαρης και πάλι χάσκαρης.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.3.2009

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Ηρόστρατος Α.Ε.


(Mια ιστορία σε πολλές παραλλαγές
που επαναλαμβάνεται αενάως σε ελληνικό τοπίο)



Όμως το ίδιο βράδυ, όταν οι δολοφόνοι των Λώρ
πήγαν να ψάλλουν το Χριστός Ανέστη,
η κόκκινη καμπάνα δεν χτύπησε.
Κι αφού έντρομοι το προσπαθούσαν
μέχρι το πρωϊ ξανά και ξανά, χωρίς αποτέλεσμα,
κατάλαβαν πως το ματωμένο Στόμα
του Θεού είχε μουγγαθεί
.
Θανάση Τριαρίδη Η μουγγή καμπάνα


Α. ΓΕΝΕΣΙΣ

Σφραγίδα δωρεάς 



H δωρητήριος επιστολή συντάχθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 29 Δεκεμβρίου του 1908. Συντάκτης της ο εξηντάχρονος Σπυρίδων Νικολάου, ευπατρίδης πια, από το Βογατσικό που έζησε και πλούτισε στην Ρουμανία. Παραλήπτης η «αξιότιμος εφορεία ελληνικών εκπαιδευτηρίων Βογατσικού. Εις Βογατσικόν»:


Αξιότιμοι κύριοι,
Σήμερον ευρίσκομαι εις το ευάρεστον σημείον να αναγγείλω υμίν, ότι θεία εμπνεύσει και αρωγή, επιθυμών όπως εκδηλώσω την αϊδιον ευγνωμοσύνην προς την γενέτειράν μου γήν και να συντελέσω όση μοι δύναμις εις τε την βελτίωσιν των εκπαιδευτικών αυτής πραγμάτων και εις την ανακούφισιν της πασχούσης της πατρίδος μερίδος, κατέθεσα παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος εν Αθήναις είκοσιπέντε (25) μετοχάς, αξίας περίπου 100.000 φράγκων της εθνικής Τραπέζης της Ρουμανίας επ΄ονόματι των ελληνικών εκπαιδευτηρίων της πατρίδος μου, Βογατσικού, ων επαξίως εφορεύετε, επι τω όρω, όπως η μεν κατάθεσις παραμείνει ανεπαφής εις αιώνα τον άπαντα οι δε τόκοι διατίθηνται κατ΄έτος ως εξής:

Α. Είκοσι λίραι (αριθ. 20) όπως υπανδρεύηται κατ΄ έτος έν κοράσιον ορφανόν η εν γένει πτωχόν, κατά προτίμησιν εκ των εχόντων συγγενικήν σχέσιν προς τον διαθέτην. Ακολουθούν τα Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ και αφορούν διάφορες δωρεές όπως εις Απόρους οικογενείας κατά τις ημέρες των Χριστουγέννων, δωρεάν φαρμάκων εις αρμοδίως αποδεδειγμένους απόρους ασθενείς, διανομήν δωρεάν βιβλίων και γραφικής ύλης εις απόρους μαθητάς, υποτροφία εις χριστοήθην και επιμελή μαθητήν απόφοιτον της Σχολής Βογατσικού, δωρεάν προς βελτίωσιν και προαγωγήν των ελληνικών εκπαιδευτηρίων της πατρίδος. Ακόμα και διόρθωσιν των πηγών ποσίμου ύδατος Βογατσικού. Και καταλήγει η επιστολή:
…Εν τούτοις πληροφορηθείς παρά διαφόρων εγκρίτων πατριωτών, ότι το νύν υπάρχον κτίριον του αρρεναγωγείου τυγχάνει όλως ακατάλληλον και επιθυμών, όπως η φέρελπις της πατρίδος νεολαία φοιτά εις σχολείον κατά πάντα υγιεινόν, εγκρίνω ίνα η εκτέλεσις της ανωτέρω εκτεθείσης διαθέσεώς μου αναβληθεί από της 1ης Ιανουαρίου 1909 μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1914, ήτοι επι μίαν πενταετίαν, οι δε κατά το πενταετές τούτο διάστημα τόκοι του ειρημένου κληροδοτήματος, κατατιθεμένοι παρά τη Τραπέζη εντόκως και αποσυρόμενοι μόνον εις το τέλος της ρηθείσης προθεσμίας, χρησιμεύσωσι προς ίδρυσιν εκ θεμελίων νέας σχολής, σύμφώνως με τα παιδαγωγικάς απαιτήσεις του αιώνος και φερούσης την επιγραφή Σπυριδώνειος Ελληνική σχολή Βογατσικού…
Εφ΄ω δέξασθε την διαβεβαίωσιν της προς υμάς και προς άπαντας τους πατριώτας αγάπης και εκτιμήσεως, μεθ΄ ών διατελώ ασπαζόμενος υμάς.


Τα παραπάνω υπογράφει ο ξενιτεμένος από τα δεκάξι του στο Πλοέστι της Ρουμανίας και λίαν ευκατάστατος εργολήπτης δημοσίων έργων στην χώρα αυτή ο οποίος είχε αρχικά εργαστεί σαν παραγυιός σε νερόμυλο. Ο Σπυρίδων Νικολάου εις τας δυσμάς του βίου δεν λησμονεί την ιδιαίτερη πατρίδα. Και με απίστευτη διορατικότητα για τις απαιτήσεις του αιώνος σπεύδει να ενισχύσει την εκπαίδευση στο Βογατσικό.

Σε ψήφισμά της η Κοινότητα Βογατσικού στις 4 Ιανουαρίου 1909 κάνει δεκτή με ενθουσιασμό την προσφορά του ευεργέτη και ανταπαντά μεταξύ των άλλων: Η ελληνική Κοινότης Βογατσικού, επι τη ηγεμονική δωρεά εξ 100 χιλιάδων φράγκων του φιλογενεστάτου και φιλομουσοτάτου κ. Σπύρου Νικολάου, συνελθούσα σήμερον τη 4η Ιανουαρίου και συσκεψαμένη, εψηφίσατο τα εξής (παρατίθενται α-ε)

…(Στ) Να παρακληθεί ο Μέγας Ευεργέτης της κοινότητος, όπως ευαρεστηθεί ν΄ αποστείλη την εικόνα αυτού ίνα αυτή κοσμεί και λαμπρύνει την αίθουσαν του αρρεναγωγείου.



Όταν χτίζεται ένα σχολείο κλείνει μια φυλακή

Ο κόκορας σφάχτηκε στα θεμέλια την άνοιξη του 1920. Το σχολείο εγκαινιάστηκε το 1923. Δέκα ολόκληρα χρόνια μετά την ημερομηνία που όριζε η διαθήκη. Σημαντικά ιστορικά γεγονότα έλαβαν χώρα αυτήν την περίοδο: Πρώτα οι Βαλκανικοί πόλεμοι και η απελευθέρωση από τους Τούρκους, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και τέλος η Μικρασιατική καταστροφή που ενέσκυψαν στο διάστημα αυτό ίσως ήσαν τα κύρια αίτια που μάκρυναν την περιπόθητη μέρα. Δεκαπέντε χρόνια πέρασαν χωρίς η διαθήκη να μπορέσει να καλοπαντρέψει φτωχό κοράσιον, μήτε να ενισχύσει αριστεύσαντα μαθητή, ούτε να διακονήσει φτωχό η να προσφέρει φάρμακα σε ανήμπορο. Όμως στα δεκαπέντε αυτά χρόνια οι τόκοι που γεννούσε κάθε τόσο η δωρεά άγγιξαν τις χίλιες λίρες που έφταναν και περίσσευαν για την ανέγερση του σχολείου. Το παλιό σχολείο είχε πια καεί ήδη το 1912 από τους Τούρκους ενώ το σπίτι της Μαλαντούς που διαλέχτηκε στη συνέχεια δεν μπορούσε πια να καλύψει τις ανάγκες. Όταν λοιπόν έφτασαν και τα πρώτα αγγέλματα για την ανέγερση του Δημοτικού Σχολείου αγαλλίασαν οι πάντες στο χωριό. Συζητήσεις ζωηρές στο παζάρι κι όνειρα απειθάρχητα σαν τα νερά της καταιγίδας μέσα στα ρέματα για προκομένα παιδιά και γραμματιζούμενους νιούς που θα ξεπηδούσαν από τις αίθουσες να εξακοντίσει το Βογατσικό στις τέσσερις γωνιές της γης την σπουδαγμένη σπορά του!

Ο εργολάβος μονάχα σουλατσάριζε ανήσυχος πέρα δώθε στην πλατεία. Μόνος -κατάμονος αράδιαζε υπολογισμούς πρόχειρους στο πακέτο των τσιγάρων. Στο καφενείο απλησίαστος κι απόμακρος. Στο εργοτάξιο κοιτάζοντας φορές σκυθρωπός τον ουρανό σαν να ζήταγε επίμονα τίποτα παλιά χρωστούμενα. Η κούραση κι ένταση της δουλειάς τον είχαν απορροφήσει εντελώς, πάνω στα ρούχα και την όψη του θαρρείς κρέμονταν όλες οι ξαγρυπνισμένες μέρες που περνούσε. Ξύπνιος ονειρεύονταν έτσι που είχε παραδοθεί στα σχέδιά του. Η εμπιστοσύνη και συμπάθεια που έδειξαν σ΄ αυτόν, έναν εμπειροτέχνη, να ολοκληρώσει το έργο σύσσωμη η επιτροπή και ο κάτοικοι του χωριού όρισαν και τη σκληρή πορεία όπου βάδιζε μέχρι να σταθεί αντάξιός τους. Σαν το έργο ξεκίνησε με το καλό όλοι ξαφνιάστηκαν με το μέγεθος της κατασκευής. Ενθουσιασμός και δέος επικράτησαν στην κωμόπολη. Η κάτοψη του κτιρίου σχημάτιζε σαφέστατα ένα «Ε» κεφαλαίο που στα κρυπτογραφικά του εμπειροτέχνη θα σήμαινε ίσως:«Εκπαίδευση» ! Άλλοι ψιθύριζαν πως υπονοούσε: «Ελευθερία» ! Μπορεί και τα δύο. Ιδανικά που δείχνονταν με χτίσματα…

Τους καλύτερους μάζεψε για τη δουλειά γύρω του. Μήνυσε με τους κυρατζήδες [1] έγκαιρα και ζήτησε νάρθουν από την Κωνσταντινούπολη δύο αρχιμάστορες χρόνια φευγάτοι από το χωριό. Μαραγκοί, χτιστάδες, τεχνίτες της πέτρας και σοβατζήδες περιωπής. Δέκα νοματαίοι καταπιάστηκαν με το έργο και μέσα σε τρία χρόνια το παρέδωσαν σε εγκαίνια. Τεράστιος αυλόγυρος ολόγυρα δενδροφυτεμένος με ακακίες. Το κτίριο ημιδιώροφο, επιβλητικό, με ευρύχωρες ψηλοτάβανες αίθουσες.

Προσανατολισμένο με άξονα βορρά-νότο. Η πρόσοψη να βλέπει την ανατολή. ΄Απλετο φως από το πρωΐ εισχωρεί στις αίθουσες. Το απόγευμα πριν ο ήλιος κατέβει την κορφή του Αη- Θωμά μέχρι τις έξη φώτιζε εντός του. Κορνίζες απέριττες γύρω από τα πορτοπαράθυρα - τα τεράστια μακρόστενα παράθυρα για το ευάερον και ευήλιον του πράγματος- Το γραφείο των διδασκάλων, πέντε αίθουσες για τις τάξεις, την αίθουσα των εκδηλώσεων που μεγάλωνε κι άλλο αν αφαιρούνταν οι κουμπωτές ξύλινες πόρτες. Η μεγάλη αίθουσα των επίσημων εκδηλώσεων και εποπτικών μέσων. Τρία κλιμακοστάσια δύο στο πίσω προαύλιο κι ένα στο μπροστινό. Τα υπόγεια ευρύχωρα και ευάερα περιέργως φωτεινά με αίθουσα εστιατορίου και αποθήκες. Στο βάθος του διαδρόμου και πάνω από την είσοδο της μεγάλης αίθουσας των επίσημων τελετών η προσωπογραφία του Σπυρίδωνος Νικολάου, σε καλοδουλεμένη ελαιογραφία, επιβλέπει και εποπτεύει το χώρο της δωρεάς, το εργαστήρι της ελπίδας…

Κανείς δεν άκουσε πια για τον εργολάβο που αποπεράτωσε το έργο. Λένε πως ικανοποιημένος απόλυτα με τη δουλειά του δεν ξανάπιασε μήτε αλφάδι η σαούλι [2] μήτε κοντύλι για σχέδιο μη τυχόν και κατώτερη τέχνη προκύψει στη ζωή του.


Τα σταφύλια της οργής

Τα χρόνια της αδίστακτης κατοχής των γερμανικών στρατευμάτων, την πείνα και τη δυστυχία τα διαδέχτηκε το μαράζι του εμφυλίου πολέμου που είχε σαν θέατρο των επιχειρήσεων και το Βογατσικό. Χηρείες του πολέμου, απώλειες της πείνας και της αρρώστιας, ορφανά και φτώχεια αβάσταχτη, μ΄ ένα σωρό φευγάτους στο βουνό μαζί και το ανυποχώρητο για δεκαετίες μίσος θα έστρωναν από του λοιπού το γιατάκι [3] τους στο χωριό. Από κάπου όμως πρέπει να ξαναρχίζει η ιστορία του Σχολείου. Ας πούμε πως αρχίζει μ΄ αυτήν την επιστολή:

Οι γενναίοι βογατσιώτες επανειλλημένως υπερήσπισαν και διέσωσαν τούτο (το Σχολείον) από την ανταρσίαν και τον κατακτητήν. Πλήν όμως ο τελευταίος ούτος διήρπασεν και κατέστρεψεν τον εσωτερικό του εξοπλισμόν, τα παραθυρόφυλλα ακόμα και τα πατώματα χρησιμοποιήσας ταύτα ως καύσιμον ύλην κατα τον βαρύ χειμώνα του 1941. Το πενιχρόν σχολικόν ταμείον λόγω της πτωχείας των γονέων και κηδεμόνων αδυνατεί να καλύψει τας ανάγκας του σχολείου του οποίου μάλιστα η στέγη προς αποφυγήν εισροής των ομβρίων υδάτων και της καταρρεύσεως αυτής αλλά και γενικώς ολόκληρον το κτιριακόν συγκρότημα έχει ανάγκην αμέσου και επισταμένης επισκευής.

Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια περίμενε υπομονετικά η εντολή του Σπύρου Νικολάου, ανάμεσα σε δύο πολέμους, ν΄ αυγατίσουν οι τόκοι ώστε να λάβει σάρκα και οστά. Εικοσιπέντε χρόνια χρειάστηκαν (ίσως όμως μονάχα η δεκαετία του ΄40 και δύο πόλεμοι πάλι) για να φτάσει να χρειάζεται το Σχολείο τόσο εκτεταμένες επισκευές προκειμένου να σωθεί…

Μετά το ΄45 τόκοι δεν ξαναμπήκαν πλέον από τις μετοχές. Η Ρουμανία άλλαξε χέρια, το προηγούμενο κοινωνικό σύστημα κατέρρευσε κι άλλαξε αφεντικό. Το αρχικό κεφάλαιο, οι περίφημες εικοσιπέντε μετοχές της Εθνικής Τραπέζης της Ρουμανίας απλώς δεν υπήρχαν πια. Ένας λίβας πέρασε και τα πήρε όλα … Όμως το κράτος λειτούργησε, η ανασυγκρότηση, η συνδρομή της ομογένειας δούλεψαν στη σωστή κατεύθυνση και το Σχολείο σώθηκε. Από το ΄50 και μετά τα μαθητούδια του εξατάξιου τετραθέσιου Δημοτικού Σχολείου Βογατσικού δεν θα ΄χαναν ούτε ώρα μαθήματος.


Ένα ωρολόγιον… πόλεως στο χωριό

Η προσφορά ετούτη …ήχησε κάπως παράξενα. Η δωρήτρια απέστειλε το ρολόγι με τον μηχανισμό και τα παρελκόμενά του στη σχολική εφορεία. Το «ωρολόγιον πόλεως» έγινε δεκτό και ξεκίνησε γρήγορα η διαδικασία της τοποθέτησής του. Ο Αγαθοκλής Πανταζίδης ικανότατος των δημοσίων σχέσεων, που καζάντησε [4] στην Αμερική, ιδιοκτήτης υπερσύγχρονου ντιζελοκίνητου αλευρόμυλου και ως εκ τούτου γνώστης της τεχνολογίας και με διασυνδέσεις, καταφέρνει –μόλις του το αναθέτουν-να βρεί την κατάλληλη τεχνική υποστήριξη και με εκ παραλλήλου ερανικές προσπάθειες να κατασκευασθεί ο βατήρας όπου θα στηρίζονταν το τεράστιο ρολόγι. Σαν φίδια σύρθηκαν –όπως είναι φυσικό για τα στενά και φτωχικά περιβάλλοντα-κάμποσες υποψίες για ενθυλάκωση χρημάτων από τα μέλη της ερανικής επιτροπής. Σχεδόν όμως όλα αγνοήθηκαν στο τέλος και παραμερίστηκαν χάριν του έργου. Η κατασκευή είναι εντυπωσιακή. Το ρολόγι στήθηκε περήφανο και υψώθηκε πάνω από το Σχολείο. Στην πρόσοψη πάνω από την κύρια είσοδο δεσπόζει πια καύχημα του σχολείου και του χωριού. Οι ωροδείκτες του φαντάζουν και στις τέσσερεις πλευρές του ρολογιού.

Κάθε ώρα που σημαίνει εδώ ενώνει τις ώρες σε Ανατολή και Δύση: «Η κάθε ώρα που ζούμε στην Αμερική έρχεται πάντα για μας μετά τους λογαρισμούς μας σε ώρα Ελλάδας» λέει κάποιος Αμερικάνος που φέρνει την τακτική του βόλτα στο τζιαντέ [5] από το σταθμό Χωροφυλακής μέχρι τον Ασυρτό.

«Κι αυτό το ρολόγι το παίρνουμε μαζί μας να εδώ» (στην καρδιά του δείχνει) «για να μας δείχνει την ώρα της πατρίδας. Ναι κάθε ώρα είναι πρώτα ώρα της πατρίδας και είμαστε ψυχές αγκαλιασμένες όλον τον καιρό -μέχρι τη μεγάλη φυγή ξέρεις αυτήν που θα συμβεί κάποτε αναπότρεπτα- δεμένες με το χρόνο που ορίζει την σκληρή απόσταση και την πληγή του αποχωρισμού. Το ρολόγι αυτό ας ενώνει τον κοινό πόνο που αποχωριστήκαμε τα παιχνίδια στο Λάκκο και στις Μπιστιριές, στ΄ Αλώνια και στο ποτάμι. Πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία. Και χάρη σ΄ αυτό το ρολόγι και στα τέσσερα κοιτάγματά του στα σημεία του ορίζοντα αντίκρυ συνεχίζουμε και ζούμε όλοι μαζί σε Βογατσικό - Τορόντο - Νιού Γιορκ- Μελβούρνη. Και παίζουμε ακόμα σαν παιδιά ακούραστοι χωρίς να γερνάμε ποτέ και ας γινόμαστε ογδόντα»...

Αυτά έλεγε ο Αμερικάνος, η πάλι και να νόμισα πως τα ΄χε πει, σαν τον κοίταγα να μακραίνει μ΄ ένα φοβερό πούρο σφηνωμένο στο άνοιγμα των χειλιών του σαν μαγκούρα που κάπνιζε!


Η ώρα ακριβώς

Το ρολόγι του σχολείου σχεδόν από τότε που αγοράστηκε και τοποθετήθηκε εκεί πάνω παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα λειτουργίας. Δεν είναι άξιο ποτέ να χτυπήσει στη σωστή ώρα για περισσότερα από δυο εικοσιτετράωρα στη σειρά. Έχουνε πει πως τα ανταλλακτικά των μηχανικών μερών του υπήρξαν από την αρχή ελαττωματικά. Πιο συγκεκριμένα: τα τσιμεντένια κυλινδρικά βαρίδια που κρέμονται στα ελατήρια του. Ο κύριος Καλλίμαχος –ο παλαίμαχος δάσκαλος και διευθυντής του Σχολείου, γέννημα θρέμμα της βογατσιώτικης γης- δεν αρκείται στις εξηγήσεις της εταιρίας στην Αθήνα που εγγράφως η τηλεγραφικώς απαντά στα επίμονα ερωτήματά του. Ανεβαίνει συχνά τη σιδερένια εξωτερική σκάλα που οδηγεί στην πόρτα του μηχανοστασίου. Κάθεται ώρα εκεί μέσα και το παρατηρεί σκαλίζοντας τα κοιμισμένα εντόσθια του ρολογιού. Το κουρδίζει λέει. Μας πιάνει ίλιγγος όταν τον βλέπουμε να ανεβαίνει με τέτοια σιγουριά και σβελτάδα εκεί πάνω. Τη γραβάτα του σαν ανεμοδείκτη την διώχνει στο πλάι ο αέρας που φυσά πάντοτε σ΄ αυτό το ύψος. Ο χοντρός τεχνικός που τον συνόδεψε μια μέρα ως εκεί πάνω για να ενισχύσει τα ελατήρια δυο φορές ζαλίστηκε. Ο κύριος Καλλίμαχος του έδινε κουράγιο μέχρι να τελειώσουν το έργο της επισκευής. Όταν κατέβηκαν ο τεχνικός ήταν για ώρα άσπρος σαν το πανί. Επί Καλλίμαχου μόνο, αυτό το ρολόγι είχε γνωρίσει περιόδους υποτυπώδους και σχετικά αξιοπρεπούς λειτουργίας. Από φιλότιμο προφανώς που ένιωθε αυτόν τον άνθρωπο να το νοιάζεται τόσο.



***


Β. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΗΡΟΣΤΡΑΤΟΥ

Ποιόν ενοχλεί το ρολόγι;




Θα είμαι σύντομος. Πληροφορούμαστε ότι κάποιος ενοχλείται. Δεν κοιμάται τα βράδια. Καταφεύγει σε γιατρούς. Λέει τον πόνο του.

Κάθε μια ώρα ξυπνά τους λέει. Εκείνοι τον συμπονούν προσπαθούν να τον παρηγορήσουν. Σε κάποιες πόλεις τα ρολόγια, του λένε, σημαίνουν και τις μισές ώρες, δηλαδή φαντάσου σαρανταοκτώ φορές το 24ωρο! Πάλι καλά που δε ζει κοντά σε Μητρόπολη η Δημαρχείο…αλλά αυτό δεν τον παρηγορεί. Από κείνη την ώρα που εξομολογήθηκε τα βάσανά του στο καφενείο κι άλλοι πολλοί ακόμα διαπιστώνουν πως δεν κοιμούνται ούτε μέρα ούτε νύχτα εδώ και καιρό. Κανείς δεν τους λέει πως έχουν τα νεύρα τους μονάχα. Κάποια μέλη του Συλλόγου γονέων και κηδεμόνων ακούν το ομαδικό μαράζι και πέφτουν με τα μούτρα στη δουλειά. Είναι δική τους ευθύνη και ο ύπνος των συγχωριανών τους. Αν δεν κοιμηθεί σωστά ο γονιός πως θα μάθει γράμματα ο γόνος; Δουλεύουν με ποντικούς και γάτους της Νομαρχίας βρίσκουν έγκαιρα το κατάλληλο «πρότζεκτ» και τη λύση. Είναι θέσφατο είναι μεγαλείο σύλληψης. Εγκυμοσύνη περιωπής συντελείται στα μυαλά τους. Οδηγούνται σε γρήγορη και επείγουσα συνέλευση.
Κατηγορούν στην αρχή τους …σοβάδες που πέφτουν ολόγυρα.

Ο Γκαίμπελς θα τους ζήλευε στη ενορχηστρωμένη αγανάκτηση που ξεσπά. Κάθε τόσο ξεπαραδιάζονται –λένε- για να συμμαζέψουν με μερεμέτια και βαψίματα ολόγυρα το αναθεματισμένο το σχολείο. Να πρέπει κάθε τρεις και λίγο να ΄ναι και ευπαρουσίαστο. Εκλογές κάθε τόσο επιβάλλουν τον στοιχειώδη ευπρεπισμό του. Τι θα πουν οι λογής συμπατριώτες που συρρέουν σαν άφτερα κοτόπουλα να καταθέσουν την ψήφο τους στα αλλεπάλληλα προσκλητήρια των εκλογών βουλευτικών τε και δημοτικών; Η ευφυής λύση ανακοινώνεται τέλος και υπερψηφίζεται. Το κτίριο είναι «διατηρητέον» και σαν τέτοιο πρέπει να στερηθεί του βλαβερού στέμματος που φορά ακουσίως από το 1963. Αυτό το παράταιρο και μη …συνάδον «ωρολόγιον» -που ενοχλεί κι όλας αφόρητα- αυτό είναι βέβαιον: πρέπει πάραυτα να ξεκουμπιστεί! Το απεφάσισε μια ωραία ημέρα ο Σύλλογος γονέων και κηδεμόνων και σαν απόφαση εκτελεστικού αποσπάσματος ανακοινώθηκε. Το ρολόγι εντάσσεται στα προς απόσυρση. Το κτήριο στα διατηρητέα.

Το ρολόγι αποκαθηλώνεται με συντομότατες διαδικασίες και σιωπά για πάντα. Πετιέται υποθέτω στις καρότσες ρακοσυλλεκτών και περαστικών παλιατζήδων υλικό πρώτης τάξης για τα χυτήρια. Θα τήκεται πλέον στο πυρ της χαλυβουργικής καμίνου η Ομογένεια, παλιές εικόνες –δες- ξεθωριάζουν, οι δεσμοί με τον αείποτε κοσμοπολιτισμό της κοινότητας χαλαρώνουν, τα ήθη αγριεύουν-πυρώνονται επικίνδυνα. Εξαρτήματα και μεταλλικά μέρη που δωρήθηκαν με αγάπη κάποτε, γίνονται μάζα συμπαγής και αδιευκρίνιστη. Με το καλούπωμα προκύπτουν πανομοιότυπες σχάρες υπονόμων και καπάκια αποχετεύσεων για τις καθώς πρέπει ελληνικές πόλεις.
Κανείς δεν θ΄ ακούσει πια το αναθεματισμένο ρολόγι.
Κανείς δεν πρόκειται πια ν΄ ακούσει γι΄ αυτό!


Τερατογέννεση

Η εγκυμοσύνη ξέρεις καρποφόρησε ένα τέρας! Τον ήχο του ρολογιού που σήμαινε κάθε ώρα στη «Μικρή Μύκονο» (φανταστική ανύπαρκτη πολιτεία) αντικαθιστά τώρα ο ανελέητος νυκτερινός ήχος, ένας ήχος επαναλαμβανόμενος μονότονα από τη μεριά των μπάρ, ένα χτυποκάρδι παθολογικό της νύχτας του χωριού.
Και σώπασαν οι γκιώνηδες, τ΄ αηδόνια στα ρέματα φύγαν…
Πολλοί τα βράδια μεταναστεύουν με κουβερτούλες και μαξιλάρια στην αγκαλιά κατά τις ακρώρειες του χωριού κοντά σε συγγενείς που συμπονούν την απέραντη και ειλικρινή αγρύπνια που τους έχει επιβάλλει η νέας κοπής διασκέδαση που ενέσκυψε τα τελευταία χρόνια.
Τη μέρα τίποτα. Κανείς δεν σημαίνει πια τις ώρες κι αυτές απλούστατα δεν σημαίνουν τίποτα για κανέναν. Νέμεσις γαρ.
Οι ώρες της νύχτας θρυμματίζονται χιλιάδες φορές. Τα δευτερόλεπτά τους σημαίνονται από φρενήρη ηχεία και ρυθμούς. Μια …γενικευμένη νταπ ντουποποίηση. Είδε κανένας το ρολόγι ;

Έπιασε δουλειά ο Ηρόστρατος και λίγο λίγο το αποτέλειωσε το σχολειό. Η περιφανής πάλαι ποτέ «Σπυριδώνειος Ελληνική Σχολή Βογατσικού» παραδίδεται στη διαδικασία της αμμοβολής. Σαν να ξύνουν πληγές με το ξυστρί. Αποκαλύπτεται η πέτρα και η τοιχοποιία κι όλοι αγάλλονται για την ανακάλυψη πως το κτίριο κι έτσι όμορφο είναι. Το σφαγμένο βόδι του Ρέμπραντ στο Λούβρο ωραίο έργο είναι με τις ανοιγμένες σάρκες. Μα ο Ρέμπραντ είναι ο Ρέμπραντ και ο μέγας ανατόμος του φωτός. Δεν είναι εργολάβος και χαιρέκακος χωριάτης! Πάντως κι εκεί οι εκδορείς και οι χασάπηδες παραμερίστηκαν στα σκοτεινά μέρη του πίνακα. Όπως και ΄δω πέρα οι σφαγείς δεν φαίνονται πουθενά. Έχουν αποσυρθεί από το προσκήνιο. Τους αναγνωρίζουμε όμως. Εκτεθειμένα πια τα πλευρά του κτιρίου στο κρύο, τη βροχή και την κοινή θέα, σαν πληγές οι πέτρες και οι αρμοί. Ολόγυρα πανηγυρίζουν που κατάφεραν και ξέμπλεξαν τόσο καλά με μερεμέτια και βαψίματα. Καιρός για καινούργιες επιτυχίες και κονδύλια που θα πιάνουν τόπο. Παραδείγματος χάριν: αποχωρητήρια στο τέλος του παλιού διαδρόμου, εκεί που κάποτε λέγαμε την προσευχή «Συ που κόσμους κυβερνάς και ζωή παντού σκορπάς…». Εκεί που παίζαμε λες κι ήταν αυλή, μέσα στη σκόνη και το ποδοβολητό, σαν ο καιρός χαλούσε και δεν επέτρεπε να βγούμε έξω…

Στις γρήγορες ανακατατάξεις του χώρου εργάτες μεταφέρουν εδώ και κει κορνίζες και κάδρα χωρίς καμιά επιμέλεια. Άγαρμπα σαν να κινούνται μέσα σε χωματερή η μάντρα οικοδομικών υλικών. ΄Ωσπου ήρθε κι η ώρα του Σπυρίδωνος Νικολάου. Η τελευταία τελευταία! Κάποιος με ακατάλληλο μπόι αγωνίζεται πάνω σε μια καρέκλα να κατεβάσει το κάδρο από τη θέση του. Τον έχουν επιφορτίσει με κάποιο φρεσκάρισμα του διαδρόμου και δεν θέλει να χάνει καιρό. Εργολαβικές, γρήγορες δουλειές. Περιμένουν κι άλλοι. Τραβάει μια φορά …δεύτερη δυνατότερα…Ο Σπυρίδων αντιστέκεται. Τρίτη και φαρμακερή ! Σέρνεται ολόκληρος παράλληλα στον τοίχο και κατρακυλά με πάταγο στο πάτωμα. Το τζάμι και η κορνίζα γίνονται θρύψαλα.

Ένα καρφί έχει διασχίσει πέρα για πέρα στο ύψος του ορθωμένου λευκού κολάρου το λαιμό του μεγάλου ευεργέτη…
Έπεσε στο πάτωμα με πάταγο μα το κοντό ανθρωπάριο συνέχισε τη δουλειά του. Μετά δύο μέρες κάποιος τον μάλωσε τάχα και περιμάζεψε από κάτω τα απομεινάρια της καταστροφής. Ύστερα έχωσε βιαστικά σε μια υγρή ντουλάπα το μουσαμά με την δεσποτική μορφή αφήνοντάς την να θεωρεί τώρα τα ερέβη και τη μούχλα.


Άφες αυτοίς θάψαι τοις εκείνων νεκροίς


Τα πατώματα τρίζουν, πάλιωσαν πολύ και δεν μπορεί κανείς να τα κουμαντάρει. Μια συνεδρίαση του Συλλόγου γονέων και κηδεμόνων θα λύσει και πάλι το πρόβλημα. Στη Νομαρχία ακούνε προθύμως και ομοθυμαδόν ορίζουν τον εργολάβο που θα φέρει εις πέρας το έργο. Εκείνος «μπαίνει στο νόημα» κι αρχίζει αμέσως να μπαζώνει τα υπόγεια του σχολείου προκείμενου να στρώσει με μπετόν και να κάνει στέρεη τη δουλειά…

Νοιώθω ακόμα ν΄ αναπνέω εκεί κάτω τη μυρωδιά του εστιατορίου και την ατμόσφαιρα των συσσιτίων, την τσικνωμένη φασουλάδα της κυρα Ζωής του Νιούμα. Ακούω τους σιδερένιους πάγκους να σέρνονται με στριγκούς ήχους, παιδιά να βροντάνε καταγής ξεκαρδισμένα στα γέλια από τις σκανταλιές των φίλων τους που έβαλαν «νάρκες» διπλώνοντας στα κρυφά ένα από τα πόδια του πάγκου. Υπάρχουν ακόμα οι μυρωδιές από μουχλιασμένο ψωμί στα χάρτινα βαρέλια της Ούνρα, κίτρινο τυρί και μπακαλιάρο στις κασέλες με το άφθονο αλάτι. Εξακολουθώ να φοβάμαι και να κοιτάξω ακόμα κατά τις σκοτεινές ξυλοθήκες στο βορεινό τμήμα του υπογείου γιατί εκεί υπάρχει οπωσδήποτε στ’χειό [6] ! Τώρα σαραβαλιασμένα από καιρό εποπτικά μέσα πεταγμένα εδώ και ΄κει με αληθινή καταστροφική μανία. Τροφή για τα ποντίκια και την υγρασία. Σπάνιοι σχολικοί χάρτες αλλά και σκηνικά των θεατρικών παραστάσεων δια χειρός Στέργιου Τζημάνη. Τώρα νοιώθω τη μυρωδιά ενός πτώματος που έλιωσε μέσα σε πληγές και αλλεπάληλους ακρωτηριασμούς.

Αποστρέφω το βλέμμα. Κρατώ τη μνήμη ανεπηρέαστη. Κι αυτή συνεχίζει να οσφραίνεται παλιά πράγματα και ν΄ ακούει και να βλέπει…
Όμως τώρα αγωνιούν με ειλικρίνεια οι συμπατριώτες μου και προσπαθούν να επηρεάσουν το αναπότρεπτο. Καταφεύγουν σε γιατρούς (αλήθεια με πήραν στο τηλέφωνο…) και εισαγγελείς. Οι γιατροί δεν μπορούν να κάνουν τίποτα πια λένε. Οι εισαγγελείς όμως;
Αλλά ερωτώ: ύστερα από μια τέτοια διαδρομή γιατί να φαίνεται εξωφρενικό όταν κάποιοι αποφασίζουν να μπαζώσουν το Σχολείο;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη πράττουν το αυτονόητο.
Κι ύστερα τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς για τους νεκρούς εκτός από το να τους θάψει;


ΥΓ. Κι ένα μήνυμα ελπίδας! Στοργικός γιατρός, αφού ανέσυρε από τα σκοτεινά, περιθάλπτει αυτόν το καιρό τον τραυματισμένο Σπυρίδωνα Νικολάου σαν χτυπημένο αγριόκυκνο των λιμνών του βορρά. Σύντομα το πορτραίτο του μεγάλου ευεργέτη και οραματιστή θα ξαναπάρει τη θέση του στο νότιο διάδρομο του Σχολείου κοντά στη «Συναυλία των παιδιών» που ο συγκεκριμένος γιατρός και ζωγράφος του έχει ορίσει εδώ και χρόνια για συντροφιά…




Βιβλιογραφία

1. Α. Κορομήλη Το Βογατσικόν, έκδοση του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θεσσαλονίκης «Ο ΄Αγιος Κωνσταντίνος», Θεσσαλονίκη 1972
2. Γ. Γκολομπία Σχολεία και εκπαίδευση στο Βογατσικό επί Τουρκοκρατίας, Εφημ. Το Βογατσικό φ.83,1992
3. Κ. Π. Μπέντα Ιστορικά Βογατσικού, Τύποις Κ. Στ. Δούκη, Καστοριά 1952
4. Βιβλίον κινητής περιουσίας του Δημ. Σχολείου Βογατσικού
5. Θανάση Τριαρίδη Η μουγγή καμπάνα, εκδόσεις Πατάκη, 2003
6. Επιστολή του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θεσσαλονίκης «Ο ΄Αγιος Κωνσταντίνος» προς το Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως της Ελλάδος (1950).
7. Ν. Τσίγκα Η ώρα ακριβώς, Ημερολόγιο 2005 του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θεσσαλονίκης «Ο Αγιος Κωνσταντίνος», επιμέλεια Γ. Γκολομπία & Ν. Τσίγκα




ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

-1908
Με επιστολή του ο ευεργέτης Σπύρος Νικολάου δωρίζει στην κοινότητα Βογατσικού 100 χιλιάδες φράγκα Ρουμανίας σε μετοχές της Εθνικής Τράπεζας της Ρουμανίας. Επιθυμεί να διατεθούν οι τόκοι των σε διάφορες αγαθοεργίες και να ανεγερθεί Σχολείο που θα φέρει το όνομά του.

-1912 Παραδίδεται στις φλόγες, δύο φορές αλλεπάλληλα, το Βογατσικό από τους Τούρκους. Τουλάχιστον 10 γέροντες του χωριού δολοφονούνται. Το κτίριο του σχολείου που είχε αναγερθεί στη μια πλευρά της σημερινής πλατείας του χωριού («Αρρεναγωγείον») με δωρεά του αείμνηστου ευεργέτη Ράλλη Πλιούφα, και ήδη βρίσκεται σε κακή κατάσταση, πυρπολείται και καταστρέφεται ολοσχερώς. Την ίδια τύχη έχει και το «Παρθεναγωγείον» -σημερινό «Υφαντήριο» - που είχε ανεγείρει με ίδιες δαπάνες ο ευεργέτης του χωριού Μενέλαος Μήκας. Η απελευθέρωση βρίσκει το Βογατσικό χωρίς Σχολείο. Επιλέγεται σαν προσωρινή λύση, και για δέκα περίπου χρόνια, ο γυναικωνίτης στην εκκλησιά των Δώδεκα Αποστόλων και η οικία Σταυράκη («της Μαλαντούς»).

-1923 Το Βογατσικό αποκτά πλέον Σχολείο («Σπυριδώνειος Ελληνική Σχολή Βογατσικού») δωρεά στην πατρίδα του Σπυρίδωνος Νικολάου.

-1941 Οι Γερμανοί κατακτητές μέσα στον βαρύτατο χειμώνα του ΄41 προκαλούν εκτεταμένες καταστροφές στο Σχολείο χρησιμοποιώντας σαν καύσιμη ύλη πατώματα, πόρτες, κουφώματα, εποπτικά μέσα και θρανία.

-1945 Με την συμφωνία της Γιάλτας,και καθώς η Ρουμανία εκχωρείται στην «Ρωσική άρκτο», οι μετοχές της δωρεάς του Σπυρίδωνος Νικολάου χάνουν ολοσχερώς την αξία τους έτσι το Σχολείο απομένει χωρίς πόρους. Το «Σπυριδώνειος Ελληνική Σχολή Βογατσικού» δεν αναφέρεται και δεν αναγράφεται πλέον πουθενά.
Μετά το τέλος του εμφυλίου. Το Σχολείο ασθενεί βαρέως. Αναλαμβάνουν δράση σθεναρή οι Σύνδεσμοι της Βογατσιώτικης παροικίας στην Ελλάδα και τις ΗΠΑ σε έργα συντήρησης και αναστήλωσης. Αρχίζει η κρατική συνδρομή. Στα υπόγεια του Δημοτικού Σχολείου Βογατσικού και μέχρι το 1967 λαμβάνει χώρα καθημερινά συσίτιο των μαθητών στα πλαίσια του «Σχεδίου Μάρσαλ» για την ανασυγκρότηση των πληγεισών από τον πόλεμο χωρών και της χορηγίας «της Ούνρα». Μουρουνέλαιο, κίτρινο τυρί, μπακαλιάρος και πληγούρι έχουν την πρωτοκαθεδρία της διατροφικής βάσης. Τα βογατσιωτόπουλα όπως και πάμπολλα ελληνόπουλα στη βόρεια Ελλάδα τρώνε σχεδόν όλο το χρόνο πρωϊνό και μεσημεριανό πιο συχνά στο σχολείο παρά στο σπίτι τους.

-Ιούνιος 1963. Το Δημοτικό Σχολείο Βογατσικού αποκτά «Ωρολόγιον Πόλεως» δωρεά Βενετίας Πόλιου το οποίο υπερυψώνεται πάνω από τη στέγη του και αποτελεί σήμα κατατεθέν του χωριού για τις επόμενες τρείς δεκαετίες.

-Από το 1970 και μετά. Το ρολόγι δεν λειτουργεί γιατί δεν υπάρχει ούτε ικανή μέριμνα ούτε τεχνίτες να το φροντίσουν. Κανείς δεν σημαίνει πια τις ώρες στο Βογατσικό. Ο χρόνος απομένει χωρίς τον σφραγιδόλιθό του.

-1997 Ο αείμνηστος Χρήστος Σαββαρίκας («Τζιάγκος») στη μνήμη της συζύγου του Θεοδώρας, βρίσκει ειδικό τεχνίτη και προσφέρει το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για την επαναλειτουργία του ρολογιού. Το ρολόγι συναντά με κανονική λειτουργία το τέλος του αιώνος.

-21ος αιώνας (Millennium)


-Το περίφημο «Ωρολόγιον πόλεως» με απόφαση του Συλλόγου γονέων και κηδεμόνων ως «μη συνάδον με τα αρχιτεκτονικά πρότυπα και δεδομένα του χωριού» (αλλά περισσότερο μάλλον επειδή ενοχλεί με τις κωδωνοκρουσίες του διαφόρους περιοίκους του Σχολείου) κατεδαφίζεται και …εξαφανίζεται (σε αποθήκες του Δήμου λένε!) .
-Μέρος του βόρειου διάδρομου του σχολείου μετατρέπεται σε …αποχωρητήριο (!) για τους μαθητές και τους δασκάλους γιατί «δεν υπήρχε άλλη λύση» (και πάλι!)

- Το Σχολείο κρίνεται ως διατηρητέο κτίριο και η Νομαρχία αποφασίζει να το ξεγυμνώσει με τη σύμφωνη γνώμη των γονέων και κηδεμόνων (των διαφόρων δηλαδή υπερευαίσθητων ασχέτων και νομίμως κατεχόντων το δικαίωμα της αυθαιρεσίας και της μονόπλευρης μνήμης). Το σχολικό κτίριο υφίσταται το μαρτύριο της αμμοβολής και έτσι από νεοκλασικού ρυθμού κτίριο με τους σοβάδες, τις διακοσμητικές κορνίζες και τα επιχρίσματα μεταπίπτει σε σπίτι του …Νυμφαίου τέτοιο που ουδέποτε υπήρξε. Μαζί μ΄ αυτό και το ωραίο κτίριο της πλατείας του χωριού -αυτό της «Λέσχης» -(δωρεά των ομογενών της Αμερικής που κτίστηκε το 1928 ) απολαμβάνει την ίδια μοίρα γιατί η φρενήρης μόδα επιθυμεί την αμμοβολισμένη τοιχοποιία. Εξάλλου ζούμε στην εποχή του γυμνού (μέσα κι έξω...)

-2008 Η αίτηση του Συλλόγου γονέων και κηδεμόνων προς την Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση να αντικατασταθούν τα πατώματα του Σχολείου βρίσκει ευήκοον ους στο Νομαρχιακό συμβούλιο κι έτσι αποφασίζεται το ολοσχερές «μπάζωμα» των υπογείων του Σχολείου ώστε να μπορεί στο επίπεδο του νυν υπάρχοντος πατώματος να στρωθεί μπετόν. Εξεγείρονται άπαντες. Δεν θέλουν την ταφή του πτώματος που κρατούν στα χέρια τους. Επεμβαίνει ο εισαγγελέας και οι εργασίες επιχωμάτωσης προσωρινά (;) διακόπτονται.



(*) Ο Ηρόστρατος υπήρξε ο φημισμένος εμπρηστής του περίλαμπρου Ναού της Αρτέμιδας στην ΄Εφεσο το 356 π.Χ. (ο θρύλος θέλει η πράξη του αυτή να συμπίπτει με τη γέννηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου) Λέγεται ότι προκειμένου να παραμένει στην ιστορία και να μνημονεύεται το όνομά του προέβη στην συγκεκριμένη πράξη. Οι Εφέσιοι τον θανάτωσαν και απαγόρευσαν να γίνεται μνεία του ονόματός του. Σήμερα μνημονεύεται τ΄ όνομά του αρνητικά μονάχα σαν πρόκειται να χαρακτηριστεί κάποιος που προβαίνει σε ανίερες και καταστροφικές ενέργειες προκειμένου να εντυπωσιάσει.
(**) Ο υπογράφων το κείμενο (ως νέος Ηρόστρατος και αυτός με τη σειρά του) «βεβηλώνει» σπάζοντας την επίπλαστη ομοψυχία , φαινακισμούς και οφθαλμαπάτες. Κατακαίει τα (αδιαμφισβήτητα) πατριωτικά του αισθήματα. Αποφασίζει να λύσει τη σιωπή του γύρω από τις σκανδαλώδεις αυθαιρεσίες και τις προσβολές της συλλογικής μνήμης που χρόνια τώρα σέρνουν το χορό στο εύανδρο Βογατσικό (του παρελθόντος…)


φωτογραφίες:
1. Ρέμπραντ (Χάρμενοζον φαν Ρέιν), Σφαγμένο βόδι -1655- Μουσείο Λούβρου, Παρίσι. Εδώ ο καλλιτέχνης απεικονίζει ένα σφαγμένο βοοειδές. Aποτελεί το κύριό του θέμα. Οι σφαγείς φαίνεται πως έχουν αποσυρθεί (μια υπηρέτρια μονάχα διακρίνεται μόλις στα δεξιά να παρατηρεί σε σιωπή το περιστατικό), έχουν ενσωματωθεί ίσως και ν΄αποτελούν μέρος της περιμετρικής σκιάς χάριν της ανάδειξης του σφαγμένου ζώου. Οι εκτελεστές λοιπόν ανήκουν στην παρασκιά των σημαινομένων όντας δημιουργοί του γεγονότος. Εδώ έχει προηγηθεί ένα μαρτύριο. Το ζώο στέκεται σταυρωμένο. Οι σάρκες του ανοίγονται και θαρρείς πως μυρίζεις αυτό που έχει συμβεί: Το χυμένο αίμα, τον ιδρώτα της αγωνίας, την οσμή του θανάτου. Ρεαλιστικότατα αποδίδεται η υφή της νωπής τεμαχισμένης σάρκας που πιθανότατα παραπέμπει σε συμβολισμούς σχετιζόμενους με την περισυλλογή μπροστά σε αναπότρεπτα γεγονότα όπως είναι τα γηρατειά, η παρακμή, ο θάνατος (o ζωγράφος την επόμενη χρονιά θα οδηγηθεί στην οικονομική χρεοκοπία). Το ίδιο θέμα στο μέλλον θα μελετήσουν διεξοδικά οι: Ευγένιος Ντελακρουά, Πάμπλο Πικάσο και Φράνσις Μπέϊκον. Κάθε συνειρμικός συσχετισμός, με την εν προκειμένω σφαγή –και σε πολλές πράξεις- ενός Σχολείου, κρίνεται λίαν επιθυμητός…
2. Επισκευές της στέγης του δημοτικού Βογατσικούσχολείου στη δεκαετία του ΄90.


κυρατζήδες = πραματευτάδες και μαντατοφόροι
σαούλι = νήμα της στάθμης.
γιατάκι = στρώμα, φωλιά,
καζάντησε = κέρδισε χρήματα,οικονόμησε
τζιαντές = ο κεντρικός δημόσιος δρόμος του χωριού
στ’χειό = φάντασμα


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5 και 12 Μαρτίου 2009.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Υπενθυμίζεται ότι οι απόψεις των αναγνωστών όταν δημοσιεύονται στην
ΟΔΟ, επώνυμες ή και ανώνυμες, δεν απηχούν τις απόψεις της εφημερίδας.

Κύριε διευθυντά,
Aυτή η επιστολή είναι μία προσπάθεια να δούμε ορισμένα πράγματα ήρεμα και χωρίς να κατηγορούμε ο ένας τον άλλον.
Από το 2004, μετά από μία δεκαετία ανηλεούς παρουσίας της σημερινής αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, κυβερνάει το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης με τρόπο ο οποίος εκ των υστέρων προδίδει σχέδιο βαθειά μελετημένο για την άλωση και εκπαραθύρωση του τότε υπάρχοντος κράτους, εγέμισε όλα τα καίρια πόστα με τους οπαδούς του, οι οποίοι δεν είχαν δουλειά στην αγορά και για να μη κουράζονται άνοιξαν τις πόρτες τους ΙΚΑ, ΟΓΑ ΓΣΕΕ και αφού κανόνισαν τους μισθούς που χρειάζονται, άρχισαν να καταδιώκουν τους πολιτικούς αντιπάλους. Λοιδόρησε και κατηγόρησε την τότε μικρή αντιπολίτευση (ΚΚΕ και Συνασπισμό), λέγοντας στο εκλογικό σώμα και την ελληνική κοινωνία, το μότο «ΠαΣοΚ και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις», θεωρώντας κόμματα, τα οποία απολαμβάνουν της εμπιστοσύνης του λαού, κάτι μηδαμινό μπροστά στην απόλυτη κυριαρχία του πράσινου τυφώνα.
Θυμίζω ότι μετά την ανάδειξη σαν αρχηγού και πρωθυπουργού το 1996 του κ. Κ. Σημίτη, είχαμε το ανήκουστο επεισόδιο των Υμίων και το μεγάλο «ευχαριστώ» προς την Αμερική, αφού οι γείτονες δεν πήγαν μέχρι το κανάλι όπου συζητούσε σε πλήρη γαλήνη ο τότε υπουργός και του χαλάσανε την ωραία συνέντευξη, γιατί έπρεπε να τρέχει μεσάνυχτα και να απασχολείται με θέματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής, κάτι που είχαν αναλάβει άλλοι με συμβόλαιο υπεργολαβίας.
Μετά ήρθε το ωραίο σχέδιο με το Χρηματιστήριο. Διάφοροι καθηγητές πανεπιστημίου, διδάσκοντας οικονομία στα λόγια, εγκατέλειψαν την έδρα τους και πήγαν να σώσουν την οικονομία της πολύπαθης αυτής χώρας, η οποία βρίσκεται από το 1981 στο τούνελ μέσα στο οποίο δεν υπάρχει όχι φως, αλλά και οι ίδιες οι νυχτερίδες φοβούνται να φωλιάσουν. Γι’ αυτό το ωραίο σχέδιο έπρεπε να το χορέψει όλος ο κόσμος και γι’ αυτό άρχισαν το κόλπο με τις τράπεζες «φέρε το σπίτι σου, πάρε δάνειο για να κρεμαστείς».
Οι κατ’ όνομα επενδυτές όμως εγκατέλειψαν τα χωράφια, τα όρη, τα βουνά και περίμεναν ότι τα τσακάλια της αγοράς θα τους χάριζαν χρήμα με ουρά. Για να λειτουργήσει όμως έπρεπε να υπάρχει κι άλλη συναίνεση από όλους τους χώρους, καταλαβαίνουμε περί τίνος συζητάμε, δηλαδή συμπράξανε και καλά παιδιά από την Ν.Δ. για την οικονομία. Αυτά τα καλά παιδιά έπαιζαν τον δούρειο ίππο της Ν.Δ. και σκοπό είχαν να αποπροσανατολίσουν την βάση και τα έντιμα στοιχεία, για να παριστάνουν τους αναντικατάστατους και να πλουτίζουν και μαζί να κάνουν ότι ενδιαφέρονται για τον λαό. Ήταν τέτοιος ο αποπροσανατολισμός του Κ. Καραμανλή ο οποίος φοβότανε ότι καταρρέει το σύμπαν αν απομακρύνει τους φταίχτες και γι’ αυτό είχαμε αυτά τα απαράδεκτα φαινόμενα, να υπερασπίζονται τους φταίχτες και άλλους οι οποίοι παριστάνουν τους κάποιους.
Γι’ αυτό κύριε διευθυντά, φίλοι συμπολίτισσες και συμπολίτες πρώτον μην πιστεύετε τις δημοσκοπήσεις, διότι είναι εκτός χρόνου, και πυκνώστε τις γραμμές της Ν.Δ.
ΑΡ


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.3.2009

25/3/09

ΟΔΟΣ: «Φάρος παιδείας και δημοκρατίας»

Σύλλογοι Γονέων –Κηδεμόνων
1ου & 8ου Δημοτικών Σχολείων
Σε πρόσφατη δημοσίευση στην εφημερίδα ΟΔΟ γίνεται αναφορά σε ένα ψήφισμα διαφόρων Συλλόγων σχετικά με την στέγαση του Πανεπιστημιακού τμήματος στο 1ο γυμνάσιο. Στο εν λόγω δημοσίευμα φαίνεται ότι το ψήφισμα συνυπέγραψαν και οι δύο σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων 1ου & 8ου δημοτικού σχολείου Καστοριάς. Αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να αναφέρουμε ότι στην συγκέντρωση που έγινε με σκοπό την έκδοση αυτού του ψηφίσματος δεν παραβρέθηκε κανένα εξουσιοδοτημένο μέλος των Δ.Σ. των συλλόγων μας. Ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να έχουν συνυπογράψει οι σύλλογοί μας αυτό το ψήφισμα.
Σημείωση της εφημερίδας: το πιο πάνω έγγραφο/φαξ δεν φέρει καμμία σφραγίδα, ονοματεπώνυμα ή υπογραφές, ούτε καν το τηλέφωνο αποστολής του φαξ.


Από υπερβάλλοντα ζήλο (και αισιοδοξία) των συντονιστών που επιμελήθηκαν για λογαριασμό φορέων και σωματείων της Καστοριάς, την έκδοση κοινού ψηφίσματος με το οποίο εξέφρασαν την υποστήριξη και την αξίωσή τους για την λειτουργία της Αρχιτεκτονικής Σχολής στο κτήριο του 1ου γυμνασίου Καστοριάς, ψήφισμα το κείμενο του οποίου καταχωρήθηκε στην ΟΔΟ στο π. φύλλο, στην 4η σελίδα, στον σχετικό κατάλογο προστέθηκαν και οι επωνυμίες δύο ακόμη σωματείων και πιο συγκεκριμένα των Γονέων και Κηδεμόνων του 1ου και 8ου δημοτικών σχολείων Καστοριάς, που όπως αποδείχθηκε δεν υπέγραψαν τελικά το κοινό ψήφισμα. Τα στενά χρονικά περιθώρια της διαδικασία εκτύπωσης της εφημερίδας δεν επέτρεψαν την έγκαιρη διόρθωση του καταλόγου που συνέπραξαν στην πρωτοβουλία.

Η ΟΔΟΣ μετά απ’ αυτά διευκρινίζει ότι από την συμπτωματική παραδρομή αναφέρθηκε στο ψήφισμα ότι συμμετείχαν σε αυτό οι σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων 1ου και 8ου δημοτικών σχολείων Καστοριάς. Κατά τα λοιπά το ψήφισμα εκφράζει όλους τους άλλους που αναφέρθηκαν στον σχετικό κατάλογο των υπογραφών, δηλαδή:

1) Επιμελητήριο Καστοριάς
2) Εμπορικός Σύλλογος Καστοριάς
3) πολιτιστ. σύλλογος «Ομόνοια»
4) πολιτιστ. σύλλογος«Αφοι Εμμανουήλ»
5) πολιτιστ. σύλλογος «Απόζαρι»
6) πολιτιστ. σύλλογος «Χλόη»
7) πολιτιστ. σύλλογος «Μύησις»
8) πολιτιστ. σύλλογος «Αρμονία»
9) πολιτιστ. σύλλογος «Σπασμένο Ρόδι»
10) Προοδευτικός σύλλογος
11) σύλλογος Υποτροφιών
12) σύλλογος Φιλοπτώχου Αδελφότητος
13) σύλλογος Βυζαντινού Πολιτισμού.


Υ.Γ. Με την συγκεκριμένη αφορμή, πρέπει να σχολιαστεί η εντυπωσιακή αμεσότητα με την οποία φέρονται να αντέδρασαν οι εκπρόσωποι των «θιγέντων» συλλόγων του 1ου και 8ου δημοτικών σχολείων, μια και αστραπιαία μετά το δημοσίευμα αλλά κατακλυσμιαία έσπευσαν να προβούν σε σχετικές διαψεύσεις και να διαδηλώσουν το «απεταξάμην».

Αυτά -και τα αντίστοιχά τους μόνο στην Καστοριά μπορούν να συμβούν: Να αγωνίζονται να φέρουν οι φορείς της πολιτείας Αρχιτεκτονική Σχολή στην Καστοριά, να είναι μόνο ένα κτήριο κατάλληλο για την άμεση λειτουργία της, και αντί οι διαμαρτυρόμενοι να δηλώσουν με υπερηφάνεια και χαρά ότι προσφέρουν εκούσια το κτήριο για να γίνει από κάτι καλό, κάτι το καλλίτερο, όχι μόνο συμπεριφέρονται σαν ιδιοκτήτες της δημόσιας περιουσίας, αλλά επιβάλλουν και κλίμα κινδυνολογίας και κατατρομοκράτησης. Σαν να προσπαθούσαν οι αρμόδιοι να μετατρέψουν το κτήριο σε Κορυδαλλό.

«Φάρο παιδείας και δημοκρατίας» χαρακτήρισε το Πανεπιστήμιο με απόφασή του την περασμένη εβδομάδα ο Δικηγορικός σύλλογος Καστοριάς, «απεταξάμην» ανταπαντούν οι φοβισμένοι, «βαρβάρους» τους πανεπιστημιακούς και τους φοιτητές οι δήθεν θιγόμενοι.

Προφανώς δεν είναι όνειρο αυτή η κατάσταση, ούτε φάρσα. Για εφιάλτης μοιάζει.
Ευτυχώς που η ιστορία γράφεται. Και κάποια στιγμή όλοι λογοδοτούν σ’ αυτή.



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.3.2009


Σχετικά κείμενα:  

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΕΤΖΙΟΥ: Ιστορίες συλλογικής μνήμης


Η ΟΔΟΣ λαμβάνει μεγάλο αριθμό συνεργασιών (κειμένων και άρθρων) από αναγνώστες και φίλους της εφημερίδας, οι οποίοι στο τέλος συμβάλλουν στην συνολικότερη πορεία και την εικόνα της. Η ύλη της επικαιρότητας, η χρονική προτεραιότητα που τηρείται αυστηρά από την εφημερίδα, και συχνά η έλλειψη χώρου, οδηγεί υποχρεωτικά σε χρονική καθυστέρηση δημοσίευσης των συνεργασιών, όπως αυτή του κ. Γεωργίου Ρέτζιου

* * *

"Ω’μπω Θανασιέ τι πάθαμε!» ήταν τα πρώτα λόγια που ψέλλισε ο καταρρακωμένος Μισέλ Μεβοράχ στο πατέρα μου βάζοντας με πόνο και απόγνωση το χέρι στο μάγουλό του. Ο Μισέλ είχε μόλις επιστρέψει από την κόλαση ενός ζωντανού εφιάλτη, και δεν μπορούσε καλά-καλά να συνειδητοποιήσει αυτό που η σκληρή μοίρα είχε επιφυλάξει γι’ αυτόν και όλους τους δικούς του, εξ αιτίας μιας παράφρονης και νοσηρής ιδεολογίας. Εδώ η πραγματικότητα γινόταν πιο παράξενη και ξεπερνούσε κατά πολύ και την πιο άγρια φαντασία.

Ο Μισέλ, ένας κεφάτος και χαροκόπος νέος, αρμονικά προσαρμοσμένος στην μεσοπολεμική κοινωνία της πόλης τους, ζούσε ήρεμα μέχρι κάποιο ανοιξιάτικο πρωϊνό που ο βλοσυρός θεριστής με όψη αμείλικτου και αυστηρού στρατιωτικού χτύπησε βροντερά την πόρτα αυτού και των ομοθρήσκων του. Τώρα πλέον, η ζωή τους, περνούσε στην διάσταση του παραλόγου το οποίο θα γινόταν σύντομα απροκάλυπτα ορατό σε όλη του την φρίκη όταν αυτοί θα διάβαιναν το κατώφλι των ναζιστικών κολαστηρίων.

Η μοίρα όμως δεν θέλησε ο Μισέλ να τελειώσει την ζωή του εκεί όπου εξοντώθηκε το σύνολο σχεδόν της παροικίας του αλλά αντιθέτως τον στιγμάτισε μ’ έναν άχαρο σειριακό αριθμό στο χέρι και τον έστειλε πίσω εκεί που ξεκίνησε για να γίνει πικρός μάρτυρας κι απομεινάρι μιας ακμάζουσας κοινότητας του χθες στο ανύπαρκτό της αύριο. Περπατώντας τώρα στο θέατρο των πιο γλυκών του αναμνήσεων, στους δρόμους και στα σοκάκια που αντρώθηκε, αναλογιζόταν εάν όλα εκείνα είχαν πραγματικά συμβεί ή όχι. Κι όμως είχαν –του το θύμιζαν τα ερειπωμένα σπίτια της γειτονιάς του που στα παραθύρια τους δεν πρόβαλαν πια γελαστές γνώριμες μορφές και που οι σφαλιστές πόρτες τους αρνιόντουσαν πεισματικά να τον προσκαλέσουν στα ενδότερά τους. «Ώμπω Θανασιέ τι πάθαμε!!!»


Ιστορίες συλλογικής λήθης

Φοβάμαι πως λόγω έλλειψης ενημέρωσης ή και λόγω γενικότερης αδιαφορίας, ένας σημερινός νέος (και όχι μόνο) δεν θα μπορούσε σε καμμία περίπτωση να ταυτίσει την προηγούμενη ιστορία με την ιστορία της Καστοριάς. Το όνομα και μόνο του πρωταγωνιστή θα τον παραξένευσε και πιθανόν να τον παρέπεμπε στην σφαίρα της μυθοπλασίας. Κι όμως, η εν λόγω ιστορία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πόλη μας και πέρα για πέρα αληθινή.

Παίρνοντας έναυσμα από την πρόσφατη και πολύ αξιόλογη ημερίδα του Τ.Ε.Ι. Δυτικής Μακεδονίας και της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καστοριάς στο θέμα των καστοριανών εβραίων, θέλησα να μοιραστώ με τους αναγνώστες της ΟΔΟΥ την συγκινητική ιστορία αυτού του ανθρώπου όπως εγώ την άκουσα από τον πατέρα μου, με τον οποίο ήταν πολύ φίλοι.

Ο Μισέλ Μεβοράχ, το λοιπόν, ήταν υπαρκτό πρόσωπο και έτυχε να είναι ένας από τους 35 εκ των χιλίων περίπου καστοριανών εβραίων που επέζησαν του ολοκαυτώματος και ένας από τους λιγοστούς που τελικά επέστρεψαν για να ζήσουν στην Καστοριά. Ο Μισέλ ασκούσε το επάγγελμα του τζαμιά και είχε το μαγαζί του στην κάτω αγορά, στο σημερινό τεχνικό γραφείο του Θωμά Θώμου. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός ανάμεσα στους Καστοριανούς, λόγω του πρόσχαρου χαρακτήρα του και της διονυσιακής ιδιοσυγκρασίας του, όντας πάντα μπροστάρης σε κάθε γλέντι και ξεφάντωμα, ιδιαίτερα του καρναβαλιού. Δημιούργησε οικογένεια με την επίσης καστοριανή εβραία Μποένα Ρούσο, και σε κάποια φάση μετοίκισε στην Θεσσαλονίκη (1963) όπου και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του, πριν αρκετά χρόνια (1986), σε ηλικία 72 ετών. Οι απόγονοί του ζούνε σήμερα στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης.

Απώτερος σκοπός της αφήγησής μου είναι πρώτον, να αφυπνιστούν όλοι οι πολίτες και κυρίως οι νέοι μας για την ύπαρξη αυτής της σημαντικής κοινότητας που με την παρουσία της και την δραστηριότητά της χρωμάτιζε και χαρακτήριζε το πρόσωπο και την ιστορία της Καστοριάς για πολλούς αιώνες. Πόσοι άραγε γνωρίζουν ότι το σημερινό γηροκομείο της πόλης μας στέκει πάνω στο εβραϊκό κοιμητήριο, ή ότι η πλειοψηφία των οικοδομών που βρίσκονται στον ευρύτερο χώρο της σημερινής πλατείας Ομονοίας (συμπεριλαμβανομένου και του 1ου γυμνασίου) είναι χτισμένες πάνω σε παλιά εβραϊκά σπίτια, και ότι το παλιό ιδιωτικό γυμνάσιο μαζί με τον χώρο στάθμευσης που βρίσκεται μπροστά από αυτό, ήταν το σημείο όπου χτυπούσε η καρδιά της εβραϊκής κοινότητας, μιας και εκεί έστεκε το σχολείο και η συναγωγή τους; Αναρωτιέμαι τάχα εάν δεν θα ‘πρεπε ήδη να υπάρχει κάτι αξιόλογο σ’ αυτόν τον χώρο που να μνημονεύει το παρελθόν του εμπλουτίζοντας έτσι και αναβαθμίζοντας την πόλη μας πολιτισμικά και τουριστικά.

Δεύτερον, θα ήθελα να ευαισθητοποιηθούν οι πολίτες και οι διάφοροι φορείς αντιλαμβανόμενοι πως η λήθη είναι καταστροφική, ενώ αντιθέτως η προβολή και καλή γνώση της ιστορίας ενός τόπου είναι πολύ σημαντική, όχι μόνο ως προσωπική ενημέρωση αλλά κυρίως ως ψυχική καλλιέργεια, μιας και βοηθάει καθοριστικά στο να αξιολογούμε αντικειμενικά να αγαπάμε αληθινά, να προβάλλουμε με ουσία, και τέλος να εκτιμάμε και να βιώνουμε σωστά τον χώρο και το περιβάλλον στο οποίο ζούμε –με άλλα λόγια να το σεβόμαστε και να μην το κακοποιούμε στον βωμό της ιδιοτέλειας και των εφήμερων συμφερόντων τα οποία αναμφισβήτητα γυρίζουν μπούμερανγκ και χτυπούν τις μελλοντικές γενιές.

Δέστε για παράδειγμα πώς κακοποιήθηκε η εβραϊκή συνοικία με την ασφυκτική και κακαίσθητη δόμηση που υπέστη. Ξέρατε πως η οδός Θεοχάρη, που καταλήγει στον παλιό φούρνο του Σεραφείμ πριν την πλατεία Ομονοίας ήταν ένα γραφικότατο ανηφορικό σοκάκι, όπου κείτονταν ένα από τα ωραιότερα μακεδονικού τύπου αρχοντόσπιτα με θεόρατη τοξωτή είσοδο και διπλά σαχνισιά (προεξοχές) στους πάνω ορόφους της; Τώρα, τι έχει άραγε να επιδείξει ο συγκεκριμένος δρόμος; Στην θέση του αρχοντόσπιτου ανεγέρθη μία τερατώδης οικοδομή (και να με συγχωρούν οι ιδιοκτήτες της).

Ξέρετε επίσης πως στην Μανωλάκη και στην Τσόντου Βάρδα, εκεί που σήμερα επικρατεί το οικοδομικό αδιαχώρητο υπήρχαν υπέροχα νεοκλασσικά τύπου σπίτια εβραίων με ανθοστόλιστους κήπους –πραγματικά κοσμήματα της πόλης μας; Εκεί, στο ύψος της Τσόντου Βάρδα ήταν το σπίτι του Μισέλ αλλά και του Μοσέ Μιζραχή, ενός καστοριανού εβραίου, που επέστρεφε πρώτη φορά μετά από 61 χρόνια και προσπαθούσε μάταια να εντοπίσει το πατρικό του μη μπορώντας να πιστέψει ότι εκεί κάποτε ήταν η γειτονιά που έπαιζε. Αυτός θυμόταν γραφικά σπιτάκια με κήπους και απεριόριστη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. Η απογοήτευσή του ήταν τεράστια βλέποντας την οικοδομική συμφόρηση του χώρου.

Είναι, το λοιπόν, προς όφελος και τιμή μας να δημιουργούνται τέτοια συναισθήματα και εντυπώσεις σε επισκέπτες και τουρίστες, ή μήπως είναι παράξενο που κάτοικοι τέτοιων περιοχών κάνουν αμάν για να ξεφύγουν από αυτό το στριμωξίδι, που σίγουρα δεν προσφέρει ποιότητα ζωής και κατά συνέπεια κάνει τόσα διαμερίσματα να μένουν ξεκοίκιαστα; Νομίζω πως ήδη πληρώνουμε τα αδικαιολόγητα λάθη του παρελθόντος γι’ αυτό καλό είναι να μην αφηνόμαστε στην λήθη, αλλά να μελετάμε και να διδασκόμαστε από την ιστορία, για να μπορούμε να προνοούμε καλλίτερα για το μέλλον το δικό μας και των παιδιών μας, μη επιτρέποντας την λήθη να γίνεται ηλιθιότητα.




Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5 Μαρτίου 2009



Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Από την ξενάγηση του κ. Νικολάου Πιστικού στην έκθεση των έργων του

Επειδή κάποιοι άνθρωποι που ζουν ανάμεσά μας με το δικό τους ιδιαίτερο και αθόρυβο τρόπο αποτελούν τη ζωντανή Ιστορία του τόπου μας και χαρά σ’ όποιον τους έχει γνωρίσει από κοντά, αλλά προπαντός μέσ’ από το έργο τους

Έκανα αυτήν τη δουλειά, διότι τότε έτυχε να δω ένα έργο ενός παιδιού, ένα μικρό εργάκι, και λέω: «Τι ωραίο πράγμα είναι αυτό!» και μου μπήκε μες στο μυαλό. Και στον ύπνο μου ακόμα το ‘βλεπα . Λέω : «Κι εγώ, όταν μεγαλώσω, θα κάνω τέτοια πράγματα.» Και πράγματι έκανα και λίγο περισσότερα.
Ξεκίνησα, λοιπόν, απ’ το δημοτικό. Όταν όμως μεγάλωσα, κατάλαβα ότι αυτό το πράγμα είναι κάτι διαφορετικό από τ’ άλλα και παραμένουν αυτά τα πράγματα.
Λοιπόν, θέλησα να κάνω κάτι που να μην έχει κάνει άλλος πριν από μένα. Το όνειρό μου ήταν, όταν φτάσω σε κάποια ηλικία, να μπορέσω να κάνω όλα τα έργα της Καστοριάς, τα οποία τα βλέπαμε πρώτα και τα βλέπουμε και σήμερα, τα οποία όμως με το χρόνο καταστρέφονται, να τα κάνω, για να παραμείνουν εις τους αιώνες. Και θα παραμείνουν.
Τα έργα αυτά καταστρέφονται από το χρόνο και την αδιαφορία μας. Ύστερα είχαμε και πολέμους, είχαμε βομβαρδισμούς… Διότι, όταν βομβαρδίστηκε το 1940 η Καστοριά, 11 Νοεμβρίου και 4 Νοεμβρίου, ήρθαν τ’ αεροπλάνα, οι Ιταλοί βομβάρδισαν, τότε καταστράφηκαν τα περισσότερα αρχοντικά. Η Καστοριά παλαιότερα είχε περίπου 500 αρχοντικά και σήμερα μένουν μόνο πολύ λίγα.

***

Η Καστοριά ήταν 516 χρόνια αιχμάλωτη στους Τούρκους, αλλά, όταν άρχισε να παίρνει η κατηφόρα τους Τούρκους, οι Καστοριανοί που ήταν στο εξωτερικό άρχισαν να ‘ρχονται στην Καστοριά και να κτίζουν μεγάλα σπίτια για να ικανοποιήσουν τους γονείς τους. Διότι τότε, μόλις σκοτείνιαζε το βράδυ, έπρεπε οι Καστοριανοί να βρίσκονται μες στα σπίτια τους, απαγορεύονταν να βγαίνουν στους δρόμους και στα σπίτια τους ήθελαν να ζούνε άνετα. Γι’αυτό και οι Καστοριανοί που ήτανε στο εξωτερικό και βγάζανε λεφτά, κερδίζανε χρήματα, ερχότανε εδώ και χτίζανε αυτά τα ωραία αρχοντικά, για να δώσουν κάποια άνεση στον πατέρα τους, στη μητέρα τους, στ’ αδέρφια τους, για να ζούνε άνετα μέσα σ’ αυτά τα σπίτια, που βλέπετε τι μεγάλα είναι. Εγώ τα ‘χω μικρά, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ μεγάλα, είναι σαν πολυκατοικίες.

(Στο σημείο αυτό και καθώς έχει αρχίσει η περιήγησή μας στα έργα του κ. Πιστικού, η ματιά μας αιχμαλωτίζεται από τις κουρτίνες που φαίνονται μέσ’ από τα παράθυρα των θαυμαστών σπιτιών του κ. Πιστικού.)

Οι κουρτίνες που υπάρχουν στα παράθυρα είναι πλεχτές. Τις έπλεξε η γυναίκα μου.
Τα σπίτια φωτίζονται στο εσωτερικό τους με λάμπα. Κοιτάξτε, όταν είναι φωτεινό ένα πράγμα, είναι πιο ωραίο. Άμα σβήσω τα φώτα τώρα, δε φαίνεται τόσο όμορφο. Ενώ τώρα φαίνονται τα παράθυρα, οι κουρτίνες, τα πάντα.
Τα κεραμίδια είναι τα βυζαντινά. Τα λέμε και τούρκικα. Είναι τα χειροποίητα.
Τα αρχοντικά, επειδή τα έκανα πιο παλιά, φαίνονται πιο καινούρια απ’ ό,τι είναι σήμερα.

Αυτό -το αρχοντικό του Νατζή- είναι το παλαιότερο μουσείο της Καστοριάς, το πρώτο μουσείο. Αυτό λειτούργησε σαν μουσείο με βασιλική διαταγή. Τόσο πολύ τον άρεσε το βασιλιά τότε, που έδωσε διαταγή να γίνει μουσείο και έβαλε και εισιτήριο μέσα. Έχει και μια ιστορία, δεν ξέρω αν πρέπει να την πω.
Εδώ, αφού τον διαβεβαιώνουμε πως και αυτές οι μικρές ιστορίες είναι κομμάτια της Ιστορίας μας και πως προπαντός αυτές γοητεύουν τα παιδιά και κρατούν το ενδιαφέρον τους ζωντανό, ο κ Πιστικός μας αφηγείται:

Η γυναίκα του Θόδωρου του Νατζή τον κέρασε το βασιλιά με τον ταμπλά το τσίπουρο. Τσίπουρο και γλυκό. Τότε έτσι κερνούσαν, με τον ταμπλά το μεγάλο το σιδερένιο. Μόλις είδε ο βασιλιάς- ο Παύλος ήταν, ο ψηλός- το ποτηράκι το μικρό, το τσίπουρο, λέει: «Τι είναι αυτό για μένα;». Λοιπόν, παίρνει το τσίπουρο και το τινάζει. Αυτό ήτανε μεταβγαλμένο. Ο βασιλιάς τρόμαξε, σου λέει «με δηλητηρίασαν τώρα», ήτανε ολόκληρο επεισόδιο. «Μη φοβάσαι, βασιλιά μου», του λένε, «είναι ρακή μεταβγαλμένη». Και γέλασαν όλοι λοιπόν. Τον έφεραν λίγο νερό μετά… Αυτό είναι γεγονός.

Τα παιδιά στο μεταξύ χάνουν το μυαλό τους με τις φωλιές των πελαργών σε καπνοδόχους των σπιτιών, αλλά και με τους ίδιους τους πελαργούς που συμπληρώνουν το χειροποίητο θαύμα του κ. Πιστικού. Εμείς οι δάσκαλοι, όμως, τρελαινόμαστε διαβάζοντας την κλίμακα, πράγμα που φανερώνει πως έχουμε μπροστά μας ακριβέστατα αντίγραφα. Μάλιστα, ο ίδιος ο δημιουργός μάς διαβεβαιώνει πως δούλευε, αφού προηγουμένως έπαιρνε τα μέτρα «με το χιλιοστό»μας λέει χαρακτηριστικά, όχι μόνο από τους τοίχους του κάθε σπιτιού, αλλ’ ακόμη κι από τα παράθυρά του, τις πόρτες του, «και οι πέτρες ακόμα είναι μετρημένες», όλα…
Τα παιδιά εξακολουθούν να εντυπωσιάζονται από τις φοβερές λεπτομέρειες ∙ τις ραγισματιές στους τοίχους, τα φαναράκια, τα σημάδια που έχουν αφήσει στους τοίχους τα απόνερα που « τα πετούσαν οι νοικοκυρές από το παράθυρο κάτω στον κήπο», το ρόπτρο σε κάποια εξώπορτα-το «τσουκαλίδι» μάς το λέει καστοριανά ο ξεναγός μας,…Επίσης αναγνωρίζουν τα δυο χρώματα «που ήταν στην ημερησία διάταξη, κυριαρχούσαν τότε, την ώχρα και το μπλε», όπως λέει χαρακτηριστικά ο κ. Πιστικός…

(…) Αυτό εδώ είναι το αρχοντικό του Σπάλα. Αυτός ήταν τόσο πλούσιος, που δύο φορές το χρόνο ξεφόρτωναν τις λίρες με τις καμήλες(!).
Φτάνουμε σε μια σύνθεση αρχοντικών. Εκεί ακούμε κατάπληκτοι:
Αυτό είναι σύνθεση αρχοντικών. Κάθε πλευρά είναι και άλλο αρχοντικό το οποίο χάθηκε. Όπως και του Σπάλα, που γκρεμίστηκε απ’ τα χρόνια κι είναι τώρα οικόπεδο.
(…) Αυτή εδώ είναι η Κουμπελίδικη, η μοναδική εκκλησία που έχει κουμπέ, τρούλο. Το 1940 έπεσε εδώ πάνω μία βόμβα και τον γκρέμισε τον τρούλο απάνω. Και μετά ο αρχαιολόγος Πελεκανίδης ήρθε και την αναστήλωσε και την ξανάκανε όπως ήταν. Είναι από τον 11ο αιώνα , είναι το έμβλημα της πόλεως ∙ όπως η Θεσσαλονίκη έχει το Λευκό Πύργο, η Αθήνα την Ακρόπολη, εμείς έχουμε αυτήν την εκκλησία εδώ.
(…) Αυτό είναι το σπίτι του Μπασάρα. Ο Μπασάρας ήτανε γιατρός και το σπίτι του είχε άλλο ένα πάτωμα, αλλά, επειδή έβλεπε στα παράθυρα ενός τούρκικου σπιτιού, τον ανάγκασαν να κατεβάσει το πάτωμα, να μείνει το σπίτι με δύο πατώματα.
(…) Κι εδώ είναι κάτι που πρέπει να το ξέρετε. Είναι το σπίτι των αδελφών Εμμανουήλ. Αυτά τα δύο αδέρφια, τον Παναγιώτη και τον Ιωάννη, τους κρέμασαν οι Τούρκοι και τους ρίξανε στο ποτάμι.
(…) Εδώ είναι το τζαμί. Το Κουρσούμ τζαμί (το τζαμί που είναι στο ΙΚΑ, μόνο δεν υπάρχει ο μιναρές απάνω όπως εδώ στην αναπαράστασή του). Εδώ η Καστοριά παλαιότερα είχε 7 τζαμιά. Μετά την απελευθέρωση στις 11 Νοεμβρίου του 1912, άρχισαν ένα ένα να τα χαλάνε τα τζαμιά. Και πριν από αυτό το τζαμί ήταν το τζαμί το άλλο που είναι πάνω στη Δεξαμενή, στον Ξενία. Είχαν γκρεμίσει, λοιπόν, τα 5 τζαμιά, στο έκτο τζαμί πέφτει απάνω ο τρούλος και σκοτώνει ένα παιδί που ήταν από κάτω. Ήταν το παιδί του Σάπκαρη, Καστοριανό, 11 ετών, και τότε είπαν «μας τιμώρησε ο Αλλάχ» κι αναγκάστηκαν να σταματήσουν, αλλά το τζαμί το είχανε γκρεμίσει. Και έτσι σώθηκε αυτό το τζαμί-το Κουρσούμ τζαμί-, που είναι φτιαγμένο από το Σινάν, αρχιτέκτονα ο οποίος ήταν χριστιανός εξισλαμισμένος και έχει χτίσει τα καλύτερα τζαμιά εδώ, στα Τρίκαλα και στην Κωνσταντινούπολη. Είναι πολύ σημαντικός αρχιτέκτονας.
(…) Και αυτά είναι τα περίφημα βιτρό. Παλαιότερα δε λέγανε «πόσα διαμερίσματα έχει ο τάδε;», λέγανε «πόσα βιτρό έχει;», τόσο μεγάλη αξία είχαν τα βιτρό, και απαγορεύονταν να αντιγράψουν ο ένας τεχνίτης από τα βιτρό του αλλουνού, αλλά ούτε και δύο ίδια να γίνουν μέσα στο ίδιο σπίτι. Έπρεπε ο κάθε τεχνίτης να κάνει δικά του σχέδια.

Μπροστά στην αναπαράσταση του Λιμναίου Οικισμού, ο κ. Πιστικός μας αποκαλύπτει πως υπήρξε συνεργάτης του κ. Μουτσόπουλου. «Μου έστειλε ο καθηγητής σχέδια από άλλους τέτοιους οικισμούς κι εγώ έκανα πιστή αντιγραφή.» Με την αφορμή αυτή, επισημαίνουμε για άλλη μια φορά την ιδιαίτερη αξία που έχει το έργο του, όχι μονάχα την καλλιτεχνική, αλλά και ως ασφαλής πηγή πληροφόρησης, καθώς αντιγράφει πιστότατα το πρωτότυπο που αναπαριστά.
Και, καθώς φτάνουμε στα αντίγραφα κάποιων από τις εκκλησιές-μνημεία της πόλης…
Είναι ο άγιος Στέφανος. Εδώ, το επάνω μέρος αυτής της εκκλησίας ήταν ασκηταριό. Ασκήτευε εκεί ασκητής.
(…) Αυτό το αρχοντικό, το αρχοντικό Παπατέρπου, είναι το μεγαλύτερό μου έργο. Έκανα ένα χρόνο για να το φτιάξω. Αυτή εδώ είναι μπίσμπα. Πίναμε νερό από δω. Έβγαινε ανάβρα νερό και παίρναμε νερό και πίναμε, παλαιότερα που η Καστοριά δεν είχε νερό από τις βρύσες όπως έχει τώρα. Στην Καστοριά πίναμε από τις μπίσμπες-υπήρχαν δύο στην Καστοριά, η μία εδώ, στου Παπατέρπου το σπίτι, η άλλη πίσω από ένα σουπερμάρκετ, ήταν κι εκεί ίδια μπίσμπα, αλλά κι από τα πηγάδια και από τη λίμνη μέχρι το 1932.
(…) Εδώ το αρχοντικό του Μπατρίνου, που ήταν ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα, γιατρός. Σήμερα υπάρχει ένας απόγονος Μπατρίνος, γιατρός, στην Αθήνα. Όταν μάλιστα πηγαίνουν Καστοριανοί, τους εξετάζει κι όταν βγάζουν να τον πληρώσουν, τους λέει: «Καλά, δε διαβάσατε την ταμπέλα στην πόρτα που λέει ότι οι Καστοριανοί δεν πληρώνουν εδώ;».
(…) Εδώ ο αϊ-Νικόλας του Βουνού. Εδώ δε, στην τρύπα αυτή, ήτανε ασκηταριό. Το 10ο αιώνα, όταν τους διώξανε τους χριστιανούς από τη Μολδοβλαχία, ήρθαν κατοίκησαν εδώ, γύρω από τη λίμνη της Καστοριάς, όπως πήγαν και στις Πρέσπες.
Αλλά με την ίδια αγάπη που ο δημιουργός έκανε τα αρχοντικά του, δούλεψε και το σπιτάκι των ψαράδων:
Αυτό το σπίτι το ‘χτισαν οι ψαράδες. Όταν τους έπιανε φουρτούνα στη λίμνη μέσα, πηγαίνανε εδώ και στεγάζονταν, για να μην κρυώσουν.
(…) Άλλο ένα αρχοντικό που δεν υπάρχει σήμερα, το αρχοντικό Στεφανή.
(…) Εδώ είναι η περίφημη Μαυριώτισσα, που ονομάστηκε έτσι επειδή είναι απέναντι από το Μαύροβο. (Τα παιδιά παρατηρούν τις εξωτερικές τοιχογραφίες του ναού. Η Γιάννα επισημαίνει την περίφημη Ρίζα του Ιεσσαί.) Χτίστηκε το 1082 από τον Αλέξιο Κομνηνό. Την Καστοριά τότε την κατείχαν οι Νορμανδοί και ο Αλέξιος Κομνηνός δεν μπόρεσε να μπει από τα κάστρα να απελευθερώσει την Καστοριά και τι έκανε; Πήγε απέναντι από το Μαύροβο, από το Δισπηλιό και μαζεύει όλα τα καράβια και τα μονόξυλα, βάζει το στρατό του μέσα νύχτα και βγαίνει εδώ στην Καστοριά, στο Κοκκινόχωμα. Έγινε αποβίβαση με μονόξυλα στο Κοκκινόχωμα (κοντά στη Μαυριώτισσα) και μπήκε απ’ την πίσω μεριά και κατέλαβε την πόλη της Καστοριάς και τότε αναγκάστηκαν να υπογράψουν τη συνθήκη, φύγανε οι Νορμανδοί και έμεινε ο Αλέξιος Κομνηνός.
Ακολουθεί η συνέντευξη που πήραν τα παιδιά του Σχολείου από τον κ. Πιστικό.

***
Μαρίνα: Κουραστήκατε όταν τα φτιάχνατε αυτά τα σπιτάκια;
Ν. Πιστικός:
Πολλά ξενύχτια. Η γυναίκα μου, όταν ξεχνιόμουνα κάτω στο εργαστήριο, διότι το εργαστήριο ήταν ξεχωριστά, στο κάτω μέρος του σπιτιού, ερχότανε και μου έλεγε: «Άιντε, τι κάνεις; Ακόμα δουλεύεις;». Τόσο πολύ δούλευα.

Αναστασία: Με τι υλικά τα φτιάξατε;
Ν. Πιστικός: Τα υλικά ποικίλουν ανάλογα με την περίπτωση. Άλλα υλικά έχουν οι εκκλησίες, άλλα υλικά τ’ αρχοντικά, ό,τι χρειάζεται το καθένα. Αυτά τα υλικά τα βρίσκει κανείς στα καταστήματα, δεν είναι δικά μου.

Πέτρος: Αυτά τα αρχοντικά που έχετε φτιάξει υπάρχουν ακόμα ή όχι; Κατοικούνται ή όχι;
Ν. Πιστικός: Όπως είπαμε πριν, εκτός από κάνα δυο που έχουν πέσει, όλα τ’ άλλα υπάρχουν και σήμερα. Ορισμένα από αυτά κατοικούνται, άλλα όμως δεν κατοικούνται γιατί υπάρχουν πολλοί κληρονόμοι και τ’ αφήνουν και πέφτουν.

Μαρία: Πόσες ώρες δουλεύατε περίπου την ημέρα;
Ν. Πιστικός: Πάντα δούλευα μετά τη δουλειά. Αλλά πολλές ώρες. Και όταν έβρισκα ευκαιρία, δεν την άφηνα να πάει χαμένη. Πάντα κάτι έκανα.

Βαρβάρα: Αυτά τα έργα, που σήμερα είναι δικά σας, στο μέλλον σε ποιον θα ανήκουν;
Ν. Πιστικός: Έχω παιδιά, έχω εγγόνια, εκεί θα μείνουν.

Αλέξανδρος: Στενοχωρηθήκατε ποτέ, πήρατε πίκρες εξαιτίας της δουλειάς σας;
Ν. Πιστικός: Αχ, αχ…Πολλές. Αν δεν είχα τόσο υπομονή θα τα είχα παρατήσει απ’ την πρώτη ώρα, αλλά…Εμένα αυτό που με εντυπωσίαζε και η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη, όταν δημιουργούσα κάποιο έργο και το τελείωνα. Τότε για μένα ήταν η μεγάλη χαρά. Κι έλεγα: «Αυτό το έργο είναι έργο μουσειακό και μπαίνει στην άκρη. Δεν πουλιέται όσα λεφτά και να μου δίνανε. Κι έτσι δεν έχω πουλήσει κανένα απ’ αυτά τα έργα τα μεγάλα. Γι’ αυτό ακριβώς σήμερα έχω τη χαρά να τα βλέπω όλα αραδιασμένα εδώ και να τα χαίρομαι εγώ όπως τα χαίρονται και όλοι οι επισκέπται που έρχονται στην Καστοριά. Από τα πρώτα έργα που έκανα είχαν κάνει τόση εντύπωση, βάζοντάς τα στη βιτρίνα του μαγαζιού, που σταματούσε ο κόσμος και χάζευε και όλα αυτά, λέω: «Ωραίο πράμα», δηλαδή, «πέτυχα αυτό που ήθελα».

Ευδοκία: Ο σκοπός είναι να μείνουν αυτά τα έργα εδώ ή να πάνε σε άλλο χώρο ειδικό;
Ν. Πιστικός: Η υπόσχεση από το Νομάρχη, τον κ. Λιάντση, είναι ότι τα έργα αυτά θα μπούνε σε ειδική αίθουσα. Μπαίνοντας από την κεντρική είσοδο, αριστερά, θα δημιουργηθεί ένας χώρος και θα γίνει ένα μουσείο που θα στεγάσει μόνο τα έργα μου.

Μαρία: Συνεχίζετε να δημιουργείτε ακόμα;
Ν. Πιστικός: Ναι. Δεν μπορώ να σταματήσω, γιατί το μεράκι μου είναι τόσο μεγάλο, που πρέπει να κάνω, αλλά δεν κάνω πλέον μουσειακά έργα, κάνω κάτι άλλο, για να περνάει η ώρα μου. Πιο μικρά έργα για να περνάει η ώρα μου.

Μαρίνα: Έρχεται κόσμος στην έκθεσή σας; Είστε ευχαριστημένος από τον κόσμο που έρχεται;
Ν. Πιστικός:
Κοιτάξτε. Όταν είχα το μουσείο μου στο σπίτι, όπου είχα έναν ειδικό χώρο, τότε περνούσε χιλιάδες κόσμος. Ερχόταν, περνούσαν τα λεωφορεία, τα είχαν μάθει όλοι και σταματούσαν εκεί και μπαίναν μέσα. Και δεν πρέπει να ξεχάσω να σας πω ότι η είσοδος ήταν δωρεάν. Δεν πλήρωνε κανείς τίποτε. «Όσο ζω εγώ», έλεγα πάντα, «δε θέλω να βγάλω λεφτά από αυτό που κάνω». Όσο για τα υλικά που τα αγόραζα, ε, τι να κάνω; Έκανα οικονομίες από αλλού και αγόραζα τα υλικά. Δεν πούλησα τα μεγάλα έργα, αυτά που ονόμαζα μουσειακά έργα. Όμως, έκανα άλλα μικροέργα, τα οποία και πουλούσα. Η χαρά μου βλέποντας τα μεγάλα έργα ήταν ανώτερη από κάθε άλλη πληρωμή, η χαρά της δημιουργίας.

Βασίλης: Ποιος ήταν ο λόγος που τα κάνατε όλα αυτά;
Ν. Πιστικός: Ο λόγος ήταν πως ήθελα από μικρός να κάνω κάτι ξεχωριστό. Δεν ήθελα να αντιγράψω, να κάνω ζωγραφική που δουλεύουν χιλιάδες άλλοι άνθρωποι. Ήθελα να κάνω κάτι που να είναι ωραίο και πρωτότυπο και να μείνει. Να είναι κάτι ζωντανό. Κι όπως είναι ζωντανό, όπως τα βλέπετε. Έχει πολλές διαστάσεις. Έχει μέσα του και το χρόνο. Κρύβει πολλά πράγματα αυτό. Μάλιστα, μία αρχιτέκτων έχει γράψει μέσα στο βιβλίο που έχω: «Αν κάποτε καταστραφούν τα αρχοντικά της Καστοριάς, θα μείνουν μόνον οι πίνακες του Παπαντίνα και τα έργα του Πιστικού».

Φώτης: Συνολικά πόσα χρόνια έχετε δουλέψει;
Ν. Πιστικός: Να σας πω, δε βάζω τα προηγούμενα χρόνια πριν φύγω στρατιώτης, μετά που απολύθηκα από στρατιώτης, από το 1951 μέχρι σήμερα, είναι περίπου 58 χρόνια.

Κώστας: Αν ξέρατε όλα όσα θα σας συνέβαιναν, τις πίκρες, θα ξεκινούσατε;
Ν. Πιστικός: Όχι. Όχι, όχι.

Γιώργος: Ποια είναι η πιο μεγάλη σας πίκρα σε σχέση με το έργο σας;
Ν. Πιστικός: Δεν μπορώ να πω ορισμένα πράματα, γιατί θα εκθέσω ανθρώπους. Ας πω, όμως, κάτι, για να μη νομίσετε πως θέλω να αποφύγω την απάντηση. Όταν έκανα τα πρώτα έργα, πέρασε από το μαγαζί μου ένας δημοτικός άρχοντας. Λοιπόν, όταν είδε το έργο και ότι… Απ’ το μαγαζί περνούσε πάρα πολύς κόσμος. Όσοι κάνανε βόλτα σταματούσαν για να βλέπουν τα έργα. Και μάλιστα θυμάμαι ήταν ένα έργο, τα ψαράδικα, τα οποία είναι μέσα στη λίμνη φτιαγμένα, είναι το μόνο έργο το οποίο λείπει από τη συλλογή μου. Λοιπόν, μπήκε μες στο μαγαζί και μου λέει: «Νίκο, ωραίο και ξέρω γω…», σαν είδε τον κόσμο εκεί, «θα μου πεις πόσο υλικό ξόδεψες, για να το πάρουμε για το Δημαρχείο αυτό…»

Πηνελόπη: Τι σας λέει ο κόσμος που βλέπει τα έργα σας;
Ν. Πιστικός: Αυτά που λέει με ικανοποιούν. Αυτά που γράφει στο βιβλίο των εντυπώσεων…Αυτά για μένα είναι η μεγαλύτερη αμοιβή.

Πηνελόπη: Τι σημαίνουν για σας τα έργα σας; Αν σας έλεγαν να πείτε με μια λέξη τι είναι για σας όλα αυτά που έχετε φτιάξει, τι θα λέγατε;
Ν. Πιστικός: Όπως ένας πατέρας έχει τα παιδιά του και τα βλέπει και χαίρεται, έτσι χαίρομαι κι εγώ αυτά σαν παιδιά μου.

Ιωάννης : Σας τη δίδαξε κανείς την τέχνη ή μόνος σας την ανακαλύψατε;
Ν. Πιστικός: Η τέχνη είναι απ’ το Α ως το Ω όλη δικιά μου. Δεν έχω πάει πουθενά, διότι δεν είχα χρόνο για να πάω να σπουδάσω ή κάποιος να με δείξει… Δεν υπήρχε πριν από μένα κάποιος άλλος, πώς το λένε…Ό,τι δημιούργησα δημιούργησα με το πνεύμα το δικό μου και με τη σκέψη τη δική μου.

Ιωάννης: Διδάξατε σε άλλον την τέχνη σας;
Ν. Πιστικός: Κανένας δε θέλει να κλειστεί μέσα στο εργαστήριο, για να κάνει αυτή τη δουλειά. Και κάτι άλλο: όσοι μου είπαν «ξέρεις, εγώ άρχισα κάνω ένα έργο…» ή οι μητέρες λέγανε ή ο πατέρας μού έλεγε «κύριε Νίκο, ο γιος μου, κι αυτός ασχολείται και κάτι άρχισε» «ε», λέω, «όταν τελειώσει, να μου το πείτε». Ε, κανένας δεν το τελείωσε, γιατί όλοι τα παράτησαν από την πρώτη δυσκολία που βρήκαν.

Ο δημιουργός είναι πολύ μοναχικό άτομο. Γιατί η δημιουργία χρειάζεται αφοσίωση και θυσία.


Για το δημοτικό σχολείο Μαυροχωρίου
Η δασκάλα του
Σόνια Ευθυμιάδου Παπασταύρου



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 26.2.2009 και 5.3.2009

24/3/09

ΟΔΟΣ: Συντονιστές

Η Καστοριά βρίσκεται τα τελευταία χρόνια, αντιμέτωπη με μια από τις πιο αφόρητες περιπέτειες της σύγχρονης ιστορίας της. Μια πόλη στην οποία η διαφθορά, η ιδιοτέλεια και ατομικισμός συνδυάστηκαν και εξελίχθηκαν μέχρι τώρα κυρίως στο ημίφως (με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τις πολιτικές διαπλοκές, τις σκανδαλώδεις ρυθμίσεις μερικών γουνεμπορικών δανείων και κάποιες επενδύσεις), αφού δεν διαθέτει τους μηχανισμούς και τους φορείς διαλόγου και επανόρθωσης, ήταν περίπου φυσικό να έλθει τώρα αντιμέτωπη ακόμη και με οριακά, αλλά και φαιδρά, φαινόμενα δημόσιου περίγελου Ή κατά το επισημότερο με φαινόμενα «αντάρτικου πόλεων».

Με αφορμή την στέγαση της Αρχιτεκτονικής Σχολής σχηματίσθηκε μια φράξια, μια παρωδία «σέχτας», στην οποία οι γονείς και οι μαθητές απλώς υποκινούνται, που αντιμάχεται υπόγεια το συμφέρον της Καστοριάς και δημιουργεί συνεχώς προσκόμματα. Στρατευμένη στην υπηρεσία, ή ακόμη χειρότερα στην δούλεψη μιας μικρής ομάδας υπολειμμάτων της δημοσιοϋπαλληλικής αντίληψης της δεκαετίας του 1980 σε στυλ Τσαουσέσκου, («δεν φεύγω, δεν φεύγω, εδώ θα μείνω»), της αντίληψης των κεκτημένων και των θώκων, θυμίζει σε αδρές γραμμές αυτά που συνέβαιναν εδώ και πολλά χρόνια στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Στην οποία, η συζήτηση για την ιδιωτικοποίησή της ξεκίνησαν πριν 20 χρόνια, όταν η επιχείρηση βρισκόταν ακόμη σε επαρκώς καλή κατάσταση.

Κι΄ όμως εξ αιτίας των αντιδράσεων, των εκβιασμών, των διλημμάτων, των απειλών όσων θα θίγονταν από το ξεβόλεμα, έφθασε σήμερα η μεγάλη αυτή εταιρεία του κάποτε, να ικετεύει να την αγοράσουν. Να παρακαλεί να ξεπουληθεί όσο-κι’ όσο. Η ειρωνεία είναι ότι τα συνδικάτα που αερομαχούσαν για την ελληνοπρέπεια και την εθνική υπερηφάνεια της Ολυμπιακής και τα εθνικά χρώματα και τα σύμβολα (σαν κι’ αυτά που επικαλούνται οι γυμνασιομάχοι της Καστοριάς) σιγοντάρουν τώρα τις προσπάθειες γενικής εκποιήσεως, καθ’ ότι αντιλαμβάνονται ότι το σκάφος θα καταποντισθεί αύτανδρο.

Κάπως έτσι «αθώα», με ιδανικά ξεκίνησε η υπόθεση της Αρχιτεκτονικής Σχολής το 2003. Και σήμερα, 6 χρόνια αργότερα, σε Κοζάνη και Φλώρινα λειτουργούν τα Πανεπιστημιακά Τμήματα, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο στην Καστοριά. Στην οποία, κάπου-κάπου δίνεται η εντύπωση ότι κοντεύει στο νήμα, και ότι σύντομα η Σχολή θα αρχίσει επιτέλους την λειτουργία της στο κτήριο του 1ου Γυμνασίου (το μοναδικό που κρίθηκε και είναι κατάλληλο για την έδρα).

Κι’ όμως, σταθερά στην πιο κατάλληλη-«ακατάλληλη» στιγμή, αποκαλύπτεται εντελώς συμπτωματικά ότι δημιουργούνται διαρκώς νέα εμπόδια, και πως παράγοντες του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, όπως ο (καταγόμενος από τα Ιωάννινα) πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής στην Κοζάνη κ. Χρήστος Μασσαλάς, βρίσκονται αντιμέτωποι απέναντι σε δήθεν ζοφερά διλήμματα και φαιδρές απειλές της ολιγάριθμης φράξιας γονέων και καθηγητών του 1ου Γυμνασίου, αλλά και ανώνυμων επιστολών, προσώπων που απειλούν να κάνουν το Γυμνάσιο Αρκάδι, αν έλθουν οι βάρβαροι. (Υπενθυμίζεται ότι «Βαρβάρους» είχε χαρακτηρίσει -«μεταφορικά» προφανώς- τους πανεπιστημιακούς και τους φοιτητές προηγούμενος διευθυντής του σχολείου, ενώ «πιθανούς εμπρηστές» της Κουμπελίδικης (…) και εν δυνάμει τρομοκράτες του αύριο, δημοτική σύμβουλος της Καστοριάς, που πρώτα και πάνω απ’ όλα δήλωσε ότι είναι εκπαιδευτικός. Η Μασσαλιώτις μπορεί να περιμένει).

Ανεξάρτητα από τα locals, αυτό που άρχισε να προκαλεί μεγάλη εντύπωση, αλλά και αρνητικό αντίκτυπο, είναι η υπερβολική ευαισθησία που δείχνουν σε κάθε ανώνυμο γράμμα, σε κάθε απειλή κατάληψης, ή άλλης αυτοδικίας, εκεί, στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, αλλά και παράγοντες του υπουργείου Παιδείας. Κάθε φορά που ο νομάρχης Καστοριάς μεταβαίνει στην Αθήνα και προσπαθεί να τελειώσει τις εκκρεμότητες με την υπόθεση, του βγάζουν από τα συρτάρια 1-2 ανώνυμες επιστολές, γονέων ή των παίδων, ή των καθηγητών που εκτοξεύουν απειλές, αριστερά και δεξιά. Κυρίως δεξιά βεβαίως. Και αμέσως εξάπτονται από την υπερευαισθησία τους οι αρμόδιοι.

Την ίδια στιγμή, σύσσωμη η κοινή γνώμη της Καστοριάς, όπως εκφράζεται και μέσα από ψηφίσματα που πυκνώνουν τις τελευταίες ημέρες, ουσιαστικά απαιτούν από τον αρμόδιο υφυπουργό και το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, να σταματήσουν να χρονοτριβούν. Διότι δε είναι νοητό ολόκληρο κράτος να υποκύπτει δειλά σαν αγύμναστος νεοδιόριστος υπάλληλος, μπροστά στις γραφικές απειλές ανωνύμων, για δήθεν καταλήψεις και μακελειό και σε μεμονωμένους εκβιασμούς. Πόσο πιο ευαίσθητος από τον μέσο όρο, απέναντι στις ανησυχίες των μαθητών και των γονέων των μαθητών μπορεί να είναι ο πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και ο κάθε υπηρεσιακός ή πολιτικός παράγοντας του υπουργείου; Και γιατί δεν υλοποιούν άμεσα, με αποφασιστικές κινήσεις και μέτρα τις αποφάσεις της κοινωνίας και της πολιτείας που έχουν πια περίπου καθολική αποδοχή; Αυτά είναι τα ερωτήματα που άρχισαν να διατυπώνονται ολοένα και πιο συχνά τις τελευταίες εβδομάδες.

Μήπως με την αδικαιολόγητη απραξία τους, παρεμβαίνουν ανεπίτρεπτα στην δημόσια ζωή μιας πόλης, καθορίζοντας αυθαίρετα και χωρίς καμμιά απολύτως αρμοδιότητα, τον χώρο των τοπικών κοινωνικών ζυμώσεων; Ποιος τους δίνει το δικαίωμα να μην εκτελούν άμεσα αυτό που έπραξαν σε γειτονικές πόλεις, σαν την Φλώρινα και την Κοζάνη; Ή μήπως, αυτό που μουρμουρίζεται, ότι δηλαδή η καθυστέρηση για την οποία ευθύνεται η έλλειψη αποφασιστικής πυγμής της Καστοριάς, ευνοεί άλλες πόλεις, όπως τα Ιωάννινα, πόλη καταγωγής του κ. Μασσαλά παρεμπιπτόντως, δεν είναι ακριβώς τυχαίο;

Μήπως και το γεγονός ότι ο κ. Φίλιππος Πετσάλνικος τάχθηκε πια απερίφραστα απέναντι στο καθολικό αίτημα της Καστοριάς, δεν είναι ούτε κι’ αυτό συμπτωματικό; Μήπως, η φήμη ότι στις επιδιώξεις κάποιων δεν έπαψε να είναι η λειτουργία της Σχολής σε ξενοδοχειακό γιαπί μακριά από την πόλη έχει κάποια σχέση, και για τον λόγο αυτό χρησιμοποιούν αχυρανθρώπους μεταξύ των γονέων και κηδεμόνων; Μήπως δεν είναι 2-3 γονείς και καθηγητές, αλλά κάποιοι άλλοι ηθικοί αυτουργοί, σκηνοθέτες και συντονιστές;

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 26.2.2009

22/3/09

Πριν από 25 χρόνια - 1983

Κάποια βροχερή μέρα στη Θεσσαλονίκη.
Κοντά στο άγαλμα του Μεγαλέξανδρου μια συνάντηση με αυτόν τον γηραιό ποδηλάτη.
Σε μια από τις φωτογραφίες η αντανάκλαση του αγάλματος στην πρόσκαιρη λίμναση των νερών συμπίπτει-διαβολεμένα επακριβώς- μ΄ αυτήν του περαστικού.
Και ιδού το αποτέλεσμα. Παρελθόν και παρόν σ΄ έναν ιδιαίτερο συμβολισμό προτού ακόμα ανάψει το ζήτημα «περί του ονόματος». (Και πολύ πριν ακόμα υπάρξει το photoshop να εξηγούμαστε).
Λίγα χρόνια μετά στο ίδιο σημείο υστερικά απέλπιδες προσπάθειες με θηριώδεις προβολείς και μεγαφωνικές εγκαταστάσεις, στεντόρειους λόγους και ογκώδεις λαϊκές συγκεντρώσεις για την μαζική εκτόνωση του θυμικού.
Η οδός της απωλείας είχε χαραχθεί…


Νώντας Τσίγκας
Θεσσαλονίκη, Χειμώνας 2008

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 26.2.2009

ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΝΟΥ: Έχεις ένα τσιγάρο;

Σπάνια έχω τσιγάρα μαζί μου. Όταν έχω του δίνω. Αν όχι, μπορεί να του δώσω λίγα χρήματα. Φεύγει πάντα χωρίς να πει ευχαριστώ. Το θεωρεί φυσικό. Χρειάστηκε, ζήτησε, πήρε. Στο δικό του μυαλό όλα είναι ξεκάθαρα. Κάποιος άλλος έχει αυτό που του χρειάζεται και μία απλή ερώτηση του είναι αρκετή. Ο “τρελλούτσικος”, ο “χαζούλης”, ο “πειραγμένος” περιστασιακός συνοδοιπόρος μου, δεν ασχολείται μαζί μου περισσότερο απ' αυτό. Το θέμα εδώ βέβαια είναι το πόσο ασχολούμαι εγώ μαζί του.

Αφού ξεπεράσω την αρχική αμηχανία που μου δημιουργεί η αδιαφορία του για τους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς, κανόνες που εγώ εξ' απαλών ονύχων έμαθα σχολαστικά ν' ακολουθώ, πρέπει ν' απαλλαγώ από εκείνο το αλλόκοτο συναίσθημα ανακούφισης που με διακατέχει επειδή εγώ δεν είμαι σαν και αυτόν. Αυτός, σκέφτομαι, θα μπορούσε να' ναι κι' ένας άλλος ορισμός του οίκτου. Αρχίζει να μ' ενοχλεί έντονα η διαπίστωση αυτή, γι' αυτό και καταφεύγω άμεσα στις παλιές καλές μου φίλες που με βοηθούν πάντα να αισθανθώ καλύτερα με τον εαυτό μου. Οι θρησκευτικές λοιπόν μου αγκυλώσεις σπεύδουν να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους και προσπαθούν να με πείσουν ότι έκανα το χρέος μου ως φιλάνθρωπος. Μοιάζει τόσο πειστικό το επιχείρημα τους ότι προσπάθησα αλλά “δεν μπορώ να τον σώσω κιόλας...”.Με πείθουν για μία ακόμη φορά και σβήνουν γρήγορα, γρήγορα τα ίχνη και αυτής της περιττής συνειδησιακής μου κρίσης. Εξάλλου δεν ευθύνομαι εγώ για ότι του συμβαίνει. Άλλωστε εγώ έχω τα δικά μου προβλήματα.

Έχω τα δικά μου προβλήματα τα οποία κακώς με βρήκαν. Προβλήματα που δεν άξιζαν σε κάποιον σαν εμένα. Προβλήματα εξαιρετικά δύσκολα, που η λύση τους δεν βρίσκεται στο χέρι μου. Προβλήματα για τα οποία απαιτώ την κατανόηση και τις ενέργειες των άλλων. Προβλήματα σημαντικότερα βέβαια των άλλων.

Των άλλων... Εκείνων που δεν με ακούν, ή όταν ακούν δεν με καταλαβαίνουν, εκείνων που με προσπερνούν, με παρακάμπτουν, με αδικούν, με απομονώνουν. Εκείνων που δεν οικειοποιούνται το πρόβλημά μου. Εκείνων που ιδιωτεύουν και ευθύνονται για την δική μου αντίστοιχη στάση. Εκείνων που κλεισμένοι στο καβούκι τους αδιαφορούν για μένα. Όλων εκείνων που είμαι σίγουρος ότι θα μου έλεγαν όχι αν τους ζητούσα να με βοηθήσουν. Όλων εκείνων των μικρών μου εαυτών που αναγνωρίζω κάθε μέρα στα πρόσωπα των συνανθρώπων μου.

Εγώ δεν είμαι σαν τον “αρπαγμένο” γείτονά μου. Ούτε βέβαια θα καταντήσω ποτέ σαν αυτόν. Εγώ έχω άμυνες. Εγώ είμαι καταρχάς κανονικός. Είμαι λογικός. Είμαι πάντα υποψιασμένος. Δεν θα θέσω αλλά ούτε και θ' απαντήσω ευθέως σε ένα απλό ερώτημα, γιατί απλά δεν πιστεύω ότι υπάρχουν τέτοια. Δεν θα εκτεθώ στο σχόλιο και την κακεντρέχεια των άλλων κοινοποιώντας το πρόβλημά μου. Πιστεύω σθεναρά ότι κανείς δεν θα με καταλάβει.
Γι' αυτό λοιπόν δεν θα βοηθήσω κανέναν που δεν μπορεί να μου το ανταποδώσει. Αυτή η στάση θα με βοηθήσει να επιβιώσω διατηρώντας παράλληλα και την αξιοπρέπειά μου. Για τους άλλους, δεν μπορώ να κάνω κάτι. Ας βρουν εκείνοι τη λύση. Το 'παμε. Δεν ευθύνομαι εγώ.

Μ' αυτά και με τ' άλλα το ξανάπαθα. Αφαιρέθηκα και έχασα τη στροφή για τη δουλειά. Τώρα κάνω πάλι έναν κύκλο περιττό καθώς ξαναγύρισα κοντά στο σπίτι. Τώρα που το παρατηρώ, διαπιστώνω ότι παλιότερα δεν μου συνέβαινε κάτι τέτοιο. Δεν έκανα κύκλους εννοώ. Ίσως βέβαια γι' αυτό να ευθύνεται και η τότε απειρία μου. Τώρα έχω δει πολλά. Τώρα έχω πολλά να συνυπολογίσω. Τώρα ξέρω πολλά.. Τώρα μπορώ να κρίνω με ασφάλεια. Αυτή είναι μία καλή και επαρκής εξήγηση για τους κύκλους. Σταματώ.

“Δές τον”, σκέφτομαι. Εγώ άργησα, ενώ αυτός είμαι σίγουρος ότι έφτασε εκεί που' θελε να πάει. Από αύριο δεν θα του ξαναδώσω τσιγάρο. Ούτε χρήματα. Μπορεί ν' αλλάξω και διαδρομή για τη δουλειά. Η ενέργεια μου είναι πολύτιμη για να τη σπαταλώ εκεί που δεν υπάρχει ελπίδα. Τα 'χω ξεκαθαρίσει όλα πλέον μέσα μου. Έχω όλες τις απαντήσεις γύρω απ' το θέμα του αλαφροΐσκιωτου. Όλες εκτός από δύο.Πού στην ευχή πάει κάθε μέρα και γιατί τον άτιμο δεν τον πειράζει όταν του λέω όχι;



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 26.2.2009

20/3/09

Απ' ευθείας από την ΜΕΤ

To Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο Ηπείρου στα Ιωάννινα, θα μεταδώσει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, απ’ ευθείας από την Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης την Sonnambula του Bellini με την Natalie Dessay και τον Juan Diego Flórez.

H απ’ ευθείας μετάδοση μέσω δορυφόρου σε υψηλή ανάλυση High-Definition (HD) και στερεοφωνικό ήχο (Dolby Surround) των περίφημων παραστάσεων της ΜΕΤ, πραγματοποιούνται από τον Δεκέμβριο 2006 σε κινηματογραφικές αίθουσες σε όλο τον κόσμο (περισσότερους από 935.000 τηλεθεατές), και για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στα Ιωάννινα, το Σάββατο 21 Μαρτίου, στις 19:00, στην Διονυσίου Φιλοσόφου & Γλυκήδων, Κάστρο, Ιωάννινα.

Τιμή εισιτηρίου: € 10.
Πληροφορίες τηλ: 2651034469, fax: 2651030967.
email: archprio@otenet.gr



ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ της έκθεσης της Μερόπης Σωτηροπούλου Μάγγελ θα πραγματοποιηθούν την Δευτέρα 23 Μαρτίου στις 20:00, στον 7ο όροφο του Artower Agora, στην Αρμοδίου 10, Βαρβάκειος πλατεία, στην Αθήνα.

Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 2 Απριλίου. Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα, Τρίτη, Σάββατο: 12:00-16:00, Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή: 15:00-20:00. Κλειστά Τετάρτη

.

ΕΥΘΥΜΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ ΚΟΥΝΤΟΥΡΑ: Η χώρα του Ποτέ – Ποτέ

Κάθε φορά που είναι να μιλήσω για εικαστικά έργα δυσκολεύομαι και διστάζω, γιατί ξέρω ότι πρόκειται για ατελή μετάφραση ενός κώδικα επικοινωνίας – οπτικού σ’ έναν άλλο κώδικα επικοινωνίας – ακουστικό. Δηλαδή δια του λόγου, με τους συντακτικούς κανόνες των λέξεων πρέπει να αναφέρομαι σε εικόνες που έχουν δημιουργηθεί από χρώματα και σχήματα. Μια όμως και βρίσκομαι εδώ, θα ξεπεράσω αυτόν τον δισταγμό και στο δώρο των εικόνων της Μερόπης Σωτηροπούλου θα απαντήσω με το αντίδωρο του λόγου.Τα έργα της θα τα προσεγγίσω προσπαθώντας να απαντήσω σε τρία ερωτήματα:Τι; Γιατί; Πώς;

Τα έργα της Μερόπης δεν είναι πλέον μόνον πίνακες ζωγραφικής, αλλά καταλαμβάνουν και την τρίτη διάσταση, του χώρου, ενώ, εννοιολογικά, κινούνται και στην τέταρτη διάσταση, του χρόνου. Η ζωγράφος δεν αντλεί τα θέματά της από την πραγματικότητα που μας περιβάλλει ούτε τοπικά ούτε χρονικά, αλλά από τον άϋλο και άχρονο κόσμο της φαντασίας που τρέφεται από μνήμες και ορθώνεται ενάντια στη λήθη – κύριο στοιχείο της ιστορικότητας του ανθρώπου.

Η χαμένη αθωότητα» της προηγούμενης σειράς «Μεταμορφώσεις», αποτελεί τη μετάβαση στην καινούρια ενότητα.Κυριαρχούν τα βιώματα της παιδικής ηλικίας, η χαρά και ο θαυμαστός κόσμος του ονείρου, πασπαλισμένος με χρυσόσκονη, αλλά και ένα διαφορετικό χαρακτήρα με τις μάσκες και τους σκελετούς που παραπέμπουν στο έργο του Ένσορ.

Σημείο αναφοράς η γενέθλια πόλη, τα μνημεία και οι εκδηλώσεις της, μια πόλη εξιδανικευμένη και ωραιοποιημένη, όπως δεν υπάρχει πια, τα αντικείμενα της όμως σηματοδοτούν την εποχή της ξενοιασιάς και της ονειροφαντασίας.Οι γιορτές, τα διάφορα συμβάντα και τα παιχνίδια, η αυτοαναφορικότητα της ομορφιάς του αντικειμένου φετίχ για τα κορίτσια – της κούκλας και η πρόκληση για φυγή σ’ έναν παραμυθένιο τόπο, μέσα από τα παιδικά βιβλία, με τον λόγο και την εικόνα τους, συνιστούν τα πρωταρχικά στοιχεία των έργων της ζωγράφου.
ιατί όλα αυτά; Για τη Μερόπη όλα αυτά είναι η ζωή, η διάσωσή τους μέσα από τις εικόνες τρόπος ζωής και έτσι η τέχνη της έχει χρηστικό χαρακτήρα. Συντηρεί τη μνήμη, αλλά δια μέσου της τέχνης ξορκίζει το κακό, καταργεί τον χρόνο, παίζει με το θάνατο και συνεχίζει να ζει και να δημιουργεί, απευθυνόμενη στους συμπατριώτες της αλλά και σε κάθε ευαίσθητο δέκτη.

Στα έργα της, κυριολεκτικά και μεταφορικά, το όνειρο μπλέκεται με την πραγματικότητα, το υλικό αντικείμενο συνυπάρχει σουρεαλιστικά με το φανταστικό, οι αναμνήσεις ή οι μεταπλάσεις – μεταμορφώσεις τους φυλακίζονται σε αληθινά κλουβιά. Το φανταστικό και το πραγματικό συνυφαίνονται ισότιμα και μας προσφέρουν τη μαγεία της ζωής, αγνοώντας έστω και πρόσκαιρα τη φθορά του χρόνου και, περιπαίζοντας την απειλή του θανάτου, εξακολουθούμε να απολαμβάνουμε τη ζωή.Εδώ έχουμε μια μεταφορά της παροιμιώδους φράσης του Σαίξπηρ ότι είμαστε φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα, εύθραυστοι, εφήμεροι, ονειροπόλοι αλλά επίμονοι.

Η τέχνης της Μερόπης Σωτηροπούλου, αυθόρμητη και προσωπική, ανακαλεί το εσωτερικό της όραμα και προσκαλεί τον θεατή σ’ ένα φανταστικό ταξίδι στην χώρα του Ποτέ-Ποτέ που αν την αναζητήσουμε θα την βρούμε κρυμμένη στην καρδιά μας και στο μυαλό μας.Θα πάψει να υπάρχει μόνον όταν δεν θα υπάρχουν πια μνήμες και συναισθήματα, αγάπη, πόνος – τα χρώματα και το παιχνίδι της ζωής και του θανάτου, δηλ. ποτέ!Η χώρα του Ποτέ – Ποτέ θα υπάρχει πάντα και θα μας περιμένει να την αναζητήσουμε.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 26.2.2009

ΟΔΟΣ: Βιβλίο

ΣΕ ΜΙΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ, μεστή και επιτυχημένη εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε το π. Σάββατο στην αίθουσα του Επιμελητηρίου Καστοριάς, παρουσία ακροατών με πραγματικό ενδιαφέρον, που δημιούργησαν ιδανικό για κάτι αντίστοιχο περιβάλλον, παρουσιάστηκε στο αναγνωστικό κοινό του βιβλίο του κ. Περδίκκα Παπακώστα «Η ζωή με λόγια».
Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ αποτέλεσε για την Καστοριά μια από τις ολοένα και πιο σπάνιες πλέον ευκαιρίες συνάντησης ανθρώπων με αναμνήσεις, ιστορική γνώση και διαμορφωμένες αλλά και κατασταλλαγμένες απόψεις γύρω από γεγονότα και ιστορικές περιόδους, που αποδείχθηκαν καθοριστικές για τις μετέπειτα εξελίξεις στην δημοκρατία και την πολιτική γενικότερα, αλλά και στην κοινωνική αναδιάρθρωση.
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ προλόγισαν οι κ.κ. Λάζαρος Μπούτης, Αιμίλιος Μπούσιος, Αθανάσιος Μπατσόπουλος και Ρ.Αλβανός.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 26.2.2009