27/2/09

ΧΑΡΑΣ ΣΑΡΡΗΓΙΑΝΙΔΟΥ: Μακριά από τα φώτα…

Πάει καιρός από τότε που είχα την ευκαιρία να διεισδύσω σε μια από τις παλιές και σημαντικές εκκλησίες του 14ου αιώνα της πόλης μας, τον άγιο Νικόλαο του Τζώτζα στην περιοχή Απόζαρι.
Σήμερα, λίγες μέρες μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων κλείνω τα μάτια για να ταξιδέψω μακριά από τα φώτα, μακριά από την οχλαγωγία. Μακριά από αποφάγια και εκδηλώσεις «πολιτισμού». Πιο κοντά στην καρδιά.

Κλείνω τα μάτια και βρίσκομαι ξανά μέσα στον ταπεινό εξωτερικά ναό του αγίου Νικολάου. Χώρος μυστικός και ιερός, χώρος ρημαγμένος και έρημος, ο ναός του αγίου που λατρεύτηκε περισσότερο από κάθε άλλον άγιο στην πόλη αυτή με τη λίμνη των σκοτεινών νερών και των δακρύων. Σαν μύστης αισθάνομαι την ενέργεια του χώρου ακατανίκητη να τρυπώνει μέσα μου. Ο ναός είναι σκοτεινός, λιτός και απέριττος. Μα πέρα από την αρχέτυπη Ομορφιά, η εικόνα είναι αποκαρδιωτική. Οι φθορές, εξαιτίας του χρόνου και της αδιαφορίας, είναι τεράστιες. Το μεγαλύτερο μέρος του τοιχογραφικού διακόσμου- ανεκτίμητης καλλιτεχνικής και ιστορικής αξίας- δεν σώζεται σήμερα. Οι φορητές θρησκευτικές παραστάσεις, οι εικόνες, εγκαταλελειμμένες, και σαρακοφαγωμένες. Τα θέματα που απεικονίζουν πολλές από αυτές είναι αδιάγνωστα σήμερα, καθώς παρουσιάζεται πλήρης απώλεια της ζωγραφικής τους επιφάνειας. Αραδιασμένες στα στασίδια οι περισσότερες και άλλες παρατημένες στο ρυπαρό πάτωμα του νάρθηκα. μοιάζουν να έχουν χάσει για πάντα το αρχικά παντοδύναμο νόημα τους. Το ταβάνωμα καταρρέει. Η υγρασία είναι παντού ορατή. Δυσωδία, ακαθαρσία. και μούχλα Θέαμα θλιβερό.
Η εικόνα έρχεται στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Θέλω να τη σβήσω.

Ανοίγω τα μάτια γνωρίζοντας ότι η ίδια κατάσταση επικρατεί σε πολλά μνημεία της πόλης. Και αναρωτιέμαι, πώς θα ήταν αυτή η πόλη, αν οι τοπικοί άρχοντες και οι ιθύνοντες ήταν πραγματικά ευαισθητοποιημένοι σε θέματα διατήρησης πολιτιστικής κληρονομιάς και τέχνης. Και αναρωτιέμαι και φοβάμαι μήπως, όταν στις εξαγγελίες τους κάνουν λόγο για προτεραιότητα στον πολιτισμό, αναφέρονται απλά και μόνο στα ραγκουτσάρια,- (βέβαια, στο τριήμερο αυτό οι μάσκες επιτέλους πέφτουν και αυτό κατά μια έννοια προάγει τον πολιτισμό…) -τα οποία, ούτως ή άλλως και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε οργανωμένη προσπάθεια της τοπικής εξουσίας, ως αυθεντική και αυθόρμητη έκφραση του λαϊκού πολιτισμού, έχουν επιβιώσει και έχουν ενταχθεί στη ζωή της σύγχρονης κοινωνίας.
Επομένως ο πολύς ζήλος περιττεύει και οι προσπάθειες των κρατούντων θα έπρεπε να έχουν διαφορετικό προσανατολισμό, ώστε να σωθεί τώρα έστω ό,τι είναι εφικτό πια να σωθεί από την τέχνη του μακρινού παρελθόντος αυτού του τόπου που μοιάζει χωρίς μέλλον άξιο λόγου ...


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.2.2009

ΟΔΟΣ: Υπάρχουν και ζουν δίπλα μας

ΒΙΒΛΙΟ
ΟΥΡΑΝΙΑ ΜΠΑΓΓΟΥ
Γραμμένα λόγια
Εκδόσεις ΑρμόςΜαυροκορδάτου 1110678 Αθήνα, τηλ. 2103304196
Πρασάκη 5, 54622 Θεσσαλονίκητηλ. 2310220992
www.armosbooks.gr
σελ. 191, ISBN 978-960-527-491-7


Σε μια εποχή της οποίας οι ρυθμοί και η πίεση της καθημερινότητας υποχρεώνουν τους περισσότερους σύγχρονους ανθρώπους σε προσαρμογές και περιορισμούς των ενδιαφερόντων τους, το ότι πολίτες όπως η κ. Ουρανία Μπάγγου, ιατρός δερματολόγος-αφροδισιολόγος (που υπηρετεί στο Νοσοκομείο Καστοριάς) αποφάσισε να μοιραστεί την λογοτεχνική της σκέψη και γραφή, είναι αξιοσημείωτο.

Για την εφημερίδα, το γεγονός ότι η κ. Ο. Μπάγγου επέλεξε από καιρό την ΟΔΟ για την παρουσίαση των κειμένων της που δημοσιεύτηκαν σε εβδομαδιαία φύλλα, συμβάλλει στην προσπάθεια της, για ανάδειξη ταλέντων που υπάρχουν και ζουν δίπλα μας, και για προώθηση και μιας ακόμη μορφής δημοσίου λόγου στην Καστοριά.Πολύ σύντομα διαφάνηκε ότι η γνωστή ιατρός-συγγραφέας με τον διαυγή, δυναμικό και ουσιαστικό συγγραφικό λόγο της μπορούσε να κεντρίσει θετικά τους αναγνώστες. Σημαντικό είναι επίσης το ότι, μέσα από τις δημοσιεύσεις των λογοτεχνικών της κειμένων σφυρηλατήθηκε με πολλούς από τους αναγνώστες μια σχέση αμοιβαίας πνευματικής συνάντησης, που σ’ αυτή βασίστηκε προφανώς η επιλογή της κ. Ο. Μπάγγου από τους αναγνώστες και φίλους της ΟΔΟΥ ως προσώπου της χρονιάς του 2008 που πέρασε.

Τώρα πια, η κ. Ουρανία Μπάγγου που μόλις εξέδωσε και κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο, με συλλογή από λογοτεχνικά κείμενά της, από τις εκδόσεις «Αρμός» με τον τίτλο «Γραμμένα λόγια», αποδεικνύει ότι παρά τους ρυθμούς και τις αδήριτες ανάγκες της καθημερινότητας, ακόμη και ένας άνθρωπος με πλήρη επαγγελματική και εκδηλωμένη κοινωνική δραστηριότητα σαν την ίδια, μπορεί κάλλιστα να είναι και ένας ποιοτικός λογοτέχνης. Το βιβλίο της, προλογίζει ο κ. Ιωάννης Τζημάκας, καθηγητής ιατρικής στο ΑΠΘ, γνωστός στους αναγνώστες της ΟΔΟΥ και δύο φορές πρόσωπο της χρονιάς (2004 & 2007), ο οποίος και φιλοτέχνησε τον πίνακα του εξωφύλλου.

Διηγήματα που έχουν για ήρωές τους ανθρώπους καθημερινούς, της Δυτικής Μακεδονίας, και ειδικότερα όσους κατοικούν γύρω από την Ορεστιάδα λίμνη. Η συγγραφέας θέλει να μας τους γνωρίσει, να μιλήσει γι’ αυτούς και να ακουστεί η φωνή τους μέσα από τα «γραμμένα λόγια» της, για ό,τι τους αφορά. Για την καταγωγή τους, για την ζωή τους, κι ας είναι κάποια από αυτά διαψευσμένα ή μισοτελειωμένα. Θέλει να οραματιστούμε το μέλλον τους που έχει σαν αφετηρία το παρελθόν τους. Και θα μπορούσε να το δει πληρέστερα κανείς μέσα από ένα μεγάλο μάτι, που μοιάζει μ’ αυτό του Θεού, όπως εικονίζεται σε κάποιες αγιογραφίες, περιβαλλόμενο από χρυσές ακτίνες. Το μέλλον τους, που συναρμολογείται κομμάτι-κομμάτι από πλήθος χέρια στο «ανθρωποκεντρικό εργαστήρι» της φύσης. Είναι αλήθειες αναμφισβήτητες για μας και ζουν ανάμεσά μας, η ψυχή του παππού μας, μια Πανωραία, η κυρία με την χαμηλή φωνή στο ιατρείο, ο έρωτας του Χρήστου και της Στυλιανής. Και μοιάζουν ορατές και η θλίψη και η προσμονή που τους συνοδεύουν: γι’ αυτό που δεν ήρθε, αλλά δεν έπαψαν να ελπίζουν ότι κάποτε θα κατακτηθεί.


***

Και να που έγινα «ιδιοκτήτρια»μικρών «νησιών», που περιέχουν τις αναμνήσεις μου και τις σκέψεις που αφορούν το πρόσωπό μου και τα πρόσωπα των συν-άλλων.Χορταστική είναι η ελπίδα μου να σας προτείνω σαν κοινωνούς και συνιδιοκτήτες, για να διαμοιράσω έτσι το προσωπικό μου μοιράδι και να συμβάλω στην πνευματική σας ευχαρίστηση, όταν τα διαβάσετε, και που εγώ αναμφίβολαέλαβα, γράφοντάς τα.Είθε να έπραξα κατάλληλα ώστεοι πρώην μοναχικότητές μας να αποτελέσουν μιαν εύρωστη καιεπικοινωνούσα πληθυντικότητα.
Ουρανία Μπάγγου

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.2.2009

Β.Π. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: «Μάνα, βαστούν τα γιαπράκια σαράντα μέρες…»

Πόλη παλιών βιβλίων και πόλη νέων γιαπρακιών...

Αυτή η βορειοελληνική εν φαρδεία και δυτικομακεδονική εν στενή εννοία, πόλη (σ.σ. εννοεί την Κοζάνη) κρατά τη σκούφια της από την τουρκοκρατία, άσχετα αν την σκαιά περίοδό της την πέρασε αβρόχοις ποσί, που λεν οι καθαρολόγοι• μόνον με μια δυο, λεηλασίες την έβγαλε, που αν δεν προσέγγισαν στον ολικό της αφανισμό εν τούτοις τον κόντεψαν. Σε μια απ’ αυτές χάθηκαν και τα γενεσιουργά και ληξιαρχικά, ιστορικά της έγγραφα όπως το Χρυσόβουλλον του Ρουδόλφου Κατακουζηνού (1730), που την έφερε καταγόμενη από τους βυζαντινούς και ακό-μα παραπίσω, και το κιτάπιον με το οποίο ο μεγαλέμπορος Χαρίσιος Τράντας, το 166… τόσο, κατέταξε αυτήν στις αμόλυντες περιοχές από Τούρκους στο έδαφός της. Είδε κι έπαθε δηλαδή προς τούτο, να πάρει από τη σουλτανομήτορα το Μαλικανέ της, που σήμαινε απαγόρευση διέλευσης και παραμονής τούρκων στρατιωτών στην πόλη, για να τη θέσει στην ευεργετική προστασία της, δωροδοκών αυτήν, αν μη και άλλο τι διαπράττων της!
Στην πόλη έχουν ως πατροπαράδοτη τοπική, εθνική εορτή την κάθε Αποκριά. «Και σαν έρθουν οι αποκρηές των εορτών η εορτή…».
Εσχάτως όμως απέκτησε και την τοπική, εθνική επέτειο. Και οι δύο είναι κινηταί εορταί η πρώτη εξαρτώμενη από το εκάστοτε πασχάλιον, δηλονότι το δεκαή- μερον προ της ενάρξεως της αγρίας πασχαλινής σαρακοστής, η δεύτερη αμέσως μετά τη λήξη της ήπιας σαρακοστής των Χριστουγέννων, στο εναπομείναν, λειψό διάστημα μέχρι την αλλαγή του χρόνου. Η επέτειος αυτή είναι η εορτή του γιαπρακιού, αυτού το σήματος πολύ-καταφαγωθέντος της πόλεως, μετά τον ήρωά της Γ. Λασσάνη.
Ο Διονύσιος Μανέντης περιγράφοντας την πόλη που ήσκησε την ιατρική προπολεμικά και την πολιτική του μεταπολεμικά, ως ποιητής τώρα έγραφε μεταξύ άλλων, πολύ πριν την καθιέρωση της επετείου πως:
«Στο τζάκι καίνε σιγανά στραβές οι ρίζες τ’ αμπελιού
Και με την ίδια τη φωτιά βράζουνε τα σαρμάδια…»
Τελείται σχεδόν παράλληλα με την εορτή της «τσιγαρίδας». Εστιν ουν τσιγαρίδα κατάλοιπο του χοιρείου μέρους, που απομένει μετά το διαχωρισμό λίπους και κρέατος. Στα ιχνοστοιχεία κρέατος στο λίπος δύσκολα διαχωρίζονται οπότε τσιγαριζόμενα τρώγονται ομού είτε ευχαρίστως είτε αηδιαστικώς. Απ’ αυτές παρήγοντο οι ντάρες, το πλέον ευτελές παράγωγον του χοίριου είδους, τις οποίες διατηρούσαν σε τενεκέδες με λίγδα για τις φτωχότερες μέρες της ζωής, στα παλιά χωριά. Εκεί, δεν ήταν και ασύνηθες να πνίγονται ποντίκια, τα οποία όμως στην πορεία της ανέχειας τρώγονταν αδιακρίτως λόγω δυσαναγνώστου του πράγματος. Από εδώ προέκυψε και ο όρος «ντάρα» στις πόλεις για κάποιες γυναίκες -τώρα πως να πω ευτελούς είδους, δε μου έρχεται, ας πω καλύτερα πως: «ντάρα είναι αναγκαία κατάσταση και κατάληξη γυναικών που είναι ή ήταν σε κοινή, χρήσιμη, ερωτική χρήση». Η τσιγαριδογιορτή διεξάγεται σε χωριά του δυσηχούς Τσιαρτσιαμπά! ΄Επίσης ανακοινώθηκε και εορτή «σουγλιμάδος» που λαμβάνει τρόπο, κάπου στις Βόιες περιοχές και στα όπισθεν του Μπούρινου και χωριά. Σ’ αυτήν μάλλον κάτι σαν κρέατα, μήπως και μαντάρες, σουβλίζουν και τα ψήνουν πανηγυρικά, ορχούν δε και ορχούνται ατιμωρητί κι αδιακρίτως. Τα ανωτέρω λαογραφικά παίγνια διεξάγονται αμέσως μετά τις προχριστουγεννιάτικες «γουρνοχαρές» στις οποίες το γιορτάζουν κανονικά τα σφαγμένα γουρούνια και οι γύρωθέν τους ανδρο-μαιναδο-βακχεύοντες, που εσθίουν το κρέας τους σχεδόν ωμό. Η γιορτή είναι ευρέως διαδεδομένη έχει μάλιστα και πολυεθνικούς χορηγούς. Τηλεφωνίες, ποιους άλλους; Εγκριτος, κι όπως έλεγε ο Γκράμσι οργανικός διανοούμενος, αφού έχει πτυχίον πανεπιστημίου, πολίτης της πόλεως, δήλωνε επωνύμως, σε μεγάλες αφίσες, πως φέτος για πέμπτη(!) φορά θα πήγαινε σε γουρνοχαρά, για να γίνει κι αυτός διαφημιστικόν γουρνοσφάγιον, χάριν ας πούμε μιας δωρεάν συνδρομής στο ίντερνετ της τηλεφωνίας που είναι γουρνοχορηγός!
Λήξις προλόγου.

Στο θέμα μας.
Παραμονή των Χριστουγέννων, απόγευμα προχωρημένο, με το ξυραφιστικόν κρύο κι ενώ η αγορά καταπονημένη από των μεγαλείων τα οψώνια, έγερνε προς την δύσιν της, αυτός ούτος κατέβαινε την παραδοσιακή εμπορική οδό και την πλατεία των πρώην κρεοσφαγείων, νυν σταθμό αστικών λεωφορείων και Χαρτοθήκης που έχει χάρτες κι όχι χαρτιά.
Σχεδόν σκόνταψε στο παντοπωλείο, δηλαδή εκεί που μπορείς να βρεις τα πάντα και τα εφήμερα, πλην από εκείνα τα είδη εσθιάσεως, του κυρ’ Γιάν’ τς Λένκους, δεινού αφηγηματαλόγου και άρχοντα διασκεδαστή, σκαρκάζων κι αυτο- σαρκαζόμενος εν τω άμα, των συμπατριωτών του κατά την εθνική εορτή της πόλεως. Ο χώρος του είναι το καθημέρας, στα γρήγορα, σχολιαστήριον πραγμάτων και προσώπων, καθώς φίλοι εγκάρδιοι ή επιφάνιοι, περαστικοί ολιγοψωνιστές, κι ολιγοψώνια, οι κυρίες πελάτισσες επί το πλείστον, αισθάνονται εκεί μια ζέστη κι άνεση -είναι και το Ανετον ξενοδοχείον έναντι- όπως τα ημισεβάσμια γύναια στα στασίδια της εκκλησίας τους. Ετοιμολόγος κι αστείρευτος στο λέγειν μετά χιούμορ, ως παραδοσιακός αρβανίκος μηδέποτε ξηρανθείς, συνεχώς αντλεί από τη μνήμη του κοινότοπα συμβάντα, που η αφήγησή του τα μετατρέπει σε θραύσματα ακατέργαστου αδάμαντος.
Στον πάγκο γεμάτο με αμφιλόγιες, τοπικές εφημερίδες, αποδείξεις, τιμολόγια, και πίσω του βιβλία, ήδη υπήρχε σεμνό κατά «Μπακαλίτικον» τρόπο (τα αρχαία μπακάλικα λειτουργούσαν και ως αυτοσχέδια καφενεία), στρωμένο τραπέζι, τσίπουρο με γλυκάνισο (η παραγωγή αυτού του προϊόντος δίπλα σε σακιά) και φυστίκια εφάλμυρα. Λιτόν και επί του ορθίως. Ελιές, τυρί, σαρδέλες έλειπον, είπαμε ήτο παντοπωλείον μόνον αποικιακών και ουχί και εδωδίμων. Το έφερε κάπως στο παπαδιαμαντικόν η εικόνα κι αυτό τον έθελξε στιγμιαίως και παρέμεινε. Η ελαφριά συζήτηση έφερε στην αφήγηση περιστατικά του βίου του, σαν χιονόπτωση, ανύπαρκτη επί του φυσικού για τις μέρες -αλίμονο το χιόνι το πήραν οριστικά οι νότιοι, αφού το θεωρούν πλέον ως απαραίτητον κι αυτό παρακολούθημα της εθνικής λοβιτούρας των, και τα νησιά, σ’ αυτά χάρισμά τους.
(Σημ.:Την β’ ημέρα των Χριστουγέννων άρχισε να χιονίζει του παλιού καιρού)
-Εις υγείαν!
Αυτές οι μέρες πάντα του το έφερναν προς το ανάποδο. Πότε κάποιοι τύποι της εφορίας θα τον επισκεφτόταν δια ευνοήτους λόγους, αλλά έφευγαν άπρακτοι ως μηδέποτε φιλοδωρηματο-δωροδοκηθέντες, κατά τα ειωθότα της υπηρεσίες, πότε η αγορανομία θα περνούσε σε επίσκεψη αβροφροσύνης και προστιμοσύνης, πότε θα χτυπούσε το αμάξι. Άλλοτε θλιβερόν συμβάν στην ευρεία οικογένεια τον διέλυε. Παιδί κάποτε, μέρα τέτοια, θα χάσει όλα τα ψιλά της εργασίας στην καθ’ οδόν «κορώνα γράμματα» τυχηρόν παίγνιον αυτοστιγμούς αποτελέσματος, με συνέπεια στη συνέχεια να κτυπηθή εν χορώ από τους οικείους.
Την εφέτος και μέχρι την 4ην απογευματινή όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Αλλά είχε ακόμα ώρα μπροστά.
Την ωραία αυτή μέρα άλλοι είναι κατάκοποι από την ένταση της εμπορικής κερδοφορίας κι άλλοι από την έξαψη της καλανδολογίας κυρίως οι μικροί. Μήπως επειδή όσο παν και λιγοστεύουν οι εξερχόμενοι ν’ αναγγείλουν, επί φιλοδωρήματι, την γέννησιν του Χριστού, σε λίγα χρόνια ο δήμος θα αναγκαστεί να αναβιώνει, επί μισθώ, και τα κάλαντα με τις ομάδες παίδων που συμμετέχουν στα σιουρδ γκέημς και στις τελευταίες μαθητικές διαδηλώσεις («μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι» κ.λπ.) ή και με τους μικρομεσαίους, λαογραφικούς και μαγειρικούς συλλόγους κατατμη- θέντας σε ομάδες ελάχιστων πολιτών, κοινώς και χωρικώς μπλίκια. ΄Ολοι, όμως, με την έμφαση της διαφυγούσης νοσταλγίας στα διεσταλμένα τους μάτια, περιφέρονται στης παραμονής το προσδοκόμενο, αφού το αυριανό συντελεσμένο, γέμει λιπών και κατά-πλήξεων. Η μουσική Πανδώρα πήγαινε, τα λιανοπηδηχτά Κοτσαμάνια από τις Μαγούλες και οι Μωμόγεροι Σκήτης ερχότανε, στους δρόμους και τις πλατείες, ο καθείς στους ήχους του, ευλογούσε κι ευλογούνταν φιλοκερδώς, δια το καλόν του χρόνου. Οι αρχές αυτή τη μέρα καμαρώνουν κάτι περισσότερο από τα λεγόμενα γύφτικα σκεπάρνια, αφού ενώπιόν τους γονατίζουν και θύουν (κι αυτοί μεθύουν εκ του λιβανωτού) όλοι οι συλλογικοί καλανδοτέτοιοι, που τους τα ψέλνουν δηλονότι, κι αυτοί τους ευλογούν είτε με τα πυκνοβριθή γένια τους είτε με τα αραιόδοντα χτένια τους.

***

Επιλογος.

-Το λοιπόν αγαπητοί…
Στη Λάρισα υπηρετούσε στην αεροπορία.
Ήρθαν τα Χριστούγεννα παραμονή, προπαραμονή κάτι τέτοιο, αλλά ελλείψει προσωπικού, άδειες δεν δινόταν άνευ μέσου.
Ως εκ τούτου το έσκασε από τα διάτρητα σύρματα, τις διόδους ελευθερίας των στρατιωτών, όταν εκ της πολυχρησίας τους μετασχηματίζονται σε φαντάροι. Η μάνα στο σπίτι τον περίμενε είχε ετοιμάσει τα γιαπράκια των εορτών και το όλον κλίμα ήταν για οικογενειακές τρυφερότητες απ’ αυτές που δεν χρειαζόταν δημόσια δαπάνη.
Προσπέρασε το πάρκο Αλκαζάρ και το εκεί πρακτορείο των ΚΤΕΛ, ότι ήταν εντελώς ανάργυρος στη τσέπη με τα πολιτικά ρούχα, και σήκωσε τα διεθνές δάκτυλο του ώτο στοπ. Και περνούσαν και περνούσανε τα τραμ, ταρατάμ ταρατατάμ, τα Ι.Χ, τα δημόσια μέσα, ώσπου χριστιανός τις, με ένα σεμνό όχημα κατέβασε το τζάμι.
-Για πού πατριώτη;
- Για της Κοζάνης τα σοκάκια με τα σπίτια τα ψηλά, θέλησε να του δείξει κάτι το διαφορετικό απ’ ό,τι ήταν, ανθυπολόγιος ας πούμε, όπως υποσμη- νίας εισέτι. Το είχε φαίνεται η κλήρα του να το φέρνει και προς την ποίηση εκτός της μπαχαρικής, ελαιοχρωματιστικής, κηροπωλητικής κ.λπ.
-Εγώ για Φλώρινα. Έμπα.
-Κυρ’ κύριε, άρχισε χωρίς να ερωτηθεί, είμαι ένας φτωχός και τίμιος στρατιώτης, χωρίς δραχμή στη τσέπη, σκαστός από τη μονάδα χρονιάρες μέρες, άφησα όμως αντικαταστάτη μου• η μάνα μου με περιμένει καιρό τώρα, έφτιαξε και τα γιαπράκια -τα ξέρεις τα γιαπράκια μας κύριε ευγενικέ, είναι το απόλυτο φετίχ μας, που θα το λέει κι αργοτερότερα η κυρία αντιδημαρχίνα μας, μ’ αυτά φτιαχνόμαστε γενικώς και ειδικώς –γιαπρακούλι μου καλό, λεν οι ερωτευμένοι ένας τον άλλον όταν αρχίζουν ν’ αλληλοτρώγονται που λεν δηλαδή και δηλονότι- δεν γίνεται χωρίς αυτά Χριστούγεννα, δεν νοείται Χριστούγεννα χωρίς γιαπράκια, εκεί σ’ εμάς κι η μάνα μου ας με μάλωνε μικρόν: «Δεν θα γέντς προκοπή εσύ». Και τι να κάνω έφυγα σκαστός, αλλά άφησα σας το λέω αντικαταστάτη στη σκοπιά να μη κινδυνεύσει κι η πατρίδα από το σκασμό μου, κύριε…
Έλεγε, ξανάλεγε, επανερχόταν ένοιωθε κάπως κατηγορούμενος ενώπιον μιας πράξης που κάπως τον βάραινε.
Τον άκουγε ανέκφραστος, και το αζήτητο παραλήρημά του να μοιάζει με απολογία.
-Λοιπόν, είμαι αξιωματικός του Ελληνικό στρατού, τον άκουσε σαν να του έριχναν στην πλάτη νερό καυτό και στη συνέχεια κρύο. Άκουσε νεαρέ μου. Εγώ που τώρα κάθομαι και σ’ ακούω, σ’ έβαλα και στ’ αμάξι (πρώτο γοερό ένδον ωχ), να σε πάω στη μάνα σου που σου έφτιαξε και γιαπράκια, ορκίστηκα πίστη στην πατρίδα μέχρι θάνατου (διπλό ωχ ωχ). Θα την υπακούω ως την τελευταία ρανίδα της ζωής μου. Ουδεπόποτε θα έκανα κάτι εναντίον της ούτε μεγάλο πολύ δε περισσότερο ούτε μικρό. Γιατί τα μικρά και συνεχόμενα είναι αυτά που υπονομεύουν το έθνος. Είσαι ένας λιποτάκτης του ελληνικού στρατού (τριπλό ωχ, ωχ, ωχ) και ως εκ τούτου στρατοδικείο σε περιμένει κανονικό. Αν όλοι οι φρουροί της πατρίδος την κάνουν το ίδιο όπως η γιαπρακο-αναξιότης σου, τότε από τα προς Βορράν σύνορά μας θα ορμούσαν οι κομμουνιστέοι πεινάλες και οι κατσαπλιάδες οι οποίοι δεν φτάνει που έτρωγαν τις ρωσικές κονσέρβες, με τα κουτιά τους έσφαζαν και τους λαιμούς των Ελλήνων. Από δε την Ανατολή έτοιμη είναι κι η τουρκιά να μυρμηγκιάσει στους κάμπους της Θράκης, να πάρει πίσω ό,τι έχασε στους νικηφόρους μας βαλκανικούς πολέμους κ.λπ.
Τον άκουγε ζεματισμένος…
«Ολα αυτά εγώ τα έκανα», συλλογιζότανε. «Τότε θέλω σκότωμα»
Στον Τύρναβο πήρε στροφή για Λάρισα. Πίσω.
Αιχμάλωτος και θύμα της Χριστουγεννιάτικης ειρήνης θρηνούσε τη μοίρα, τη μάνα, τα γιαπράκια.
Τον παρέδωσε στην ΕΣΑ κι από κει κατευθείαν στο κρατητήριο. Πέσαν πάνω του κατά δεκάδες οι φυλακίσεις. Σύνολο μέρες σαράντα.
Στο τηλέφωνο η μάνα τον αναζητούσε.
-Αντε μπρε πιδί μ’ δεν θα ‘ναρθς;
-Αχ, μάνα βαστούν σαράντα μέρες τα γιαπράκια;
Είπε βαρυαλγών. Αυτή δεν πολυκατάλαβε αλλά επανήλθε στην από μακρού διαπίστωσή της.
-Δεν είπα ιγώ πως δεν θα γέντς προκοπή εσύ…

Κοζάνη, λίγο πριν το νέον έτος

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.2.2009

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Δύο καστοριανοί δάσκαλοι πριν από 50 χρόνια

Ο Βασίλειος Παπαγεωργίου ο ένας από τους δυο, από τη Βελανιδιά Νομού Καστορίας. Ο άλλος είναι ο αρχιμανδρίτηΣς Γερμανός Χρηστίδης από το Μαυροχώρι. Ο πρώτος ήταν ήδη αείμνηστος, όταν ο δεύτερος, ο οποίος γράφει και δημοσιεύει τα κείμενά του, τον μνημονεύει για να τον γνωρίσει στους αναγνώστες του. Μέσα, όμως, από το συγκεκριμένο κείμενο, που έχει ως τίτλο το ονοματεπώνυμο του πρώτου, ερχόμαστε σε επαφή και με τους δυο τους και εμείς οι νεότεροι. Και κερδίζουμε πολλά, σε μια στιγμή, μάλιστα, που το κοντέρ της Παιδείας μηδενίζεται, για να ξεκινήσει για πολλοστή φορά ο διάλογος για τη μεγάλη αυτή- και καταταλαιπωρημένη εδώ στην πατρίδα μας- κυρία από την αρχή.

Αείμνηστος ο Β. Παπαγεωργίου όχι μόνο χάριν του λόγου, αλλά κυριολεκτικά, αφού το κείμενο παρουσιάζει μια πραγματική μορφή, αλλά και μια φιλία σπάνιας μορφής, όπου, ο π. Γ. Χρηστίδης, ανώτερος ιεραρχικά, δε διστάζει καθόλου να γνωρίσει σε όλους- και σ’ εμάς τους μεταγενέστερους- όχι μόνο τη βαθύτατη φιλία των δυο τους, αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος κέρδισε πολλά ακούγοντάς τον και συζητώντας μαζί του∙ γι’αυτό και τον αποκαλεί «Μέντορά» του και καμαρώνει γι’ αυτόν.

Γνωρίζονται οι δυο τους στα τέλη του «αλησμόνητου ιδιαιτέρως για μας τους Μακεδόνες» 1912 στα Γιαννιτσά, όπου βρέθηκαν ο ιερωμένος –και προϊστάμενος της εκπαίδευσης-, εκεί, για να ενισχύσει τους ταλαιπωρημένους από τον πόλεμο κατοίκους, ο άλλος για να υπηρετήσει εκεί , καθώς απομακρύνθηκε από τον προϊστάμενο της Φλώρινας, όπου υπηρετούσε, γιατί δε συμφώνησε με τις απόψεις του και γι’ αυτό αναγκάστηκε να χωριστεί από την αγαπητή του οικογένεια. Παρά το μεγάλο του παράπονο, ο Β.Παπαγεωργίου δηλώνει στο νέο του προϊστάμενο πως θα συνεργαστεί μαζί του για « το συμφέρον της ελευθέρας πλέον Πατρίδος».

Στη συνέχεια, ο συγγραφέας παρουσιάζει τις ιδέες και τη συμπεριφορά του εκλιπόντος πια φίλου του και ταυτόχρονα και αξεχώριστα περιγράφει και το τι σημαίνει για τον ίδιο να είναι κανείς καλός δάσκαλος. Τα πετυχαίνει και τα δυο ταυτόχρονα, πολύ απλά γιατί ο φίλος του αποτελεί γι’ αυτόν το πρότυπο του καλού δασκάλου. Και τον ενσαρκώνει περίφημα. Ας παρακολουθήσουμε με προσοχή τα γραφόμενά του και ας βγάλει ο καθένας μας τα συμπεράσματά του:

-Ο καλός δάσκαλος μπορεί να επιβληθεί σε όλους και προπαντός στους μαθητές του.

-Ο καλός δάσκαλος (αυτό το είδαμε, εφαρμοσμένο, πιο πάνω) ξεχνάει τις όποιες δυσκολίες αλλά και τις όποιες αδικίες του συμβαίνουν και αφοσιώνεται με όλο το νου, όλη την καρδιά και όλες τις δυνάμεις του στο καθήκον της μόρφωσης των μαθητών του.

-Αγαπάει την Πατρίδα του και τους συμπατριώτες του τόσο όσο ο Β.Παπαγεωργίου, που έδειξε αξιοθαύμαστη ψυχραιμία και αφοβία κατά την εισβολή στη Φλώρινα των Γερμανοβουλγάρων το 1916 και δεν απομακρύνθηκε από τη θέση του, αν και διέτρεχε βέβαιο κίνδυνο ως Μακεδονομάχος. Και δεν την εγκατέλειψε παρά την αυστηρή διαταγή του Γαλλικού Επιτελείου για γενική εκκένωση της πόλης, η οποία επί 17 ημέρες υπέστη μεγάλη λεηλασία.

- Διακρίνεται ως κοινωνικός παράγων και αφήνει ανεξίτηλα ίχνη της διαβάσεώς του με τις κοινωνικές αρετές που τον χαρακτηρίζουν. Το όνομά του, η αξία του και γενικά η θαυμάσια προσωπικότητά του μένουν ως ίνδαλμα στη μνήμη όλων όσοι είχαν το σπάνιο ευτύχημα να τον γνωρίσουν και, αναπόφευκτα, τον θαυμάζουν, τον αγαπούν και τον εκτιμούν.

-Και οι δυο τους- άρα ο καλός δάσκαλος- θεωρούσαν τη μόρφωση ως απόκτηση γνώσεων από πολλές επιστήμες, προσπαθούσαν να διευρύνουν τον κύκλο των ιδεών των μαθητών τους προς όλες τις διευθύνσεις, και πίστευαν στην αναγκαιότητα της απόκτησης δεξιοτήτων και την κατανόηση και συναίσθηση ηθικών και αισθητικών αξιών, δηλ. της διάπλασης του χαρακτήρα μέσω της βούλησης για το αγαθό και της ανάπτυξης της εθνικής συνείδησης των νέων με βάση τις ιδεολογικές κατευθύνσεις του Ελληνικού πολιτισμού, δηλ. του ωραίου, του αγαθού, του αληθούς, του λόγου, του μέτρου, της αρμονίας, τα οποία είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη δημιουργού προσωπικότητας και του χριστιανικού πολιτισμού, δηλ. της θερμής πίστης στο Θεό και της αγάπης στο Θεό και τον πλησίον, η οποία πρέπει εν ανάγκη να φτάνει μέχρι τη θυσία.

-Ο δάσκαλος διδάσκει με όλα του. Ακόμα και με την έκφραση, την προφορά, τη γλυκιά φωνή, τις κανονικές κινήσεις, το ελκυστικό ύφος, την ψυχραιμία, την αντοχή, την πνευματική ευκινησία και ετοιμότητα, την προσαρμογή στην παιδική ψυχή και άλλες αρετές, κυρίως όμως τη διαίσθηση να επιβάλλει στους άλλους την ψυχική επίδραση της προσωπικότητάς του, να κερδίζει την εμπιστοσύνη τους, να τους κατακτά με το μεγάλο δώρο της αγάπης και να θυσιάζεται για τους μαθητές του, τους οποίους οφείλει ν’ αγαπά, ν’ αγαπά ό,τι εκτιμά και να εκτιμά ό,τι γνωρίζει καλά.

-Στη δουλειά του είναι απαραίτητο να εφαρμόζει τον παιδαγωγικό έρωτα του Πλάτωνος και την παιδαγωγική αγάπη του Πεσταλότσι. Γιατί μόνο η αγάπη έχει να προσφέρει στον άλλον ∙ μόνο αυτή δημιουργεί και παρουσιάζει τον παιδαγωγό ιδιαίτερο τύπο. Και όσοι έχουν την αγάπη αυτή είναι ικανοί να βρίσκουν και να αφομοιώνουν τις γνώσεις που είναι απαραίτητες στο αντικείμενο της αγάπης τους, το μαθητή. Είναι το μυστικό κλειδί που ανοίγει την πόρτα της καρδιάς και κάνει θαύματα όπου το χέρι της βάλει, όπως λέει ο Κ. Παλαμάς. Ακόμα, ο καλός δάσκαλος κατανοεί το μαθητή του. Έτσι οι μαθητές αγαπούν το δάσκαλό τους και μαθαίνουν από εκείνον τον οποίο αγαπούν. Κι εκείνος, με τη γνώση του λαού και τη μόρφωσή του, γίνεται ο φορέας της θέλησης και της δύναμης του λαού του και έχει μέσα στην ψυχή του το λαό του, τον οποίο εκπροσωπεί πάντοτε.

-Έχει συνείδηση της ευθύνης και του καθήκοντος, καθώς και του τι μπορεί να κατορθώσει αποτελεσματικά. Διατηρεί δε με την αγάπη τη δροσιά, τη χαρά των μαθητών, τη ζωντάνια του πνεύματός τους και διαθέτει τον εαυτό του πρόθυμο σ’ αυτούς, για να πλαταίνει η παιδική ψυχή και να ανοίγονται νέοι ορίζοντες.

-Το παν είναι η προσωπικότητα του δασκάλου και όχι μόνο η μέθοδος, γιατί η προσωπικότητα έχει κυρίως τις ρίζες στην καρδιά, το συναίσθημα και όχι μόνο στη διάνοια. Δεν είναι οι γνώσεις μόνο, αλλά κυρίως ο ενθουσιασμός για το αληθές, το ωραίο, το αγαθό. Γιατί η γνώση δε σημαίνει και μόρφωση, αφού υπάρχουν πολλοί που έχουν πολλές γνώσεις, χωρίς να είναι και μορφωμένοι.

-Δίνει μεγάλη φαντασία στη φαντασία, ζητά τη μόρφωση της φαντασίας, την καλλιτεχνική μόρφωση, γιατί ο δημιουργικός σπόρος βρίσκεται περισσότερο στη φαντασία παρά στη νόηση.

-Ο δάσκαλος οφείλει να είναι ελεύθερος από τα δεσμά της μεθοδολογίας και του προγράμματος και τα σχολεία πρέπει να είναι οργανωμένα ως σφαίρα πραγματικής ζωής. Γι’ αυτό και έχουν ιδιαίτερη αξία τα παιχνίδια, οι εκδρομές και οι γιορτές για την άρτια αγωγή.

-Χρειάζεται πάνω απ’ όλα να φυτεύει και να αναπτύσσει στις ψυχές των μαθητών του ιδανικά, γιατί χωρίς αυτά ο άνθρωπος παύει να ζει, είναι ζωντανός νεκρός. Μέσα στο σχολείο πρέπει κάθε μαθητής, εκτός απ’ όλα τ’ άλλα, να μάθει να εκτιμά την αξία της εθνικής ελευθερίας, να γίνει εθνικός τύπος που αισθάνεται βαθιά τους δεσμούς του με το λαό του με όλες τις περιπέτειές του και να γνωρίζει ότι η πρόοδος της Πατρίδας του είναι δυνατή μόνο όταν ευδαιμονεί το σύνολο.

-Τέλος, ο καλός δάσκαλος αποκτά ανεξάντλητες δυνάμεις από την πίστη του πως αγωνίζεται για υπόθεση ιερή και εθνική και κατορθώνει να παρουσιάσει μαθητές που μπορούν να συνδυάζουν τη θετικότητα με τη δημιουργική φαντασία, την πραγματικότητα με τα ευγενή όνειρα ∙ μαθητές που αναζητούν με επιμονή την αλήθεια, καλλιεργούν την περιέργεια, επιζητούν το έξοχο, διέπονται από το πνεύμα της συνεργασίας, σέβονται τις γνώμες και την αξία των άλλων χωρίς με αυτό να αλλάζουν τις πεποιθήσεις τους, τηρούν πιστά τα καθήκοντα και τις πεποιθήσεις τους και γίνονται γενικά δημιουργοί.

Αυτά γράφει το 1958 στο περιοδικό «Αριστοτέλης» της Φλώρινας ο σπουδαίος Καστοριανός (από το Μαυροχώρι) λόγιος π. Γ. Χρηστίδης σχετικά με την Παιδεία. Χρειάστηκε να κάνω δραστική περικοπή του κειμένου χάριν συντομίας, αλλά μετέφερα τα γραφόμενά του, προσαρμόζοντας τη γλώσσα του μόνο όπου δεν άλλαζε το νόημα και η ομορφιά των λέξεων που χρησιμοποίησε ο ίδιος. Θα ήθελα να κάνω πολλές υπογραμμίσεις –το απέφυγα, όμως-, καθώς θαμπώθηκα από τη φρεσκάδα των ιδεών του και από τη διαπίστωση πως πριν από 50 χρόνια κάποιοι δάσκαλοι είχαν στο νου τους πράγματα που εμείς οι σημερινοί συχνά ούτε που λαμβάνουμε υπόψη μας, προκειμένου να πετύχουμε άλλα, ήσσονος σημασίας.

Το κείμενο, λοιπόν, αυτό είναι τόσο επίκαιρο, τόσο διαχρονικό, που αφιερώνεται στο διάλογο για την ιερή υπόθεση της Παιδείας, που στη χώρα μας είναι καταδικασμένη να ξεκινά πάντα από μηδενική βάση και να μην μπορεί να ξεφύγει προς τα πάνω όπως και όσο της αξίζει, με την ευχή οι τρεις μέγιστοι Ιεράρχες που γιορτάζουν αύριο να ρίξουν άπλετο το φως τους πάνω μας-ιδιαίτερα σ’ αυτούς που αποφασίζουν- για να μπορέσουμε να βγούμε από τα σκοτάδια που αποτελούν τις μόνιμες απειλές της χώρας όπου γεννήθηκε το φως…

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.1.2009

24/2/09

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Συνέχιση της συνομιλίας με τον Νώντα Τσίγκα (1)

Ανένδεκτόν εστι του μη ελθείν τα σκάνδαλα (2).
Ουαί δε δι’ ου έρχεται.
(Είναι αδύνατο να μην έλθουν τα σκάνδαλα.

Αλλοίμονο όμως σε εκείνον δια του οποίου έρχονται).
Λουκάς, 17, 1-2

Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον την απάντηση του κ. Νώντα Τσίγκα στο σχόλιό μου, και συμμερίζομαι τις ανησυχίες του, για να μην πω τις αγωνίες του. Κατόπιν τούτου αισθάνθηκα την ανάγκη να συνεχίσω τη συζήτηση μαζί του μέσω της ΟΔΟΥ, αναλογιζόμενος το ευαγγελικό λόγιο: Μη ταρασσέσθω υμών η καρδία (Ιω. 14,1). Δυστυχώς δεν διαθέτω έναν αναλυτικό τρόπο του σκέπτεσθαι, ώστε με ισόρροπη και χωρίς εμπάθειες σκέψη να προβώ σε αντικειμενικές διαπιστώσεις ως προς τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν στην τελευταία έξαρση της βίας στον τόπο μας, και να εξάγω χρήσιμα συμπεράσματα. Σκέφτηκα λοιπόν ότι θα μου ήταν πιο πρόσφορο να εκφραστώ μέσα από λόγια άλλων.

Οι θαυμάσιοι και μεστοί νοήματος στίχοι του Ρίλκε, που παραθέτει ο κ. Τσίγκας και μιλούν για την παραίτηση και τη φτώχεια, ανακάλεσαν στη μνήμη μου τους λόγους του Γρηγορίου Ναζιανζηνού: «Όλοι μας θα δοκιμαστούμε στο καμίνι της απελπισίας για να αποκτήσουμε επίγνωση του πόσο βαθιά είναι η δίψα μας για αγάπη. Συνταγές για την απελπισία δεν υπάρχουν, ο καθένας θα γονατίσει μοναχός του και με τα δικά του πόδια θα συρθεί. Με τον δικό του χαρακτήρα θα παλέψει, με τις ιδιαίτερες βιολογικές καταβολές της ιδιοσυγκρασίας του. Ο καθένας εντέλει θα ακολουθήσει την δική του καρδιά. Ωστόσο, αν επιμένετε να ζητάτε έναν τρόπο, τρία γυμνάσματα θα μπορούσα να σας πω: Πτωχεία, πτωχεία, πτωχεία! Πτωχεία από προσδοκίες και αξιώσεις για συμπαράσταση και κατανόηση από τους άλλους. Πτωχεία από υλικά αγαθά και κάθε τι που μπορεί να γίνει το επίγειο στήριγμά σας. Μα πάνω απ’ όλα πτωχεία από τον ίδιο σας τον εαυτό. Αδειάστε από κάθε φιλοδοξία. Κανένας μας δεν θα σώσει τον κόσμο, παρά μόνον ο Θεός».

Από την άλλη ο σπουδαίος Πορτογάλος συγγραφέας Φερνάντο Πεσσόα, που η ψυχή του παιδεύτηκε μέσα στον μηδενισμό την εποχή που ανθούσαν στην Ευρώπη οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες, γράφει στο Βιβλίο της Ανησυχίας:
«Τι σκοτεινή δόξα να είσαι μεγάλος χωρίς να είσαι τίποτα! Τι ζοφερή μεγαλοπρέπεια, αυτή τού άγνωστου μεγαλείου…Και ξαφνικά νιώθω αυτό το μυστηριώδες πού έχει ο αποτραβηγμένος μοναχός, ο αποκομμένος από τον κόσμο ερημίτης, που έχει συνειδητοποιήσει την ουσία τού Χριστού μέσα στα βράχια και τις σπηλιές της απόλυτης απομόνωσής του…
»Κι εγώ, ο ανώνυμος υπαλληλάκος, καθισμένος στο τραπέζι μου μέσα σε τούτο το δωμάτιο, είμαι λιγότερο τιποτένιος, και γράφω λέξεις πού είναι σαν την σωτηρία τής ψυχής μου, το δαχτυλίδι τής παραίτησης στο ευαγγελικό μου δάχτυλο, το ασάλευτο κόσμημα μιας εκστατικής περιφρόνησης.…..
»Μια βαθιά και αηδιαστική περιφρόνηση για όσους εργάζονται για την ανθρωπότητα, για όσους πολεμούν για την πατρίδα και δίνουν τη ζωή τους προκειμένου να συνεχιστεί ο πολιτισμός…., μια περιφρόνηση γεμάτη αηδία για εκείνους που αγνοούν ότι η μόνη πραγματικότητα για τον καθένα είναι η ίδια του η ψυχή, και τα υπόλοιπα – ο εξωτερικός κόσμος και οι άλλοι – ένας ακαλαίσθητος εφιάλτης, όπως στα όνειρα, το αποτέλεσμα μιας δυσπεψίας του πνεύματος…..
»Ολες τις κινήσεις και τις προθέσεις της ζωής, από την απλή ζωή των πνευμόνων ως την οικοδόμηση των πόλεων και την οχύρωση των αυτοκρατοριών, τις θεωρώ υπνηλία, πράγματα σαν τα όνειρα ή την ανάπαυση, που διαδραματίζονται αθέλητα στο διάστημα ανάμεσα στη μια πραγματικότητα και την άλλη, ανάμεσα στη μια και την άλλη μέρα του Απόλυτου….»(3).

Μετά την κατάρρευση των προτύπων θυσίας, τουλάχιστον όπως τα διδαχτήκαμε (όρα αμαύρωση του αγάλματος του Ρήγα Φεραίου, αν και η κατάρρευση των προτύπων θυσίας στη Δύση είναι, κατά τη γνώμη μου, γενική και δεν αφορά μόνο την ελληνική επικράτεια και ιστορία), τα πρότυπα-είδωλα που προβάλλονται από παντού και όλοι αναδεικνύουμε και προσκυνούμε, –συμπεριλαμβανομένων των κουκουλοφόρων, είναι τα πρότυπα της εξουσίας, της ισχύος, του πλούτου, και της επιβολής, διαιωνίζοντας τον φαύλο κύκλο όπου οι θύτες μετατρέπονται σε θύματα και τα θύματα σε θύτες.

Τι λογής απέκδυση χρειάζεται ώστε να πάψει κανείς να μάχεται τον πλησίον; Πώς θα σπάσει ο φαύλος κύκλος του θύτη-θύματος και του θύματος-θύτη; Τούτο δεν μπορεί πιστεύω να συμβεί αν δεν υπάρξει μια πλήρης και άνευ όρων παραίτηση από τα έργα της βίας και τη λογική της. Αυτή η στάση αποτελεί για μένα την μεγαλύτερη επανάσταση μέσα στα όρια του κόσμου, πέρα και πάνω από κάθε Βαστίλη ή Χειμερινό ανάκτορο και τα συμπαρομαρτούντα αυτών, τους Ροβεσπιέρους και τους Στάλιν. Στάση, ωστόσο, που, μέσα σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν η βία και οι τρόποι της, μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο που δεν τον κινεί το μίσος, η οργή, και η επιθυμία του πλούτου και της επιβολής, στη θέση του αθώου θύματος. Ένας τέτοιος άνθρωπος έχει απόλυτο δικαίωμα όχι μόνο να κλείσει το κουμπί της τηλεόρασης, αλλά και να πετάξει τη συσκευή στα σκουπίδια.

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος
akosmatopoulos@beepcomputers.gr
.
ΥΓ.1. Κανείς, αγαπητέ μου Νώντα Τσίγκα, δεν σας κακίζει αν διαβάζετε την «Ελευθεροτυπία» ή όποια άλλη εφημερίδα, ούτε φυσικά χρειάζεται να απολογηθείτε για ο,τιδήποτε. Εγώ είμαι που εκτέθηκα με τα όσα είπα, διότι κάλλιστα θα μπορούσε να μου πει κανείς, «και ποιος είσαι εσύ που θεωρείς ύποπτη μια εφημερίδα που λάμπρυνε επί δεκαετίες το δημοκρατικό μας στερέωμα, ενημερώνοντας και γαλουχώντας εκατομμύρια αναγνώστες;». Πράγματι, δεν έχω να απαντήσω τίποτα σ’ αυτό. Μου έρχονται μόνο στο νου οι στίχοι του μακαριστού φίλου μου, ζωγράφου και ποιητή Γιάννη Ζήκα:

Εσείς μ’ όλα τα μέσα
Κι εμείς με όλο το μέσα
(4).

ΥΓ.2. Και για να χαριτολογήσουμε. Προβλέπω σύντομα η κουκούλα να γίνει της μόδας, αν δεν έγινε ήδη.


1 Νώντα Τσίγκα, (Ανα)καλύπτοντας και πάλι το πρόσωπο, (ΟΔΟΣ, 15-1-2009)
2 Σκάνδαλα: Διάβαζε και «λίθος προσκόμματος, εμπόδιο».
3 Μπερνάρντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα), Το βιβλίο της ανησυχίας, μτφρ. Μαρία Παπαδήμα, Εκδ. ΕΞΑΝΤΑΣ 2004
4 Γιάννη Ζήκα (1945-2008), Φύλλο και φτερό, ποιήματα, εκδ. ΜΥΓΔΟΝΙΑ 2009.



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.2.2009

19/2/09

ΟΔΟΣ: Who i$ the Boss?

Το (χρονικά) τελευταίο επεισόδιο που μεταδόθηκε την περασμένη Παρασκευή από ραδιοτηλεοπτικά μέσα, ώστε να μη μείνει κανείς απληροφόρητος για τα κατορθώματα των στελεχών του κρατικού μηχανισμού, με πρωταγωνιστή αυτή την φορά τον κ. Αλιβιζάτο, που είναι πρόεδρος των Τουριστικών Ακινήτων του Δημοσίου, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Ο κ. Αλιβιζάτος, επικαλούμενος διαρκώς την παρουσία, δηλαδή την μαρτυρία και επομένως την πολιτική κάλυψη της βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας κ. Βίβιαν Μπουζάλη -ελάχιστες ημέρες μετά την εξομολογητική δήλωση της τελευταίας ότι «δεν κάνει πολιτική»- πέρασε με αυτόν τον ιδιόρρυθμο τρόπο στην μάταιη αιωνιότητα της εγχώριας ειδησεογραφίας.

Ο κ. Αλιβιζάτος, επικαλούμενος διαρκώς την παρουσία, δηλαδή την μαρτυρία και επομένως την πολιτική κάλυψη της βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας κ. Βίβιαν Μπουζάλη -ελάχιστες ημέρες μετά την εξομολογητική δήλωση της τελευταίας ότι «δεν κάνει πολιτική»- πέρασε με αυτόν τον ιδιόρρυθμο τρόπο στην μάταιη αιωνιότητα της εγχώριας ειδησεογραφίας.
έσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων και στις δύο παρεμβάσεις του (σε ραδιόφωνο και τηλεόραση) ξιφούλκησε με μειωτικούς χαρακτηρισμούς, ισχυρισμούς, ειρωνείες και υπονοούμενα σε βάρος του νομάρχη Καστοριάς κ. Κων/νου Λιάντση. Και επιτέθηκε στον λαό της Καστοριάς, ισχυριζόμενος ότι αυτός και οι φορείς του, και όχι η διαχειρίστρια εταιρεία, είναι υπεύθυνος για την κατάσταση του κτηρίου του Ξενία. Το οποίο από κόσμημα της πόλης, κατέληξε περίπου ερείπιο και άντρο από τότε που πέρασε στα χέρια της εταιρείας, στην οποία υπηρετεί ο αψύς κύριος Αλιβιζάτος.

Το κτήριο του Ξενία ζητούσε κάποτε ο Δήμος, ενώ τα τελευταία μερικά χρόνια διεκδικεί η Νομαρχία. Ταυτόχρονα, όπως εντόνως φημολογείται, το κτήριο του Ξενία αποτελεί πολιτικό στόχο, σαν ένα από τα πετράδια στο λαμπρό στέμμα του υψηλού πολιτικού οράματος της κυρίας βουλευτή. Κατά την οποία όπως ήταν αρχικά γνωστό, το ιστορικό ξενοδοχείο έπρεπε να δοθεί σε ιδιώτη ώστε να λειτουργήσει και πάλι ως ξενοδοχείο πολυτελείας. Ακουγόταν μάλιστα με επιμονή το όνομα μιας πολύ γνωστής αλυσίδας ξενοδοχείων ελληνικών ιδιωτικών συμφερόντων. Απ’ αυτές που δίνουν όσα-όσα για να πραγματοποιήσουν τους επενδυτικούς τους στόχους.

Μέχρι που από προχθές, μετά την συνέντευξη-ποταμό του αγνώστου σε όλους μας μέχρι τότε κ. Αλεβιζάτου, η ίδια ξαφνικά αναδιπλώθηκε. Δήλωσε πια ότι στόχος της είναι να γίνει το ιστορικό ξενοδοχείο πολιτιστικό κέντρο. Άβυσσος τα οράματα των πολιτικών με τολμηρές ιδέες.

Μεγάλη φασαρία, θολό τοπίο και πολύς κρότος για ένα κτήριο (ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής αξίας) που ωστόσο για 10 περίπου χρόνια παραμένει κλειδωμένο, εγκαταλειμμένο από όλους, λεηλατείται και σιγά-σιγά καταστρέφεται. Και το οποίο τους περασμένους μήνες, προτάθηκε και ως λύση για στέγαση μερικών από τις λειτουργικές ανάγκες της Αρχιτεκτονικής Σχολής. Γι’ αυτό και η τύχη του τείνει να εξελιχθεί σε μήλο της έριδος.

Το θέαμα, της δημόσιας... επίπληξης του νομάρχη και των βαρύτατων κατηγορών του θυμωμένου κ. Αλιβιζάτου σε βάρος των πολιτών της Καστοριάς, ο οποίος περιέργως επικαλούνταν με το παραμικρό την μαρτυρία της βουλευτού, σε διαφορετικές συνθήκες θα ήταν απλά ψυχαγωγικό. Ένας μετακλητός υπάλληλος που διορίστηκε στην χρυσοπληρωμένη θέση του -προφανώς λόγω της κομματικής ιδιότητας του και ως στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας- να μαλώνει τον νομάρχη ενός τόπου, δεν είναι και η πιο σοβαρή υπόθεση. Όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση προκαλούσε ζωηρά αισθήματα δυσαρέσκειας και αποστροφής προς τον εκπρόσωπο των Τουριστικών Ακινήτων του Δημοσίου, που έδινε την εικόνα εκπροσώπου των Ιδιοκτητών Ακινήτων.

Είχε το θάρρος (ή μήπως ήταν κάτι χειρότερο), να δηλώνει με πείσμα ότι αυτός (…) θα αποφασίσει για την χρήση του κτηρίου που ταιριάζει στην Καστοριά, και όχι η τοπική κοινωνία. Τόσο προσωπικά και με τόση θέρμη, φαίνεται αντιμετωπίζει το πρόβλημα, που πήρε φόρα και «τα έβαλε» δημοσίως με τον νομάρχη αλλά και την Καστοριά (με εξαίρεση την βουλευτή), αδιαφορώντας όχι απλώς για τον κομματικό, αλλά και για τον κοινωνικό αντίκτυπο.

Επισημαίνεται ότι η κατά τα λοιπά η διόλου σιωπηλή βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας τις επόμενες ημέρες δεν βρήκε ούτε μια λέξη στις συνήθως μακροσκελείς περί παντός επιστητού δηλώσεις της για να διαχωρίσει την θέση της, ή να κρατήσει κάποιες διακριτικές αποστάσεις.

Το πρόβλημα δεν είναι βέβαια ο κ. Αλιβιζάτος, που σε ορισμένα από τα σημεία των παρατηρήσεών του μπορεί και να έχει ένα κάποιο δίκιο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα υψηλόβαθμα στελέχη της Ν.Δ. και των μηχανισμών της διοίκησης, άρχισαν να λύνουν τις διαφορές τους. Και πως τις διαφορές αυτές τις πληρώνει ο τόπος, δηλαδή η Καστοριά και οι κάτοικοί της.

Μπορεί το επίπεδο του πολιτικού πολιτισμού της Καστοριάς να μην είναι και από τα πιο υψηλά, αλλά προφανώς κανείς σκεπτόμενος πολίτης δεν μπορεί παρά να καταδικάσει χωρίς περιστροφές την αισθητική και την ουσία μιας κανονικής, δημόσιας διαπόμπευσης ενός αιρετού, και τις δηλώσεις περιφρόνησης προς την Καστοριά. Από κάποιον που μάλιστα ανήκει στον ίδιο πολιτικό χώρο. Από ένα ατσαλάκωτο, διορισμένο κομματικό στέλεχος του κρατικού μηχανισμού, που κατέληξε να συμπεριφέρεται, όχι σαν τεχνοκράτης, αλλά σαν γραφειοκράτης. Στέλεχος σαν κι’ αυτά τα οποία εσχάτως, για την ολέθρια συμβολή τους στην πρόοδο των μεγάλων ανοικτών προβλημάτων της οικονομίας και της κοινωνίας, ονομάστηκαν απλά και χαριτωμένα golden boys.

Το πρωτοφανές αυτό συμβάν αποκάλυψε απλώς δημόσια και επίσημα την άβυσσο που χωρίζει τις απόψεις και τις στρατηγικές του κ. νομάρχη Καστοριάς με την κ. βουλευτή, με την οποία παρεμπιπτόντως μοιάζει πια να διαφωνεί σχεδόν σε όλα. Να είναι συμπτωματικό άραγε το γεγονός ότι ο κ. Αλιβιζάτος έμοιαζε ότι συμπλέει με την στάση της κ. βουλευτού, ή μήπως καθόλου συμπτωματικό; Να είναι επίσης «συμπτωματικό» ότι η κ. βουλευτής δείχνει να διαφωνεί σε κάθε τι που ο νομάρχης με τις όποιες δυνάμεις του, την αμφιλεγόμενη αποτελεσματικότητα των προσπαθειών του, και τις λοιπές αδυναμίες, προσπαθεί να προωθήσει για την πόλη ή τον νομό της Καστοριάς, όπως συνέβη και στην περίπτωση του 1ου Γυμνασίου;

Να είναι σύμπτωση το γεγονός ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις (των διαφωνιών βουλευτή-νομάρχη) πάντοτε εμφανίζεται εξ ουρανού και εμποδίζει να πραγματοποιηθούν τα βήματα που απαιτούνται για την υλοποίηση των μεσοπρόθεσμων στόχων, κάποιος δοτός υπηρεσιακός παράγοντας; Στην περίπτωση αυτή ήταν ο κ. Αλιβιζάτος, ενώ στην περίπτωση της Σχολής ο κ. Μεσσαλάς, που με τις δηλώσεις και τις ενέργειές τους πιο πολύ μπερδεύουν παρά ξεδιαλύνουν τα πράγματα. Συμπεριφέρονται σαν κάποιος να μη θέλει την Σχολή στην Καστοριά και τον νομάρχη στις πόρτες του Ξενία. Καθ’ ότι, τα συμφέροντα που συγκρούονται και ενδιαφέρονται είναι τεράστια.

Περίεργα πράγματα. Και ασφαλώς νέα ήθη. Ταπεινά είναι σίγουρα. Σεμνά όμως; Ώστε ορισμένοι της Νέας Δημοκρατίας ήδη να προβλέπουν ότι ο ένας από τους πόλους της ρήξης, στο τέλος αυτής της διαδρομής, θα φύγει νύκτα από την Καστοριά.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.1.2009

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Αγαπητέ μου κύριε διευθυντά,

Όπως μαθαίνω πληροφοριακά στην Καστοριά, γίνονται συνεχώς (και αδιαλείπτως) ημερίδες, διημερίδες και βαρύγδουπα συνέδρια και θα ήθελα να καταθέσω ταπεινά την γνώμη μου για την λίμνη, ύστερα από έρευνες και μετρήσεις 40 ετών, δεδομένου ότι δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να διατυπώσω αυτήν στους ειδικούς που χειρίζονται, οργανώνουν τις ημερίδες, μελετούν, αξιολογούν και ρυθμίζουν (ως επαΐοντες) τα της λίμνης. Αν όμως η λίμνη γίνει ως η Κορωνίδα, δεν θα βρεθεί κανένας υπεύθυνος, όλοι θα δηλώνουν άσχετοι και άγνοια του εγκλήματος. Εν πάση περιπτώσει και επειδή δεν προσκλήθηκα να διατυπώσω την γνώμη μου για την λίμνη, την διατυπώνω εδώ εν συμπεράσματι:
Για να σωθεί λοιπόν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα η λίμνη μας, χρειάζεται για μεν τις άμεσες μεσοπρόθεσμες ενέργειες να γίνουν:
α) Εκτροπή της Σταραρέκας για να αποφευχθεί η ένωσή της με την Γκουλουμπίντσα, που θα επιφέρει δυσμενέστατες επιπτώσεις στην λίμνη. Το κόστος δεν είναι μεγάλο (ίσως 10-20.000 ευρώ) αν όχι ασήμαντο και η ωφέλεια τεράστια.
β) Να εμπλουτιστεί η λίμνη μας με νερά από τον Άγιο Αντώνη ή τον Αλιάκμονα.
γ) Να σταματήσουν αμέσως οι γεωτρήσεις στην γύρωθεν της λίμνης περιοχή, με αυστηρότατες ποινές για τους ενεργούντες παράνομες γεωτρήσεις.
δ) Να νομοθετηθεί το γρηγορότερο ο «φορέας διαχείρισης της λίμνης» που λιμνάζει στο γραφείο του υφυπουργού Περιβάλλοντος από τετραετίας!
ε) Προμήθεια μετρητή διαλυμένου οξυγόνου (κοστίζει περίπου 1200 ευρώ!) για να ξέρουμε κάθε στιγμή την βιολογική κατάσταση της λίμνης.
Όσον αφορά στις μακροπρόθεσμες ενέργειες πρέπει να περιληφθούν τα εξής:
α) Σοβαρή μελέτη και κατασκευή ιχθυοτροφείου (όχι γούρνες).
β) Περιορισμός των εισερχομένων φερτών υλών από τους γύρωθεν χειμάρους με ειδικά φράγματα (αρκετά δαπανηρή).
γ) Μόνιμος αφαίρεσης επιπλεόντων ρύπων με ειδικό πλωτό μηχάνημα (ιδίως το καλοκαίρι).
δ) Περιμετρική τάφρος προς συλλογή των φυτοφαρμάκων τα οποία προέρχονται από την απόπλυση των ψεκαζομένων φυτών γύρωθεν της λίμνης (μεγάλο κόστος).
ε) Αφαίρεση μέρος του ρυπαρού πυθμένα με ειδική συσκευή αναρρόφησης και χρήση των αφαιρούμενων υλών ως λίπασμα κατόπιν αναλύσεως αυτών (πολυδάπανη), και τέλος:
στ) Διαχείριση καλαμώνων.Όλα τα άλλα που προτείνονται από τους «δήθεν ειδικούς» είναι χωρίς σημασία και γίνεται η προβολή αυτών για οποιονδήποτε σκοπό, εκτός από την σωτηρία της λίμνης μας. Όποιοι θέλουν ας τα ακούσουν. Οι άλλοι και οι άλλες ας συνεχίζουν τις ημερίδες. Θα τους ωφελήσουν αυτούς, ιδίως τους πολιτικάντηδες, αλλά όχι την λίμνη. Διότι η λίμνη δεν θέλει λόγια (από τα οποία χόρτασαν μου λένε οι φίλοι μου Καστοριανοί), αλλά έργα τα οποία όμως δεν γίνονται. Μήπως περιμένουν τον «ενιαίο φορά διαχείρισης» να μοιράσει οφίκια;
Σημείωση η παραπάνω επιστολή στάλθηκε στην Νέα Καστοριά αλλά δεν δημοσιεύθηκε.


Με εκτίμηση και τιμή
Δρ Δρ Αναστάσιος Β. Κοβάτσης
καθηγητής βιοχημείας και τοξικολογίας του ΑΠΘ


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.1.2009

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Κύριε διευθυντά,

Διάβασα στην εφημερίδα σας στην στήλη ‘Κάποτε στην Καστοριά’ άρθρο συνεργάτη σας που αναφερόταν στην επαγγελματική μου δραστηριότητα που σχετίζεται με την κατασκευή των μηχανών σταματώματος. Αυτά που αναφέρει ο αρθρογράφος («στοχαστής») είναι όντως έτσι όπως τα περιγράφει και θα ήθελα να σας ευχαριστήσω ειλικρινά για την δημόσια αναγνώριση που μου γίνεται μέσω της εφημερίδας σας. Εγώ με την φαντασία μου και την επιμονή μου πράγματι κατόρθωσα και έφερα τις μηχανές αυτές, σε ένα επίπεδο, που είναι ανώτερο από τις εισαγόμενες, με συνεχιζόμενη προσπάθεια για ακόμη μεγαλύτερη βελτίωση. Είναι μια προσπάθεια την οποία ξεκίνησα από το 1985 και πέρασε από πολλά και δύσκολα στάδια, μέχρι να φθάσει στα σημερινά επίπεδα. Δεν είναι εύκολο πράγμα να ανταγωνισθεί κανείς μια ξένη μεγάλη επιχείρηση με τεράστια κεφάλαια, ώσπου να γίνεις ανταγωνιστικός και αποδεκτός.
Μολονότι την προσπάθειά μου αυτήν την αναγνωρίζουν πολλοί γουνοποιοί και τους ευχαριστώ γι’ αυτό, θα ήθελα όμως να έχω και την ανάλογη συμπαράσταση από τους φορείς του κλάδου, προκειμένου να βελτιώνουμε όλο και περισσότερο την απόδοση των μηχανών αυτών προς όφελος όλων μας. Θα πρέπει να καταλάβουν τόσο οι γουνοποιοί όσο και οι φορείς της γούνας ότι, όσο περισσότερη γνώση αποκτιέται στον τόπο μας τόσο το καλύτερο για τον κλάδο.
Εγώ αυτή την προσπάθεια την ξεκίνησα και την συνεχίζω από μεράκι και επιμονή να δημιουργήσω ένα προϊόν, το οποίο δεν έχει ευρεία κατανάλωση, προκειμένου να σπάσω το μονοπώλιο και τα κατάφερα παρά τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπισα και αντιμετωπίζω, καθότι είμαι ένας οικοτέχνης - βιοτέχνης με περιορισμένα κεφάλαια και περιορισμένη αγορά.Ελπίζοντας ότι η τοπική αγορά να εκτιμήσει την προσφορά μου και να με δικαιώσει σ’ αυτή μου την προσπάθεια, θέλω τελειώνοντας, ειλικρινά να σας ευχαριστώ και πάλι, για την ευχάριστη έκπληξη της αναγνώρισης, ευχόμενος συνάμα καλή επιτυχία και στην δική σας και των συνεργατών σας προσπάθεια.

Με εκτίμηση
Σάββας Προδρομίδης
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.1.2009

ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΤΕΡΙΑΚΗ: Συνελθόντες

Οι άνθρωποι μιας κάποιας ηλικίας μεγαλώσαμε μαθαίνοντας το Εορτολόγιο. Οι σημερινοί νέοι πληροφορούνται παράλληλα τις λεγόμενες Παγκόσμιες Ημέρες. Όπως κι αν έχει μάθει κανείς, στις 30 του Γενάρη θυμάται ότι η ημέρα αυτή είναι αφιερωμένη στους Τρεις Ιεράρχες: τον Βασίλειο τον Μέγα, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο.
Στα Σχολεία εκφωνούνται πανηγυρικοί, στις εκκλησίες γίνονται συνάξεις και ευχής έργον είναι να μην καταντά ο φόρος τιμής σε βιογραφικές μόνο αναφορές και στείρα προγονοπληξία, που δεν βοηθούν στη γόνιμη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν.
Σε μέρες κρίσιμες για την Εκπαίδευση κρίνεται και η επιλογή της καθιέρωσης αυτών των τριών ανδρών ως Προστατών του κόσμου της Παιδείας. Τι έχουν να μάς πουν σήμερα οι Τρεις Ιεράρχες; Σε τι θα ωφελήσει νέο του 21ου αιώνα να στραφεί στον βίο και το έργο ανθρώπων του 4ου αιώνα μ.Χ.;
Τα πράγματα άλλαξαν. Ο άνθρωπος όμως; Οι συνθήκες διαβίωσης σίγουρα άλλαξαν. Η ανθρώπινη ψυχή όμως, όπως εκδηλώνεται ανάλογα με τις περιστάσεις, δεν άλλαξε. Κι αυτήν την ψυχή αγωνίστηκαν να σώσουν οι Τρεις Ιεράρχες, κι ας μην κέρδισαν τον κόσμο όλον.
Γι’ αυτό Εκείνοι στράφηκαν πρώτα στην καλλιέργεια της δικής τους ψυχής, σύμφωνα και με τη συμβουλή του Ισοκράτη, τους λόγους του οποίου τόσο αγάπησε ο Μ. Βασίλειος: «Όταν θέλεις να συμβουλευτείς κάποιον για τα προσωπικά σου, πρώτα εξέτασε πώς νοικοκύρεψε τα δικά του. Γιατί αυτός που δεν τακτοποίησε τα προσωπικά του ουδέποτε θα μπορέσει να σκεφτεί σωστά για τις υποθέσεις των άλλων» (Προς Δημόνικον, 35). Χωρίς προκαταλήψεις μελέτησαν σε βάθος τα αρχαία ελληνικά Γράμματα, από τα οποία το μόνο που αρνήθηκαν ήταν η ειδωλολατρία.
Δεν καλλιέργησαν όμως οι ίδιοι την ψυχή τους μόνο με τις σπουδές και τη μελέτη. Όπως φαίνεται από τον βίο και το έργο τους, περισσότερους καρπούς απέδωσε η βιωματική τους γνώση, η πιστοποίηση της αλήθειας μέσα από τις εμπειρίες τους.

Η ζωή και των Τριών υπήρξε πολυκύμαντη. Απέδειξαν όμως με τη στάση τους ότι οι Άγιοι δεν είναι ούτε υπεράνθρωποι ούτε αυθεντίες αλλά πρότυπα ζωής που τη χαρακτηρίζει κυρίως η συνέπεια στην Αγάπη. Κι επειδή τον τελευταίο καιρό ακούγεται η κραυγή των Νέων: «Δώστε μας πρότυπα!», αξίζει να αναφερθεί η θέση των Τριών Ιεραρχών, όσον αφορά σε διάφορα θέματα.Καταρχάς, ως προς την Εκπαίδευση, δεν θεώρησαν κανένα επιστημονικό πεδίο αυτονομημένο, αλλά αναζήτησαν τη γνώση διαθεματικά και ολιστικά, όπως θα λέγαμε στη μεταμοντέρνα ορολογία (…). Γι’ αυτό και οι σπουδές τους δεν ήταν αυστηρά θεολογικές (με τη σημερινή έννοια). Αντίθετα, πρώτα σπούδασαν Ρητορική, Φιλοσοφία, Ιατρική, Αστρονομία και ύστερα εκφράστηκαν ως εγκρατείς θεολόγοι.
Καλό παράδειγμα για τους απανταχού ζηλωτές της όποιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, γιατί οι Τρεις Ιεράρχες αναδείχθηκαν φωστήρες, αφού πρώτα άντλησαν γνώσεις από τις ανθρωπιστικές σπουδές, κατόπιν είχαν την άνεση να στραφούν και στις (κακώς) λεγόμενες “θετικές” επιστήμες και κατέληξαν στην τελείωση του ανθρώπου μέσω της σχέσης του με τον Θεό.
Παρότι έμεινε στην Ιστορία ο λόγος του Μ. Βασιλείου Εις το «Πρόσεχε σεαυτώ», οι Τρεις Ιεράρχες δεν ξεχώρισαν τόσο για την ατομική τους ευσέβεια (που θα θύμιζε σήμερα προτεστάντικα πρότυπα), όσο για την υγιή κοινωνική τους ένταξη και δράση, στα πλαίσια βέβαια του ανθρωπίνως εφικτού. Από την αγάπη του εαυτού πέρασαν στην αγάπη του πλησίον.
Γι’ αυτό και με τα σύγχρονα ακόμη (κακώς) λεγόμενα “κοσμικά” κριτήρια το κοινωνικό τους έργο είναι μεγαλειώδες: ενίσχυση των οικονομικά ασθενών, ψυχολογική υποστήριξη μοναχικών ανθρώπων, στηλίτευση των κακώς κειμένων, έλεγχος των αυθαιρεσιών της εξουσίας έκαναν όσους έζησαν κοντά τους να πίνουν νερό στο όνομά τους. Αντίθετα, όσοι δεν τούς γνώρισαν πραγματικά ή θίγονταν τα συμφέροντά τους, τούς κυνήγησαν ανελέητα. Ενώ όμως αρχικά θεωρήθηκαν αδικημένοι ή ηττημένοι, η Ιστορία και οι καθαροί τη καρδία άνθρωποι τούς δικαίωσαν.

Θα μπορούσε ωστόσο να αναρωτηθεί κάποιος (και περισσότερο κάποια…) γιατί οι Προστάτες της Παιδείας είναι αποκλειστικά άνδρες. Γυναίκα δεν πρόσφερε τίποτε, ώστε να τιμάται; Οι μαθήτριες, οι δασκάλες, οι καθηγήτριες δεν πανηγυρίζουν στις 30 του Γενάρη; Κι όμως, εάν κοιτάξουμε σε βάθος τη ζωή αυτών των τριών ανδρών, τα μάτια της ψυχής μας θα διακρίνουν να τούς περιβάλλουν γυναίκες αξιόλογες, στις οποίες δεν θα ήταν υπερβολή αλλά ξεκάθαρη τιμή, αν αναγνωρίσουμε ότι οι Τρεις Ιεράρχες όφειλαν τα ερείσματα και το έναυσμα για την εξαιρετική παρουσία τους.
Πρώτοι οι ίδιοι αναγνώρισαν την αξία των Γυναικών με την αγαπητική σχέση που ανέπτυξαν μαζί τους είτε ήταν οι μητέρες είτε οι αδελφές είτε οι στενές συνεργάτιδές τους. Από τα αμέτρητα δείγματα αυτής της αγάπης αξίζει να αναφερθεί ένα χαρακτηριστικό για τον καθένα, όπως τα θεμέλια της παιδείας του Μ. Βασιλείου από τη γιαγιά του Μακρίνα, η σύμπνοια του Ιωάννη του Χρυσοστόμου με τη μητέρα του, ακόμη και για την πιο προσωπική του επιλογή, η ευθύνη της ανατροφής της Ολυμπιάδας από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο.
Μακρίνα, Εμμέλεια, Ανθούσα, Νόννα, Γοργονία, Ολυμπιάδα, Πενταδία, Πρόκλα, Σιλβίνα… Έμειναν στην Ιστορία με το όνομά τους, συμπορεύτηκαν με τους Τρεις Ιεράρχες στην ίδια Οδό. Δραστήριες και “επώνυμες” της εποχής τους, καλλιεργημένες και αρχόντισσες δεν πτοήθηκαν ούτε στις πιο δύσκολες περιστάσεις, ώστε να οδηγήσουν τον περίφημο ρητοροδιδάσκαλο Λιβάνιο να αναφωνήσει: «Οίαι γυναίκες παρά Χριστιανοίς εισίν!».

Εκτός από την κοινωνική τους προσφορά, τη διακονία, στη σχέση τους με τους Τρεις Ιεράρχες το πολυτιμότερο που πρόσφεραν οι Γυναίκες ήταν η έμπνευση, όπως φαίνεται και από το ποίημα που έγραψε σε εκατόν ένδεκα αρχαιοελληνικούς στίχους ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός προς την Ολυμπιάδα, καθώς και από τις δεκαεπτά Επιστολές που έστειλε στην ίδια από την εξορία του ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος με τη χαρακτηριστική προσφώνηση: Τη δεσποίνη μου, τη αιδεσιμωτάτη και θεοφιλεστάτη… Και όταν φθάνει Ιεράρχης να προσφωνεί μία γυναίκα δέσποινά του, καταξιώνεται στα μάτια των ανθρώπων ανά τους αιώνες, και τότε, Άγιος λογίζεται…
Συνοψίζοντας, η απάντηση στο αρχικό ερώτημα για την προσφορά των Τριών Ιεραρχών στη σύγχρονη εποχή είναι ανεπιφύλακτα καταφατική. Στους λόγους και τα έργα τους βρίσκουν οι νέοι το παράδειγμα της μέλισσας, οι φτωχοί το «κατά τοκιζόντων», οι φεμινίστριες το «άνδρες εισίν οι νομοθετούντες και κατά των γυναικών ενομοθέτησαν», οι ρασοφόροι το «ουδένα δέδοικα ως τους επισκόπους πλην ολίγων», οι έγγαμοι άνδρες το «τα της αγάπης διαλέγου», οι οικολόγοι το «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής», οι ορθόδοξοι το «ου τον αιρετικόν αλλά την πλάνην», οι κατατρεγμένες γυναίκες το «επεθύμησε πόρνης», οι ανασφαλείς το «μηδέν αμφιβαλέτω», οι ψαγμένοι ότι «ου παντός το περί Θεού φιλοσοφείν», οι ερωτευμένοι ότι «ο Θεός ενέσπειρε τους έρωτας», οι αγωνιστές την απάντηση του Μ. Βασιλείου στον έπαρχο Μόδεστο και όποιος ψάχνει, βρίσκει τα πάντα εν πάσι.

Κλείνοντας, δεν θα ήταν σωστό να αφήσουμε και το απολυτίκιο των Τριών Ιεραρχών, μια και σε λίγους στίχους οι άνθρωποι συμπύκνωσαν την αγάπη προς τα πρόσωπά τους (εδώ σε προσωπική ελεύθερη μεταγραφή).
«Τα τρία μεγαλύτερα αστέρια, που στέλνουν ως εμάς το θεϊκό φως, Αυτούς που χορταίνουν την πείνα των ανθρώπων πλουσιοπάροχα με τη γλυκύτητα της σοφίας και ποτίζουν όλες τις διψασμένες ψυχές με το αθάνατο νερό, τον Βασίλειο τον Μέγα και τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, μαζί με τον δοξασμένο Ιωάννη, που έσταζε μέλι το στόμα του, όλοι εμείς που νιώσαμε φλογερή αγάπη για τους λόγους τους, αφού συμμαζευτούμε, ας τούς τιμήσουμε (τουλάχιστον) με ύμνους, γιατί αυτοί είναι οι διαχρονικοί μεσίτες για τη σωτηρία της ψυχής μας».

Επίμετρον:
Ανάμεσα στις εξαιρετικά επιλεγμένες λέξεις που συνθέτουν το τροπάριο των Τριών Ιεραρχών καταλυτικής σημασίας είναι η μετοχή συνελθόντες, που δηλώνει την προϋπόθεση για την οφειλόμενη τιμή. Απλώς υπενθυμίζεται ότι το ρήμα “συνέρχομαι” σημαίνει “συγκεντρώνομαι” και σωματικά και πνευματικά, δηλαδή και “βρίσκομαι μαζί με άλλους” και “συμμαζεύω το μυαλό μου”.Τελικά, εκείνο που μάς χρειάζεται είναι να συνέλθουμε…

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.1.2009

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Κύριε διευθυντά,

Όταν γίνεται λόγος για ασθένειες και θεραπείες, όλοι μα όλοι συμφωνούν, αρμόδιοι και μη, ότι η καλύτερη θεραπεία είναι η πρόληψη. Συμφωνώ και εγώ, όμως υπάρχουν περιπτώσεις που κανείς δεν λαμβάνει υπόψη.
Για να κτίσει κανείς ένα σπίτι, πρέπει να πάρει άδεια από την Πολεοδομία. Δεν ξέρω αν πρέπει να ελέγξουμε και τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν στην οικοδομή, ή όχι. Γιατί το λέω αυτό; Μα για να επισημάνω κάποιο σοβαρό πρόβλημα που υπάρχει στην πόλη της Καστοριάς. Και όπως καταλαβαίνετε αναφέρομαι στον αμίαντο. Ένα καρκινογόνο υλικό και επικίνδυνο για την υγεία.
Αν κάνετε μία βόλτα στην πόλη θα βρείτε πολλές οικοδομές που οι σκεπές τους είναι καλυμμένες/επιστρωμένες με αυτό το επικίνδυνο υλικό. Καιρός λοιπόν είναι να αναλάβει κάποια υπηρεσία να εντοπίσει όλες τις εν λόγω οικοδομές, να ενημερώσει του ιδιοκτήτες και να τακτοποιηθεί το θέμα.
Δεν μπορούμε να ζούμε καθημερινά εκτεθειμένοι σε ένα τέτοιο μεγάλο κίνδυνο.Κύριοι αρμόδιοι, προστατέψτε από τον καρκίνο τους δημότες της Καστοριάς.


Ευχαριστώ για την φιλοξενεία.
Ν.Χ.
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.1.2009

ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΜΠΟΥΣΙΟΥ: Νίκος Πιστικός

Ένας δημιουργός που τιμάει την πόλη του

Ο Νίκος Πιστικός ήταν ένας από τους πρώτους ανθρώπους που γνώρισα, συνειδητά, στη ζωή μου. Μονάχα ένας μπαχτσές χώριζε τα σπίτια μας και οι οικογένειές μας ήταν αγαπημένες. Θεωρώ ευτύχημα που μεγάλωσα σε μια γειτονιά όπου η καλοσύνη, η ανθρωπιά και η ευγένεια ήταν ζητήματα φυσιολογικά και αυτονόητα.

Γιος φτωχών γονιών, ακολούθησε το επάγγελμα του κουρέα. Δεν μπορώ να φέρω στη θύμησή μου αν και πότε με κούρεψε (φυσικά με την «ψιλή» σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής εκείνης). Ο κουρέας που προτιμούσαμε, σαν γυμνασιόπαιδα, ήταν ο Μήτσος ο Στιβαχτής. Ίσως επειδή το κουρείο του ήταν στο Τσαρσί. Κατεβαίναμε τα σκαλιά του Γυμνασίου και από κει, το κουρείο δεν απείχε πάνω από τριάντα μέτρα. Ίσως όμως και επειδή, παρά τη μεγάλη διαφορά που είχαμε στην ηλικία, μας προσέγγιζε με μια ιδιότυπη οικειότητα, σαν να ήμασταν φίλοι, που δυνάμωνε την αυτοπεποίθησή μας. Θυμάμαι όμως ότι, το κουρείο του Πιστικού προσήλκυε την προσοχή μας για τα ωραία σουβενίρ που είχε στη βιτρίνα του. Μικρά μπουκάλια, κατάλληλα επενδυμένα, για να μοιάζουν με κορμούς δένδρων, με μια φωτογραφία της Καστοριάς στο κέντρο τους, κορνίζες διάφορων μεγεθών με όμορφα σκαλιστά, μικρές μακέτες της Κουμπελίδικης και άλλων βυζαντινών εκκλησιών της Πόλης. Όλα κατασκευασμένα από τον ίδιο. Τα πουλούσε κυρίως στους λιγοστούς τότε τουρίστες, για να συμπληρώνει το ισχνό εισόδημα του κουρέα.

Ιδιαίτερες σχέσεις δεν είχαμε ποτέ. Για μένα, που ήμουν αρκετά μικρότερός του, ο Νίκος απλά υπήρχε, ήταν κάτι το δεδομένο. Αναπόσπαστο τμήμα του περιβάλλοντος και των παιδικών μου αναμνήσεων. Αργότερα, όταν οι μακέτες των βυζαντινών εκκλησιών και των παλιών αρχοντικών της Καστοριάς έγιναν μεγαλύτερες, πιο σύνθετες και τελειότερες και τις εξέθετε σ’ ένα μικρό εργαστήριο στο πατρικό του σπίτι, πέρα από ένα φευγαλέο ερέθισμα της περιέργειας και του ενδιαφέροντός μου, καμιά άλλη σκέψη δεν πέρασε απ’ το μυαλό μου ούτε και στάθηκα να αξιολογήσω το έργο του. Παρέμενε ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας που, ως δεδομένος, δεν χρειαζόταν κάποια προσεκτική αξιολόγηση.

Όταν όμως πριν λίγα χρόνια μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω μαζί του και να παρατηρήσω με προσοχή τα έργα του (εκτίθενται σε μια ευρύχωρη και ωραία αίθουσα του ξενοδοχείου των παιδιών του), διαπίστωσα, δυστυχώς για μένα, με μεγάλη καθυστέρηση, ότι ο Νίκος δεν είναι τυχαίος άνθρωπος αλλά, κατά την άποψή μου, ένας από τους σημαντικότερους που διαθέτει η Καστοριά. Γύρω στις είκοσι μακέτες (με υλικά και μεθόδους κατασκευής δικής του έμπνευσης, που πιθανόν να παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τους μακετίστες όλου του κόσμου), που αναπαριστάνουν, σε κλίμακα περίπου 1:20, με εξαιρετική ακρίβεια τα σημαντικότερα αρχοντικά της Καστοριάς και τις πιο όμορφες βυζαντινές εκκλησίες της, μαζί με μια θαυμάσια αναπαράσταση του λιμναίου οικισμού του Δισπηλιού, αποτελούν τα τμήματα ενός σημαντικού έργου. Ένα έργο ζωής, που μόνο στην ανεξήγητη, για πολλούς θεϊκή, κινητήρια φλόγα, που ωθεί τον άνθρωπο προς τη δημιουργία, μπορεί να αποδοθεί. Στην ανθρώπινη ιδιότητα δηλαδή στην οποία οφείλεται η πρόοδος της ανθρωπότητας και η ανάπτυξη του πολιτισμού της.

Αυτή η φλόγα δεν έχει την ίδια ένταση σε όλους τους ανθρώπους. Εκείνοι που επιζητούν τη δικαίωση της ύπαρξής τους μέσα από την αναγνώριση των αποτελεσμάτων του μόχθου τους, ήταν πάντοτε οι λιγότεροι. Σε μια δύσκολη εποχή σαν αυτή που βιώνουμε σήμερα, που τα πάντα αξιολογούνται μόνο μέσα από την οικονομική τους διάσταση, που κυριαρχεί η πεζότητα και λείπουν οι αξίες και τα πρότυπα, οι πραγματικοί δημιουργοί είναι σπάνιοι και γι αυτό ακόμα πιο σημαντικοί και ακόμα πιο χρήσιμοι. Είναι ανάγκη να τους αναζητήσουμε και να την προβάλουμε διότι, σε αυτούς κυρίως μπορούμε να στηρίξουμε το μέλλον μας. Ένα μέλλον που διαγράφεται πολύ δυσοίωνο, ιδίως γι όσους δεν διαθέτουν την κινητήρια δύναμη της δημιουργίας και δεν επιδιώκουν να την αποκτήσουν.

Οι φορείς της πόλης, ακόμα και στην περίπτωση που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να αντιληφθούν τη βαθύτερη αξία που έχει η πολιτιστική κληρονομιά για την επιβίωση μιας κοινωνίας, ας αντιληφθούν τουλάχιστον ότι, η ανάδειξη της μπορεί στην εποχή μας να μετασχηματιστεί σε οικονομική ανάπτυξη και ότι, όσο πιο πλούσια είναι αυτή η κληρονομιά τόσο περσότερα μπορεί να είναι τα οικονομικά οφέλη γι αυτούς που την αναδεικνύουν. Το ενδιαφέρον για τη μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά της Καστοριάς και τις παραδόσεις της, οι παρεμβάσεις -με ευαισθησία και γνώση- για τη διάσωση και την προβολή της, είναι δυνατόν να μετατραπούν σ’ έναν ανεκτίμητο οικονομικό πλούτο για τους κατοίκους της πόλης.

Ο Νίκος Πιστικός έχει αντιληφθεί αυτήν την πραγματικότητα και προσπαθεί να πείσει κάθε συνομιλητή του για την αξία της πολιτιστικής κληρονομιάς και των παραδόσεων. Προσπαθεί να τους μεταδώσει την αγάπη του για την πόλη στην οποία ζει και, σε κάθε ευκαιρία που του δίδεται, διηγείται την πρόσφατη ιστορία της. Πώς αναπτύχθηκε, από τον καιρό της τουρκοκρατίας μέχρι και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ποια γεγονότα και ποιοι άνθρωποι επέδρασαν στη διαμόρφωση της σημερινής εικόνας της και ποια θα μπορούσε να είναι η προοπτική της.

Από τα λόγια του αναβλύζει ένας πλούσιος και μοναδικός θησαυρός πληροφοριών, που θα ήταν κρίμα να μην καταγραφεί. Ταυτόχρονα όμως είναι έκδηλη πίκρα και η μοναξιά που νιώθει, στην προσπάθειά του να αποτυπώσει, να περισώσει και να αναδείξει την πολιτιστική κληρονομιά της Καστοριάς. Νιώθει απογοήτευση για την έλλειψη σχεδιασμού και τις επιπόλαιες παρεμβάσεις των ειδικών και των αρμοδίων που είναι επιφορτισμένοι με τη διαφύλαξη και την ανάδειξη των πολιτιστικών θησαυρών της πόλης. Τα έργα του τα δείχνει ακούραστα σε κάθε ενδιαφερόμενο. Είναι φυσικό να είναι περήφανος γι αυτά και να τα απολαμβάνει. Είναι εξ’ άλλου το αποτέλεσμα της δικής του δημιουργικής εργασίας και σίγουρα ένιωσε πολλές φορές στη ζωή του τη χαρά που νιώθουν οι δημιουργοί.

Ο Νίκος ο Πιστικός είναι ένας δημιουργός. Ένας άνθρωπος που έταξε ως σκοπό της ζωής του να υπηρετεί κοινωνικές αξίες. Αποτελεί ένα κοινωνικό πρότυπο που θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ χρήσιμο κυρίως για τη νεολαία. Αν για παράδειγμα οι δάσκαλοι και οι καθηγητές των σχολείων της πόλης αποφάσιζαν επισκεφτούν με τους μαθητές τους την έκθεσή του και αφήσουν τον Νίκο να τους διηγηθεί, με το δικό του γλαφυρό τρόπο, την ιστορία της Καστοριάς και να τους μεταδώσει την αγάπη του γι αυτήν, θα ήταν μια θαυμάσια ευκαιρία για τα νέα παιδιά της Καστοριάς να διαπιστώσουν την αξία και τη δύναμη της δημιουργίας, να ευαισθητοποιηθούν για τις ανθρώπινες και τις κοινωνικές αξίες και να νιώσουν αγάπη για την πόλη τους που είναι τόσο απαραίτητη για την πρόοδο της και κατ’ επέκταση για την ίδια τη δική τους πρόοδο.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 21.1.2009

18/2/09

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Κύριε διευθυντά,

Δημοσιεύστε παρακαλώ το πιο κάτω κείμενο/επιστολή ως μία νότα ανάλαφρη:
Καστοριά 9-1-2009

Θείε Τάκο σε χαιρετώ
Πιστός στην υπόσχεση εδώ και 40 χρόνια λείπεις σου γράφω για το καρναβάλι μας.
Δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω.
Από την οργάνωση; Άψογη. Βέβαια!Οι δημοτικοί και νομαρχιακοί άρχοντες σκοτώθηκαν το προηγούμενο διάστημα στην δουλειά να παρουσιάσουν τις υπέροχες ιδέες τους.
Τις ημέρες του καρναβαλιού ως ταπεινοί άρχοντες χάθηκαν αφήνοντας τους Καστοριανούς να το απολαύσουν. Σοβαρά ούτε μία φωτογραφία δεν βγήκαν.
Κοντά τους βρέθηκαν και οι αρχηγοί από τις παρέες που χρόνια τώρα ετοιμάζουν το καρναβάλι χωρίς να ζητάνε τίποτα, χωρίς να τρώγονται μεταξύ τους δούλεψαν για να κρατήσουν την ομορφιά του καρναβαλιού που εσείς τότε νέοι καθιερώσατε για να σπάτε την μονοτονία του χειμώνα.
Τι μπουλούκια τα Θεοφάνεια και του Άη Γιάννη. Τι χοροί στις γειτονιές με μεζέδες και κρασί. Τι σεβασμός στους γεροντότερους. Με το ζόρι τους τραβούσαν στον χορό που ίσως να ήταν από τους τελευταίους τους.
Αμ στο Τσαρσί, τον ευλογημένο δρόμο της Καστοριάς που τόσα χρόνια όλοι οι δήμαρχοι τρέχανε να τον κρατήσουν ζωντανό, τι σειρά ήταν αυτή; Τι όμορφα χορέψανε οι νέοι μας τους παραδοσιακούς μας χορούς χωρίς να σπάσουν ούτε ένα μπουκάλι, απεναντίας ψάχνανε κουβά να τα πετάξουν.
Τα βράδια όλα τα κέντρα γεμάτα. Ωραίες βραδιές, γεμάτες κέφι μέχρι το πρωί. Για την παρέλαση της Πατερίτσας τι να σου γράφω; Όνειρο. Να σκάσεις από τα γέλια. Από τους επισήμους πουθενά κανείς. Άφησαν τον απλό Καστοριανό να γλεντήσει.
Οι παρέες χωρίς να βρίζουν και χωρίς να προσβάλουν κανέναν σατύριζαν όλα όσα έγιναν στην Καστοριά το 2008. Α ναι! Δώσανε και βραβεία, αλλά κανείς δεν νοιαζόταν γι’ αυτά, σημασία είχε η συμμετοχή. Όμως αγαπητέ θείε νύσταξα, είναι βράδυ Πατερίτσας και αύριο έχει δουλειά.
Σε φιλώ
Και του χρόνου ο ανηψιός σου
ο Παρλακός
Υ.Γ. Μην ακούς τι θα σου πουν οι άλλοι, θα το κάνουν για να σε στενοχωρήσουν.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.1.2009

16/2/09

ΟΔΟΣ: Θέμα χρόνου

Η παραίτηση του κ. Νίκου Μπαλιάκα από το δημοτικό συμβούλιο Καστοριάς την περασμένη εβδομάδα, λογικά δεν πρέπει να άφησε άφωνο και έκπληκτο κανένα ούτε στην ομάδα της πλειοψηφίας, αλλά ούτε και τον ίδιο τον δήμαρχο Καστοριάς κ. Ιωάννη Τσαμίση. Η απόφαση του μέχρι πρόσφατα προέδρου της ΔηΠΕΚα, να παραιτηθεί, όχι μόνο από τις τάξεις του συνδυασμού, αλλά και από το αξίωμα του δημοτικού συμβούλου, είναι επιδεκτική ποικίλων ερμηνειών.

Το βέβαιο είναι, για όσους επιδίδονται στην αποκρυπτογράφηση των στυλ, ότι η εξέλιξη ήταν απλώς θέμα χρόνου. Το πλήρωμα του οποίου φαίνεται ότι ήλθε μετά τις αποφάσεις του δημάρχου Καστοριάς για τους ορισμούς νέων αντιδημάρχων, την εκλογή νέου προεδρείου στο δημοτικό συμβούλιο Καστοριάς, οπότε παρά το ότι αναβαθμίστηκαν αισθητά άλλοι σύμβουλοι με πιο χαμηλό προφίλ απ’ αυτό του κ. Ν. Μπαλιάκα, ο ίδιος κρίθηκε ότι έπρεπε να παραμείνει στα ίδια, δηλαδή «στάσιμος».

Οκ. Νικ. Μπαλιάκας είναι από τους συμβούλους που η απόφασή του να στελεχώσει τον συνδυασμό του κ. Ιωάννη Τσαμίση (και) στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές ξάφνιασε πολλούς στην πόλη. Κινούμενος σε ένα ευρύτερο κύκλο, θα μπορούσε να είναι υποψήφιος στους άλλους δύο υποψήφιους δημοτικούς συνδυασμούς και ειδικά στον συνδυασμό που υποστήριζε η Νέα Δημοκρατία, αλλά όχι και τόσο στον συνδυασμό που επέλεξε.

Παρά ταύτα συσπειρώθηκε στην κοινή προσπάθεια, στην οποία εκτιμάται ότι συνέβαλε. Από την θέση στην οποία ορίστηκε μετεκλογικά (προέδρου της ΔηΠΕΚα) φέρεται να διαπίστωσε εγκαίρως τις εγγενείς αδυναμίες. Η εικόνα της αγαστής, ή της απλά νηφάλιας συνεργασίας που έντεχνα φρόντιζε να καλλιεργεί, κυρίως μέσα από τις τηλεοπτικές του παρουσίες, δεν ήταν απόλυτα ακριβής.

Λέγεται ότι την απόφαση της παραίτησης την έλαβε τουλάχιστον ένα χρόνο πριν. Αλλά ότι άφησε να κυλήσει ακόμη ένα έτος, ώστε να φθάσουμε στο μεσοδιάστημα της δημοτικής θητείας για να μην κατηγορηθεί για βιασύνη. Το πτωχό αποτέλεσμα των πολιτιστικών δράσεων του Δήμου Καστοριάς καθώς και άλλα ευτράπελα δεν μοιάζουν να πέρασαν απαρατήρητα από τον παραιτηθέντα δημοτικό σύμβουλο.

Ο κ. Ν. Μπαλιάκας προστίθεται σ’ αυτούς που άρχισαν να εγκαταλείπουν το σκάφος πριν το ναυάγιο. Αν έλθει ποτέ βέβαια ναυάγιο. Πάντως είναι προφανές ότι με την ολική παραίτησή του και από το αξίωμα του δημοτικού συμβουλίου αφ’ ενός δεν προκαλεί ζητήματα δεοντολογίας, αφ΄ ετέρου παρέχει στον εαυτό του την χρονική ευχέρεια πλήρους κάθαρσης. Ως τις επόμενες εκλογές εννοείται.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.1.2009

11/2/09

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Οι «δήθεν» δημοτικοί καρναβαλιστές και οι ραγκουτσάρηδες της ΝΕΤ ζητούν ακρόαση

Ως μια ομάδα πολιτών (κατά τα γραφόμενα σας) σχολιαστήκαμε ποικιλοτρόπως από τους συμπολίτες μας, τους ανθρώπους της διασποράς και τη Νεοελληνική κοινωνία μέσα από την εκπομπή «έχει γούστο» της κας Μπ. Τσουκαλά, αλλά και από άλλες δραστηριότητες που έγιναν έτσι ώστε να προωθηθούν τα ήθη και έθιμα της πόλης μας κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων.
Ο καθένας είχε ένα λόγο να δει, κάτι με τη δική του ματιά, καλόπιστα ή με καχυποψία, με ενθουσιασμό ή αδιαφορία, με μεγαλοψυχία ή με μικροψυχία…. Στους μικρούς τόπους, όπως ο δικός μας, υπάρχουν πιο έντονα αυτά. Κι ας υπάρχουν. Όσοι ζουν σε κλίμα ανάλογο, καταλαβαίνουν, και θεραπεύουν τις αρρώστιες με τα κατάλληλα γιατροσόφια. Επιλέγουν, ζουν, μένουν στον κόσμο τους, πίνουν φρέσκους χυμούς, κρατούν τις δυνάμεις τους στα κύτταρα τους, αντέχουν στην κριτική και το μικρόκοσμό τους.
«Διαφωνώ με αυτά που λες, αλλά θα υπερασπιστώ το δικαίωμά σου να τα λες», είπε κάποτε ο Βολτέρος.Κι εσύ αγαπητέ συμπολίτη, που έχεις δικαίωμα λόγου, όπως ο καθένας άλλωστε, κρατάς πέννα και χαρτί, δέξου και τη δική μας ματιά, και τη ματιά όλων εκείνων που παρακολούθησαν το πρόγραμμα το απόγευμα των Θεοφανίων (6/1/2009, 4:00-6:00 μ.μ.)

Θα θέλαμε λοιπόν να σου πούμε, έπειτα από αυτά που διαβάσαμε, ότι αντιληφθήκαμε πως υπήρξαν και συμπεράσματα αποδοκιμασίας για μια συλλογική προσπάθεια. Εκτιμούμε, σαν πολίτες και όχι σαν θεσμοί (αυτοί ας απαντήσουν μόνοι τους αν θέλουν), ότι είμαστε ένα τυπικό δείγμα της Καστοριανής κοινωνίας, όχι κατασκευασμένο αλλά αληθινό, και προπάντων ενεργό, που έφτασε ως το στούντιο, τις πλατείες, τους δρόμους, τις άλλες πόλεις, για να προβάλλει, ο καθένας με τον τρόπο του, με τις δυνάμεις και τις εμπειρίες του τα ραγκουτσάρια. Κρίνουμε ότι αυτό «πέρασε» στη ματιά των ανθρώπων που τυχαία ή μη το παρακολούθησαν.
Θέλουμε από σας να μας πείτε με ποιόν τρόπο κρίνετε – εκτιμάτε πως κάποιοι τηλεθεατές του προγράμματος, και ένα μέρος των αναγνωστών σας αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα της ελληνικής κοινωνίας, κι αυτομάτως μας καταδικάσανε για την εικόνα που τους δείξαμε, ενώ τόσοι άλλοι, πολλαπλάσιοι σας διαβεβαιώνουμε, από κάθε γωνιά της πατρίδας μας και ειδικά έξω από αυτήν, από την ομογένεια, μας είδαν με άλλο μάτι. Γιατί λοιπόν δεν μετράει για σας και η δική τους άποψη;

Ως άνθρωπος της κουλτούρας, της πέννας και του σκέπτεσθαι, κρίνουμε ότι θα έπρεπε να μας βοηθήσετε καλύτερα, από το να μας καταδικάσετε. Συνήθως αυτό σας βγαίνει με οποιαδήποτε συλλογική προσπάθεια έχει να δείξει κάτι, και ο λόγος σας, από τα πρώτα σχεδόν φύλλα της εφημερίδος σας, είναι καυστικός και δείχνει μισαλλόδοξος. Είστε εσείς δηλαδή και οι «πολυπληθείς», όπως πάντα επικαλείσθε, αναγνώστες σας τα τέλεια όντα, οι Καστοριανοί ευπατρίδες, κι όλοι οι άλλοι στον πάτο, ανάξιοι, ανίκανοι, «μικροί»; Γιατί λοιπόν δεν μπαίνετε μπροστάρηδες να σώσετε την Καστοριά από εμάς τους άμουσους, τους απαίδευτους, τους απολίτιστους, τους βαλκάνιους που επανειλημμένα τόσες φορές επίσης διαδηλώσατε γλαφυρότατα μέσω του εντύπου σας ότι απεχθάνεστε!
Εμείς πιστεύουμε ότι ήμαστε ένα δείγμα της Καστοριανής κοινωνίας, και πως ο καθένας από μας έδειξε με την μικρή προσφορά του, ένα κομμάτι του πολιτισμού, της κληρονομιάς και των εθίμων της πόλης μας. Και ξέρετε γιατί; Γιατί είμαστε ΖΩΝΤΑΝΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ και ΒΙΩΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ με κάθε τρόπο και είμαστε συνεχώς στην διάθεσή του γιατί, τον ευγνωμονούμε που μας δέχεται πάνω του και δεν τον μαλώνουμε για αυτό.

Η μουσική και οι μουσικοί, το ντύσιμο με την έμπνευση της στιγμής, το κρασί, το γλέντι, ο χορός, τα κεράσματα του χειμώνα, είναι στοιχεία της 3ήμερης γιορτής. Ότι κληρονομήσαμε από πάππου προς πάππου, ότι μεταδίδουμε από εγγονό σε εγγονό.
Είμαστε παρόντες στα δρώμενα, όταν άλλοι απουσιάζουν, είτε βρίσκονται εδώ, είτε αλλού, μακριά, σ’ άλλα μέρη. Με τους φίλους μας και τις οικογένειές μας βγαίνουμε κατά μπουλούκια, δίνουμε με την παρουσία μας, χρώμα και ζωή στον τόπο και τα δρώμενά του.

Είμαστε αναρίθμητοι. Δείτε το κάθε φορά που το Τσαρσί 6, 7 και 8 Ιανουαρίου έχει την τιμητική του. Λίγοι άνθρωποι στον τόπο μας έχουν μια τόσο αυστηρή και αυταρχική ματιά για να καταδικάζουν κάθε φορά αυτούς που συνεχίζουν τα έθιμα και πολλές άλλες εκδηλώσεις που γίνονται στο χρόνο, και τις εποχές του. Μονίμως τις υποτιμάτε και με σαρκαστικό τρόπο, απολαμβάνετε μέσα από τις σελίδες τις εφημερίδας σας «τη Ρώμη που καίγεται» ή την ήττα που πιστεύετε πως τους αναλογεί, τους ρίχνει στον πάτο των σκουπιδιών, στο λάκκο των λεόντων, στα τάρταρά σας.
Νιώθουμε μια χαρά με ότι πετύχαμε, και ελπίζουμε πως βάλαμε ένα λιθαράκι ακόμη για να κτίσουμε το όνειρό μας, και να συνεχίσουμε με τον αγώνα (με ανιδιοτέλεια και αγάπη) για τον τόπο μας.

 Εμείς δεν γκρεμίζουμε, δεν τσακίζουμε. δε σακατεύουμε κανέναν και προ πάντων… ακόμη κι αν διαφωνούμε με την άποψή σας, υπερασπιζόμαστε το δικαίωμά σας, να λέτε τη γνώμη σας, μαζί με τους αμέτρητους, ή μετρημένους αναγνώστες σας. Άλλωστε μέσα σε αυτούς είναι και πολλοί από εμάς των οποίων όμως την γνώμη ποτέ δεν ρωτήσατε ούτε ποτέ υποψιαστήκατε!Περιμένουμε λοιπόν εναγωνίως να διαβάσουμε τις προτάσεις σας (που φυσικά για πάρα πολλά χρόνια αποφεύγετε να κάνετε), για αυτό το καρναβάλι που τόσο πολύ το αγαπάτε, καθώς και για τις εκδηλώσεις που μπορείτε να προτείνετε έτσι ώστε να προβληθεί γενικότερα ο πολιτισμός και η παράδοση του τόπου μας που επίσης τον λατρεύετε.

Σας στέλνουμε επίσης φωτογραφίες από τις «εκδηλώσεις ντροπής» της Θεσ/νίκης αλλά και της εκπομπής «έχει γούστο» με φωτογραφίες από καρναβάλια του προηγούμενου αιώνα έτσι ώστε οι αναγνώστες σας να κρίνουν, να συγκρίνουν και να βγάλουν ασφαλέστερα συμπεράσματα. Επειδή είμαστε σίγουροι ότι δεν έχετε δει την εκπομπή, σας στέλνουμε και ένα αντίγραφό της (έτσι ώστε να κάνετε και τις ανάλογες και συγκεκριμένες παρατηρήσεις σας για τα σημεία που «ντρόπιασαν» τους συμπολίτες μας ανά την υφήλιο), επίσης να μας πείτε σε ποια κανάλια είδατε την εκδήλωση της Θεσσαλονίκης όταν δεν υπήρχε ούτε ένα να πάρει έστω πλάνα για το «φόβο» των αντιεξουσιαστών, όπως επίσης ελπίζουμε ότι έχετε γράψει ο ίδιος το άρθρο της προηγούμενης βδομάδας, καθότι η απουσία σας υπήρξε αισθητή από την πόλη μας κατά τη διάρκεια των εορτών και του καρναβαλιού.

Καλή χρονιά ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος και του χρόνου καλύτερα

Επιθυμούμε το παραπάνω κείμενο να εκδοθεί αυτούσιο, καθώς και οι φωτογραφίες προς ενημέρωση των αναγνωστών σας, (γι αυτό άλλωστε σας τα στέλνουμε σε ηλεκτρονική μορφή) χωρίς παρεμβάσεις, παρατηρήσεις, «βελτιώσεις» ή και «λάθη» από το «δαίμονα του τυπογραφείου».

***
[ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΟΥ]

Στον/στην ή τους ανώνυμους αγανακτισμένους επιστολογράφους

Παρά το ανάρμοστο ύφος της ανώνυμης επιστολής, για το οποίο θα της άξιζε ίσως να μην δημοσιευθεί καθόλου ή ακόμη και να μην σχολιαστεί, η ΟΔΟΣ αποφάσισε να καταχωρήσει το κείμενο για την ενημέρωση των αναγνωστών της. Αλλά και να απαντήσει.
Είναι άξιο απορίας, γιατί οι αυτοχρισθέντες «μπροστάρηδες», οι εθελοντές προβολείς και διαφημιστές της Καστοριάς και των εθίμων της, παρά την μεγάλη (όπως ισχυρίζονται) επιτυχία των «δρώμενων» στα οποία ισχυρίζονται ότι μετείχαν πρόσφατα, τελικά προτίμησαν για την «επικοινωνία» τους με την ΟΔΟ την σεμνή ανωνυμία. Θα έχουν τους λόγους τους προφανώς. Και προφανώς τους έχουν, αφού σχολιάζουν το πρωτοσέλιδο άρθρο της περασμένης εβδομάδας παραποιώντας μεγάλο μέρος από τα γραφόμενα της ΟΔΟΥ. Και το κάνουν με ένα πρωτοφανές πνεύμα μαζικής, και μάλιστα ανώνυμης, οίησης.
Αλλά και με ευθείες προσωπικές προσβολές και προκλήσεις, την στιγμή που το άρθρο έκρινε, αν όχι αποκλειστικά, πάντως κυρίως, τον Δήμο Καστοριάς. Για τον τρόπο που διαχειρίζεται την πολιτιστική κληρονομιά της Καστοριάς εδώ και αρκετά χρόνια. Και για την ποιότητα του στίγματος, με το οποίο παραδειγματίζει κάποιους σαν τους ανώνυμους ίσως, με σύμβολα κίβδηλα, και παραδόσεις αμφίβολης γνησιότητας.

Αφού είστε λοιπόν -τουλάχιστον μερικοί απ’ εσάς όπως αναφέρετε– αναγνώστες της εφημερίδας, θα γνωρίζετε επομένως ότι η ΟΔΟΣ δεν είναι το δημόσιο έντυπο βήμα της κολακείας και των επαίνων. Παρά είναι της αυστηρής κριτικής και της δυναμικής αντιπαράθεσης ιδεών και απόψεων.
Θα γνωρίζατε ακόμη, - ίσως να μπορούσατε να συμφωνήσετε κιόλας, (αν και όπως φάνηκε από τα γραφόμενά σας, είστε ήδη πεπεισμένοι ότι επιτελείτε και μάλιστα με επιτυχία την πολύ σοβαρή, αν όχι ιστορική αποστολή της διάσωσης, διάδοσης και της προβολής των παραδόσεων της Καστοριάς), ότι το πρόβλημα αυτής της πόλης, είναι ότι διαθέτει πολλούς σωτήρες. Σωτήρες κάθε διαμετρήματος και προορισμού. Σωτήρες για την γούνα, για το περιβάλλον, για τον δήμο και για την πολιτική γενικότερα. Σωτήρες για την παράδοση και για τον πολιτισμό. Προφανώς σ’ αυτούς οφείλει το ότι μεσουρανεί ο τόπος.

Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άλλος που δεν αισθάνεται Σωτήρας, ή δεν ομαδοποιείται, και για τον λόγο αυτό δεν καπελώνει και δεν μοιράζει πτυχία και πιστοποιητικά αυθεντικότητας στα υποπροϊόντα, δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τους άλλους. Και να κρίνεται βεβαίως στον βαθμό της εξωστρέφειάς του. Ούτε βεβαίως ότι οι διαγκωνιζόμενοι Σωτήρες, σαν (όσους) από εσάς που με μαθηματική βεβαιότητα είστε ήδη στα αντίπαλα χαρακώματα με τους τέως συναδέλφους σας, είστε ανεπίδεκτοι και απρόσφοροι κριτικής. Η κριτική αντιπαράθεση μπορεί να προβάλλει την ετεροδοξία. Αλλά από πότε μισαλλόδοξος είναι όποιος δεν συμφωνεί μαζί σας; Ωραίες απόψεις!

Από την άλλη, αν στις τηλεοπτικές ιαχές και τις καυχησιές της παραδοσιακότητας των τελευταίων Καρναβαλιών συμμετείχαν και 2-3 άλλοι «ευπατρίδες», όπως χαρακτηρίζετε ειρωνικά αυτούς που προτιμούν να ιδιωτεύουν, αυτό δεν θα επηρέαζε καθόλου τα πράγματα. Η ασχήμια των καρναβαλλίστικων δρώμενων θα ήταν η ίδια.

Η ΟΔΟΣ δεν συμμερίζεται την άποψη ότι η εικόνα που προβλήθηκε ως παράδοση της Καστοριάς και ως Καρναβάλι της κατά την τελευταία εορταστική περίοδο είναι ακριβής. Ούτε μπορείτε να διεκδικείτε για τους εαυτούς σας και για λογαριασμό των προγόνων σας (τους οποίους επικαλείστε) το μονοπώλιο της αυθεντικής γνώσης και της συνέχειας. Θα πρέπει να γνωρίζετε, ότι προγόνους και παραδόσεις έχουν και οι άλλοι. Και πως παρεμπιπτόντως η Καστοριά είναι μια πολύ παλιά ιστορία. Πόσο πίσω στο παρελθόν γυρίζει η παράδοση που υποστηρίζετε και ποιος θα καθορίσει το απώτατο χρονικό της όριο;

Αν παρουσιάσετε έστω και ένα πραγματικό ιστορικό στοιχείο από το Καρναβάλι της Καστοριάς με «επαίτες ρογκάτηδες (sic) που ξορκίζουν τα κακά πνεύματα (sic)», ή κάτι που να αντιστοιχήσει στις περιφερόμενες σκνίπες που για λογαριασμό όλων μας (και όχι μόνο για τον εαυτό τους) επιδεικνύονται με θεαματικές χορευτικές φιγούρες, δολλάρια και καμώματα που μόνο η μέθη μπορεί να υποκινήσει, και καυχώνται αμετροεπώς για το αυθόρμητο κέφι τους. Ή αν πάλι έχετε να συγκρίνετε κάτι από το παρελθόν της Καστοριάς με τους φετεινούς διαγωνισμούς τσιγαρίδας, ή με τις τηλεοπτικές βωμολοχίες και ακρότητες, με την τσίκνα από τα σουβλάκια της Ομόνοιας, ή με τα αμφιλεγόμενα ακούσματα που βαπτίσθηκαν παραδοσιακά και εκφύλισαν το Καρναβάλι, τότε να το συζητήσουμε.
Βεβαίως το γεγονός ότι στην εκπομπή της ΝΕΤ η μουσική επένδυση περιορίστηκε σε καστοριανά τραγούδια -και ευτυχώς δεν «παιανίστηκαν» οι χάλκινες, έμπλεες προπαγανδιστικής ιδεοληψίας σλαβικές μουσικές «πανδαισίες» (που φέτος βαφτίστηκαν βαλκανική τζάζ!!) αποτελεί μια απτή απόδειξη ότι η κριτική μπορεί να αποδώσει. Πριν μερικά χρόνια τα ακούσματα που «γλύστρησαν» στο καστοριανό καρναβάλι θα παρουσιάζονταν ως αυθεντικά της Καστοριάς. Η «μισαλλόδοξη» κριτική όμως που για πολλά χρόνια, ασκείται, στην οποία μετέχει συστηματικά και η ΟΔΟΣ, απέδωσε τουλάχιστον στο σημείο αυτό.

Αν πάλι, δεν έχετε από το παρελθόν παρά παλιές φωτογραφίες σαν κι’ αυτές που είχατε την αφελή ευγένεια να στείλετε στην ΟΔΟ, τότε καλλίτερα να επαναπροσεγγίσετε τα στερεότυπά σας. Αλλοίμονο αν βασίζετε τα συμπεράσματά σας για το Καστοριανό Καρναβάλι σε τέτοιες μεθόδους και επιχειρήματα. Η ΟΔΟΣ δεν προπαγανδίζει, και δεν επικαλείται πάππους, προπάππους, αντιπροπάππους και εγγόνια, όπως με τόση ανώνυμη και αδιακρίβωτη ευκολία κάνετε εσείς για να τεκμηριώσετε τις απόψεις σας για το τι πραγματικά είναι το Καστοριανό Καρναβάλι.

Σαν πρώτο βήμα κατανόησης ότι δεν είναι υποχρεωτικό να σας θαυμάζουν όλοι, ίσως είναι το να πάψετε να μονοπωλείτε την γνώση, την παραδοσιακότητα, την αυθεντικότητα, την γνησιότητα. Να πάψετε να νομίζετε ότι όσοι δημοσίως και μάλιστα τηλεοπτικά στο όνομα της ολότητας πίνουν οινοπνευματώδη έως πτώσεως και παραφοράς, βρίζουν και κυρίως προσποιούνται τους κεφάτους βαθύπλουτους, νεόπλουτους, τους άφραγκους ή τους ανιδιοτελείς (χμ) και ρομαντικούς, τους άνευ ανταλλάγματος (χμ), είναι και αυτοί που πράγματι συνοψίζουν την Καστοριά, και μάλιστα την «παραδοσιακή» Καστοριά. (Και θα πρέπει τέλος να αναρωτηθείτε πόσο κολάκευσαν, ή αν ευτέλισαν τελικά την πόλη και την παράδοση, οι περιφερόμενοι εκπρόσωποι στην Αριστοτέλους). Τα παραμύθια αλλού.

Ίσως τότε ανακαλύψετε τις ωραίες προκλήσεις του σήμερα και την σαγήνη του αύριο. Ίσως συμφωνήσετε με την ΟΔΟ ότι καλό μεν το παρελθόν, αλλά απείρως καλλίτερο το σήμερα, και ιδίως αύριο. Συγγνώμη βεβαίως αν θίγονται οι παλαιότατοι πρόγονοί μας.Και ίσως βοηθήσετε το αστικό Καρναβάλι της Καστοριάς και την πόλη να μην ομφαλοσκοπούν, να μην είναι ξενόφοβοι (σε όλους, πλην των βορείων Βαλκανίων) να μην υποτάσσονται στην συλλογικότητα αγόγγυστα, να μην εχθρεύονται τους πάντες. Να μην προσκυνούν άκριτα πατέντες και copyrights.

Ίσως τότε βρείτε το κουράγιο (όπως τώρα αντιπαρατίθεστε μονοπωλιακά στην ΟΔΟ για το γεγονός ότι ασκεί κριτική στην εικόνα της κακομοιριάς και της φθήνιας) να ασκήσετε κριτική και για το συμπτωματικό γεγονός της κατακυρίευσης του Καρναβαλιού (και μάλιστα με την εκδοχή της πατροπαράδοτης γνησιότητας) από τις σλαβικές «μελωδίες». Μέχρι τότε, η κριτική επίθεσή σας στην ΟΔΟ θα παραμένει μονόπλευρη και μεροληπτική. Και θα αποδεικνύει προκατάληψη.Καλή χρονιά.


ΥΓ Στ΄ αλήθεια «αναρίθμητοι» είστε κυριολεκτικά ή μήπως μεταφορικά; Και πως ταιριάζει να είστε ταυτοχρόνως «δείγμα» όπως αναφέρετε, αν είστε πράγματι αναρίθμητοι;



***

Το άλλοτε αστικό καστοριανό καρναβάλι


Το μεγάλο πανηγύρι της Καστοριάς
Το Έθνος

Στην Καστοριά έδιωξαν τα κακά πνεύματα
Το Βήμα

Στην Καστοριά ανήμερα των Θεοφανίων αναβιώνουν τα ραγκουτσάρια. Οι κάτοικοι μεταμφιέζονται και φορούν απαραιτήτως μάσκες που έχουν συμβολικό χαρακτήρα, αφού η όψη τους είναι τρομακτική αποσκοπώντας στο να ξορκίσουν το κακό από την πόλη. Οι μασκαράδες έχουν τη συνήθεια να ζητιανεύουν από τον κόσμο την ανταμοιβή τους, επειδή διώχνουν τα κακά πνεύματα. Το ίδιο έθιμο αναβιώ νει και σε χωριά της Δράμας με το όνομα ροκατζάρια. Οι κάτοικοι φορούν τρομακτικές μάσκες και κάνοντας εκκωφαντικούς θορύβους με τα κουδούνια που φέρουν περιφέρονται στους δρόμους.
Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων


Όσοι συμμετέχουν είναι μεταμφιεσμένοι, φορώντας μάσκες με τρομακτική όψη, για το ξόρκισμα των κακών πνευμάτων, μακριά από την πόλη. Οι μασκαρεμένοι Καστοριανοί εξαγοράζουν αυτή την προσφορά τους αναζητώντας δώρα και ζητιανεύοντας από τον κόσμο.
Τα Νέα




Σχετικά άρθρα

Σχετικά κείμενα:
-ΟΔΟΣ: ΡΙΟ ντε Τζανέϊρο & ΚΑΣΤΟ-ΡΙΟ του Ιανουαρίου
-ΟΔΟΣ: Θύμα της «παραδοσιακότητας»
 -ΟΔΟΣ: Γιορτές
-ΟΔΟΣ: Το δις...
-ΟΔΟΣ:...να κάνει πιο απολαυστική, πιο λαμπερή και πιο αισιόδοξη την ζωή μας
-ΣΠΥΡΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ: Μήπως κι’ εγώ δεν είμαι τελικά Καστοριανός;
-ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν (Γ. Τσάμης)
-Το καστοριανό καρναβάλι που χάθηκε (ηχογράφηση του 1930)  
-Καρναβάλι 1968 (βίντεο) | α΄μέρος
-ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν (Α. Μπούτη)
-ΟΔΟΣ: Πολιτιστική εσωστρέφεια
-ΜΕΡΟΠΗΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΓΓΕΛ: Καστοριανό Καρναβάλι
-Καστοριανό Καρναβάλι
-ΜΕΡΟΠΗΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΓΓΕΛ: Καρναβάλι. (Ήμήπως ραγκουτσάρια και πανηγύρια;)
-ΚΑΣΤΟ-ΡΙΟ
-Καστοριανό καρναβάλι 2011 -φωτό- [α] 
-Καστοριανό καρναβάλι 2011 -φωτό- [β]
-Καστοριανό καρναβάλι 2010 -φωτό- [α] 
-Καστοριανό καρναβάλι 2010 -φωτό- [β]
-Καρναβάλια Καστοριάς
-Καρναβάλια Ιανουαρίου 2012
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 21.1.2009

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Με αφορμή ένα χρωστούμενο σε όλους μας βιβλίο

Το κείμενο αυτό θα μπορούσε άνετα να έχει γραφτεί για να συστήσει αυτό το βιβλίο. Αναφέρομαι στο: «Πηνελόπη Δέλτα - Η ζωή της σαν παραμύθι» της Νένας Κοκκινάκη των εκδόσεων Άγκυρα. Θα μπορούσε και θα έπρεπε, καθώς η συγγραφέας στην οποία είναι αφιερωμένο μεγάλωσε γενιές Ελληνόπουλων και εξακολουθεί να μεγαλώνει ακόμα, αφού τα βιβλία της δε σταματούν να εκδίδονται. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο αποτελεί και την έκφραση ενός παλιού αξεπλήρωτου χρέους όλων των Ελλήνων που συγκινήθηκαν από τα δικά της βιβλία και είναι-είμαστε- αμέτρητοι. Θα μπορούσε… Όμως, δε γράφτηκε γι’ αυτό. Το σημερινό κείμενο γράφτηκε για να αντιδιαστείλει δύο εποχές ∙ την εποχή όπου έζησε η σπουδαιότατη συγγραφέας και τη δική μας εποχή. Να τις αντιπαραβάλει όχι γενικά και αόριστα, αλλά σε σχέση με το πώς η κάθε εποχή μεγάλωνε –και μεγαλώνει- τα παιδιά της.

Στέκομαι σ’ αυτό το σημείο του βραβευμένου πρόσφατα βιβλίου (με το κρατικό βραβείο λογοτεχνίας παιδικού βιβλίου) που μας γνωρίζει καλύτερα την Π. Δέλτα, γιατί, ανάμεσα στα άγνωστα αλλά και γνωστά στοιχεία για τη ζωή της, αυτό που προσωπικά δε γνώριζα καθόλου ήταν ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε η ίδια ως παιδί από τους δικούς της και μέσω αυτού του τρόπου προκύπτει και η θέση που είχε το παιδί στην εποχή της, όπου όλοι ξέρουμε γενικά και αόριστα κάποια πράγματα, αλλά, όταν τα πράγματα γίνονται τόσο συγκεκριμένα, τότε κι οι σκέψεις φουσκώνουν μέσα σου και σε κατακλύζουν.

Σταχυολογώ, λοιπόν, από το βιβλίο και, αφού πούμε ότι η Π. Δέλτα γεννήθηκε το 1872, παραθέτω τα παρακάτω στοιχεία:
«(…) Έτσι, φαίνεται, πρέπει να είναι οι γονείς, αυστηροί, θεοί που λατρεύεις και φοβάσαι μαζί, γι’ αυτό και θα πρέπει, όσο μπορείς, να μένεις μακριά τους.»
«(…) Η Πηνελόπη δεν ήθελε να γίνεται έτσι. Θα προτιμούσε η μητέρα της να την αγκαλιάζει και να την φιλάει όποτε ήθελε, όσες φορές ήθελε…της είχε λείψει το φιλί της όμορφης μαμάς. Και ο πατέρας όμως ήταν ένας φοβερός θεός που σπάνια συγχωρούσε.»
«(…) Ο πατέρας ήταν προς όλους δίκαιος κι έδινε μαθήματα και μόνο με την παρουσία του. Είχε το σεβασμό όλων. Τα παιδιά του τον φοβούνταν υπερβολικά, τον έτρεμαν. Με το που ακουγόταν το κλειδί του στην πόρτα κάθε θόρυβος σταματούσε, κάθε φωνίτσα παιδική πνιγόταν.
(…) Ο πατέρας δεν φιλούσε ποτέ τα παιδιά του. Αντίθετα, τα μάλωνε και πολύ συχνά τα χαστούκιζε και τα τιμωρούσε.»
«Η ανατροφή ήταν τότε σκληρή, με τιμωρίες και ξύλο για ψύλλου πήδημα. Τα παιδιά ήταν πειθαρχημένα σαν στρατιωτάκια. Αλίμονό τους, αν δεν υπάκουαν σε ό,τι οι γονείς διέταζαν!(…)»

Να σας προλάβω ∙ εμείς οι σημερινοί αναγνώστες του συγκεκριμένου βιβλίου, αλλά και κάθε άλλου που καταπιάνεται με τέτοια ζητήματα διευκρινίζουμε πως δεν πρέπει να καταλήξουμε σε κανένα συμπέρασμα, αν δε λάβουμε σοβαρότατα υπόψη μας την εποχή για την οποία μιλάμε ∙ είμαστε πριν από το 1900, αρκετά χρόνια πριν από σήμερα∙ δεν πρέπει να βιαστούμε να κατακρίνουμε και να καταδικάσουμε ανθρώπους. Όλα οφείλουμε να τα συσχετίζουμε με την εποχή τους. Διηγείται π.χ. η δική μου μάνα -και το κάνει πάντα με την ίδια αγανάκτηση και απορία μαζί- διηγείται, λοιπόν, ένα περιστατικό όπου πατέρας 50άρη σήμερα άντρα, όταν αυτός ήταν μικρός κι έπεσε, ενώ έκλαιγε γοερά, ο πατέρας του δε σηκώθηκε να τον φροντίσει και να τον αγκαλιάσει από σεβασμό στους γέροντες που ήταν παρόντες. Έτσι το είχαν τότε και ο πατέρας δεν είναι αξιοκατάκριτος επειδή δεν πάτησε την παράδοση και δεν έκανε αυτό που πρόσταζε η καρδιά του, γιατί δεν μπορούν όλοι να αντέξουν το κόστος να προχωρήσουν μπροστά από την εποχή τους και να είναι πρωτοπόροι.

Το δυστύχημα, όμως, είναι πως η έλλειψη αυτή της χειροπιαστής αγάπης που έχει ανάγκη κάθε παιδί, και πάλι λόγω της εποχής δεν μπορούσε να σβηστεί ή, έστω, να λιγοστέψει, αφού και οι δάσκαλοι ήταν το ίδιο αυστηροί με τους γονείς. Συγκεκριμένα, όλες οι κατ’ οίκον δασκάλες της Πηνελόπης ήταν «κακές και στριμμένες». Όλες εκτός από μία και μόνο, που κατάλαβε τη βαθιά ανάγκη της μικρής για αγάπη και τρυφερότητα και της την παρείχε σημαδεύοντας τη ζωή της.

Η Π. Δέλτα, όμως, είχε ένα σοβαρότατο ελάττωμα ∙ ήταν ένα παιδί που δεν άντεχε το άδικο. Πολύ περισσότερο απ’ όλα της τα αδέρφια που ζούσαν στις ίδιες συνθήκες και δεν πειράζονταν απ’ ό,τι συνέβαινε. Και, σύμφωνα μ’ αυτό που λέγεται πολύ σωστά (το ξέρουν πολύ καλά όσοι της μοιάζουν) πως «η μεγαλύτερη δυστυχία που μπορεί να ζήσει ένα πλάσμα είναι το να υποφέρει από την αδικία», η Πηνελόπη ήταν πολύ δυστυχισμένη ∙ τόσο, που για να αντιμετωπίσει τη δυστυχία της αυτή αγάπησε το διάβασμα. Το αγάπησε τόσο ώστε αυτή της η αγάπη να γίνει μια ακόμη αφορμή να συνεχιστεί η σύγκρουσή της με τη μητέρα της που δεν έβλεπε με καθόλου καλό μάτι την αφοσίωση της κόρης της στο διάβασμα. Διάβαζε για να ξεφεύγει από τη δική της στενόχωρη ζωή και να ζει τη ζωή όπως θα ήθελε μες στα βιβλία. Έτσι, λοιπόν, το λυπημένο κορίτσι με το να διαβάζει και να ονειρεύεται τα έβγαζε πέρα με τη ζωή που έδειχνε πως ήθελε να τη νικήσει και να την υποτάξει.

Αποδεικνύεται, λοιπόν, για άλλη μια φορά πως για όλα φταίει η παιδική ηλικία σε συνάρτηση βέβαια με την ιδιοσυγκρασία του καθενός μας. Κι όπως η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται, έτσι κι η εξέλιξη του καθενός μας από τα παιδικά του χρόνια φαίνεται. Κι όλες οι κατοπινές παρεμβάσεις μπορούν, βέβαια, να τακτοποιήσουν πράγματα, αλλά το οικοδόμημα έχει ήδη θεμελιωθεί.
Και άνθρωποι προικισμένοι όπως η Π. Δέλτα τα καταφέρνουν να νικούν τελικά, ξεπερνώντας τις αντιξοότητες και δίνοντας αληθινές μάχες τις πιο πολλές φορές με τον ίδιο τους τον απαιτητικό εαυτό που δεν εννοεί να συμβιβαστεί με το κατώτερο ούτε και με τη ζωή που είναι διαφορετική απ’ ό,τι αυτοί προσδοκούν.

Όμως, στο θέμα μας και πάλι. Έτσι είχαν τα πράγματα λίγο πριν ξεκινήσει ο αιώνας του παιδιού, όπως χαρακτηρίστηκε ο 20ός αιώνας. Κι από εκεί που κοινή πίστη ήταν το «Όταν δίνεις δίκιο στα παιδιά σου, τα μαθαίνεις να σου εναντιώνονται», αρχίσαμε πια να φοβόμαστε πως έχουμε περάσει στο άλλο άκρο. Αφού υπερασπιστήκαμε τα δικαιώματά τους, που καταπατούνταν βάναυσα, αφού διατυπώθηκε ο περίφημος χάρτης των δικαιωμάτων τους , αφού αποκαταστάθηκε το παιδί, που δεν πρόκειται να πάψει ποτέ να είναι το πιο ιερό πλάσμα επάνω στη γη ∙ το παιδί, που, ό,τι κι αν κάνει, όσο λάθος κι αν είναι, το ξέρουμε πως είναι αυτό που φταίει λιγότερο το ίδιο και πως περισσότερο φταίνε αυτοί που το αγαπούν περισσότερο.

Γιατί, στο μεταξύ, παραμερίστηκε η υπερβολική αυστηρότητα με την οποία ανατρέφονταν τότε τα παιδιά και τη θέση της πήρε η ακραία ασυδοσία. Που οι υπεύθυνοι γι’ αυτήν την είπαν «ελευθερία», παραμορφώνοντας την πραγματική ελευθερία. Και χάθηκαν οι αρχές και χάθηκαν οι αξίες και εξαφανίστηκαν τα όρια και σβήστηκε το «όχι» από τα χείλη των γονιών, που είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για τη χύμα κατάσταση που κυριαρχεί στις μέρες μας, ενώ παράλληλα έχουν αρχίσει να πληθαίνουν βιβλία που έρχονται να διδάξουν τα αυτονόητα ∙ ολόκληρα βιβλία που έρχονται να διδάξουν από την αρχή τα πράγματα που οι παλιοί γονείς δε χρειάζονταν να διδαχθούν: πως τα παιδιά τα έχουν απόλυτη ανάγκη αυτά τα όρια που οι γονείς τους σήμερα φοβούνται να βάλουν για να μην τα «πληγώσουν». Πως «τα ΟΧΙ οικοδομούν το καλό, όχι τα ναι».Πως καλοί γονείς δεν είναι αυτοί που δε λένε ΟΧΙ στα παιδιά τους, αλλά αυτοί που ξέρουν πότε ωφελεί τα παιδιά τους το ΟΧΙ και πότε το ναι.

Οι γονείς που είναι παρόντες στη ζωή των παιδιών τους τόσο και κάθε φορά που τα παιδιά τους τους χρειάζονται, οι γονείς που δεν τρέχουν όλη μέρα για να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους ένα σωρό περιττά, κυρίως για να σβήσουν τις ενοχές που νιώθουν οι ίδιοι για τη βλαβερή τους απουσία από τη ζωή τους, αυτοί που έχουν συνειδητοποιήσει πως το να είσαι γονιός είναι πάνω απ’ όλα θυσία και πως αυτή η θυσία είναι τόσο αυτονόητη που δεν επισημαίνεται κιόλας, γιατί, αν επισημανθεί, χάνει ένα μέρος της αξίας της.

Έχουμε περάσει, λοιπόν, με όλα τα δικά μας φταιξίματα και τις δικές μας αβλεψίες στο άλλο άκρο. Και τα αποτελέσματα αυτής της ξέφραγης ανατροφής γίνονται μέρα με τη μέρα πιο ορατά ακόμα κι από αυτούς που δε θέλουν να δουν. Ακούμε, έτσι, να δυναμώνουν οι φωνές που διαμαρτύρονται, ξεχνώντας καμιά φορά ποιος ευθύνεται για την κατάσταση αυτή. «Υπάρχουν παιδιά που πριν ακόμα μπουν στο δημοτικό έχουν πάρει το δίπλωμα του βασανιστή της Ιεράς Εξέτασης», έγραφε ο δημοσιογράφος μη θέλοντας να αναφερθεί στους υπαίτιους της κατάστασης αυτής, και η φράση αυτή, παρά τον υπερβολικό τρόπο με τον οποίο είναι διατυπωμένη, δεν απέχει και πολύ από την αλήθεια ∙ μιαν αλήθεια που βιώνουμε μες στα σχολεία, μια κατάσταση που δυσκολεύει ολοένα και περισσότερο και που, ακόμα κι αν έχουμε τις καλύτερες προθέσεις και όσο κι αν αναγνωρίζουμε τα αίτια του κάθε προβλήματος, δυσκολευόμαστε οι δάσκαλοι να αντιμετωπίσουμε αβοήθητοι, αφού η ναρκωμένη και πάντοτε πόρρω απέχουσα από την πραγματικότητα επίσημη Πολιτεία κοιμάται αρνούμενη να ξυπνήσει, οι Δήμοι δεν εμπλέκονται γιατί δεν πιστεύουν ή δεν το ‘χουν καταλάβει ακόμα πως το ζήτημα είναι στις αρμοδιότητές τους κι οι δάσκαλοι που εδώ και δεκαετίες περιμένουν τον ψυχολόγο που δε φαίνεται (υπάρχει πληθώρα, απλώς δε διορίζονται, γιατί δεν «υπάρχει βούληση» για κάτι τέτοιο –άλλωστε κάτι ανάλογο δε γίνεται και με τους μουσικούς που ποια χώρα που θέλει να λέγεται και να θεωρείται πολιτισμένη τους κρατάει μακριά από τα σχολειά της στις αρχές του 21ου αιώνα;) έχουν ξεχάσει να ελπίζουν και να διεκδικούν

Γλαφυρότατη η περιγραφή του δημοσιογράφου, ο οποίος, περιγράφοντας τα πρόσφατα επεισόδια με τους νεαρούς πρωταγωνιστές, και πάλι δεν εστιάζει στους πραγματικούς αίτιους: «Η ανάλυση που βλέπει ΠΑΝΤΟΤΕ στη βία τα απόνερα μιας προγενέστερης βίας είναι κατά την άποψή μας ρηχή. Αρκεί μονάχα να έχεις παρατηρήσει μικρά παιδιά στο παιχνίδι τους., να έχεις διαγνώσει την καταστροφική χαρά με την οποία θα τα έκαναν όλα «γυαλιά καρφιά», αν τους περνούσες, έστω ασυνείδητα, το μήνυμα ότι αυτό επιτρέπεται. Μήπως τους έχουμε ήδη περάσει αυτό το μήνυμα; Ή κάτι ακόμη χειρότερο: Ότι μονάχα έτσι θα αποκτήσουν λόγο ύπαρξης;»

Λοιπόν, όλα αυτά είναι συντριπτικές αλήθειες, όσο κι αν φαίνεται αιρετικός αυτός που τις εκφράζει∙ με συντριπτικότερη όλων την αλήθεια πως οι γονείς της εποχής μας δεν είμαστε ιδιαίτερα πετυχημένοι στο ρόλο μας. Αλλά εγώ θα επιμείνω, προτείνοντας ως ολόχρυση λύση την ανάγνωση∙ την ανάγνωση γενικώς βιβλίων, αλλά και την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου που στάθηκε η αφορμή του κειμένου αυτού και μας γνωρίζει τη μεγάλη ελληνίδα συγγραφέα που υπήρξε η πρώτη που νοιάστηκε πραγματικά για τα παιδιά και αφοσιώθηκε σ’ αυτά σε όλη της τη ζωή, γράφοντάς τους τα βιβλία που θα ‘θελε να έχει κι η ίδια για να διαβάζει όταν ήταν παιδί, τα βιβλία που «δοκίμασε»πρώτα στα δικά της παιδιά κι έπειτα εξέδωσε, γιατί πίστευε ότι θα γεμίσουν όλα τα Ελληνόπουλα όχι μόνο της εποχής της, αλλά ακόμη και τα σημερινά.

Στο σημείο αυτό, λοιπόν, προτείνεται η ανάγνωση ως φάρμακο, γιατί:
-Είδαμε την ηρωοποίηση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, που προέκυψε από την ανάγκη των παιδιών να βρουν πρότυπα και να ταυτιστούν μαζί τους. Άλλωστε, πολύ σωστά είχε ειπωθεί πριν από χρόνια ότι: «Ακόμα κι αν οι ήρωες που ζουν σήμερα ανάμεσά μας είναι επικίνδυνα λιγοστοί, υπάρχουν αμέτρητοι μες στις σελίδες των βιβλίων, που περιμένουν τα παιδιά να τους ανακαλύψουν για να παίξουν το ρόλο τους στη ζωή τους.»

-Ο συνηθισμένος και φτηνός (κυριολεκτικά και ιδίως μεταφορικά) τρόπος «ψυχαγωγίας» των παιδιών μας, η τηλεόραση, το διαπιστώνουμε όλοι πια πως έχει πιάσει πάτο. «Πώς τα καταφέρατε να γίνετε συγγραφέας;» ρώτησαν ένα σύγχρονο συγγραφέα. «Χάρη στην τηλεόραση», απάντησε. «Κάθε φορά που κάποιος στο σπίτι μου την άνοιγε, εγώ κλεινόμουν στο δωμάτιό μου και διάβαζα.»

-Τελευταία μας προέκυψε και το αφιλτράριστο internet και η αφιλτράριστη είσοδος των μικρών παιδιών στα διάφορα internet café, όπου κανονικά και σύμφωνα με νόμο που ψηφίστηκε πολύ πρόσφατα (χωρίς να τον δούμε να εφαρμόζεται βέβαια, όπως γίνεται με κάθε σοβαρό νόμο στην Ελλάδα, όπου οι νόμοι ψηφίζονται για να μην εφαρμόζονται) απαγορεύεται η είσοδος των ανήλικων, εκτός κι αν έχουν να δείξουν γραπτή άδεια των γονέων τους (εδώ γελάμε ή κλαίμε, αναλόγως με τη διάθεσή μας τη συγκεκριμένη στιγμή).

-Στην οικονομική κρίση που διερχόμαστε όλοι αποδείχτηκε πως το βιβλίο είναι, τελικά, ένας «φτηνός πλούτος» (Κ.Κατσουλάρης, δημοσιογράφος). Είναι πολύ πρόσφατες οι γιορτές, όπου κάθε χριστιανός που τις γιόρτασε πέρασε από τη διαδικασία να ξοδέψει όχι μόνο όσα είχε αλλά κι όσα δεν είχε για να είναι in και must(αυτό το φαινόμενο με τα γεμάτα με σακούλες χέρια και τον εμφανέστατο υπερκαταναλωτισμό διάβασα κάπου δεν το βλέπει κανείς πουθενά τόσο έντονο όσο εδώ, στη φτωχή μας πατρίδα. Κι έχουμε αργήσει πολύ να ξυπνήσουμε και να αποφασίσουμε να απομακρυνθούμε απ’ αυτό το μη υγιές πνεύμα της υπερκατανάλωσης, ν’ απομακρυνθούμε, όχι από ανάγκη, επειδή δε μας φτάνουν τα λεφτά, αλλά από επιλογή). Λοιπόν, ήταν πολλοί, άραγε, αυτοί που στο ομολογουμένως βασανιστικό ερώτημα «τι δώρο να του (της) κάνω;» σκέφτηκαν το βιβλίο;

Το βιβλίο, που παραμένει προσιτή η τιμή του (αν υπολογίσουμε, μάλιστα, τα χρήματα για μία και μόνη έξοδο στα μπουζούκια-άλλη in και must αθλιότητα που θέλει να αποκαλείται «μουσική»), που επιστρέφει και πάλι σε μας ως πλούτος, ειδικά αν τα κατάφερε να μας χαρίσει συγκίνηση ή να μας κάνει να σκεφτούμε λίγο περισσότερο ή να ξεφύγουμε από την πεζότητα της ζωής μας και να βρούμε καταφύγιο στη δική του αγκαλιά, όπως π.χ. έκανε η Πηνελόπη Δέλτα.

Το βιβλίο, λοιπόν, για όλους αυτούς τους λόγους και για άλλους τόσους είναι η δυνατή παρηγοριά που πρέπει και αξίζει να βάλουμε στη ζωή μας ∙ μια παρηγοριά που θα την ομορφύνει, θα την πλουτίσει, θα την αναδείξει …Άλλωστε, αυτό είναι και το μόνο πράγμα που έχει τη δύναμη να πολλαπλασιάζει το χρόνο μας. Ξέρετε εσείς κάτι άλλο που μπορεί να το πετύχει;

Ευχαριστώ το δικό μου αϊ-Βασίλη, που παραμένει λόγιος και που δεν ξέχασε να με επισκεφτεί και φέτος.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 21.1.2009