30/4/10

Orders From The Dead

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΛΥΚΟΓΙΑΝΝΗ: Γενική εικόνα της ελληνικής οικονομίας 19ος - 20ος αιώνας

Την εποχή της Ανεξαρτησίας, η Ελλάδα διέθετε μία υπανάπτυκτη αγροτική οικονομία με μικρή παρουσία στο μεταποιητικό τομέα. Αν και οι Έλληνες έμποροι είχαν παγιώσει επί μακρόν μία κυρίαρχη θέση στο περιφερειακό εμπόριο στη Βαλκανική χερσόνησο και στην Ανατολική Μεσόγειο, ελάχιστοι είχαν επιλέξει ως τόπο διαμονής τους το νεογέννητο κράτος. Ακόμη και εκείνοι που διέμεναν στην Ελλάδα σπάνια επανεπένδυαν σε άλλους παραγωγικούς τομείς τα κέρδη που αποκόμιζαν1. Η γεωργία παρέμεινε η ‘ατμομηχανή’ της ελληνικής οικονομίας για πολύ καιρό μετά την έλευση του 20ου αιώνα. Πριν από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, τα κύρια γεωργικά προϊόντα ήταν το λάδι, τα εσπεριδοειδή και η σταφίδα. Με την αξιοποίηση των γόνιμων κάμπων του βορρά, η Ελλάδα κέρδισε σημαντικές εκτάσεις κατάλληλες για την καλλιέργεια σιταριού και καπνού. Ωστόσο, ο πρωτογενής τομέας δεν ξέφυγε ποτέ από ένα περιορισμένο φάσμα καλλιεργειών. Τα αγροτικά νοικοκυριά στηρίζονταν αποκλειστικά στις παραδοσιακές μεθόδους και σπάνια εξασφάλιζαν εισοδήματα πάνω από τα όρια της πενίας. Το κλίμα και η μορφολογία του εδάφους εν μέρει θεωρήθηκαν υπεύθυνα για την κατάσταση αυτή. Το μεγαλύτερο ποσοστό του εδάφους ήταν άγονο, με την καλλιεργήσιμη γη να αποτελεί είδος σε διαρκή ζήτηση. Το 1929, καλλιεργούνταν μόνο το 18% της συνολικής έκτασης της χώρας2. Επιπλέον, το μικρό μέγεθος του κλήρου έθετε εμπόδια σε κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού. Παρά τον υψηλό βαθμό αστικοποίησης, οι δυσκολίες στις μεταφορές δυσχέραιναν σημαντικά την πρόσβαση των αγροτών στις αγορές των πόλεων, ενώ οι έμποροι έβρισκαν ευκολότερο να συναλλάσσονται με άλλες παράκτιες περιοχές παρά με την ενδοχώρα. Επιπροσθέτως, τα υψηλά επιτόκια αποθάρρυναν τις επενδύσεις3.

Μολαταύτα, οι Έλληνες αγρότες αξιοποίησαν μία σειρά ευκαιριών. Η πρώτη προέκυψε από την αύξηση της ευρωπαϊκής ζήτησης για σταφίδα κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Ήδη από το 1821 εξάγονταν 6.000 τόνοι σταφίδας, κυρίως στη Βρετανία. Με το άνοιγμα νέων αγορών στη Γαλλία, την Ιταλία και την Κεντρική Ευρώπη, οι εξαγωγές έφτασαν τους 43.000 τόνους το 1861 και τους 81.000 τόνους το 1871. Η επιδημία φυλλοξήρας στα γαλλικά αμπέλια δημιούργησε μία πρόσθετη ευκαιρία, εκτινάζοντας τις τιμές σε νέα ύψη. Μεταξύ 1890-94, η μέση σοδειά της σταφίδας έφτασε τους 163.000 τόνους, από τους οποίους το 98% οδηγείτο στο εξωτερικό. Ωστόσο, τα κέρδη δεν επανεπενδύονταν στη βελτίωση των καλλιεργητικών συστημάτων αλλά στην επέκταση της καλλιεργούμενης, με σταφίδα, έκτασης. Το 1900, πάνω από το ένα τέταρτο της συνολικής καλλιεργούμενης γης αφορούσε στη σταφίδα, απασχολώντας το ένα τρίτο του ενεργού αγροτικού δυναμικού. Με τη βαθμιαία ανάκαμψη, όμως, της γαλλικής παραγωγής, οι διεθνείς τιμές επανήλθαν στα προηγούμενα επίπεδα και οι ετήσιες ελληνικές εξαγωγές μειώθηκαν κατά μέσο όρο 27% την περίοδο 1905-14. Παρά τη μείωση των κερδών τους, οι σταφιδοπαραγωγοί ήσαν απρόθυμοι να στραφούν σε άλλες καλλιέργειες με αποτέλεσμα η συνολική παραγωγή να μείνει σταθερή έως το Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για την αντιμετώπιση της περιορισμένης διεθνούς ζήτησης, η ελληνική κυβέρνηση παρενέβη αγοράζοντας την πλεονάζουσα σταφιδοπαραγωγή και ιδρύοντας στη συνέχεια τη Σταφιδική Τράπεζα με σκοπό τη διαχείριση των πλεονασμάτων. Παρότι οι τιμές ανέβηκαν στα ύψη κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, και η βρετανική ζήτηση αυξήθηκε κατακόρυφα μετά το 1918, η γενικότερη τάση ήταν πτωτική. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, η ελληνική κυβέρνηση ίδρυσε τον Αυτόνομο Σταφιδικό Οργανισμό (ΑΣΟ): αυτό συνέβαλε πρόσκαιρα στη σταθερότητα των τιμών, αλλά σύντομα ο οργανισμός αντιμετώπισε το φάσμα της χρεοκοπίας. Το sine qua non αίτημα μιας πιο διορατικής προσέγγισης στα προβλήματα της σταφιδοπαραγωγής δεν υλοποιηθήκε ποτέ4.

Με το τέλος της χρυσής εποχής της σταφίδας, μία νέα ευκαιρία εξαγωγών προέκυψε μετά το 1920. Ο καπνός υπήρξε επί μακρόν η κύρια καλλιέργεια των περιοχών που ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος μετά τους βαλκανικούς πολέμους. Οι έλληνες αγρότες ανταποκρίθηκαν στη συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση και η μέση σοδειά κατά την περίοδο 1923-26 ήταν διπλάσια από εκείνη των ετών 1919-22. Όπως και με τη σταφίδα, τα κέρδη επανεπενδύθηκαν στην αύξηση της καλλιεργούμενης, με καπνό, έκτασης. Το 1926, ο καπνός αποτελούσε σχεδόν το ένα πέμπτο της συνολικής γεωργικής παραγωγής, μολονότι κάλυπτε περίπου το ένα δέκατο της καλλιεργούμενης γης, και απέφερε το ήμισυ των συνολικών εισροών από τις εξαγωγές. Η υπερβολική εξάρτηση από τη γερμανική αγορά είχε αρνητικές συνέπειες από τη στιγμή που η ζήτηση άρχισε να φθίνει μετά το 1926. Ωστόσο, οι έλληνες αγρότες συνέχισαν να ενθαρρύνουν την καπνοπαραγωγή με την καλλιεργούμενη έκταση να διπλασιάζεται μεταξύ 1926-29, με αποτέλεσμα οι τιμές του καπνού να πέσουν έως και 45%. Αν και σε κάποιο βαθμό υπήρξε στροφή σε άλλες καλλιέργειες, η καπνοκαλλιέργεια, όπως και παλαιότερα η σταφιδοπαραγωγή, αντιμετώπιζε τις ίδιες μεγάλες δυσκολίες, διαιωνίζοντας τα δομικά προβλήματα της ελληνικής γεωργίας5.

Με δεδομένα τα προβλήματα και στα δύο βασικά εξαγώγιμα προϊόντα, έμφαση δόθηκε κυρίως στη παραγωγή δημητριακών. Η Ελλάδα ανέκαθεν εξαρτιόταν από τις εισαγωγές σιταριού, γεγονός που έγινε περισσότερο αισθητό και με τον πλέον οδυνηρό τρόπο κατά το συμμαχικό αποκλεισμό στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι έντονες εκκλήσεις για αύξηση της σιτοπαραγωγής είχαν ως αποτέλεσμα το 1927 την επιβολή δασμών και την υποχρέωση των αλευροποιών να απορροφούν τουλάχιστον κατά το ένα τέταρτο εγχώριο σιτάρι. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η κρατική παρέμβαση έγινε εντονότερη με την ίδρυση ενός νέου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος (ΑΤΕ) το 1929, τη δημιουργία αγροτικών πιστωτικών συνεταιρισμών καθώς και κρατικών οργανισμών, με στόχο την απορρόφηση των κυριότερων αγροτικών προϊόντων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προέκυψε κάποια βελτίωση. Μεταξύ 1933-37, ο μέσος όρος της καλλιεργούμενης έκτασης με σιτάρι αυξήθηκε κατά 43% σε σχέση με το αντίστοιχο ποσοστό των ετών 1928-32, ενώ η απόδοση ανά στρέμμα κατά 46%, εν μέρει λόγω της χρήσης νέων ποικιλιών. Η βαμβακοκαλλιέργεια αποτέλεσε επίσης κληρονομιά της κρατικά επιδοτούμενης στροφής προς την αυτάρκεια, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Μετά την επιβολή δασμολογικών φραγμών στις εισαγωγές ακατέργαστου βαμβακιού, οι βαμβακοκαλλιέργειες διπλασιάστηκαν κατά την περίοδο 1933-37 σε σχέση με την περίοδο 1928-32. Το 1937, η βαμβακοπαραγωγή ήταν πέντε φορές υψηλότερη από το μέσο όρο των ετών 1929-316.

Στα πρώτα της στάδια, η βιομηχανική ανάπτυξη στην Ελλάδα αντανακλούσε τη θέση της χώρας ως μιας οπισθοδρομικής αγροτικής οικονομίας με περιορισμένους φυσικούς πόρους. Ο μεταποιητικός τομέας λίγο ωφελήθηκε από την οικονομική ισχύ που είχαν αποκτήσει οι Έλληνες κεφαλαιούχοι της διασποράς κατά το 19ο αιώνα, ενώ η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ), το τραπεζικό μονοπώλιο της ελληνικής οικονομίας κατά το 19ο και 20ο αιώνα, δεν διαδραμάτισε ενεργό ρόλο καθώς οι εργασίες της περιορίζονταν σχεδόν αποκλειστικά σε βραχυπρόθεσμο δανεισμό του εμπορίου. Οι τράπεζες ουσιαστικά συναλλάσσονταν με ένα περιορισμένο αριθμό βιομηχανικών επιχειρήσεων7. Υπό αυτές τις συνθήκες η βιομηχανική ανάπτυξη ήταν αναπόφευκτα αργή. Η μεταποίηση παρέμεινε προσανατολισμένη σε παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής και οργάνωσης, και αφορούσε συνήθως μικρής κλίμακας επεξεργασία εγχώριων γεωργικών προϊόντων, όπως το αλεύρι, το ελαιόλαδο και τη σταφίδα. Στο μεταξύ, οι τεχνολογικές μεταβολές που συνέβαιναν σε άλλες χώρες είχαν σαρώσει πληθώρα βιομηχανικών κλάδων: η χειροτεχνική παραγωγή βαμβακονημάτων κατέρρευσε απέναντι στον αγγλικό ανταγωνισμό, ενώ η άλλοτε εύρωστη ναυπηγική βιομηχανία εισήλθε σε παρατεταμένη ύφεση με τη βαθμιαία αύξηση της χρήσης των ατμόπλοιων. Στα χρόνια πριν από το Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ξεκίνησε η πρώτη εισροή ξένων κεφαλαίων σε μεταλλευτικές επιχειρήσεις, μαζί με την ανάδυση μιας εγχώριας ομάδας βιομηχάνων που προωθούσαν τη μεγάλης κλίμακας παραγωγή ευρέος φάσματος αγαθών, όπως τα χημικά λιπάσματα, το τσιμέντο, το σαπούνι, τον οίνο και τα οινοπνευματώδη. Αν και οι ιδιοκτήτες τέτοιου τύπου επιχειρηματικών μονάδων εξελίχθηκαν σε μία ιδιαιτέρως ισχυρή ομάδα, οι μεγάλες σύγχρονες βιομηχανίες παρέμειναν η εξαίρεση σε μία οικονομία που κυριαρχούνταν από παραδοσιακούς τεχνίτες (μαστόρους)8.

Την εικοσιπενταετία που ακολούθησε μετά το 1914, η βιομηχανία εδραιώθηκε στην Ελλάδα, αν και γεωγραφικά ήταν συγκεντρωμένη στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αποδείχτηκε ωφέλιμος για εκείνους τους βιομηχάνους που προσάρμοσαν την παραγωγή στις ανάγκες της ζήτησης του πολέμου, κυρίως τους υφαντουργούς. Κατά τη δεκαετία του 1920 η μέση ετήσια ανάπτυξη στο μεταποιητικό τομέα άγγιζε το 6,8%. Αυτό υπήρξε αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Αφενός η Μικρασιατική Καταστροφή δημιούργησε μία τεράστια δεξαμενή φτηνού εργατικού δυναμικού. Αφετέρου οι μειώσεις στους φόρους και οι αυξήσεις στους εισαγωγικούς δασμούς το 1926 προσέφεραν επίσης ένα σημαντικό αναπτυξιακό κίνητρο, όπως και η απελευθέρωση των πιστώσεων της ΕΤΕ προς τη βιομηχανία. Η εργατική δύναμη στη βιομηχανία αυξήθηκε από 154.633 το 1920 σε 278.855 το 1930, αλλά όμως δεν ισοδυναμούσε με αντίστοιχη ανάπτυξη στις μεθόδους παραγωγής και οργάνωσης. Τη μεταποίηση συγκροτούσε ένας αριθμός ελαφρών βιομηχανιών οι οποίες προσανατολίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στην εσωτερική κατανάλωση, αποτέλεσμα της προστασίας που παρείχε το κράτος, και λίγες μεγάλες επιχειρήσεις που συνυπήρχαν με ένα πλήθος μικρών μονάδων. Το 1930, επιχειρήσεις με προσωπικό κάτω από πέντε άτομα απασχολούσαν το 42% του συνολικού εργατικού δυναμικού, ενώ επιχειρήσεις με πάνω από είκοσι πέντε άτομα το 39%. Σε κάθε περίπτωση, οι μικρές σε μέγεθος επιχειρήσεις συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη της βιομηχανίας, παρά τα μεγάλης κλίμακας νεοτερικά εγχειρήματα9.

Συγκεκριμένοι βιομηχανικοί κλάδοι συνέχισαν να ακμάζουν κατά τη δεκαετία του 1930, κυρίως ως συνέπεια της κυβερνητικής στροφής προς την αυτάρκεια. Η έμφαση στην υποκατάσταση των εισαγωγών, ενισχύθηκε από την επιβολή ποσοστώσεων και υψηλότερων δασμών σε ένα ευρύ φάσμα εμπορευμάτων, γεγονός που επέτρεψε στην εγχώρια βιομηχανία να επεκτείνει το μερίδιό της στην εσωτερική αγορά. Για πολλούς βιομηχάνους, πάντως, το γεγονός ότι απολάμβαναν ένα ουσιαστικό μονοπώλιο τους επέτρεπε να αποκομίζουν υψηλά κέρδη, χωρίς την ανάγκη για επανεπενδύσεις προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον ξένο ανταγωνισμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, πολλές βιομηχανίες (ιδιαιτέρως βαμβακιού, υφαντουργικές και χημικών) αποδείχτηκαν εξαιρετικά κερδοφόρες. Οι περιορισμοί στη χορήγηση ξένου συναλλάγματος για την εισαγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών, λειτούργησε ως πρόσθετο αντικίνητρο για την αντικατάσταση του βιομηχανικού εξοπλισμού. Έτσι, οι βιομήχανοι συνέχιζαν να αποκομίζουν σημαντικά κέρδη, διατηρώντας ένα όλο και πιο απαρχαιωμένο εξοπλισμό. Ειδική έρευνα του Ανώτατου Οικονομικού Συμβουλίου για τη βαμβακοβιομηχανία διαπίστωσε, το 1936, πως τουλάχιστον το ένα τρίτο των μηχανημάτων έπρεπε να αντικατασταθεί. Οι περιορισμοί άμβλυναν τον ανταγωνισμό, κάτι το οποίο ενθαρρυνόταν και από την ΕΤΕ, που ενεργά προωθούσε την εδραίωση ισχυρών επιχειρηματικών καρτέλ. Η συνεχής επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας προοιώνιζε δεινά για το μέλλον του βιομηχανικού τομέα σε περίπτωση κατάργησης των υψηλών δασμών και των ποσοστώσεων στις εισαγωγές10.

Στις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας εξακολουθούσαν να κρατούν τη γεωργία προσανατολισμένη στα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα, από τα οποία το ένα (σταφίδα) βρισκόταν σε παρακμή και το άλλο (καπνός) εξαρτιόταν υπερβολικά από τη γερμανική ζήτηση. Τα κέρδη από το σιτάρι αποτελούσαν τη μόνη θετική εξέλιξη καθώς, για πρώτη φορά, οι προσπάθειες των παραγωγών κατευθύνονταν έστω και εν μέρει στη βελτίωση της ποιότητας των καλλιεργειών παρά στην επέκταση της καλλιεργούμενης έκτασης. Ωστόσο, η γεωργία υστερούσε σε ανάπτυξη και τα ερεθίσματα που πρόσφερε στους άλλους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας ήταν μάλλον περιορισμένα. Εξάλλου, η βιομηχανία, παρά τη δυναμική που εμφάνισε κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, η οποία ήταν αποτέλεσμα της ύπαρξης φτηνού εργατικού δυναμικού και της προστασίας που παρείχε το κράτος, δεν σημείωνε αντίστοιχη βελτίωση στο πεδίο της παραγωγικότητας ή της τεχνολογίας.

Ο μόνος τομέας που απέκτησε δύναμη και ανταγωνιστικότητα διεθνώς ήταν η ναυτιλία. Ήδη από το 1838, ο ελληνικός εμπορικός στόλος μετρούσε πάνω από χίλια ιστιοφόρα πλοία. Το 1870, η καθαρή χωρητικότητα έφτανε τους 268.000 κόρους. Ακολούθησε μία περίοδος ύφεσης εξαιτίας της ανόδου της ατμοπλοΐας, με το στόλο να ανακάμπτει προς το τέλος του 19ου αιώνα, κυρίως χάριν της αγοράς μεταχειρισμένων σκαφών. Το 1902, η χωρητικότητα των ατμόπλοιων (181.000 κόροι) ξεπερνούσε αυτή των ιστιοφόρων (176.000 κόροι) για πρώτη φορά. Το 1914, ο στόλος είχε αυξηθεί στους 592.000 κόρους καθαράς χωρητικότητας (κκχ)11, ενώ τα ιστιοφόρα είχαν αρχίσει βαθμιαία να εκλείπουν. Αν και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου σημειώθηκαν σημαντικές απώλειες, ο ελληνικός εμπορικός στόλος γιγαντώθηκε κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, καθώς προέκυψαν τεράστια κέρδη από τους υψηλότερους ναύλους έως τα τέλη της δεκαετίας του 1920, φτάνοντας τους 1.900.000 κόρους ολικής χωρητικότητας (κοχ)12 το 1937, γεγονός που τον έφερε στην ένατη θέση παγκοσμίως, ενώ στις ναυλώσεις ξηρού φορτίου η χωρητικότητα υπολειπόταν μόνο έναντι της Βρετανίας13.

Το Μάρτιο του 1947, όταν ο πρόεδρος Truman ζήτησε από το Κογκρέσσο την έγκριση οικονομικής βοήθειας $400 εκ. προς την Ελλάδα και την Τουρκία (απάντηση στη διακρινόμενη τότε Σοβιετική απειλή), η εξαρθρωμένη ελληνική οικονομία ατένιζε ένα αβέβαιο μέλλον. Η πιο ενθαρρυντική εξέλιξη ήταν η ανάκαμψη της αγροτικής παραγωγής, ιδιαιτέρως των δημητριακών: το Δεκέμβριο του 1946 η παραγωγή σιταριού σχεδόν είχε ξεπεράσει το μέσο όρο των ετών 1935-38, ενώ τα δύο κύρια εξαγώγιμα προϊόντα, ο καπνός και η σταφίδα, είχαν καταγράψει χαμηλά ποσοστά, μόλις 51% και 28% αντιστοίχως της προπολεμικής περιόδου. Η βιομηχανία επίσης παρουσίαζε άνιση ανάκαμψη, αν όχι απογοητευτικές επιδόσεις, καθώς ο γενικός δείκτης ήταν στο 67% του προπολεμικού μεγέθους14. Το 1950 ο πρωτογενής τομέας, που συγκέντρωνε το 60% του εργατικού δυναμικού της χώρας, έναντι 14% στη μεταποίηση και 23% στις υπηρεσίες, αντιπροσώπευε το 28,5% του ΑΕΠ, ο δευτερογενής το 20,2% και ο τριτογενής το 51,3%15.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στο πλαίσιο της προσφερομένης μέσω του Σχεδίου Marshall βοηθείας, η οικονομική υποδομή είχε πλέον αποκατασταθεί, ενώ η παραγωγή και η κατανάλωση είχαν υπερβεί τα προπολεμικά επίπεδα παρά τις αντιξοότητες των πρώτων μεταπολεμικών ετών. Το Δεκέμβριο του 1953 η βιομηχανική παραγωγή υπερκέρασε κατά 67% το επίπεδο της προπολεμικής περιόδου. Σημαντική αύξηση σημείωσε και η μεταλλευτική παραγωγή, που πλέον αντιστοιχούσε στο 77% του 1939. Στο μεταξύ η γεωργική παραγωγή ξεπέρασε κατά 50% το μέσο όρο της περιόδου 1935-38. Με την επέκταση της μηχανικής καλλιέργειας, τη βελτίωση των καλλιεργητικών μεθόδων, τη χρησιμοποίηση σε μεγαλύτερη κλίμακα λιπασμάτων, νέων αποδοτικότερων σπόρων και αποτελεσματικότερων φαρμάκων, η καλλιεργούμενη έκταση όχι μόνο αυξήθηκε, αλλά και παρατηρήθηκε βελτίωση στο πεδίο της παραγωγικότητας, με αύξηση της στρεμματικής απόδοσης και της γεωργικής παραγωγής στις περισσότερες καλλιέργειες, κυρίως στο σιτάρι και σε νέα προϊόντα, όπως το ρύζι. Αντιθέτως, η ανασυγκρότηση στην κτηνοτροφία που παρουσίαζε και πριν από τον πόλεμο ανεπαρκή ανάπτυξη, ήταν σχετικά αργή. Τα επόμενα έτη ακόμη μεγαλύτερες εκτάσεις καλλιεργήθηκαν και υψηλότερες αποδόσεις επιτεύχθηκαν στις περισσότερες καλλιέργειες. Στην αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας του αγροτικού τομέα συνέβαλε όχι μόνο η εκμηχάνιση των καλλιεργειών και τα εγγειοβελτιωτικά έργα, αλλά και η αναδιάρθρωση του αγροτικού προϊόντος, με μεγάλες αυξήσεις στην παραγωγή δενδροκαλλιεργειών, εσπεριδοειδών και ζαχαροτεύτλων. Η συμμετοχή των παραδοσιακών καλλιεργειών, όπως του σιταριού και του καπνού, στο αγροτικό προϊόν περιορίστηκε16.

Σε γενικές γραμμές η στρατηγική της μεταπολεμικής ανάπτυξης βασίστηκε στην εκβιομηχάνιση και στην ενσωμάτωση της χώρας στη διεθνή αγορά, γεγονός το οποίο επικυρώθηκε με τη συμφωνία σύνδεσης με την ΕΟΚ το 1961, και την πλήρη ένταξη το 1981: σημείο καμπής υπήρξε η δραστική συναλλαγματική αναπροσαρμογή της δραχμής τον Απρίλιο του 1953, η σχετική φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος των εισαγωγών καθώς και η εφαρμογή μιας πολιτικής που ρύθμιζε ευνοϊκά τις ξένες άμεσες επενδύσεις και την εισροή ξένων κεφαλαίων γενικά.

Κατά τη δεκαετία του 1950 κινητήρια δύναμη της βιομηχανικής επέκτασης ήταν η εγχώρια αγορά, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης των βιομηχανικών επενδύσεων, του προϊόντος της μεταποίησης και του ΑΕΠ 18,3%, 7,6% και 5,6% αντιστοίχως17. Μολαταύτα, τα βασικά χαρακτηριστικά του βιομηχανικού και του αγροτικού τομέα ελάχιστα διέφεραν από εκείνα της προπολεμικής περιόδου: την παραδοσιακή κυριαρχία της μικρής ιδιοκτησίας στη γεωργία και το μεγάλο αριθμό μικρών μονάδων στη βιομηχανία συμπλήρωνε η υπερτροφική ανάπτυξη παρασιτικών δραστηριοτήτων, όπως η χρυσοφιλία και η κερδοσκοπική νοοτροπία, επακόλουθα των μακροχρόνιων πληθωριστικών πιέσεων και της δυσπιστίας προς το εθνικό νόμισμα. Αν και έγιναν κάποιες προσπάθειες να ενισχυθούν οι εντατικές καλλιέργειες, κυρίως όμως σε βάρος της αγρανάπαυσης, δεν σημειώθηκαν αξιόλογες ποιοτικές μεταβολές στην παραγωγική διάρθρωση του αγροτικού τομέα: σημαντικό τμήμα της αγροτικής παραγωγής αφορούσε σε ένα μικρό αριθμό προϊόντων, όπως ο καπνός, το λάδι, το βαμβάκι και η σταφίδα. Εξάλλου, αν εξαιρεθεί ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας, το 1960 πάνω από το 50% της συνολικής παραγωγής στη μεταποίηση αφορούσε στην κάλυψη βασικών αναγκών του πληθυσμού, δηλ. παραδοσιακούς μεταποιητικούς κλάδους όπως κλωστοϋφαντουργικά είδη, τρόφιμα, ποτά, οικοδομικά υλικά και είδη ιματισμού και υπόδησης18.

Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1950 η ελληνική οικονομία είχε ήδη εξαντλήσει το δυναμισμό της, με αποτέλεσμα την πτώση των εξαγωγών και τη μείωση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ, από 7,2% κατά μέσο όρο την περίοδο 1955-57 σε 3,7% το διάστημα 1958-60. Την εικοσαετία που ακολούθησε μετά το 1960 έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η Ελλάδα γνώρισε υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, τόσο στις επενδύσεις, όσο και στην παραγωγή και παραγωγικότητα, χαρακτηρίσθηκε δε από τη συνεχή αύξηση του ποσοστού συμμετοχής του βιομηχανικού τομέα στο ΑΕΠ. Κατά τη δεκαετία 1961-70 ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των επενδύσεων παρουσίασε διακύμανση από 2,4% στον κλάδο των τροφίμων έως 23,8% στα βασικά μέταλλα, με τη μεταποίηση να αγγίζει το 14%. Το 1970 η συμβολή των παραδοσιακών κλάδων της μεταποίησης στο ακαθάριστο προϊόν μειώθηκε σε 42,4% από 51,1% το 1960, ενώ τα χημικά, τα μέταλλα, η μεταλλουργία, οι ηλεκτρικές συσκευές, οι μηχανές και τα μεταφορικά μέσα αύξησαν το μερίδιό τους σε 36,6% από 28,5%. Σε αυτό, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν και οι άμεσες ξένες επενδύσεις, με τη δημιουργία μονάδων που διεύρυναν το φάσμα της βιομηχανικής παραγωγής και διευκόλυναν τη μεταφορά νέων τεχνολογιών. Αν και το ενδιαφέρον των ξένων επιχειρήσεων επικεντρώθηκε στους κλάδους των χημικών, των πετρελαιοειδών, των βασικών μετάλλων, των ηλεκτρικών ειδών και των μέσων μεταφοράς, κατά κύριο λόγο ήταν προσανατολισμένες προς την εγχώρια αγορά παρά προς τη διεθνή, όπου απέκτησαν κυρίαρχη θέση λόγω της τεχνολογικής και οργανωτικής τους ανωτερότητας19.

Τα χρόνια της δικτατορίας (1967-74) παρά την ανοδική τάση στο δευτερογενή τομέα έως και το 1973, με μέση ετήσια αύξηση του συνολικού προϊόντος 8,6% και ταχύτερο αυξητικό ρυθμό στη βασική μεταλλουργία και στη χημική βιομηχανία, οι υψηλοί ρυθμοί οφείλονταν κυρίως στη λειτουργία των μεγάλων μονάδων που είχαν δημιουργηθεί πριν από τη δικτατορία, όπως το Αλουμίνιο της Ελλάδος, η Λάρκο, οι βιομηχανίες λιπασμάτων και τα διυλιστήρια πετρελαίου. Το αγροτικό προϊόν αυξήθηκε με μέσο ρυθμό χαμηλότερο από το μέσο ρυθμό του ΑΕΠ (2,7% έναντι 6,4%): επιβράδυνση η οποία αντανακλούσε την έλλειψη ουσιώδους βελτίωσης στο μέγεθος του γεωργικού κλήρου και στη σύνθεση της παραγωγής. Ο κύριος όγκος του αγροτικού τομέα εξακολουθούσε να βασίζεται στα παραδοσιακά προϊόντα, όπως το σιτάρι, τον καπνό, το λάδι και τη σταφίδα, ενώ η χώρα συνέχισε να είναι ελλειμματική σε βασικά ζωοκομικά προϊόντα. Στον τριτογενή τομέα, το προϊόν αυξήθηκε με μέσο ρυθμό που δεν απείχε πολύ από το μέσο αυξητικό ρυθμό του συνολικού εθνικού προϊόντος και η συμμετοχή του στο ΑΕΠ άγγιζε το υψηλό ποσοστό του 50%. Αντιθέτως, συνεπεία της καθυστέρησης στη γεωργική ανάπτυξη και των υψηλών ρυθμών ανόδου στη βιομηχανία, η συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα στο εθνικό προϊόν μειώθηκε από 22,2% το 1966 σε 16,6% το 1974, ενώ του δευτερογενούς αυξήθηκε από 27,3% σε 31,5% αντιστοίχως20.

Μετά το 1973-74, ο δυναμισμός των προηγούμενων ετών υποχώρησε, με αποτέλεσμα σχετικά χαμηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης και βαθμιαία κάμψη της συμβολής του δευτερογενούς τομέα στο ΑΕΠ: ενώ το 1963-73 η μεταποίηση συμμετείχε με 25,8% στη μεγέθυνσή του, το ποσοστό αυτό έπεσε στο 14,7% το 1974-79 προς όφελος των υπηρεσιών που αύξησαν τη συμμετοχή τους στο 77,2% από 50,1%. Παράλληλα, η βαρύτητα των παραδοσιακών καταναλωτικών αγαθών και των μη μεταλλικών ορυκτών στο μεταποιητικό προϊόν αυξήθηκε σε 54,5% το 1979 από 50% το 1970, κάτι που διατηρήθηκε έως και τη δεκαετία του 1990. Όσον αφορά τις άμεσες ξένες επενδύσεις, τα χαρακτηριστικά της διακλαδικής κατανομής τους έδειξαν επίσης μία μετατόπιση του ενδιαφέροντος προς τους κλάδους των τροφίμων, των ποτών και της υφαντουργίας: ειδικότερα, στο σύνολο των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου στους τομείς των χημικών, των πλαστικών-ελαστικών, των βασικών μετάλλων και των ηλεκτρικών μηχανών οι άμεσες ξένες επενδύσεις το 1974-81 αντιπροσώπευαν ποσοστό 5,4%, 2,5%, 10,1% και 17,9% ενώ το 1963-73 32,3%, 13,8%, 24,9% και 22,5% αντιστοίχως21.

Η ανάπτυξη που επιτεύχθηκε έως και το 1973-74 βασίσθηκε κατά κύριο λόγο στη διεύρυνση της εγχώριας αγοράς, αποτέλεσμα της αύξησης του εισοδήματος και της μεγάλης εσωτερικής μετανάστευσης του πληθυσμού από την επαρχία στα αστικά κέντρα, και δευτερευόντως στην υποκατάσταση των εισαγωγών. Η συμβολή των εξαγωγών άρχισε να παίζει κάποιο ρόλο μετά το 1965, για να αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος περί τα μέσα της δεκαετίας του 197022. Το 1960 το 70% των εξαγωγών αποτελείτο από τα εξής αγροτικά προϊόντα: λάδι, ελιές, βαμβάκι, καπνός, φρούτα και σταφίδα. Τα επόμενα έτη οι εξαγωγές μεταποιητικών προϊόντων σημείωσαν άνοδο τόσο ως ποσοστό στο σύνολο των εξαγωγών από 14,9% το 1965 στο 40,7% το 1970, όσο και ως ποσοστό στο σύνολο του ακαθάριστου προϊόντος της μεταποίησης από 6,9% σε 19,6 % κατά την ίδια περίοδο. Το 1981 το 23,8% των συνολικών εξαγωγών αποτελούνταν από προϊόντα των κλάδων τροφίμων, ποτών και καπνού, το 6,1% από ορυκτά και μεταλλεύματα, το 2,7% από ακατέργαστες πρώτες ύλες, όπως βαμβάκι και δέρματα, το 32% από κλωστοϋφαντουργικά, τσιμέντο, γουναρικά και είδη από μέταλλο, ενώ μόλις το 8,4% από χημικά, πλαστικά και μεταλλουργικά είδη. Με τη σταδιακή κατάργηση κάθε μορφής προστατευτισμού στα χρόνια μετά την πλήρη ένταξη στην ΕΟΚ το 1981, ο ρυθμός μεταβολής των ελληνικών εξαγωγών επιβραδύνθηκε σημαντικά: κατά την περίοδο 1980-92 και 1987-92 ο μέσος ρυθμός αύξησης ήταν 4,8% και 3,2% αντιστοίχως, έναντι 11,2% κατά τη δεκαετία του 197023.

Το άνοιγμα της ελληνικής οικονομίας στις πιέσεις του εντεινόμενου ανταγωνισμού από τις βιομηχανικές χώρες της ΕΟΚ ή τρίτες χώρες, είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας και την εξάλειψη βασικών κλάδων της μεταποιητικής βιομηχανίας με υψηλό βαθμό έντασης εργασίας, ιδιαιτέρως κατά την περίοδο 1995-2003. Μάλιστα, παρά τις αυξημένες δυνατότητες χρηματοδότησης από την ΕΕ και τη στενότερη διασύνδεση της αγροτικής παραγωγής με την εγχώρια βιομηχανία και το εμπόριο, ο αγροτικός τομέας συρρικνώθηκε περαιτέρω. Αντιθέτως, η ναυτιλία και ο τουρισμός –τομείς παροχής διεθνώς εμπορεύσιμων υπηρεσιών στους οποίους η Ελλάδα αποτελεί μια καθαρά εξαγωγική χώρα– χαρακτηρίσθηκαν από μία δυναμική πορεία σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο, συμβάλλοντας σημαντικά στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, με ρυθμό ωστόσο που υπολειπόταν των αναπτυξιακών δυνατοτήτων τους.

Το ποσοστό συμμετοχής του γεωργικού τομέα στο ΑΕΠ μειώθηκε από 15,5% το 1980 στο 10,9% το 1990, στο 6,6% το 2000 και στο 3,5% το 2008 ενώ της μεταποιητικής βιομηχανίας από 15,6% το 1990 στο 11,1% το 2000, στο 9,9% το 2003 και στο 11% το 2008. Αντιθέτως, εκείνο του τριτογενούς τομέα ανήλθε στο 76,1% το 2008. Η πολύ μεγάλη πτώση του ποσοστού του αγροτικού τομέα στην εγχώρια παραγωγή συνοδεύτηκε από την εξίσου μεγάλη πτώση της απασχόλησης σε αυτόν, από 30,3% το 1980 στο 17% το 1988, στο 12,6% το 2004 και στο 11,3% το 2008. Ο αριθμός των απασχολουμένων στον αγροτικό τομέα υποχώρησε στους 496,7 χιλ. το 2008 ή το 11,2% της συνολικής απασχόλησης στη χώρα (4.539 χιλ. άτομα). Στη μεταποίηση κυμάνθηκε περίπου στα ίδια ποσοστά. Πιο συγκεκριμένα, ο αριθμός των απασχολουμένων σε επιχειρήσεις άνω των 10 ατόμων, παρουσίασε σταθερή υποχώρηση κατά την περίοδο 1995-2005, με συνέπεια τη μείωση της συμμετοχής τους στη συνολική απασχόληση από 6,7% το 1995 στο 4,6% το 200624.

Κατά τη δεκαετία του 2000, περίοδο υψηλής ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας και του παγκόσμιου εμπορίου, οι δεσμοί της ελληνικής ποντοπόρου ναυτιλίας με την εγχώρια ελληνική οικονομία ενισχύθηκαν περαιτέρω, με αποτέλεσμα την εντυπωσιακή αύξηση των καθαρών εισπράξεων από τη ναυτιλία στο εξωτερικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας στο 4,1% του ΑΕΠ το 2008, από 2,2% το 2002 και 3,1% το 2000. Έτσι, το 2008, η συμβολή του κλάδου των θαλάσσιων μεταφορών στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ως ποσοστό του ΑΕΠ ανήλθε στο 4,4%, από 2,0% το 2002. Το Φεβρουάριο του 2009, ο ελληνόκτητος στόλος κατείχε και πάλι την πρώτη θέση παγκοσμίως με 4.161 πλοία άνω των 1.000 κοχ, με συνολική χωρητικότητα 263,6 εκατ. dwt25 , αποτελούσε δε περίπου το 15,2% της παγκόσμιας χωρητικότητας. Ωστόσο, μόνο το ένα τέταρτο περίπου των πλοίων ελληνικής ιδιοκτησίας άνω των 1.000 κοχ έφεραν την ελληνική σημαία26. Ακόμη εμφανέστερη είναι η συμβολή του κλάδου του τουρισμού καθώς το 2008 το σύνολο της προστιθέμενης αξίας του, αποτελούσε το 16,3% του ΑΕΠ, ενώ οι άμεσα απασχολούμενοι στον τουριστικό τομέα και σε συναφείς δραστηριότητες το 19,8% της συνολικής απασχόλησης, μεγέθη ισοδύναμα όχι μόνο με εκείνα της Ισπανίας, αλλά και μεγαλύτερα από όλες τις άλλες μεγάλες χώρες στην ευρωζώνη. Τα συνολικά έσοδα της χώρας από τον εξωτερικό τουρισμό ήταν από τα υψηλότερα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, ανήλθαν δε στο 4,8% του ΑΕΠ το 200827.

Η ανάπτυξη της μεταποιητικής βιομηχανίας βασίζεται πλέον ολοένα και περισσότερο σε προϊόντα με σχετικά υψηλό μεταφορικό κόστος για την εισαγωγή τους (χημικά, προϊόντα πετρελαίου, προϊόντα από πλαστική και ελαστική ύλη, κ.ά.) και στην επεξεργασία των προϊόντων της γεωργικής παραγωγής –ιδιαιτέρως του κλάδου των τροφίμων– και των εγχωρίων πρώτων υλών (μη μεταλλικά ορυκτά, μεταλλουργίες, προϊόντα από μέταλλο, κ.ά.). Αντιθέτως, οι κλάδοι έντασης εργασίας με υψηλό βαθμό εμπορευσιμότητας στις ξένες αγορές, των οποίων η διεθνής ανταγωνιστικότητα προσδιορίζεται σε αυξημένο βαθμό από το εγχώριο κόστος εργασίας και το ύψος της φορολογικής επιβάρυνσης, τείνουν να υποχωρούν ή/και να εξαφανίζονται. Αν και οι επενδύσεις στη μεταποιητική βιομηχανία, ως ποσοστό των συνολικών επενδύσεων, παρουσίασαν σημαντική μείωση από το 23% το 1975 στο 9,4% το 1995 και στο 8,4% το 2005, η ανοδική πορεία τους στα τέλη της δεκαετίας του 1990 σε συνδυασμό με την ταχεία ανάπτυξη του ελληνικού χρηματιστηρίου, την είσοδο ενός μεγάλου αριθμού μεταναστών στη χώρα, την πτώση των επιτοκίων δανεισμού και την αυξανόμενη εγχώρια ζήτηση, συνέβαλε στην ανάκαμψη και αναδιάρθρωση της μεταποιητικής παραγωγής, στη δημιουργία νέων διεθνοποιημένων επιχειρήσεων με κατάλληλη οργανωτική δομή και διευρυμένο επιχειρηματικό ορίζοντα στην εγχώρια και στις ξένες αγορές, και στην εξάρτηση της μεταποίησης όλο και περισσότερο από τον τομέα των υπηρεσιών28.

Παρά τις εν γένει οργανωτικές αδυναμίες, τις μικρές σε έκταση – συνήθως οικογενειακές – γεωργικές εκμεταλλεύσεις29, την περιορισμένη κατά την περίοδο 2000-08 μέση ετήσια αύξηση (9%) των εξαγωγών σε σχέση με τους υψηλούς ρυθμούς αύξησης (16,9%) των εισαγωγών σε πολλά αγροτικά προϊόντα, ο αγροτικός τομέας εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας, στον οποίο η Ελλάδα κατέχει συγκριτικά πλεονεκτήματα και μεγάλες δυνατότητες για παραγωγή υψηλής ποιότητας προϊόντων. Ωστόσο, ακόμη και σήμερα, ο πληθυσμός της υπαίθρου δεν έχει αποκτήσει τις απαιτούμενες δεξιότητες, το μορφωτικό επίπεδο, την επαγγελματική κατάρτιση και την επιχειρηματική συμπεριφορά για να πρωταγωνιστήσει σε ανταγωνιστικές συνθήκες στην εγχώρια και στις ξένες αγορές. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι αγρότες συνέχισαν την καλλιέργεια παραδοσιακών προϊόντων, ανεξαρτήτως κόστους και συνθηκών ζήτησης, αποσκοπώντας κυρίως στη μεγιστοποίηση της παραγωγής και την απολαβή αυξημένων επιδοτήσεων και άλλων παροχών από την ΕΕ και το ελληνικό κράτος, που έως το 2005 προσδιορίζονταν ανά τόνο παραγωγής ή ανά στρέμμα. Η υιοθέτηση νέων καλλιεργειών ή/και μεθόδων παραγωγής με στόχο την ανταγωνιστική βιωσιμότητα του αγροτικού τομέα στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, ακόμη και μετά την αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) το 2006 και την αποδέσμευση των επιδοτήσεων από την παραγωγή, υστερεί κατά πολύ30.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Δείκτη Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας (WEF), μεταξύ των 133 εξεταζόμενων χωρών, κατά την περίοδο 2009-10 η Ελλάδα διολίσθησε στην 71η θέση της παγκόσμιας κατάταξης από την 67η που κατείχε το 2008 και την 39η το 2003. Δηλαδή, σε χειρότερη θέση από ότι η Μποτσουάνα, το Καζαχστάν και το Αζερμπαϊτζάν. Το φαινόμενο αυτό αποτυπώνει και η διεθνής κατάταξη της Επετηρίδας Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας (IMD), κατά την οποία το 2009 η Ελλάδα σημείωσε τη μεγαλύτερη πτώση μεταξύ των 57 χωρών που μελετώνται, καταλαμβάνοντας την 52η θέση από την 42η σε σχέση με το 2008. Eίναι ενδεικτικό ότι μεταξύ των 24 κρατών-μελών της ΕΕ (δεν περιλαμβάνονται η Κύπρος, η Μάλτα και η Λετονία) που εξετάζονται στην επετηρίδα, η Ελλάδα κατέλαβε την 23η θέση, ξεπερνώντας μόνο τη Ρουμανία. Επιδείνωση καταγράφεται και στην έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας για το επιχειρηματικό περιβάλλον το 2009 (Doing Business 2010), όπου από τις 183 οικονομίες του πλανήτη η Ελλάδα υποβιβάστηκε στην 109η θέση από την 100η που ήταν πριν από ένα χρόνο. Την Ελλάδα ξεπερνούν, στο σύνολό τους, οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης, αλλά και πολλές από τις γειτονικές μας αναπτυσσόμενες οικονομίες, ακόμη και πολλές αφρικανικές χώρες. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι το επιχειρηματικό περιβάλλον αξιολογείται ως λιγότερο φιλικό συγκριτικά και με χώρες όπως η Παπούα Νέα Γουϊνέα31.




1. Ι. Pepelasis Minoglou, «Political factors shaping the role of foreign finance: The case of Greece, 1832-1932’, στο J Harris – J. Hunter – C. M. Lewis (επιμ.), The New Institutional Economics and Third World Development. London: Routledge, 1995, σ. 252.
2. Το ποσοστό αυτό σε σύγκριση με σύγχρονες του περιπτώσεις ήταν 39% για τη Βουλγαρία, 49% για τη Ρουμανία και 63% για την Ουγγαρία. Royal Institute of International Affairs, South-Eastern Europe: A Political and Economic Survey. London: Oxford University Press, 1939, σ. 158.
3. L. S. Stavrianos, The Balkans since 1453. New York: Holt, Rinehart and Winston, 1958, σ. 296-98.
4. M. Mazower, Greece and the Inter-War Economic Crisis. Oxford: Clarendon Press, 1991α, σ. 81-86. Stavrianos, ό.π., 1958, σ. 298, 477-78. Α.F. Freris, The Greek Economy in the Twentieth Century, London: Croom Helm, 1986, σ. 23-24.
5. Mazower, ό.π., 1991α, σ. 86-88.
6. Στο ίδιο, σ. 88-91, 239, 243, 251, 253. «South-Eastern Europe...», ό.π., 1939, σ. 156, 159-60.
7. M. Dritsas, «Bank industry relations in inter-war Greece: The case of the National Bank of Greece», στο P. L. Cottrell – H. Lindgren – A. Teichova (επιμ.), European Industry and Banking between the Wars: A Review of Bank Industry Relations, Leicester: Leicester University Press, 1992, σ. 213-17. Μ. Mazower, «Banking and economic development in interwar Greece», στο H. James – H. Lindgren – A. Teichova (επιμ.), The Role of Banks in the Interwar Economy, Cambridge University Press, 1991β, σ. 206-31.
8. Mazower, ό.π., 1991α, σ. 53-55. Stavrianos, ό.π., 1958, σ. 298-99. G. Harlaftis, A History of Greek-Owned Shipping: The Making of an International Tramp Fleet, 1830 to the Present Day, London: Routledge, 1996, σ. 115-17.
9. Mazower, ό.π., 1991α, σ. 55-57, 91-95. Dritsas, ό.π., 1992, σ. 203-17. Mazower, ό.π., 1991β, σ. 206-31.
10.Mazower, ό.π., 1991α, σ. 210-24, 250-56. Dritsas, ό.π., 1992, σ. 203-17. Mazower, ό.π., 1991β, σ. 206-31.
11. Καθαρά χωρητικότητα (net register tonnage) είναι ο συνολικός όγκος σε κόρους που μένει αν από την ολική χωρητικότητα αφαιρεθεί ο όγκος ορισμένων χώρων του πλοίου που δεν προσφέρονται προς εκμετάλλευση (είτε μεταφοράς επιβατών, είτε φορτίου) π.χ. οι χώροι μηχανοστασίου, δεξαμενών και αποθηκών εφοδίων, χώροι ενδιαίτησης πληρώματος, γέφυρα κλπ. Ο κόρος (register ton) είναι μονάδα μέτρησης όγκου με την οποία γίνεται η μέτρηση της χωρητικότητας ενός πλοίου. Ένας κόρος αντιστοιχεί σε 100 κυβικά πόδια ή 2,83 κυβικά μέτρα. Βλ. Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.
12. Ολική χωρητικότητα (gross register tonnage) είναι ο συνολικός εσωτερικός όγκος όλων των μόνιμα σκεπαστών και κλειστών χώρων του πλοίου που βρίσκονται είτε κάτω από το ανώτατο κατάστρωμα είτε πάνω από αυτό, μετρούμενος σε κόρους. Στην ολική χωρητικότητα περιλαμβάνονται όλοι οι μονίμως κλειστοί χώροι που διατίθενται για φορτίο, εφόδια πλοίου και ενδιαίτηση πληρώματος/επιβατών. Βλ. Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.
13. Harlaftis, ό.π., 1996, σ. 108-109, 187-94, 365.
14. C.A. Coombs, Financial Policy in Greece during 1947-48. Ph.D., Harvard University, 1953, σ. 20-21.
15. Κ. Βαϊτσος – Τ. Γιαννίτσης, Τεχνολογικός Μετασχηματισμός και Οικονομική Ανάπτυξη: Ελληνική Εμπειρία και Διεθνείς Προοπτικές. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg, 1987, σ. 16.
16. ΤτΕ, Τα Πρώτα Πενήντα Χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928-1978. Αθήνα: Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), 1978, σ. 375-79.
17. Δ. Κυρκιλής, «Ανάπτυξη και κρίση στην ελληνική οικονομία: Η διεθνοποίηση της ελληνικής οικονομίας την μεταπολεμική περίοδο», στο Μελέτες προς Τιμήν του Καθηγητού Θεοδώρου Α. Σκούντζου, Πειραιάς: Πανεπιστήμιο Πειραιώς, 2005, τόμ. α΄, σ. 590.
18. Στο ίδιο, σ. 590. «Τα Πρώτα Πενήντα Χρόνια...», ό.π., 1978, σ. 379-85.
19. Κυρκιλής, ό.π., 2005, σ. 591, 615.
20. «Τα Πρώτα Πενήντα Χρόνια...», ό.π., 1978, σ. 625-29.
21. Κυρκιλής, ό.π., 2005, σ. 592-94, 615.
22. Βαϊτσος – Γιαννίτσης, ό.π., 1987, σ. 20-21. Α.Α. Κιντής, Ανάπτυξη της Ελληνικής Βιομηχανίας, Aθήνα: Gutenberg, 1983, σ. 50-55.
23. Κυρκιλής, ό.π., 2005, σ. 591-92, 598-600.
24. «Η Ελληνική μεταποίηση: Η αναδιάρθρωση και ανασυγκρότηση συνεχίζεται στην εποχή της παγκοσμιοποιήσεως», Οικονομικό Δελτίο (Alpha Bank), 109, 2009, σ. 24-44.
25. Η χωρητικότητα εκτοπίσματος (dead weight tonnage - dwt) υπολογίζεται σε τόνους «νεκρού βάρους». Η χωρητικότητα αυτή είναι διάφορη της καθαράς και ολικής αφού υπολογίζεται σε βάρος, δηλαδή σε τόνους των 2.240 λιβρών. Η χωρητικότητα εκτοπίσματος προσδιορίζει το μέγιστο συνολικό βάρος που μπορεί να μεταφέρει ασφαλώς το πλοίο σε φορτίο, εφόδια κ.ά. εφόσον διατηρεί το βύθισμα (γραμμή φόρτωσης) που προβλέπεται από τους ισχύοντες κανονισμούς. Από το συνολικό αυτό βάρος αν αφαιρεθεί το βάρος καυσίμων, εφοδίων (ύδατος, τροφίμων, κλπ) και έρματος προκύπτει το πραγματικό βάρος που μένει για το φορτίο δηλ. η πραγματική σε φορτίο μεταφορική ικανότητα του πλοίου, που ονομάζεται χωρητικότητα φορτίου (loading or carrying capacity). Βλ. Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.
26. «Εμπορική ναυτιλία: Το καλό σκαρί φουρτούνα δεν φοβάται!», Οικονομικό Δελτίο (Alpha Bank), 110, 2009, σ. 20, 24, 28-29, 32, 34.
27. «Τουρισμός: Μεγάλες δυνατότητες αναπτύξεως με αυτοδύναμη επιχειρηματικότητα», Οικονομικό Δελτίο (Alpha Bank), 110, 2009, σ. 3-5.
28. «Η Ελληνική μεταποίηση...», ό.π., 2009, σ. 24-44.
29. Είναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ το 1971 οι μεγάλες εκμεταλλεύσεις άνω των 100 στρεμμάτων αποτελούσαν το 25% της καλλιεργούμενης έκτασης, το 1991 προσέγγιζαν το 45%: αντιστοίχως οι εκμεταλλεύσεις άνω των 200 στρεμμάτων από 9% αυξήθηκαν σε 24%. Ωστόσο, το μέσο μέγεθος εκμετάλλευσης, αν και έφτασε στα 43 στρέμματα το 1991, παρέμεινε μικρό σε σχέση με τα 165 στρέμματα που ήταν στην ΕΕ. Α. Φραγκιάδης, Ελληνική Οικονομία 19ος-20ος Αιώνας: Από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης. Αθήνα: Εκδόσεις Νεφέλη, 2007, σ. 213.
30. «Ο αγροτικός τομέας στην Ελλάδα: Επιδοτήσεις και παροχές αντί για αξιοποίηση των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων», Οικονομικό Δελτίο (Alpha Bank), 109, 2009, σ. 6-7, 13.
31. «Μεγάλη βουτιά της Ελλάδας στην παγκόσμια κατάταξη για την ανταγωνιστικότητα», Η Καθημερινή, 19/5/2009. «Υποχώρησε το 2009 η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας», Η Καθημερινή, 9/9/2009. «Επιδεινώθηκε η θέση της χώρας στη δυνατότητα ίδρυσης εταιρείας», Η Ναυτεμπορική, 10/9/2009. «Επιδείνωση των συνθηκών για την επιχειρηματικότητα», Εξπρές, 10/9/2009

26/4/10

ΟΔΟΣ: Θαύμα

Στις 20 Απριλίου αναμένεται να δοθεί στην δημοσιότητα το πλήρες σχέδιο νόμου που γίνεται γνωστό με την ονομασία «Καλλικράτης» για την διοικητική αναδιάρθρωση της χώρας. Ο νόμος αυτός θα επιφέρει στην διοίκηση αλλά και στην ελληνική πραγματικότητα ριζικές μεταβολές (και ανατροπές) ακόμη πιο εκτεταμένες (και πιο ουσιαστικές) από τον νόμο «Καποδίστρια». Ίσως η σημαντικότερη συνέπεια θα είναι η αλλοίωση των τοπικισμών, που θα προέλθει από την κατάργηση των νομαρχιών, επομένως και των πρωτευουσών τους, και την σταδιακή δημιουργία περιφερειακής συνείδησης.

Αλλά και την επιστροφή έστω και αναγκαστικά παραλλαγμένων των γεωγραφικών τμημάτων της χώρας, που διοικητικά ήταν κάποτε γνωστά ως «επαρχίες» και ακόμη παλιότερα (κατά την διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας) ως «καζάδες». Αντίστοιχο ενδιαφέρον (άξιο ιστορικής μελέτης και ανάλυσης) που πρέπει να ερευνηθεί, παρουσιάζει το γεγονός ότι η νέα διοικητική διαίρεση της χώρας σε Περιφέρειες παραπέμπει (και σε μερικές περιπτώσεις τα επαναφέρει) στα τουρκικά «Βιλαέτια», ή ακόμη πιο παλιά στα βυζαντινά «Θέματα». Σε κάθε περίπτωση είναι προφανές ότι η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες της Ευρώπης ήδη έπραξαν, προετοιμάζεται διοικητικά για την μελλοντική ένταξή της σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση με δεσμούς ομοσπονδιακής φύσης, που για την λειτουργία τους προϋποθέτουν ευρύτερες διοικητικές περιφέρειες. Αυτό από μόνο του είναι κάτι το ιστορικό.

Το ίδιο σχέδιο νόμου το οποίο για την Καστοριά, εκτός από την κατάργηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης η οποία απορροφάται από την αιρετή Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση Δυτικής Μακεδονίας με έδρα την Κοζάνη και την δημιουργία τριών προφανώς Δήμων, μπορεί μεν ως πρόταση να προέρχεται από την κυβέρνηση αλλά θα απηχεί οπωσδήποτε και τις θέσεις του ΠαΣοΚ. Ωστόσο όπως και σε πανελλήνιο έτσι και σε τοπικό επίπεδο για την Καστοριά δεν έχουν γίνει ακόμη γνωστές οι τελικές απόψεις των άλλων κομμάτων. Και ιδίως της Νέας Δημοκρατίας η επιρροή της οποίας στον Νομό Καστοριάς τα τελευταία πολλά χρόνια είναι σημαντική και εκλογικά, σταθερά πλειοψηφική. Με αποτέλεσμα η κατάργηση του Νομού και η υπαγωγή του σε ένα ευρύτερο περιφερειακό πλαίσιο, στο οποίο οι υπόλοιποι νομοί δεν ακολουθούν την κομματική ταυτότητα της Καστοριάς, να αποτελεί εξέλιξη που επιδρά στον κομματικό χρωματισμό του ελληνικού χάρτη. Ιδίως εν όψει της εσωκομματικά τραυματικής μετεκλογικής περιόδου που διέρχεται η Νέα Δημοκρατία, αλλά και εν όψει των εκλογών της τοπικής αυτοδιοίκησης του Νοεμβρίου.

Όμως παρά τις κάπως περιστασιακές παρεμβάσεις στελεχών της, για ζητήματα της επικαιρότητας η Νέα Δημοκρατία, μετά την εκλογή του νέου αρχηγού της κ. Αντώνη Σαμαρά, αντί να ασκήσει με πληρότητα το έργο που της ανέθεσαν οι πολίτες, έχει εισέλθει σε χρονικά παρατεταμένη και άκρως επικίνδυνη για την ίδια, περίοδο εσωστρέφειας. Με το πρόσχημα των προσυνεδριακών εργασιών και την προοπτική του Συνεδρίου, το κόμμα αφιερώνεται περισσότερο στο ξεκαθάρισμα των εσωκομματικών προσωπικών λογαριασμών και συσχετισμών, και πολύ λιγότερο στην άσκηση του αμιγούς πολιτικού της έργου, κυρίως ως κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Και μάλιστα σε μια περίοδο που ασφαλώς είναι η κρισιμότερη των τελευταίων δεκαετιών, και για την οποία η ίδια ως κυβέρνηση του τόπου ως τον π. Οκτώβριο έχει συγκεκριμένες και μεγάλες ευθύνες για το κατρακύλισμα.

Έτσι μέχρις στιγμής, η Νέα Δημοκρατία δεν βρίσκει χρόνο, αλλά ούτε και περίσσευμα πολιτικής επάρκειας για να ασχοληθεί με τα μείζονα προβλήματα του τόπου, και φυσικά με τα ζητήματα που εν όψει του «Καλλικράτη» εγείρονται για όλες τις περιοχές της Ελλάδος και βεβαίως και της Καστοριάς. Με αποτέλεσμα για μια ακόμη φορά να έχουν ξεφυτρώσει υποψηφιότητες από τον χώρο που ακούγονται σουρεαλιστικές.

Σε μια Καστοριά, που έχοντας πληρώσει πανάκριβα τις εσωκομματικές διενέξεις της Νέας Δημοκρατίας, διαπιστώνει ότι ο νέος της αρχηγός, αντί να κάνει πράξη όσα ο ίδιος -και πολύ ορθά διακήρυσσε πριν την εκλογή του, περί ενότητας στελεχών και δημιουργίας ενός μεγάλου κομματικού σχήματος, στο οποίο θα χωρούσαν όσες ιδεολογικές τάσεις, έστω κι’ αν διαφέρουν στα επιμέρους, ασπάζονται τις βασικές και θεμελιώδεις αρχές της Νέας Δημοκρατίας, αντίθετα με το μάτι στραμμένο και στο πολιτικό ακροατήριο του ΛΑΟΣ δείχνει να σηκώνει το γάντι που βεβαίως ασυγχώρητα του πετά διαρκώς το στρατόπεδο της κ. Ντόρας Μπακογιάννη. Η οποία καθώς φαίνεται, ως μέρος του ελληνικού πολιτικού προβλήματος της οικογενειοκρατίας (αυτή είναι η τροφός της κατάρρευσης και της γενικευμένης διαφθοράς) δεν δείχνει να έχει συνειδητοποιήσει, ούτε τα βαθύτερα αίτια της μη εκλογής της στην ηγεσία του κόμματος, ούτε το ότι ακόμη και αν παραιτούνταν σήμερα ο κ. Αντ. Σαμαράς, η ίδια δεν θα είχε σημαντικές πιθανότητες να ασκήσει ανενόχλητη τα καθήκοντά της ως πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας στην περίπτωση εκλογής της. Διότι στο κόμμα της, εκτός του δούναι, υπάρχει και το λαβείν.

Με αυτό το σαφές περιεχόμενο, η σημερινή πολιτική κατάσταση δεν προϊδεάζει απολύτως τίποτε το καλό για την Καστοριά, τουλάχιστον όχι ως τις επόμενες εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Μόνο ένα θαύμα θα μπορούσε να ανατρέψει τα μέχρις στιγμής μελλούμενα. Αλλά θαύματα δεν γίνονται, ούτε από μηχανής θεοί υπάρχουν. Κι’ αυτά ούτε η Νέα Δημοκρατία του κ. Αντ. Σαμαρά (που μερικές φορές δείχνει να λησμονεί ότι δεν ηγείται πλέον της Πολιτικής Άνοιξης) μοιάζει να έχει συνειδητοποιήσει, μερικούς μόνο μήνες μετά την ταπεινωτική συντριβή της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές, και την προσβολή των ψηφοφόρων της από τα ασυγχώρητα λάθη της.

Δημοσιεύθηκε στις 15 Απριλίου 2010 στην ΟΔΟ.

25/4/10

Guan Yin

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Ανθελληνικόν

«Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι ποτέ, το αίμα σου θα χύσουμε, γουρούνι Αλβανέ», «Τους λένε Σκοπιανούς, τους λένε Αλβανούς, τα ρούχα μου θα ράψω με δέρματα απ' αυτούς», «Θα γίνει μακελειό, μετά θα εκδικηθώ, όταν θα προσκυνήσετε σημαία και σταυρό» και άλλα παρόμοια μισαλλόδοξα συνθήματα κραύγαζαν την Πέμπτη, ενώ παρήλαυναν στην Πανεπιστημίου μέλη της Μονάδας Υποβρυχίων Αποστολών του Λιμενικού Σώματος, όπως μπορεί να δει κανείς στο βίντεο-ντοκουμέντο που δημοσιεύει την Παρασκευή η εφημερίδα «Ελευθεροτυπία».
(από το διαδίκτυο)




Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που -κάμνουνε για λίγο- να μη νοιώθεται
η πληγή.

(Κ.Π. Καβάφης, ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΙΑΣΩΝΟΣ ΚΛΕΑΝΔΡΟΥ.
ΠΟΙΗΤΟΥ ΕΝ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗι. 595 Μ.Χ)


Aφιερώνεται στη μνήμη του δεκαπεντάχρονου αφγανού «οικονομικού πρόσφυγα» Χαμί Νατζάφι, που διαμελίστηκε και πέθανε ύστερα από έκρηξη μιας «ορφανής» βόμβας -την οποία είχαν τοποθέτησαν «άγνωστοι»- σε κάδο σκουπιδιών στην Αθήνα.

Στην παρέλαση λοιπόν… Εκεί ακούστηκαν οι κραυγές! Εκεί, όπου για λόγους οικονομίας φέτος δεν αντικρίσαμε τα σιδερένια πουλιά να σκίζουν τους ουρανούς, τα τρομερά αγήματα των τεθωρακισμένων με τις ερπύστριες να σείουν τη γη (δεν ξέρω γιατί πάντα τους Ναζί να μπαίνουν στην Αθήνα μου θυμίζουν και τη μεγαλειώδη τους παρέλαση μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη, κι ύστερα τα τανκς εκείνα του επίορκου ταξίαρχου Πατακού που σιώπησαν και πάτησαν κάτω την Ελλάδα εφτά χρόνια…).

Ο Φίλιππος την εορτή βέβαια δεν θ’ αναβάλει.
Όσο κι αν στάθηκε του βίου του
η κόπωσις μεγάλη,

ένα καλό διατήρησεν, η μνήμη διόλου
δεν του λείπει.
Θυμάται πόσο στη Συρία θρήνησαν,
τι είδους λύπη

είχαν, σαν έγινε σκουπίδι η μάνα
των Μακεδονία.-
Ν’ αρχίσει το τραπέζι. Δούλοι. τους αυλούς,
τη φωταψία.

Την ίδια ώρα, μια άλλη παρέλαση σέρνεται σαν ψωραλέα συντροφιά στις Βρυξέλλες. Η ελληνική κυβέρνηση κρούει τις κλειστές πόρτες της Ευρώπης για λίγη παράταση ζωής στο πεθαμένο όνειρο, για μια ανάσα στο -όλα κι όλα: απαράγραπτο και αδιαπραγμάτευτο!- Εθνικό δικαίωμα του… «δανεισμού με μικρότερο επιτόκιο».

Είν’ οι προσπάθειές μας, των συφοριασμένων
Είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων.

Ο ελληνικός λαός αναθρεμμένος με τα νάματα της ύψιστης φιλοπατρίας, βουτηγμένος ως το μεδούλι στην πάνδημη δόξα των αρχαίων και αφημένος στο αχρησιμοποίητο κλέος 2.500 χρόνων, ούτε που αντιλαμβάνεται πια τη μούχλα του μουσείου που τον περιστοιχίζει μήτε την οσμή του σεσηπότος και όζοντος Εθνους. Κάτοικος ο έλληνας (αυτός που περισσεύει δηλαδή αν… αφαιρέσουμε τους «βαρβάρους») μιας χώρας που ο ίδιος -αυτοβούλως και ιδιοχείρως- κατάκαψε, κακομεταχειρίστηκε κατά το δοκούν, τεμάχισε με αντιπαροχή πενήντα και βάλε χρόνια- ορίζοντας την κυριαρχία του σε οικόπεδα παραθαλάσσια και στο βουνό. Εχει αναγάγει προ πολλού σε ιδεολογία και εθνική συνείδηση την τέχνη της εξαπάτησης και της χρονίζουσας ρεμούλας. Αυτός ο ασύδοτος, ο θεομπαίχτης πάππου προς πάππου, που κορόϊδεψε όλους τους άλλους μα πρώτα απ’ όλα τον εαυτό του, αποκαμωμένος τώρα παρατηρεί την πτώση του ονείρου. Ακολουθεί τις κυβερνήσεις στον απότομο κατήφορο…


[…] οι Έλληνες (οι Έλληνες!)
να τον ακολουθούν,
μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,
μήτε να εκλέγουν πιά, ν’ ακολουθούνε μόνο.

Τα βατράχια στο βάλτο κράζουν ανελέητα, μονότονα το θλιβερό τους τραγούδι. Τα «βατράχια» όμως που εισέβαλαν ιερώ δικαιώματι – φερέλπιδες νέοι, πανέτοιμοι και άρτια εκπαιδευμένοι- στην παρέλαση περί άλλα… κοάζουν. Το συγκεκριμένο θορυβώδες, αμόρφωτο και βάρβαρο «βατράχι» όπως γνωρίζετε θα λάβει -ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα- σύνταξη στα σαράντα πέντε. Ο εθνικός κορβανάς θα ανταμείψει με εφάπαξ αποζημίωση την εθνική του δράση στο ξεφώνισμα των αλβανών στις παρελάσεις (και τις ανδραγαθίες ξυλοδαρμού «λαθρομεταναστών» ίσως). Και η πατρίδα σύσσωμη θα σφυρίξει αδιάφορα απέναντι στην απερίγραπτη κακομοιριά και στο λούφαγμα του σαν οι τούρκικες φρεγάτες αρμένιζαν στο Σαρωνικό μόλις λίγες μέρες πριν ενώ αυτός προετοίμαζε το ποδοβολητό και τις ιαχές της παρέλασης. Σκιάχτρο θλιβερό…
Το μέλλον του στη συνέχεια σχεδόν προδιαγεγραμμένο. Θ’ αρχίσει μιαν άλλη ζωή. Θ’ αγοράσει ίσως 4Χ4 με φυμέ τζάμια. Θα ξυρίσει το κεφάλι. Θα χτίσει αυθαίρετο στο νησί ή στο βουνό ψηλά μέσα στο δάσος. Θα εργαστεί νύχτα «πόρτα» σε μεγάλο μπαρ ή αρχισεκιουριτάς αναδεικνύοντας κι άλλο το μεγαλείο αυτής της χώρας. Θα ζήσει για πάντα σαν υπόδειγμα απαράμιλλης και απερίγραπτης προσφοράς στο Εθνος και στην ιδέα της πατρίδας (δεν είναι παρά επιταγές προς εξόφλησιν οι ιδέες αυτές για το «βάτραχο»).
Ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ανθιμος, πρεσβύτης και εκπρόσωπος της αιώνιας αγάπης του Θεού προς τα πλάσματά του, απελπίζεται από άμβωνος. Βγήκε λέει στις πλατείες της Αθήνας κι απ’ αυτά που αντίκρισε «μαύρισε το μάτι του». Κάνει κακόγουστο και χυδαίο λογοπαίγνιο ο Δέσποτας. Τόσοι λοιπόν ήταν οι μαύροι που πένονταν, που απεγνωσμένα εμπορεύονταν σπασμένα DVDs , τσάντες και άλλες διάφορες ακόμα «μούφες και μαϊμούδες» που μαύρισε το μάτι του δεσπότη…

κ’ η Αλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής
άθλιους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν.

Τα λέει αυτά και δεν αισχύνεται ο γενειοφόρος πρεσβύτης. Το ποίμνιό του όμως λιγώθηκε! Στέκεται το Έθνος-Ποίμνιο και απολαμβάνει μέσα στην γενική ατμόσφαιρα της απανταχού λαμογιώσεως, της εθνικής πανηλιθιώσεως, της «νομιμοηθικής» ανάπτυξης και όλως αντισυμβατικής απόκτησης αγαθών, με τους φραπέδες αγκαλιά και τις μπύρες σε καναπέδες αποχαυνώσεως την χάρμα -ειδέσθε εικοσά- χρονη αρτίστα Τζούλια τη νέα εθνική μας σταρ που αποκαλύπτει όλους τους κρυφούς δρόμους που οδηγούν κατευθείαν στην Κόλαση. Ο Λαός αξιεπαίνως ηδονίζεται όπως και :

[…] αξιεπαίνως ενθυμούμενος
τές οικογενειακές του παραδόσεις,
Το χρέος προς την πατρίδα,
κι άλλα ηχηρά παρόμοια

Στην παρέλαση και πάλι. Λίγο πιο κει ένας άλλος σεβάσμιος γέροντας ο Πρόεδρος όλων των Ελλήνων είχε μόλις χειροκροτήσει το ένδοξο άγημα που πέρασε σιωπηλό μπροστά του. Το καρύδι στο λαιμό του Προέδρου ίσως έπαιξε στην ανάμνηση της δικής του νεότητας, ίσως στο ρυθμό της μπάντας, ίσως μονάχα στην θέα του νεανικού σφρίγους που σχίζει τους χασέδες παρελαύνοντας… Νωρίτερα είχε περάσει το άγημα κάποιου Λυκείου -όνομα και μη χωριό, καταραμένο νάναι- όπου Αλβανίς υπήκοος ηλικίας 18 ετών (γεννήθηκε στην Ελλάδα από πατέρα Αλβανό υπήκοο επίσης, που γεννήθηκε στην Κορυτσά, πρώην λαθρομετανάστη και νυν σκληρά εργαζόμενο οικοδόμο με άδεια παραμονής κι από μητέρα επίσης πρώην λαθρομετανάστιδα νυν πλύστρα-καθαρίστρια σε σπίτια εύπορων δημοσίων υπαλλήλων μάλλον εφοριακών, που δεν τους γραπώνει κανένα πόθεν έσχες, κι αυτή φυσικά με άδεια παραμονής) αριστεύσασα στην δευτέρα Λυκείου κρατούσε με υπερηφάνεια το λάβαρο με την ελληνική σημαία που ανέμιζε καθ’ ότι κάποιο αεράκι το επέτρεψε. Λάβαρο μιας πατρίδας που δεν της αναγνωρίζει ακόμα το δικαίωμα να λέγεται ελληνίδα-δεκαοκτώ χρόνια μετά- και ας είναι σε πολλά καλύτερη από τους δηλωμένους ως Ελληνες κι αυτή κι η οικογένειά της

Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Οι περήφανοι όμως έλληνες καταδρομείς, τα σκληρά εκπαιδευμένα βατράχια, μουγκανίζουν και βρυχώνται. Αποσπούν το βλέμμα από την αριστεύσασα με άδεια παραμονής. Η εθνική ταπείνωση που όλες αυτές τις μέρες δέχονται ως επί προσωπικού, ο πληγωμένος καταναλωτής, ο άρρωστος δανειολήπτης με τα δανεικά κι αγύριστα όνειρα, στα δικά τους μάτια βρίσκει τώρα τον ένοχο. Φταίει ο Αλβανός, ο Σκοπιανός κι ο Τούρκος για το κατάντημά μας. Κανένα δίκιο αυτοί; Κανένα έλεος εμείς! Θα τους πιούμε το αίμα λοιπόν, θα τους γδάρουμε, θα τους τυραννήσουμε μέχρι θανάτου. Στο τέλος θα τους βάλουμε να προσκυνήσουν και το σταυρό. Αξια παιδιά -τρισέγγονα του Βασιλείου του καλουμένου και Βουλγαροκτόνου:

Ίσως αυτήν την ώρα εις κανενός γειτόνου σου
το νοικοκυρεμένο σπίτι μπαίνει-
αόρατος, άϋλος- ο Θεόδοτος,
φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι.

Δεν θα μπορούσα να μην σταθώ σε άρθρο συνεργάτη της ΟΔΟΥ που σε προηγούμενο φύλλο (φ. 534, Κ.Π. Καβάφης, Ποιητικά και Πολιτικά) όχι φυσικά για να διαφωνήσω μα για να διασκεδάσω πιο πολύ τον -παράλογο κατ’ εμέ- φόβο που εκφράζει ο συγγραφέας του κειμένου, πως τον Καβάφη και την ποίησή του τάχα θα επιχειρήσουν να μας τον στερήσουν καραδοκούντες σφετεριστές (εν προκειμένω «οι αραπάδες»). Θα υπογραμμίσω κι εγώ λοιπόν πως ο Καβάφης -Κωστής Πέτρου Φωτιάδης Καβάφης- υπήρξε ΄Ελλην… Αλεξανδρινός

που κι ο ρυθμός κι η κάθε φράσις να δηλούν
που γι’ Αλεξανδρινό γράφει Αλεξανδρινός

ο οποίος έζησε και πέθανε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου εκλεκτό μέλος ανάμεσα στους κόλπους της ελληνικής παροικίας. Η Αλεξάνδρεια εξακολουθεί να παραμένει Αιγυπτιακή και η Αίγυπτος φυσικά -εις πείσμα των καιρών και της Γεωγραφίας- Αφρικανική χώρα. Η ελληνική παροικία και εκεί όπως και αλλού εκφυλίσθηκε και τώρα πνέει τα λοίσθια, αφήνοντας την σημαντική δική της ιστορία και τώρα πια μια τελευταία αναλαμπή. Μαζί της ένα σωρό αξιόλογες και πολυπληθείς παροικίες όπως ή αγγλική και η γαλλική έσβησαν και χάθηκαν εκεί.
Είναι πράγματι ο Κ. Π. Καβάφης, ίσως μετά τον Εζρα Πάουντ, ο μεγαλύτερος Ποιητής του κόσμου στον 20ο αιώνα (κατ’ άλλους ο μεγαλύτερος κι ας έχει γράψει μονάχα 153 ποιήματα). Δεν υπήρξε μονάχα «Έλλην». Ήταν «Ελληνικός». Μ’ αυτήν την πανανθρώπινη και σημαντική για τον παγκόσμιο πολιτισμό σημασία της λέξης… Και για το λόγο αυτό ο Καβάφης ανήκει σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Δεν χωράει η Ελλάδα έναν Καβάφη. Άλλωστε ο «περήφανος ελληνικός λαός» ούτε τον γνωρίζει σε βάθος ούτε αναφέρεται σ’ αυτόν (πλην φυσικά των «Θερμοπυλών» και της «Ιθάκης» που προσφέρονται σε αθρόα ιδεολογική εκμετάλλευση και σε ασύστολη παπαγαλία ή αντιγραφή για τις παλαιές εκθέσεις ιδεών των ελληνοπαίδων).

Ο Καβάφης με τα αδιάφορα σε μας διαπιστευτήριά του (οι χαμηλοί του τόνοι, η φιλοσοφική του διάθεση, η θλιμμένη του αναπόληση, ο σχεδόν επιτύμβιος λόγος του, η απουσία κραυγαλέας εμπάθειας ή επικού πνεύματος όπως επίσης οι γαργαλιστικές φήμες για την σεξουαλική του παρέκκλιση) δεν γίνεται ευρέως αποδεκτός. Ο Καβάφης λοιπόν ανήκει σ’ όσους ερώνται την ποίηση όχι σε όσους φυλάττουν κούφιες Θερμοπύλες. Δεν είναι προϊόν προς εκμετάλλευσιν των πολιτικών χαρτογιακάδων και των αγοραίων τύπων.
Κι άλλωστε η ποίηση που αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι Έλληνες πλέον είναι αυτά τα παραπάνω κακοφορμισμένα δίστιχα με την βαριά αποφορά καταγωγίου χασικλήδων ή ασύλου ολιγοφρενών και παραφρόνων που φωνούνται-κραυγάζονται εν χωρώ ακόμα και στις παρελάσεις των καλουμένων Εθνικών εορτών…

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Των ημερών μας αναμνήσεις κλαίν’ κι αισθήματα.

Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

ΔΗΜ. Θ. ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΥ: Ποιοί είμαστε και πως μας βλέπουν…

Α ν τ ί λ ο γ ο ς

Αγαπητέ Νώντα,

Ευχαριστώ για το κείμενο («Ανθελληνικόν») που μου έστειλες και το οποίο με παρακίνησε να σου γράψω αυτή την απάντηση διατυπώνοντας σε έκταση κάποιες σκέψεις μου. Εσύ έχεις κύρια βάση εκπόρευσης τη λογοτεχνία και έντονη την έγνοια για προστασία των αδυνάτων κι’ εγώ έχω την ιστορία (Πολλά βιβλία μου είναι ιστορικά, όχι ότι λείπουν τα λογοτεχνικά, αλλά μάλλον τα ιστορικά είναι περισσότερα). H ενασχόλησή μου με την ιστορία δεν με κάνει λιγότερο συμπονετικό για τους αδύνατους - που πάντοτε συμπονούσα και συμπονώ- αλλά με γεμίζει σκεπτικισμό για διάφορες καταστάσεις που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Ίσως γι’ αυτό, συν τον παράγοντα της μεγαλύτερης ηλικίας μου, εξηγούνται οι διαφορές απόψεων. Σε πολλά συμφωνώ, ωστόσο θα ήθελα να σου μεταφέρω μερικές σκέψεις μου και ίσως ενστάσεις:

1. Σε μια πρόσφατη συζήτηση στην τηλεόραση (Καμπουράκης-Οικονομέας στο ΜΕGA) άκουσα ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να μην εκστομίστηκαν τα πράγματι απαράδεκτα τραγουδοσυνθήματα, γιατί στο βίντεο δεν φαίνεται να ανοίγουν το στόμα τους τραγουδώντας οι παρελαύνοντες κομάντος. Υπάρχει λοιπόν ένα ενδεχόμενο να έγινε κάτι σαν ηχητικό μοντάζ στην εικόνα, με σκοπό τη δημιουργία διακρατικής έντασης. Ήδη στην Αλβανία και τα Σκόπια σε σχετικές διαδηλώσεις έκαψαν ελληνικές σημαίες. Για την καιόμενη ελληνική σημαία θα μου πεις «εδώ την καίνε κάθε τόσο οι Έλληνες (χουλιγκάνοι αναρχοαριστεριστές κουκουλοφόροι), ξένοι διαδηλωτές δεν θα την κάψουν»; Άλλά και αν ακόμη ακούστηκαν πράγματι στην παρέλαση -και πάλι κακώς- τα εν λόγω συνθήματα, δεν νομίζω ότι η υπερβολική δημοσιότητα βοηθάει τη χώρα. Μας εκθέτει διεθνώς και είμαστε για πολλούς λόγους αρκετά εκτεθειμένοι, σε βαθμό που να γινόμαστε αντιπαθείς (βλέπε οικονομική διαχείριση των κυβερνήσεων από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, τις ακριβές τιμές για τους τουρίστες και την κακή συμπεριφορά).

2. Όπως και να έχει η αλήθεια, τα συνθήματα που αναφέρονταν στους «Αλβανούς και Σκοπιανούς» είναι απαράδεκτα και αντιαισθητικά, οπότε είναι αδιανόητο να ακούγονται και μάλιστα σε παρέλαση. Όμως, το «έχω μια αδελφή, την αγαπώ πολύ, κλπ» δεν θα με πείραζε να ακουστεί, εφόσον και σήμερα καταπιέζεται η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία.

3. Δεν νομίζω ότι όζει το έθνος, αλλά όζει το σεσηπός σύγχρονο ελληνικό κράτος. Η σήψη βέβαια αρχίζει, όπως στα ψάρια, από το κεφάλι, δηλαδή εννοώ τους εκάστοτε κυβερνώντες, οι οποίοι, με σπάνιες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουσες τον κανόνα, αναμίχθηκαν στην πολιτική, οι περισσότεροι, όχι για να προσφέρουν ανιδιοτελώς, αλλά για να τονωθεί το «εγώ» τους και να πλουτίσουν εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους. Μια καταγραφή του «πόσα είχες πριν από την ανάμιξη στην πολιτική» και «πόσα έχεις τώρα» είναι αποδεικτικό του ισχυρισμού μου (και όχι το ανεκδιήγητο πόθεν έσχες όπως εφαρμόζεται).

4. Ασφαλώς δεν φταίνε οι Αλβανοί για το οικονομικό κατάντημα του ελληνικού κράτους, σίγουρα όμως μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχουν οι μεγάλης ολκής κλοπές -τοξικά ομόλογα, χρηματιστήριο- η κακή διαχείριση με απερίγραπτες σπατάλες (π.χ. κρατικές διαφημίσεις, ταξίδια πρωθυπουργού και υπουργών με συνοδεία στρατιά δημοσιογράφων, υπερκοστολογημένα Ολυμπιακά έργα και φιγούρες όπως το πανάκριβο σκέπαστρο του Καλατράβα), αλλά και ο κομματισμός -βλέπε Ολυμπιακή, ΟΣΕ, αγροτικούς συνεταιρισμούς. Οι απεργίες και οι καταλήψεις (άλλο αντιδημοκρατικό φρούτο και αυτό) δίνουν τη χαριστική βολή. Να μη ξεχνάμε επίσης το υπερτροφικό κράτος με τις στρατιές δημοσίων υπαλλήλων που τεμπελιάζουν, αλλά και απεργούν κάνοντας σαμποτάζ στην πολιτικά αντίθετή τους κυβέρνηση, και φυσικά μεταξύ άλλων επίσης τους ανορθολογικούς εξοπλισμούς και τα καθημερινά έξοδα για τις αναχαιτίσεις που γίνονται στον ουρανό του Αιγαίου. Οι Τούρκοι -λαός από το κέντρο της Ασίας που έφτασε στη γειτονιά μας και υποκατέστησε το εκφυλισμένο Βυζάντιο, το πολυεθνικό ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος που ο λαός του το ονόμαζε Ρωμανία- είχαν πάντοτε την τάση επέκτασης προς τα δυτικά (δυο φορές έφτασαν έξω από τη Βιέννη). Αυτόν τον επεκτατισμό ασκεί και τώρα η Τουρκία. Ο μακροχρόνιος στόχος της είναι να αποκτήσει όλη τη Θράκη και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Προσπαθεί να γίνει μέσω της προπαγάνδας της πιστευτό ότι καταπιέζονται οι Έλληνες Μουσουλμάνοι (οι οποίοι πράγματι κάποτε δέχθηκαν καταπίεση, όχι όμως τώρα, αν σκεφτείς ότι τα παιδιά τους μπαίνουν με προνομιακό τρόπο στο πανεπιστήμιο και ως θρησκευτική κοινότητα ευημερούν) και μετά να αναλάβει η «νέα τάξη πραγμάτων» να μας βάλει στη θέση μας, όπως έγινε με τη Σερβία.

5. Η Ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας δεν εκφυλίστηκε, αλλά ενώ ανθούσε οικονομικά και πολιτιστικά εκδιώχθηκε από τον δικτάτορα Νασέρ που ήταν αριστερός εθνικιστής. Βλέπεις εθνικιστές δεν είναι μονάχα οι ακροδεξιοί, αλλά και οι αριστεροί, ο δε ημέτερος δικτάτωρ Παπαδόπουλος είχε ως πρότυπο τον Νασέρ (τελικά φαίνεται πράγματι υπάρχει η εκλεκτική συγγένεια των άκρων). Να μην ξεχνάμε το πως εκδιώχθηκε μετά το ιστορικό πογκρόμ του 1955 και η ελληνική κοινότητα από την Κωνσταντινούπολη.

6. Οι νεοέλληνες πλέον δεν ξέρουν να μιλάνε σωστά και υποφέρω απ’ αυτό το κατάντημα, γιατί είμαι αδιόρθωτος εραστής της ελληνικής γλώσσας σε όλες της τις μορφές. Θλίβομαι για το κατάντημα της παιδείας μας στις διάφορες εκπαιδευτικές βαθμίδες της. Άριστα παίρνει η παιδεία μας μόνο στη δημιουργία συνδικαλιστών με περισσή θρασύτητα, οι οποίοι όταν ανδρωθούν, αλλά ενδεχομένως και νωρίτερα (βλέπε καταλήψεις σχολείων), θα ασκήσουν τη φθοροποιό δράση τους με σκοπό την προσωπική ανέλιξη. Η δε ανώτατη παιδεία επίσης ταλαιπωρείται, γιατί στους μεγάλους αριθμούς φοιτητών (η βαθμολογική βάση συνεχώς μειώνεται) χάνεται η ποιότητα και επιπλέον δημιουργείται ψυχολογία όχλου, ενώ παράλληλα η δράση των αναρχοαριστεριστών κάτω από την κάλυψη του λεγόμενου «πανεπιστημιακού ασύλου» είναι αντιδημοκρατική, ασύδοτη και τρομοκρατική. Όμως, «Το χαμηλό επίπεδο παιδείας έχει άμεση επίπτωση στο χαμηλό επίπεδο των κυβερνώντων», γιατί, η αλήθεια είναι ότι αυτός ο λαός τους εκλέγει για να κυβερνήσουν και αυτοί με τη σειρά τους, αντί να κυβερνήσουν όπως πρέπει, ασελγούν πάνω στη χώρα (sic). Πρέπει να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο «χαμηλό επίπεδο παιδείας-ανάξιοι κυβερνήτες». Το πρόβλημα είναι το πως θα γίνει αυτό και ποιοι θα το κάνουν.

7. Ως προς την ελληνοποίηση των Αλβανών και άλλων οικονομικών μεταναστών. Το θέμα το βλέπω διαφορετικά. Οι ξένοι εισέβαλαν στην Ελλάδα λαθραία και παράνομα και ήδη έχουν φτάσει σε μεγάλο αριθμό ως πληθυσμός που κανείς δεν τον ξέρει ακριβώς. Το βέβαιο είναι ότι η ποιότητα των εισελθόντων από τα αφύλαχτα σύνορα δεν ήταν και η καλύτερη, έτσι αυξήθηκε πολύ η εγκληματικότητα, η οποία έχει και άγρια χαρακτηριστικά. Όχι ότι δεν υπάρχουν και Έλληνες κακοποιοί, αλλά η αναλογία των ξένων είναι πολύ μεγάλη, όπως φαίνεται και από την αναλογία τους στις φυλακές και από το καθημερινό αστυνομικό δελτίο. Νιώθω να καταπιέζομαι, όταν φοβάμαι να κυκλοφορήσω το βράδυ, ακόμη και ως καλούμενος παθολόγος για να πάω σε σπίτι ασθενούς σε μια σκοτεινή γειτονιά. Τελικά αυτό που έγινε τα τελευταία χρόνια είναι «μαζικός εποικισμός» που πολύ λίγο διαφέρει από μια πολεμική εισβολή, και μάλιστα δεν έχει -με τον τρόπο που έγινε- πολεμικό κόστος για τον εισβολέα.

8. Όλοι οι βόρειοι και ανατολικοί γείτονές μας βλέπουν την Ελλάδα όπως ο πεινασμένος βλέπει ένα αχνιστό καρβέλι ψωμί. Επιπλέον, είμαστε για όλους τους ξένους ένα «οικόπεδο – φιλέτο» κατά την ορολογία της πιάτσας και μας ζηλεύουν. Για αυτόν τον λόγο χρειάζεται ο στρατός, τα τανκς, το ναυτικό και τα αεροπλάνα. Φυσικά κάθε στρατός αποτελεί έναν ολοκληρωτικό οργανισμό, αλλιώς δεν μπορεί να λειτουργήσει. Λειτουργεί με διαταγές και όχι με ψηφοφορίες. Αυτό είναι αναγκαίο κακό. Παράλληλα απαιτείται ιδιαίτερη ενίσχυση των παραμεθόριων περιοχών, ώστε να ενισχυθεί ο τοπικός πληθυσμός και να υπάρχει υψηλό εθνικό φρόνημα. Το ερώτημα είναι: τα βλέπουν αυτά οι κυβερνώντες που οι περισσότεροι ζουν στην πολυτέλεια των βορείων προαστίων των Αθηνών και η θεωρία του «πολιτικού κόστους» είναι για αυτούς το προέχον;

9. Αυτή την εποχή στην Ελλάδα έχουμε πολλά προβλήματα: τεμπελιά, μαλθακότητα, ναρκωτικά, γεμάτα τα «κηφηνεία» από φοιτητές που δεν μελετούν και από ανέργους που τρώνε τα λεφτά των γονιών τους πίνοντας φραπέδες, προτίμηση της ήσσονος προσπάθειας, εγκληματικότητα, αποθέωση της αποφυγής του πολιτικού κόστους. Βλέπουμε να κινδυνεύει η εδαφική κυριαρχία μας και δεν υπάρχει η απαιτούμενη αντίσταση που θα θωρακίσει το εθνικό φρόνημα. Οι μάνες σήμερα κλαίνε, όταν τα παιδιά τους πηγαίνουν στον στρατό για τους εννέα μήνες που διαρκεί πλέον η στρατιωτική θητεία, αντί να θυμηθούν το «ή ταν ή επί τας» των προγόνων μας.

10. Θέλοντας και μη, οι Έλληνες είναι θρησκευτικά –στην ουσία ή μόνο στα χαρτιά- χριστιανοί ορθόδοξοι. Οι περισσότεροι μετανάστες μας είναι μουσουλμάνοι. Δεδομένου του μουσουλμανικού φονταμενταλισμού, η αύξηση των μουσουλμάνων στην Ελλάδα δεν προοιωνίζεται καλών εξελίξεων. Το πολιτιστικό επίπεδο των μουσουλμανικών χωρών είναι τραγικό, χώρια που όλες έχουν δικτατορικά καθεστώτα. Το πράγμα το βλέπω -σκεπτόμενος ιστορικά- με προοπτική ολίγων δεκαετιών. Για όλους αυτούς τους λόγους παρακολουθώ με πολύ σκεπτικισμό τις εξελίξεις. Οι Αμερικανοί, αποτελούντες νέο έθνος, αμάλγαμα πολλών εθνοτήτων, θέλουν να μην ξεχωρίζουν έθνη στην Ευρώπη, αλλά να δημιουργηθεί μια πολυ-πολιτισμική Ευρώπη. Θα το δεχόμουνα, αν αυτό ήταν ευκαιρία για να γίνουμε οι Έλληνες καλύτεροι, αλλά με την ποιότητα των εισερχόμενων στη χώρα λαθρομεταναστών πολύ ανησυχώ.

Η ανθρωπιστική παιδεία -που για χρόνια δεχόμασταν έστω και με ακατάλληλο τρόπο- μας έκανε περήφανους για του προγόνους μας και αρκετά αρχαιολάτρες. Τώρα τα παιδιά διαβάζουν στην ιστορία λίγες αποσπασματικές περιγραφές κάτω από το βλέμμα της μεγάλης υπερατλαντικής μας φίλης που δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές για τη νέα γραφή της ιστορίας. Όμως, αν δεν γνωρίζουμε την πραγματική ιστορία μας χάνουμε την εθνική μας ταυτότητα.
Τελικά, σήμερα ποιοι είμαστε και πως μας βλέπουν οι ξένοι; Πολλοί
νομίζουν ότι μας βλέπουν με τη χειρονομία της Αφροδίτης στο εξώφυλλο του γερμανικού περιοδικού. Δεν έχουν ίσως άδικο.
Η γλώσσα μας βάναυσα προσβάλλεται και εκχυδαΐζεται. Η περηφάνια μας χάνεται. Η αξιοπρέπεια κρύβεται γιατί ντρέπεται. Το θρυλικό μας φιλότιμο υποχωρεί. Η ηθική μας καλλιεργείται με την εθνική πορνοστάρ.

H νεολαία ασκείται στο σπορ του homo cafeterious και παίρνει πρωινό στη 1μμ. Οι αγρότες έχουν γίνει υπέρβαροι -ιδίως οι συνδικαλιστές τους- περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Οι μη έχοντες παίρνουν.... διακοποδάνεια και με μια νέα πιστωτική κάρτα ξεχρεώνουν την προηγούμενη! Η Ελλάδα αναστενάζει συρόμενη στα οικονομικά fora, αλλά ελπίζει. Όμως αφελληνιζόμαστε. Αν δεν είμαστε άξιοι για κάτι καλύτερο, αν αυτό μας άξιζε, τότε «εμπρός, αφελληνισμός εδώ και τώρα»! Το ερώτημα είναι τι προτιμούμε; Και για να παραφράσω λίγο τον Καβάφη:

Μήπως η πτώσις είναι βεβαία;
Μήπως έχει ήδη συντελεστεί;
Μήπως πρέπει ν’ αρχίσει
ο θρήνος;
Ή δεν μας νοιάζει για να κλαίμε
και πρέπει να χαρούμε;


Σχετικά κείμενα:

23/4/10

ΟΔΟΣ: Το τεζιάχι

Η φωτογραφία, με τα φορτωμένα σε κλούβα αυτοκινήτου και στοιβαγμένα πολύχρωμα σακκουλάκια με φασόλια γίγαντες, χωρίς ίχνος τυποποίησης, ελέγχου ποιότητας και βάρους, εφαρμογής υγειονομικού κανόνα, ή κάποιας προσπάθειας που να αναβαθμίζει την ποιότητα ακόμη και να προστατεύει το καταναλωτικό κίνημα, λήφθηκε στην Καστοριά. Και δεν προέρχεται από κάποιο εξωτικό προορισμό όπου οι ιθαγενείς μπορούν να ανταλλάσσουν την περιορισμένη και πτωχή συνήθως αγροτική παραγωγή τους, ή να την διαθέτουν στο υποτυπώδες εμπόριο και στους καταναλωτές, ούτε ανήκει στις παρυφές της αγοράς του Αλ Χαλίλι.

Αντίθετα το θέαμα -και δεν είναι το μοναδικό- προβάλλεται καθημερινά, όλες τις ημέρες και ώρες της εβδομάδος, μπροστά (απέναντι για την ακρίβεια) από το κτήριο της Νομαρχίας και του νομάρχη Καστοριάς και κυριολεκτικά σε απόσταση αναπνοής από το πολιτικό γραφείο της κ. Π. Μπουζάλη, τ. βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας η οποία παρεμπιπτόντως πύκνωσε εσχάτως τις δράσεις της καθ’ υποκατάσταση των θεσμικών υπευθύνων, και νομίζοντας ότι με την διατήρηση της στην επικαιρότητα θα συμβάλλει στην επανεκλογή της -την οποία βεβαίως κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει πειστικά. Επανδρώνει ακόμη και τηλεοπτικά panels που ασχολούνται επί παντός επιστητού, με decor μπιζού και άλλα φθηνά κοσμήματα.

Όμως το απαράδεκτο θέαμα της φωτογραφίας, αφορά τον κ. νομάρχη Καστοριάς. Ούτε την τ. βουλευτή, ούτε βεβαίως τον αγρότη ο οποίος προφανώς εξ ανάγκης αξιώνει να κάνει με τον τρόπο αυτό πράξη το γνωστό από το παρελθόν σύνθημα «υπήρχε μια καλλίτερη Ελλάδα, και την θέλαμε». Που ανήκει στην αγνοούμενη Νέα Δημοκρατία, του πάντοτε σιωπηλού τ. πρωθυπουργού.

Σε μια εποχή που υποτίθεται ότι αλλάζουμε για να μην βουλιάξουμε, που τίθενται κανόνες, περιορισμοί, όρια και απαγορεύσεις, που κραδαίνονται Φ.Π.Α. και βαρειές ταμειακές μηχανές, για κάθε μέρα και κάθε νύχτα και για κάθε ευρώ που δαπανάται, που επιβάλλονται κανόνες διαφάνειας, υγιούς ανταγωνισμού και ισότιμης μεταχείρισης ο κ. νομάρχης Καστοριάς δεν μπορεί δυστυχώς να αντισταθεί ούτε να αποκρούσει και να απορρίψει τα αιτήματα που αποσκοπούν σε διακριτική μεταχείριση των «τυχερών».

Διότι έστω κι’ αν διαθέτει, ως αναχρονιστικό κατάλοιπο του παρελθόντος της βουκολικής και αγροτικής Ελλάδος, το σχετικό δικαίωμα παροχής άδειας υπαίθριου πωλητή, όφειλε όχι μόνο να απορρίπτει αυτές τις απαράδεκτες αιτήσεις των ιδιωτών να μετατρέπουν την Καστοριά σε πανηγύρι, αλλά και να επιβάλλει κυρώσεις σε όσους παραβιάζουν το δικαίωμα των άλλων να απολαμβάνουν σύμφωνα με την φύση και τον προορισμό τους, τα στοιχειώδη κοινόχρηστα, όπως τα πεζοδρόμια και οι παραλίες. Και σε όσους κερδίζουν σε βάρος του δίκαιου και νόμιμου ανταγωνισμού. Σε βάρος των άλλων.

Μπορεί ο καθένας να κατεβάσει το τεζιάχι, ή την bonis του και να πωλεί στους περαστικούς υπαίθρια, πορτοφολάκια, γούνινες παντόφλες, ή παλτά και ζακέτες; Μπορεί ο κουρέας να εξυπηρετεί την πολυπληθή πελατεία του δίπλα στην λίμνη; Ο κρεοπώλης να πωλεί τηγανιά, και ο ταβερνιάρης να μετατρέψει τον χώρο δίπλα στο φασολάδικο, σε καπηλειό; Προφανώς δεν μπορεί γιατί το αντίθετο θα ήταν παράλογο. Όχι λιγότερο από το να λειτουργεί κινητό περίπτερο σε ημιφορτηγό, που πωλούνται δεκάδες σακκούλες με γίγαντες που ζυγίζουν τρία μόλις κιλά.

ΒΑΣ.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Ο Καλλικράτης τώρα ξεκίνησε

Τελικά σε αυτήν την χώρα όλα γίνονται ανάποδα. «Πρώτα βάζουμε τα παπούτσια και μετά θέλουμε να βάλουμε τις κάλτσες»! Και δεν φτάνει αυτό, αλλά μετά απορούμε γιατί δεν μπορούμε να τις βάλουμε. Αντί να ξεκινήσει από την αρχή η κυβέρνηση από το τι θέλει και γιατί το θέλει με την διοικητική μεταρρύθμιση και να βγάλει τα βασικά θέματα στο προσκήνιο, όπως έκανε τις τελευταίες ημέρες, έβγαλε ένα κείμενο γενικόλογο και χωρίς να μπαίνει στην ουσία των θεμάτων. Αποτέλεσμα να κυριαρχήσει επί μακρό μια αριθμομαντεία, ένα πόκερ αριθμού δήμων. Θα είναι δύο, τρείς ή και περισσότεροι; Να είναι δύο. Γιατί να είναι δύο; Πόσοι; Να είναι τρείς. Γιατί τρείς; Να είναι τέσσερις. Και πάει λέγοντας.

Η ουσία είναι όμως άλλη. Αν μελετήσει κάποιος και διαβάσει τις αρμοδιότητες από το ογκώδες σχέδιο του «Καλλικράτη », θα αρχίσει να σκέφτεται το εξής απλό. Καλά θέλω το χωριό μου να μείνει δήμος. Όμως αυτός ο δήμος πρέπει αύριο να διεκπεραιώσει την τάδε αρμοδιότητα .Με αυτούς τους υπαλλήλους που έχει τι μπορεί να κάνει; Έχουν την ικανότητα; Τι θα κάνει αύριο όταν βρεθεί αντιμέτωπη με τις αρμοδιότητες αυτές; Ποιοι θα τις διεκπεραιώσουν; Θα γίνουν μετατάξεις και πότε; Υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ δήμων πάνω από δέκα χιλιάδες, και οι πάνω από δέκα χιλιάδες θεωρούνται κατά κάποιο τρόπο μεγάλοι δήμοι. Στους πρώτους περιλαμβάνονται επιτροπές που δεν υπάρχουν στους δεύτερους. Υπάρχουν θέματα οικονομικά, γεωργικά κτηνοτροφικά, νέες αρμοδιότητες που τώρα ασκούνται από την νομαρχία. Επίσης χρειάζεται ένας τεράστιος αριθμός υποψηφίων για να γίνει ένας συνδυασμός. Ανακατανέμονται αρμοδιότητες στα τοπικά συμβούλια και άλλα πολλά. Όλα είναι βασικά. Και θέλουν μελέτη. Διάβασμα ένα προς ένα. Και απαντήσεις στο καθένα. Γιατί στην βράση κολλάει το σίδερο. Τώρα μπορεί να αλλάξει κάτι αν είναι στραβό, τώρα μπορεί να βελτιωθεί κάποια πρόταση. Αν κάνουν λάθος και αργότερα φανεί στην πορεία ότι κακώς πήγαν σ’ αυτό τον δήμο και όχι στον άλλο, θα τους βρίζουν οι επόμενοι και κυρίως τα παιδιά τους. Το θέλουν; Φυσικά όχι. Επειδή αύριο λοιπόν θα είναι αργά, τα δημοτικά συμβούλια και οι υπάλληλοι πρέπει να αρχίσουν διαβούλευση, οι τοπικοί φορείς, οι σύλλογοι, μεμονωμένοι πολίτες που πονούν τον τόπο τους να αρχίσουν αμέσως μία καλοπροαίρετη συζήτηση πάνω στα θέματα του σχεδίου νόμου, και κατόπιν να προχωρήσουν στο χωροταξικό και να απαντήσουν πόσους δήμους χρειαζόμαστε. Τώρα υπάρχουν δεδομένα. Θέλει κόπο αλλά αξίζει να ασχοληθεί κάποιος. ς κάνουμε και μια φορά το σωστό. Είπαμε πρώτα τις κάλτσες, μετά τα παπούτσια.

ΥΓ. Όλα αυτά υπό την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση θα ακούσει την φωνή της λογικής και θα απομονώσει την στείρα, σκληρή κομματική σκοπιμότητα. Σ’ αυτή την περίπτωση ξεχάστε το άρθρο, δεν χρειάζεται.

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Στον πατέρα μου

Πολυαγαπημένε μου πατέρα,

Πέρασε κιόλας μια βδομάδα από τη μέρα που μιλήσαμε για τελευταία φορά. Μία εβδομάδα κι εγώ αντέχω και ζω, ενώ πίστευα –συγχώρα με γι’ αυτό- πως δε θα το άντεχα να σε χάσω. Κι όμως, νάμαι και συνεχίζω κι ας μου λείπει βαθιά κι αξεπέραστα η μεστή σου κουβέντα κι ας μου λείπει η φωνή σου∙ αυτή η ωραία και δυνατή σου φωνή εξαιτίας της οποίας, όχι πριν από πολύ καιρό, σε ευχαρίστησε ευγενικά κάποιος ενορίτης σου, λέγοντάς σου: «Σε ευχαριστούμε για τις ωραίες Λειτουργίες που μας χάρισες».
Πατέρα μου,
Τελευταία ζούσες αποτραβηγμένος και αυτό σ’ έκανε να νομίζεις πως ο κόσμος σε είχε ξεχάσει. Όμως όχι! Κάθε άλλο μάλιστα. Το απέδειξε όλο αυτό το σεβαστό πλήθος που σε αποχαιρέτησε (θα ήταν μεγάλη αχαριστία να μη μνημονεύσω και τον τελείως ξεχωριστό τρόπο με τον οποίο σε αποχαιρέτησε το μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων στην Καστοριά), το απέδειξε κυρίως το πώς σε αποχαιρέτησε: Όλα τα λόγια, τα δάκρυα των ανθρώπων που ούτε καν γνωρίζαμε εμείς η οικογένειά σου έδειχναν την αγάπη τους για σένα. Κι ίσως και άλλα συναισθήματα που μονάχα οι ίδιοι γνωρίζουν.
Αλλά δεν ήταν μονάχα τα λόγια που έμειναν κρυφά. Με όλα τ’ άλλα λόγια, τα φανερά σχηματίστηκε το παζλ της ξεχωριστής σου προσωπικότητας, για την οποία καμαρώναμε εμείς, αγνοώντας πως και οι άλλοι γνώριζαν∙ πως σε γνώριζαν.
Δεν είναι ένα υπερβολικό λόγω της φόρτισης εγκώμιο αυτά που θα πω για σένα. Είναι η απλή απλούστατη αλήθεια για το ποιος είσαι. Γιατί ήσουν ένας ιερέας που πίστευε όλα όσα έλεγε για το Θεό όλα αυτά τα χρόνια που Τον υπηρετούσε. Σε διέκρινε μια θαυμαστή συνέπεια λόγων και πίστης. Ατράνταχτη απόδειξη τα τελευταία σου λόγια, όταν, βλέποντάς μας όλους μαζεμένους γύρω σου, μας έδωσες «οδηγίες προς ναυτιλλομένους», όπως πολύ χαρακτηριστικά είπες, συμπληρώνοντας:
«Όταν πεθάνω, να μη με κλάψετε πολύ. Γιατί κι ο θάνατος είναι ζωή».
Όχι «ο θάνατος είναι μες στη ζωή», όπως λέμε όλοι μας συνήθως, αλλά «είναι ζωή».

Έφυγες από κοντά μας Μεγάλη Πέμπτη, αποχαιρετώντας μας μ’ αυτά τα εξόχως αναστάσιμα λόγια. Κι εμείς που πιστεύαμε έτσι κι αλλιώς στην Ανάσταση, πιστέψαμε μετά πολλές φορές περισσότερο. Δε γινόταν αλλιώς. Κι έπειτα –πολύ σημαντικό αυτό- μας δυνάμωσες απίστευτα μ’ αυτό σου το μήνυμα. Μας έδωσες την ελπίδα και την αισιοδοξία, όπως έκανες πάντα και σε όλους. Και δεν ήταν μια ελπίδα έωλη∙ ήταν βασισμένη στα δυνατά σου πιστεύω. Έτσι στήριξες όλα αυτά τα χρόνια τα δύσκολα και την πονεμένη μας μάνα∙ το ‘λεγες μπροστά μας, το ακούγαμε κι εμείς και απορούσαμε πώς το ‘λεγες: «Πρέπει να ευχαριστούμε το Θεό για τα χρόνια που μας χάρισε το παιδί γερό. Και να δεχόμαστε αγόγγυστα την ασθένεια». Προσπαθούσα να εξηγήσω το από πού αντλούσες αυτήν τη δύναμη κι έβρισκα πάντα δύο εξηγήσεις: την απόλυτη εμπιστοσύνη σου στο Θεό, καθώς χρόνια ολόκληρα το έψαλλες ο ίδιος –«και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα»- και το αίσθημα της ευγνωμοσύνης που σε χαρακτήριζε σε όλη σου τη ζωή. Και, καθώς ήσουν άνθρωπος που εκδήλωνε όλα του τα συναισθήματα και φανέρωνε κάθε του σκέψη, εμείς η οικογένειά σου γνωρίζαμε όλα τα πρόσωπα που ευγνωμονούσες και αγαπούσες ταυτόχρονα∙ από τη συγχωριανή σου δασκάλα εξαιτίας της οποίας έμαθες γράμματα, μέχρι τους αγαπημένους σου φίλους –που ήταν πολλοί και καλοί σου φίλοι- μέχρι τα πνευματικά σου παιδιά, που σε αγαπούσαν και σε φρόντιζαν σαν πραγματικό τους πατέρα, μέχρι τους αγαπημένους σου ενορίτες –ανάμεσά τους κι οι «ανώνυμοι» δωρητές, που σου έδιναν με «απόλυτη εμπιστοσύνη» (αυτό έλεγαν) ακόμη και τεράστια ποσά, για να τα διαχειριστείς εσύ όπως έκρινες- τους ενορίτες σου, λοιπόν, που έλεγες και ξανάλεγες πως δεν υπήρξε ούτε μία φορά που να σε συναντήσουν στο δρόμο και να μη σταματήσουν να σε πάρουν και να σε μεταφέρουν όπου ήθελες. Ούτε μία.

Κι όπως τα ‘λεγες και τα ξανάλεγες για να ξέρουμε κι εμείς, μα και για να μην πνίγεσαι από το συναίσθημα της ευγνωμοσύνης, έτσι πνιγόσουν κι από την αχόρταγη διάθεσή σου να βοηθάς τον άνθρωπο, τον οποίο αγαπούσες κι εκτιμούσες πολύ, καθώς τον θεωρούσες «τον έμψυχο ναό του Θεού», όπως χαρακτηριστικά έλεγες. Βοηθούσες τους ανθρώπους πάντα κι όχι μόνο μετά που έγινες ιερέας. Από 25χρονο παλληκαράκι, τότε που βρέθηκες στην Αυστραλία, που έκανες δεύτερη πατρίδα σου –μετά την πρώτη σου ασύγκριτη και μοναδική και υπέρλαμπρη μέσα σου, την Ελλάδα- δούλευες εξοντωτικά τις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα κατέβαινες στο λιμάνι και υποδεχόσουν εσύ τους από δω μετανάστες που δεν είχαν κανέναν να τους περιμένει. Πάντοτε καταλάβαινες βαθιά κάθε άνθρωπο αναγκεμένο, έμπαινες αυτόματα στη θέση του. Αυτό σε χαρακτήριζε έντονα. Γι’ αυτό και όποιος σου ακουμπούσε το πρόβλημά του εσύ το ‘παιρνες επάνω σου, φερόσουν σαν να ήταν αποκλειστικά δικό σου πρόβλημα. Και βασανιζόσουν γιατί ταυτιζόσουν απόλυτα με τον πάσχοντα συνάνθρωπό σου.

Ήσουν αχόρταγος όχι στα χρήματα, αφού για είκοσι ολόκληρα χρόνια ήσουν ο Γραμματέας της Ι. Μητρόπολης Φλώρινας αμισθί (σου έφτανε ο μισθός του ιερέα), αλλά στο να βοηθάς, εσύ που είχες βοηθήσει τόσο και τόσους ανθρώπους. Μέχρι το τέλος ζήλευες πολύ αυτούς που ένιωθες πως σε είχαν ξεπεράσει σ’ αυτό. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.
Εκφραζόσουν. Εξέφραζες, όπως το θυμό σου, και κάθε σου σκέψη. Έτσι, ό,τι καλό συναντούσες το εκθείαζες φωναχτά. Πίστευες ότι το καλό πρέπει να επαινείται για να υπάρξουν μιμητές του (αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο επικοινωνώ μαζί σου δημόσια∙ άλλωστε, «ουδέ καίουσι λύχνον και τιθέασιν αυτόν υπό τον μόδιον αλλ’ επί την λυχνίαν και λάμπει πάσι τοις εν τη οικία» κι εσένα οικία σου δεν ήταν μονάχα το σπίτι σου). Και δε σιωπούσες ποτέ μπρος στο άδικο. Πίστευες πως η σιωπή στις περιπτώσεις αυτές είναι συνενοχή. Και μπορεί η συμπαράστασή σου στον αδίκως διωκόμενο να σου στοίχιζε αλλού, το βέβαιο όμως είναι πως κέρδιζες από το Θεό, αφού «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται».
Έτσι κέρδισες έναν ακόμη γιο. Και χάρισες σε μας έναν αδερφό, που εδώ και μία εβδομάδα έγινε από αδερφός αδερφότατος. Γιατί μοιραστήκαμε μαζί του τις τελευταίες σου στιγμές –τότε δεν ξέραμε πως ήταν οι τελευταίες- και μου έδωσε τη μοναδική ευκαιρία να σε χαϊδέψω τρυφερά, όπως ποτέ άλλοτε, για να νιώσεις όμορφα με τα χάδια μας, όπως είπε Και σε χάιδεψε κι ο ίδιος τόσο τρυφερά, αυτός ο πολύ ευγνώμων ιερωμένος αδερφότατός μας, ο ένας ακόμη γιος σου.
Και πάλι, μετά από υπόδειξη δική του, που για μας ήταν εντολή, όλη την τελευταία νύχτα που σε είχαμε κοντά μας, εξουθενωμένοι από τον πόνο για την ξαφνική σου αναχώρηση, σε συντροφέψαμε διαβάζοντας ολόκληρο το ψαλτήρι. Κι ας έσπαζε η φωνή του μικρού και πολυαγαπημένου σου γιου, όταν ο ψαλμωδός έλεγε: «ότι εξεκαύθη η καρδία μου και οι νεφροί μου ηλλοιώθησαν» κι ήταν σαν να περιέγραφε αυτό ακριβώς που ένιωθε κι ο ίδιος εκείνη τη στιγμή. Αλλά πεισματάρης κι αυτός και αγωνιστής όπως κι εσύ, ο Πόντιος πατέρας του, δεν κατέθετε τα όπλα και συνέχιζε.

Κάπου εδώ, όμως, πολυτιμότατέ μου πατέρα, θα σε αφήσω. Δηλαδή θα διακόψω για λίγο, γιατί ξέρω πως εμείς οι δυο δε θα τελειώσουμε ποτέ. Δε θα σταματήσουμε ποτέ να τα λέμε, όπως τα λέγαμε πάντα όταν ήσουν κοντά μας. Άλλωστε σου το είχα υποσχεθεί πολύ πριν το διαβάσω στον Δαβίδ:
«Εάν επιλάθωμαί σου, κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν μη σου μνησθώ».
Και κάτι τελευταίο για την ώρα: ξέρω πως θα σε στενοχωρήσω αν σου εξομολογηθώ πως φοβάμαι χωρίς εσένα. Αλλά, όταν άκουγα τα ασπρομάλλικα αγαπημένα σου αδέρφια να λένε πως έχασαν το στήριγμά τους, εσένα, αναρωτιόμουν τι να πούμε τότε εμείς, τα παιδιά και τα εγγόνια σου. Όμως, απ’ την άλλη, μας έχεις αφήσει όλες αυτές τις έμπρακτες διδαχές σου∙ αυτές που σ’ όλα μας τα χρόνια φύτευαν μέσα μας δύναμη, αγωνιστικότητα, ελπίδα άσβεστη.
Με την πίστη πως από κει ψηλά θα έχεις τη δύναμη να μας προστατεύεις όλους περισσότερο
Η κόρη σου
Σόνια

Υ.Γ.: Πατέρα μου, με έλεγες πάντα με απέραντη τρυφερότητα «κοριτσάκι μου» κι εγώ που κοντεύω τα 50, ζώντας προστατευμένη κάτω από την πλατιά ομπρέλα της προστασίας σου, ένιωθα πως δεν είχα μεγαλώσει ακόμα. Από τη Μ. Πέμπτη, όμως, νιώθω πως μεγάλωσα ξαφνικά, απότομα. Ευχαριστώ το Θεό που τόσο πιστά υπηρέτησες, γιατί μου χάρισε για πατέρα μου εσένα. Δεν παύω να πιστεύω πως εσύ θα εξακολουθήσεις να με προστατεύεις και δε θα πάψω ποτέ να το πιστεύω…

Σημ: Το γράμμα αυτό δημοσιεύεται και στην καστοριανή ΟΔΟ, γιατί απλούστατα είναι αδύνατον να προχωρήσω σε επόμενο κείμενο, χωρίς να μοιραστώ μαζί σας το συγκλονισμό της ψυχής μου. Άλλωστε, από δω και πέρα τίποτε πια δε θα ‘ναι όπως πρώτα. Γιατί απλώς δε γίνεται να ‘ναι όπως πρώτα…

21/4/10

ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΖΗΜΑ: Café Kastoria

Είναι ένας τύπος βιρτουόζος που οι Καναδοί αποκαλούν «Έλληνα Θεό της Κιθάρας». Μεγάλωσε στην Danforth Avenue του Τορόντο, με souvlaki και greek salad και σήμερα στα 41 του κάνει θραύση στην συμπαθή αχανή χώρα των δασών, των ξυλοκόπων, του Κεμπέκ και του Βανκούβερ.

Στην αρχή αρχή, σερφάροντας στο YouTube, αναζητώντας με τη λέξη κλειδί «kastoria», έπεσα πάνω στην κλασική του κιθάρα που ακουγόταν μεταξύ φλαμένγκο, σάουντ-τρακ ελληνικής ταινίας του ‘60 και Paco De Lucia. Η μουσική του για τους Καναδούς, που γεμίζουν τα στάδια και τις συναυλίες, είναι «μεσογειακή, εύθυμη». Αν και αυτό το είδος δεν ήταν ποτέ πολύ του γούστου μου, κάτι με είλκυσε. Η απόδημη ελληνική επιμονή για επιτυχία, το τέμπο που θύμιζε κέφι σε ελληνική ταβέρνα, η εικόνα του μετανάστη; Ή η ίδια η μουσική;

Τον παρακολουθώ σε δύο βιντεάκια, προ κοινού, να προλογίζει το κομμάτι του «Café Kastoria», λέγοντας: «είναι μια μικρή, όμορφη πόλη στη Βόρεια Ελλάδα, από την οποία κατάγομαι, και έχω πολλές αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία, όταν πηγαινοερχόμουν στην Ελλάδα» Είναι η πιο επιτυχημένη σύνθεσή του. Café Kastoria.

Πριν λίγα χρόνια, διαβάζω, ένας ράπερ ονόματι R. Kelly έκλεψε μουσικό χασαποσέρβικο μοτίβο από τη σύνθεσή του «Φαντασία» και το τοποθέτησε αυτούσιο στο χιλιοπουλημένο χιτ «Φιέστα». Η συνέχεια αμερικάνικη: δικαστήρια, νίκη του Έλληνα. βιρτουόζου, οικονομικά ανταλλάγματα.

Συνεχίζω την έρευνα. Γεννήθηκε το 1969 από μετανάστες Έλληνες γονείς, η εργατικότητα του είναι παράγοντας της επιτυχίας του, υπολογίζεται ότι έχει πουλήσει πάνω από 500.000 cd, έκανε πρόσφατα ένα πολυσυζητημένο κιθαριστικό jazz-latin τρίο με τους Rik Emmett (των Triumph, τους θυμάται κανείς;) και Oscar Lopez, συνδέεται φιλικά με την σκηνοθέτιδα του «Γάμος αλά ελληνικά», γενικώς διαπρέπει.

Όσο γράφω, ακούω τη μουσική του. Οι συνθέσεις του, κυρίως οργανικές δίχως φωνή, έχουν τίτλους όπως: «Μεσογειακή κοπέλα», «Τσιφτετέλι», «Αθήνα», «Σαντορινιό Ηλιοβασίλεμα», «Δήμητρα», «Ρετσίνα», «Πανσέληνος». Υπότιτλος σε ένα άλμπουμ: «Μουσική για τις διακοπές». Ίσως αφελείς για το σαθρό στερέωμα των εντεχνόφιλων της πατρίδας. Εμένα απλώς μου θυμίζουν ελληνοαμερικανική αθωότητα και λίγο ρεμπέτικο. Ψάχνω εμφανίσεις του: φολκ φεστιβάλ, μεγάλες αίθουσες του Καναδά, sold out συναυλίες. Βρίσκω και μια περσινή συνέντευξή του.«..H μουσική μου έχει στοιχεία latin, ελληνικά, τζαζ. Σέβομαι τους μεγαλύτερους σε ηλικία και ποτέ δεν θεωρώ καμιά επιτυχία δεδομένη… Όνειρό μου είναι η πρώτη μου συναυλία στην Ελλάδα να γίνει στην Καστοριά….δεν είχα ακόμη την ευκαιρία».

Περνάω στο σάιτ και το βιογραφικό του: η ιστορία επιτυχίας του στον Νέο Κόσμο, η αρχική απόρριψη από τις εταιρείες παραγωγής δίσκων, η αδερφή του που πουλούσε σε τραπεζάκι τα πρώτα cd στις εμφανίσεις του, το ταξίδι στη Σαντορίνη και η έμπνευση. Σπούδασε νομικά, έπαιζε σε ελληνικούς γάμους τα Σαββατοκύριακα, είχε ροκ μπάντες, έκανε ό,τι απίστευτη δουλειά έβρισκε στα 25 του…..

Νιώθω συμπάθεια. Ο Pavlo (έτσι, δίχως s), που θα μπορούσε να ήταν και Λατίνος Pablo, χαμηλού αναστήματος και κάπως μελαψός, δεύτερη γενιά μεταναστών, ντυμένος με κολλητά μαύρα γιλέκα και κόκκινα πουκάμισα, συνθέτει και παίζει κιθάρα γρήγορα και εντυπωσιακά, ανεβάζει ενίοτε οχτώ χορεύτριες στη σκηνή και διασκεδάζει με έθνικ τόνους τους πολυπληθείς πλέον θαυμαστές του.

Ο επίλογος έμελλε να με ταράξει. Τηλεφώνησα τη θεία μου στο Τορόντο προκειμένου να συλλέξω πληροφορίες για τον επιτυχημένο μετανάστη. Ήταν αυστηρή: «..Καλά δεν τον θυμάσαι τον Παύλο, δεύτερος ξάδερφός μου ο πατέρας του, γούνα δούλευε, τρίτο ξάδερφο τον έχεις, πολύ καλό παιδί, όποτε τον συναντάω όλο δίσκους μου δίνει, από τότε που έπιασε αυτή τη δουλειά έγινε διάσημος, καλά δεν θυμάσαι το ’85 που ήρθατε και πήγαμε και σπίτι τους; Μια Πορτογαλίδα έχει πάρει, χώρισε από την πρώτη του γυναίκα..»

Κι ήρθε το αυγουστιάτικο απόγευμα εικοσιπέντε χρόνια πριν, μια φθηνή κιθάρα στη χλόη κι ένας μακρυμάλλης έφηβος στην πίσω αυλή των Ελλήνων του αμερικανικού ονείρου, ήρθε η αντηλιά και η ερημιά που αναδίδουν η πεδινή ομοιομορφία της πόλης και τα σπασμένα ελληνικά των αποδήμων.

18/4/10

ΟΔΟΣ: Βόρεια-Νότια

Η μεγάλη και μακροχρόνια περιπέτεια στην οποία εισήλθε η Ελλάδα, εξ αιτίας της συστηματικής παράβασης των υποχρεώσεών της και ειδικά αυτών που απορρέουν από την συμμετοχή της στην ζώνη του ευρώ, έχει ήδη τις αρνητικές της συνέπειες. Συνέπειες όλα τα επίπεδα, σε ατομικό, κοινωνικό, πολιτικό αλλά και εθνικό επίπεδο, που δεν γίνονται καλλίτερες επειδή στην σύνοδο κορυφής της 25ης Μαρτίου λήφθηκαν αποφάσεις που παρέχουν ελπίδες ανάκαμψης.

Διότι αυτές οι ελπίδες δόθηκαν με τρόπο που -δικαιολογημένα- αποδομεί την ισχύ της. Η χώρα που πέτυχε την ένταξη της Κύπρου στην Ένωση, που έφερε το ευρώ στον λαό της, και το 2004 πραγματοποίησε με επιτυχία τους ολυμπιακούς αγώνες στην Αθήνα, όχι μόνο μέσα σε ελάχιστα χρόνια κατασπατάλησε το κέρδος της καλής διαφήμισης και της ικανοποίησης που προκάλεσε στην ευρωπαϊκή και γενικά την διεθνή κοινή γνώμη. Αλλά και διότι στην συνέχεια, είναι η ίδια χώρα που διέλυσε, από μόνη της, όλες τις υποδομές της.

Η διαφθορά των πολιτικών, των πολιτών και της δημόσιας διοίκησης -με αποκορύφωμα το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου, ως νέος εσωτερικός εχθρός, αλλά και η ανικανότητα των ελληνικών κυβερνήσεων που όχι μόνο δεν αντιλήφθηκαν εγκαίρως το πρόβλημα, αλλά αντίθετα αγρόν αγόραζαν (ή καλύτερα ξεπουλούσαν), καθώς και ο τρόμος που προκαλεί στην συντεταγμένη πολιτεία η ελληνική άκρα αριστερά (βασική αιτία της καταστροφής του κέντρου της πρωτεύουσας και των μεγάλων πόλεων τον Δεκέμβριο του 2008), αποτέλεσαν μερικές από τις αιτίες που οδήγησαν στην κατάρρευση και την απομόνωση.

Η εξεύρεση λύσεων για την αντιμετώπιση των αδιεξόδων, θα έχει λοιπόν σοβαρό αντίκτυπο και στα εθνικά θέματα. Η αποτελεσματική προάσπιση των οποίων απαιτεί αρραγές εσωτερικό μέτωπο, αλλά και εθνική και κρατική ισχύ. Καθώς και υπόληψη. Δηλαδή ιδιότητες οι οποίες βρίσκονται σε σοβαρή ανεπάρκεια στην Ελλάδα.

Ήδη η Τουρκία, πυκνώνοντας τις προκλήσεις της στο Αιγαίο, συμπεριφέρεται στην Ελλάδα σαν το άτακτο αποσπασμένο δυτικό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όμως πρώτο και πιο χαρακτηριστικό θύμα της επιδείνωσης -της υποβάθμισης- είναι οι προσπάθειες της Ελλάδος για την προστασία της ελληνικότητας του ονόματος της Μακεδονίας. Θέμα που αφορά όλους τους Έλληνες, αλλά ιδιαιτέρως τους Μακεδόνες, επομένως και τους κατοίκους της Καστοριάς, καθ’ όσον η αμφισβήτηση της εθνικής τους καταγωγής πλήττει συστατικά στοιχεία της ταυτότητάς τους και της ελληνικής κοινωνίας. Έχει ευρύτερες συνέπειες, και πιο σύνθετες από το μειδίαμα που προκαλεί ενίοτε η -γραφική κατά τα άλλα- συνήθεια των γειτόνων να αυτοπροσδιορίζονται ως «Μακεδόνες», αλλά κυρίως να σφετερίζονται κάθε τι μακεδονικό.

Έτσι, πολύ πρόσφατα οι Έλληνες διαπίστωσαν ότι, εξ αιτίας της δεινής θέσης της χώρας, με αντάλλαγμα την πολιτική υποστήριξη (κοινώς ευχολόγια) απέναντι στην οικονομική κρίση, αλλά και την κατάργηση της βίζας γι’ αυτούς που επιθυμούν να επισκεφθούν για τουριστικούς κυρίως λόγους τις Η.Π.Α, ήδη προωθείται μια προσυμφωνημένη λύση με την ονομασία των Σκοπίων ως «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας». Την ίδια στιγμή που οι βόρειοι Σλάβοι γείτονες προτείνουν (δήθεν) συμβιβαστικά την εξοργιστική ονομασία «Βόρεια Δημοκρατία της Μακεδονίας»! Ενώ μέχρι τώρα ,όλες σχεδόν οι πολιτικές ηγεσίες, διαβεβαίωναν ότι δεν θα αποδέχονταν τον όρο Μακεδονία στην ονομασία της σλαβικής χώρας, με τις σαφείς επεκτατικές βλέψεις του βαλκανικού αλυτρωτισμού.

Υπό τις σημερινές συνθήκες, με την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη να δοκιμάζεται όσο ποτέ άλλοτε, λόγω των πολλαπλών και διαφορετικών προβλημάτων που εισφέρει η Ελλάδα, και με ορθάνοικτα κοινωνικά, πολιτικά και όλα τα ευαίσθητα μέτωπα, πώς θα μπορούσε άραγε η χώρα να αξιώσει από τους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, και ιδίως από τις ΗΠΑ, να στηρίξουν τα ελληνικά δίκαια;

Αυτό το κατρακύλισμα, είναι μεταξύ άλλων, το (ένα ακόμη) ηρωϊκό κατόρθωμα, όσων κυβέρνησαν με επιπολαιότητα και πρωτοφανή ασυνειδησία. Που κέρδισαν τις εκλογές με το σύνθημα «υπάρχει μια καλύτερη Ελλάδα και την θέλουμε», και την επανίδρυση του κράτους, και στο τέλος την παρέδωσαν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, χωρίς να έχουν το θάρρος να πουν μια απλή συγνώμη στους πολίτες, και ειδικά τους ψηφοφόρους τους. Ίσως βέβαια, ως επανίδρυση να μην μπορούσαν ούτε και οι ίδιοι να φανταστούν την σημερινή κατάσταση, στα πρόθυρα της πτώχευσης και της έκπτωσης, αλλά η αλήθεια είναι σκληρή και αμείλικτη. Σε βαθμό που να μην έχει πλέον καμμιά πρακτική αξία, ούτε η αυτοκριτική, ούτε η αυτοκάθαρση.

Μεγάλη Πέμπτη του 2010, δύσκολα θα μπορούσε να φαντασθεί κανείς την απότομη κατάρρευση της χώρας ένα χρόνο πριν. Κι’ όμως, η κατάσταση είναι αυτή, είναι δεδομένη και όπως διαφάνηκε από την συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Σκοπιανό ομόλογό του, μας προετοιμάζει για τα χειρότερα. Τα οποία είναι ήδη εδώ, κοντά μάλιστα στην Καστοριά. Ποτέ ο βορράς δεν ήταν τόσο ψυχρός, όσο μοιάζει αυτόν τον καιρό. Έστω κι’ αν είμαστε στην Άνοιξη.

16/4/10

ΜΑΡΚΟΥ ΤΕΜΠΛΑΡ: Η Συνθήκη του St. Germain-en Layé του 1919 και η επίσημη ονομασία των Σκοπίων

Ευρωπαϊκή Ένωση:
Δυο μέτρα και δύο σταθμά στο θέμα της ονομασίας


Στο Δίκαιο των Επιχειρήσεων, ο κανόνας nemo dat quod non habet σημαίνει πως κανείς δεν μπορεί να δώσει αυτό που δεν έχει. Ο κανόνας αυτός ισχύει όταν ένας πωλητής προσπαθεί να πείσει κάποιον ότι έχει δικαιώματα σε περιουσία που ο πωλητής στην πραγματικότητα δεν έχει. Η αρχή αυτή χρειάζεται ιδιαίτερη εξέταση. Ο κανόνας περί κλοπιμαίων ισχύει ακόμη και όταν ο καλόπιστος αγοραστής δεν γνωρίζει ότι ο πωλητής δεν έχει δικαίωμα να διεκδικήσει την συναλλαγή. Έτσι, εφόσον τα εμπορεύματα έχουν κλαπεί, ο αγοραστής δεν γίνεται ιδιοκτήτης, ακόμη και αν δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η περιουσία έχει κλαπεί. Επομένως το πρόσωπο που δεν είναι ο ιδιοκτήτης του εμπορεύματος ή της περιουσίας και που κατά συνέπεια είναι ένας κλέφτης, δεν μπορεί να μεταφέρει τα κλοπιμαία σε άλλο πρόσωπο εκτός αν έχει την άδεια από τον πραγματικό ιδιοκτήτη. Το ίδιο ισχύει και στο Διεθνές Δίκαιο.

Η νομική υπόσταση κάθε χώρας αναγνωρίζεται ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση της διαφωνίας στο θέμα του ονόματος μεταξύ Σκοπίων και η Ελλάδας, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δέχτηκε, επειδή η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε ότι το όνομα Μακεδονία, τα παράγωγά του, και οτιδήποτε έχει να κάνει μ’ αυτό – από ιστορικής, κοινωνικής, ακόμα και πνευματικής πλευράς-ανήκουν στην Ελλάδα κληρονομικά, ότι τα Σκόπια δεν μπορούν να φέρουν το ίδιο όνομα χωρίς την άδεια του ιδιοκτήτη του ονόματος. Δεδομένου ότι ο ιδιοκτήτης δεν επιτρέπει σε καμία άλλη χώρα να μεταχειριστεί το όνομα, τα Σκόπια έπρεπε να βρουν άλλο όνομα και παράγωγά του για τη χώρα τους. Θεωρώντας τα κράτη νομικά πρόσωπα «κατά πλάσμα δικαίου» τα προαναφερθέντα μπορούν να εφαρμοστούν σε σχέσεις μεταξύ τους. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, εφ’ όσον η Ελλάδα επέμενε, συμφώνησε στην έκδοση ψηφισμάτων που αποτελούν νομικά έγγραφα.

Το Ψήφισμα 817/93 προτρέπει τα μέρη να συνεχίσουν να συνεργάζονται για να καταλήξουν σε ταχεία επίλυση της διαφοράς τους, ενώ οι δύο χώρες πραγματοποιούν διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, με στόχο την εξεύρεση αμοιβαίας αποδεκτής λύσης στο ζήτημα του ονόματος. Σύμφωνα με το ψήφισμα 817 (1993), τα Σκόπια αποδέχτηκαν να χρησιμοποιούν την προσωρινή ονομασία «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ή «ΠΓΔΜ». Η Ενδιάμεση Συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και την ΠΓΔΜ εξηγεί τη σχέση των δυο χωρών ως προς το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να γίνεται κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

Οι Σκοπιανοί διεκδικούν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού το οποίο κατά τη γνώμη τους παρέχει τη δυνατότητα να αποκαλούν τη χώρα τους, ό,τι αυτοί θέλουν. Το δικαίωμα της αυτοπροσδιορισμού ισχύει όσον αφορά την ανεξαρτησία μιας χώρας ιδιαίτερα όταν το ίδιο όνομα παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα άλλων ανθρώπων. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1991, τα Σκόπια άσκησαν το δικαίωμα αυτό, το οποίο δεν προσφέρθηκε ποτέ στην Κύπρο από τις Βρετανικές κατοχικές δυνάμεις.

Τα Σκόπια έχουν κινηθεί νομικά εναντίον της Ελλάδας με τη δικαιολογία ότι η Ελλάδα παραβίασε το άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και σύμφωνα με την κατηγορία η Ελλάδα έπεισε δήθεν άλλες χώρες-μέλη ότι τα Σκόπια δεν έχουν συμμορφωθεί προς το πνεύμα των καλών γειτονικών σχέσεων. Το θέμα όμως είναι πως τα Σκόπια δεν είχαν ζητήσει να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ ως FYROM, αλλά ως «Μακεδονία» επικαλούμενα εσωτερικές συνταγματικές ρυθμίσεις. Σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, «καμία χώρα δεν μπορεί να επικαλεσθεί εσωτερικές συνταγματικές ρυθμίσεις για να αποφύγει τις διεθνείς υποχρεώσεις της». Το γεγονός είναι ότι καμιά οργάνωση, καμιά χώρα, και κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να αναγκάσει την Ελλάδα να εγκαταλείψει τα εθνικά δικαιώματα της, τα εθνικά συμφέροντα, και την εθνική της ασφάλεια, όπως η ίδια τα αντιλαμβάνεται.

Οι αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ και των χωρών της ΕΕ θεωρούν πως η διαφωνία εκ μέρους της Ελλάδας για τ’ όνομα της ΠΓΔΜ είναι γελοία, αν και ήταν οι ίδιες χώρες που είχαν τρομοκρατηθεί από το όνομα Γερμανική, στερώντας έτσι από τους Αυστριακούς τη δική τους καταγωγή. Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι πως το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν είναι ο φορέας που έχει δημιουργήσει προηγούμενο, αλλά βρέθηκε προηγούμενο στην Συνθήκη Ειρήνης του Σεν Ζερμαίν-αν-Λεϊέ του 1919, η οποία έλαβε χώρα λίγους μήνες μετά τη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών. Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την παραίτηση του Κάιζερ, τον Νοέμβριο του 1918, η Προσωρινή Εθνική Συνέλευση της Αυστρίας που αντιπροσώπευε το νέο κράτος που ονομαζόταν Republik Deutschösterreic, δηλαδή «Γερμανο-Αυστριακή Δημοκρατία» αποτέλεσε την Προσωρινή Κυβέρνηση της Γερμανικής Αυστρίας.

Οι σύμμαχοι φοβούμενοι μελλοντικές επιπτώσεις της ένταξης της λέξης Γερμανικής στον τίτλο της νέας δημοκρατίας επέμεναν πως η Αυστρία πρέπει να αλλάξει το όνομά της, εξαλείφοντας τον όρο «Γερμανική». Έτσι, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης Ειρήνης του Σεν Ζερμαίν-αν-Λεϊέ, που υπεγράφη στις 10 Σεπτεμβρίου 1919, η Αυστρία φέρει τον τίτλο Republik Österreich, δηλαδή Δημοκρατία της Αυστρίας. Ο δικτυακός τόπος του Αυστριακού κοινοβουλίου εξηγεί λεπτομερώς τους λόγους και τους φόβους των Συμμαχικών Δυνάμεων, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η Αυστρία δεν θεώρησε πως αυτοί οι φόβοι ήταν σοβαροί (1).

Η πραγματικότητα είναι ότι αυτές οι χώρες, που τώρα βρίσκουν τη θέση της Ελλάδας στο θέμα του ονόματος γελοία, ήταν οι ίδιες ακριβώς χώρες που τρομοκρατημένες από τις συνέπειες, αντιπαρατάχθηκαν στον όρο «Γερμανική Αυστρία» στον τίτλο της νέας δημοκρατίας.

Στις 17 Οκτωβρίου 1919, τέσσερις ημέρες μετά που η Συνταγματική Εθνοσυνέλευση ενέκρινε τη συνθήκη, το όνομα του κράτους άλλαξε σε «Δημοκρατία της Αυστρίας». Οι συνέπειες της αλλαγής του ονόματος, το οποίο οι Σύμμαχοι επέβαλαν στην Αυστρία, ήταν το γεγονός που διαμόρφωσε τα οποιαδήποτε παράγωγα του ονόματος.

Αντίθετα, η ΠΓΔΜ όχι μόνο αγνόησε το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ 817, αλλά και ξεκίνησε ενεργή εκστρατεία έντονης διπλωματικής πίεσης και μάλιστα πολλάκις ψευδόμενη πως δεν υπάρχουν διαφορές πλέον και ότι η Ελλάδα δέχτηκε άλλες χώρες να αποκαλούν το νέο κράτος «Μακεδονία», όπως είναι η περίπτωση της αναγνώρισης της Γουατεμάλας. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι καινούριοι φίλοι τους, όπως η περίπτωση της Κένυας, προωθούν τα Σκόπια. Τα Σκόπια επέστρεψαν ακόμη και έγγραφα πίσω στον αποστολέα, διότι το όνομα της χώρας τους ήταν «Μακεδονία», όπως στην περίπτωση της Ουγγαρίας. Το γεγονός είναι πως η αρχή nemo dat quod habet αγνοήθηκε παντελώς από την ΠΓΔΜ και συμπεριφέρεται λες και δεν έχει καμιά απολύτως ευθύνη.

Οι ενέργειες του Μακεδονισμού αύξησε μέρα με τη μέρα τον εθνικισμό των Σκοπίων στο υψηλότερο επίπεδο που μπορεί κανείς να φανταστεί. Η «Μακεδονική» προσευχή η οποία γράφτηκε και παρήχθη από τον Niche Dimovski, αντιπρόεδρο του Παγκόσμιου Μακεδονικού Συμβουλίου, παρουσιάστηκε από την εθνική τηλεόραση (π.χ. MTV) της ΠΓΔΜ σύμφωνα με την οποία ο Θεός λεει στους «Μακεδόνες», «[α]πό σας, τους Μακεδόνες, απόγονους των Μακεδόνων δημιούργησα τη λευκή φυλή. Οτιδήποτε εκτείνεται μέχρι την θάλασσα της Ιαπωνίας προήλθε από το δικό σας γονίδιο». Επιπλέον, στην προσευχή ο Θεός είπε στο ποίμνιό του καλώντας όλους τους λευκούς στον πλανήτη Μακεδονοειδείς(2). Μέχρι σήμερα κανένας αξιωματούχος της ΠΓΔΜ, ή της διασποράς της έχει καταδικάσει αυτό το ρατσιστικό βίντεο εννέα λεπτών (3).

Εκτός της προπαγάνδας των «υποδουλωμένων Μακεδόνων», η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ δημοσίευσε βιβλίο ιστορίας που φέρει τον τίτλο «Μακεδονικός Στρατός» που περιλαμβάνει την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας και ένα Στρατό που συνδέεται με την δική τους αντίληψη εδάφους των στη Μακεδονία. Για να είμαστε ακριβείς η Στρατιωτική Ακαδημία της ΠΓΔΜ χρηματοδότησε το βιβλίο, κατά του οποίου η Ελλάδα υπέβαλε διαμαρτυρία, η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ το απέσυρε μεν, αλλά τώρα προσφέρεται προς πώληση από τον συγγραφέα. Ταυτόχρονα, οι Σλάβοι μαθητές και γενικά η νεολαία βομβαρδίζονται συνεχώς με ανθελληνική προπαγάνδα μέσω των σχολικών βιβλίων τους. Και όλα αυτά χωρίς τα Σκόπια να έχουν αποδειξει την δήθεν κληρονομιά της Μακεδονικότητας τους.

Ο πόλεμος των Νήσων Φώκλαντ άρχισε εξαιτίας παρόμοιων Αργεντινών δημοσιευμάτων που εμφάνιζαν τη νοοτροπία των Αργεντινών ως κράτος που ενθάρρυνε επίθεση σε Βρετανικό έδαφος. Μια ολόκληρη γενιά μαθητών είχε διδαχτεί ότι οι Νήσοι Φώκλαντ, δηλαδή οι Μαλβίνες, ήταν έδαφος της Αργεντινής. Η κυβέρνηση είχε επίσης εκδώσει ακόμη και γραμματόσημα, ανακηρύσσοντας τα νησιά ως περιοχή της Αργεντινής Δημοκρατίας. Αργεντινοί χάρτες χαρακτήριζαν τα νησιά ως «κατεχόμενα εδάφη».

Ωστόσο, το πρόβλημα είναι ευρύτερο από την απλή ονομασία Μακεδονία. Οι Σλάβοι της ΠΓΔΜ, οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχαίους Μακεδόνες, έχουν αλλάξει τα ονόματα των δρόμων σε αρχαία Μακεδονικά (δηλαδή σε ελληνικά), έχουν καταπιαστεί σε μια φοβερή δράση ανέγερσης αγαλμάτων αρχαίων ηρώων και κτίζουν ηρώα δίδοντας τους ονόματα αρχαίων Μακεδόνων βασιλέων (δηλαδή ελληνικά). Ένα άλλο παράδοξο γεγονός είναι ότι παρόλο που ισχυρίζονται ότι ο Μέγας Αλέξανδρος δεν ήταν Έλληνας, αλλά τον θεωρούν απόγονο του μυθικού ήρωα Ηρακλή, κρύβοντας το γεγονός ότι ο Hercules είναι το Ρωμαϊκό όνομα του μυθικού ήρωα Ηρακλή ο οποίος ήταν σίγουρα Αχαιός, δηλαδή Έλληνας. Η τελευταία γελοία πράξη που παραμένει είναι να αλλάξουν τη δική τους γλώσσα σε «αρχαία Μακεδονική» (δηλαδή στη γλώσσα του Κατάδεσμου της Πέλλας) η οποία ήταν Βορειοδυτική Δωρική διάλεκτος με Αιολικά στοιχεία.

Αντί οι ξένες κυβερνήσεις να πιέζουν τα Σκόπια να σταματήσουν τις παραβιάσεις του κειμένου και του πνεύματος της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, πιέζουν την Ελλάδα με πρόσχημα την πολιτική αστάθεια των Σκοπίων! Έχουν ξεχάσει ότι η αδιαφορία των Σκοπίων για την υπογραφή τους έχει γίνει το modus operandi της χώρας; Τα Σκόπια έχουν κάνει το ίδιο και με τη Συμφωνία της Οχρίδας, συμβάλλοντας έτσι στη δική τους αστάθεια (4).

Απορώ εάν οι ίδιοι αξιωματούχοι θα υπόγραφαν συμβόλαιο με μη φερέγγυο άτομο γνωρίζοντας πολύ καλά ότι διαπραγματεύεται με κακή πίστη, παραβιάζοντας την pacta sund servanda (οι υποσχέσεις πρέπει να εκπληρώνονται); Οι ξένες κυβερνήσεις παραβιάζουν την αρχή nemo dat quod habet γιατί παραμένουν αδιάφορες μη θέλοντας να δουν τα επικείμενα προβλήματα που θα δημιουργήσουν, αποδεχόμενες την ένταξη των Σκοπίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξισώνουν πολιτικά το θύμα (Ελλάδα) με τον θύτη (Σκόπια) και στη συνέχεια παρέχουν βοήθεια στον κλέφτη να κρατήσει τα κλοπιμαία, τα οποία είναι το όνομα Μακεδονία, με τα παράγωγά του, ποδοπατώντας την αρχή nemo dat quod habet, ενώ η Αθήνα παραμένει σιωπηλή. ΓΙΑΤΙ; Ίσως η Αθήνα είναι αυτή που είναι απρόθυμη να σκεφτεί έξω από το κουτί και κατά συνέπεια να συνδέσει τις τελείες.

(1) http://www.parlament.gv.at/EN/AP/PA/TURN/GESCH_6/Gesch6_Republic-E_Portal.shtml
(2) http://74.125.93.132/search?q=cache:HXaaTcDVpAoJ:www.balkaninsight.com/en/main/blogs/16190/+%22macedonian+praer&cd=1&hl=en&ct=clnk&gl=us
(3) http://www.youtube.com/watch?v=9ITEdiSBl3Y&feature=related
(4) http://www.rieas.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=678&catid=17&Itemid=74