30/11/09

ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΖΗΜΑ: Τα δύο φορέματα

ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ του δημοτικού συμβουλίου από την Δημοτική Βιβλιοθήκη Καστοριάς, παρουσιάστηκε το περασμένο Σάββατο με ιδιαίτερη επιτυχία το βιβλίο του κ. Αλεξάνδρου Κοσματόπουλου «Τα δύο φορέματα». Την εκδήλωση επιμελήθηκαν οι κ.κ. Χρήστος Τζήμας, μηχανικός, Ηλίας Παπαμόσχος πεζογράφος και Επαμεινώνδας Τσίγκας νευρολόγος, οι οποίοι με τις εξαιρετικής ποιότητας παρουσιάσεις τους, όχι μόνο ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του λογοτεχνικού επιπέδου του βιβλίου, αλλά απέδειξαν ότι βρίσκεται σε πλήρη λειτουργία και αλληλεπίδραση, ένας κύκλος πνευματικών ανθρώπων στην Καστοριά που εντυπωσιάζει για την βαθύτητα της σκέψης τους. Η ΟΔΟΣ θα δημοσιεύσει τις παρουσιάσεις των τριών, με την ίδια σειρά της εκδήλωσης σε διαφορετικά φύλλα, σήμερα δημοσιεύεται η πρώτη, αυτή του κ. Χρήστου Τζήμα.



Τα «Δύο Φορέματα» (α’ έκδοση 1982, δεύτερη «ανακαινισμένη εκ βάθρων» έκδοση το 1990 και γ’ έκδοση 2008 εκτενέστατα αναθεωρημένη) γράφτηκαν και διαδραματίζονται στην Καστοριά.

[ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ]

Πρώτη φορά ήρθα σε επαφή με το κείμενο το 1996, όταν ζούσα στη Θεσσαλονίκη και η έκπληξή μου ήταν μεγάλη, διότι ήταν το πρώτο λογοτεχνικό έργο που ανακάλυπτα - για την ακρίβεια στις παρυφές της λογοτεχνίας, της ιστορίας και του εσωτερικού μονολόγου, στο οποίο η Καστοριά ήταν σε κυρίαρχο πραγματικά ρόλο. Επίσης πυροδότησε μνήμες και βιώματά μου ενώ στίλβωσε την όραση της πόλης που είχα από τα παιδικά μου χρόνια εντός της. Όντας βέβαιος ότι ανακάλυψα μια νέα προοπτική του βλέμματος για την Καστοριά, το συνέστησα σε φίλους, το δώρισα, το ξαναδιάβασα.

…………………………………

Ο Κοσματόπουλος δεν κατάγεται από την περιοχή. Έρχεται στην Καστοριά κάπου το 1980, 30άρης, διορισμένος εκπαιδευτικός και ζει εδώ φανερά αποτραβηγμένος από τα κοινωνικά της πόλης.
Όμως στην αρχή-αρχή του βιβλίου, οι εγχαράξεις του ναού του Ταξιάρχη ζουν στις ποδιές των μοναχών στο Άγιο Όρος, ο Αλιάκμονας-Λωλοπόταμος εκβάλλει στη γενέτειρα του συγγραφέα και στο κλείσιμο του βιβλίου, διαβάζουμε «…σάμπως οι δρόμοι της Καστοριάς να ήταν συνέχεια εκείνων της Θεσσαλονίκης…».

Μελετά την ιστορία, τη γεωγραφία, τις παραδόσεις, τις συνήθειες, τα ήθη. Συγχρόνως μελετά όμως και την προσωπική του κατάσταση, την αγωνία της δημιουργίας γραφής στο επαρχιακό περιβάλλον, την ελπίδα του κατακερματισμένου κόσμου να ανασυνταχθεί. Ο στόχος αναδύεται σταδιακά- δεν είναι ούτε η λαογραφική-εγκυκλοπαιδική καταγραφή, πράγμα συνηθισμένο σε αυτή την πόλη, ούτε το τουριστικό ψάξιμο των μνημείων, των δοξάτων και των λιακωτών…
...αλλά είναι η αναζήτηση του αιώνιου, της ενότητας, του εαυτού, της αλήθειας. Και βέβαια, η πρόσφατη αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου, 26 χρόνια από την πρώτη, μαρτυρά ότι η αναζήτηση αυτή δεν είχε τελειώσει, δεν είχε σημειωθεί η παύλα.

[ΕΝΤΟΣ]

Ιδού λοιπόν τι συμβαίνει εντός του συγγράμματος
(διαβάζουμε:)
...Περπατά ο Αλέκος στους διαβατικούς της Καστοριάς, όλος μάτια. Πνοή αγάπης τον λικνίζει, ευφρόσυνης. Θα ήθελε όλα να τα αγκαλιάσει, να τα βάλει όλα βαθιά μέσα του, να μην ξεχωρίζει από τις πέτρες του καλντεριμιού, απ’ τα ραδίκια που ξεφυτρώνουν στην άκρη του δρόμου. Ούλτσα και δρόμος, και των ανθρώπων πατήματα, κάθε πατημασιά και ανάσα.

(ακόμη)

…Η γεωγραφική θέση της Καστοριάς, η τοπογραφία και το έδαφός της, οι μνήμες των ανθρώπων που εδώ έζησαν, συμβάλλουν στον σχηματισμό του ψυχικού υπόβαθρου της πόλης. Η ελλειψοειδής λίμνη κλειστή σαν μήτρα. Γύρω τριγύρω λόφοι και βουνά. Αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι στην άκρη του κόσμου…

Ο συγγραφέας συγχρωτίζεται και ταυτίζεται με πρόσωπα που κινούνται ως σκιές στο Τσαρσί, στο Ντολτσό, στον γύρο της λίμνης . Το τοπίο, έδαφος και υπέδαφος της πόλης μας μαζί με πλήθος ιστορικών, γεωγραφικών και λαογραφικών πληροφοριών. Τα πρόσωπα και η ίδια η γραφή ως «επάλληλα στρώματα τοιχογραφιών»... Σιωπηρώς αγωνιώδης η αναζήτηση της ενότητας του προσώπου και του χώρου, η αναζήτηση της ένδυσης. Και η Καστοριά δεν συνθέτει απλώς το σκηνικό, αλλά εισφέρει τα μέγιστα.

...Η πόλη αυτή έχει την δυνατότητα, τις καταθέσεις για να βοηθήσει κάποιον άνθρωπο, να μπορέσει να ζήσει μια άλλη ζωή, να αποκτήσει πνευματική στέγη. Στην Καστοριά επίσης έμαθα να έχω σχέση με τον χώρο...

...Σαν έδαφος που πυρπολείται και οι υπνώττοντες εγείρονται, λογαριάζω την Καστοριά… Αν δεν υπήρχε η πόλη και η παρουσία της ως παρελθόν και ως παρόν, δεν θα μπορούσες να ολοκληρώσεις αυτά που ήθελες να πεις…


Ο αινιγματικός τίτλος φωτίζεται εν μέρει στον πρόλογο της α’ έκδοσης του Ν. Γ. Πεντζίκη και στον επίλογο της β’ έκδοσης: «Ο διττός τρόπος του αισθάνεσθαι το υπάρχειν» σημειώνει ο Κοσματόπουλος. Είναι ακόμη η αναφορά στα δύο φορέματα της Παναγίας που χάρισε πριν την κοίμησή Της. Η απεγνωσμένη προσπάθεια του γυμνού ανθρώπου να ενδυθεί.
Όπως ο ίδιος ομολογεί, η διαμονή του στην πόλη τού έδωσε ρώμη εσωτερική, μοχλό συγγραφής. Άλλωστε η Καστοριά, ως τόπος και ως προσωπική ιστορία, επανέρχεται έκτοτε συνεχώς στις σελίδες των βιβλίων του. Ακόμη, δεν λείπουν και οι ευθείς χαρακτηρισμοί, οι άμεσες αναφορές στο πώς προσλαμβάνει τον χώρο ο συγγραφέας:

(διαβάζουμε)

…Υπήρξε τόπος εξορίας. Ένας τόπος γυμνός και άδειος που κάνει τον άνθρωπο να στραφεί στα ενδότερα της υπάρξεως…
…αντικρίζοντας την Καστοριά ως τροφό που τα χώματά της ζωντάνεψαν μυστικά το κορμί του…

και το πιο περιγραφικό:

Τη νύχτα η πόλη με τα φώτα μοιάζει υπερωκεάνιο που ταξιδεύει στις ομίχλες και τα βουνά. Ο Στρατής Δούκας κατεβαίνοντας από τις κορυφές του Βοΐου, λέγει ότι πλησιάζοντας την Καστοριά μύριζε θάλασσα…
…………………………………


[ΟΙ ΕΚΤΡΟΠΕΣ]

Ας δούμε και κάτι άλλο, ιδιαίτερο στοιχείο της δομής: σε κάποιο σημείο έχουμε αναλυτική περιγραφή των τρόπων και της ορολογίας του ψαρέματος στη λίμνη. Η γραφή αμέσως μετά οδηγείται στον μύθο της Περσεφόνης, στις τοιχογραφίες της Μαυριώτισσας και εν τέλει σε ενδοσκόπηση.
Οι ποτάμιοι δρόμοι του λόγου, οι στάσεις και οι εν οδώ εκτροπές των περιγραφών υπάρχουν μόνο ως μέρος της έρευνας της ενότητας, της αγωνίας της ένδυσης και απέχουν πολύ από τις απλώς συνειρμικές, ή από τις υποσυνείδητες των σουρρεαλιστών.
Έτσι, αλλού, μετά την απαρίθμηση των δρομολογίων του ΚΤΕΛ της εποχής, με ελάχιστα συνδετικά στοιχεία ακολουθεί αναφορά στο προσωπικό του επαγγελματικό περιβάλλον και στον Καστοριανό Άγιο Ιάκωβο, στα απομεινάρια στη θέση Μαγαζιά του γύρου της λίμνης και εν τέλει η εξήγηση:
«..η έρευνα γύρω από την ιστορία της πόλης και το υπέδαφός της, τα πρόσωπα και τα στοιχεία που μέσα στον χρόνο είχαν μεταμορφωθεί, δεν ήταν παρά μια αναζήτηση του αιώνιου μέσα στο εφήμερο…»

Ψηφιδωτή δομή λοιπόν, συλλογή των στοιχείων που απαρτίζουν τα παλαιά και τα νέα της πόλης, καταγραφή και ύφανση των θείων και των ανθρώπινων.
…………………………………

[ΤΟ ΔΙΑΒΑ]

Το διάβα του Κοσματόπουλου από την Καστοριά έμελλε να αφήσει ένα σημαντικότατο έργο γραφής, ταυτόχρονα προσωπικό και μη. Ο αριθμός και η λεπτομέρεια των στοιχείων της ιστορίας, της γεωγραφίας, των παραδόσεων της Καστοριάς, ξαφνιάζουν με το πλήθος τους. Ξαφνιάζουν επίσης διότι λαμβάνουν ισχυρό νόημα όταν τοποθετούνται, όπως γίνεται στο βιβλίο, εντός της ανθρώπινης αγωνίας. Η πόλη συντίθεται από τα στοιχεία της, σελίδα με τη σελίδα, παράλληλα με τον συγγραφέα που αναρριχάται κλιμακωτά προς την ενότητα, την ένδυση του γυμνού εαυτού. Το έσω και το έξω.

…………………………………

[Η ΕΠΙΓΕΥΣΗ]

Ποια είναι τελικά η επίγευση της ανάγνωσης;
Ο χείμαρρος των πληροφοριών, η πλοκή αυτών και ο τρόπος που λειτουργούν σε διάλογο με τον εσωτερικό κόσμο των προσώπων του βιβλίου, την κάνουν μεστή. Οι εικόνες και το αντικείμενο του βλέμματος απέναντι στην πόλη την κάνουν γνώριμη, οικεία. Και η διαρκής αναζήτηση των ορατών και αοράτων του τόπου την κάνει περιπετειώδη.

Τελειώνοντας θέλω να πω ότι πρόκειται για μοναδικό έργο, το οποίο δυστυχώς δεν είναι πολύ γνωστό στον τόπο που δημιουργήθηκε. Δεν έχω γνωρίσει πολλούς, ιδίως «ξένους», που να θυμούνται την Καστοριά ως πόλη με τόση εσωτερική ένταση, με τόση λανθάνουσα πνευματική δυναμική. Και δεν γνωρίζω πολλούς που να εκστομίζουν «η Καστοριά με έσωσε…» ή ότι «η Καστοριά μου χάρισε αντιστύλια να στηρίξω τον κατακερματισμένο εαυτό μου...»

Και θέλω να ευχαριστήσω τον Αλέξανδρο Κοσματόπουλο για την θεμελιώδη οπτική και τον μέγα περίπατο της γενέθλιας πόλης που μου πρόσφερε γράφοντας τα Δύο Φορέματα.

.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

«Ψυχή Βαθιά»

Κύριε Μπαϊρακτάρη,

Κατ’ αρχήν θέλω να σας ευχαριστήσω για τη φιλοξενία που μου παρέχετε στην τόσο ενδιαφέρουσα εφημερίδα σας. Είναι ίσως ένα κατάλοιπο, ένα ξέσπασμα, μια έκφραση οργής; θυμού; λύπης; Και μια που πέρασε μεν η «ευτυχής» εποχή του μονοδιάστατου τηλεβόα της Ε.Π.Ο.Ν τον οποίο με περισσό φανατισμό (τι κρίμα) αλλά και απέραντη πίστη στο δίκαιο (;) αγώνα μας χειριζόμουνα, τώρα βρίσκω διέξοδο στην εφημερίδα σας η οποία μου παρέχει την δυνατότητα να εκφραστώ ελεύθερα. Σας ευχαριστώ.
«Ψυχή Βαθιά» λοιπόν και ας έχουν περάσει έκτοτε εξήντα τόσα χρόνια, και ας κουβαλάω από την Γυάρο τη χρόνια αναπνευστική πνευμονοπάθειά μου (ΧΑΠ) παράσημο συνέπειάς, και ας έχει χυθεί τόσο αίμα άδικα, και ας έχει ρεύσει τόση μελανή μελάνη από χρυσούς και χρυσοπληρωμένους αργυρώνητους κονδυλοφόρους που παραχάραξαν την ιστορία, τυμβωρυχώντας ασεβείς και αδιάντροποι, διεκδικώντας και το ιστορικό αλάθητο οι χρυσοκάνθαροι.

«Ψυχή Βαθιά» λοιπόν. Βέβαια, δεν είδα και δεν μπορώ να κρίνω την κινηματογραφική δημιουργία του αναγνωρισμένου σκηνοθέτη κύριου Π. Βούλγαρη. Πρώτον διότι στερούμαι παντελώς σκηνοθετικών γνώσεων και ταλέντου. Δεύτερον διότι την εποχή εκείνη 1947-1952 στη Γυάρο και 1952-1954 στο Γεντί Κουλέ κλπ. κλπ. δεν είχα (δεν είχαμε εννοώ) ούτε εφημερίδα, ούτε ραδιόφωνο να μάθουμε ή να ακούσουμε τι γίνεται εκεί πάνω. Κάτι μας έλεγαν οι δήμιοί μας για κάποια 6η Ολομέλεια και το ξεπούλημα της Μακεδονίας, αλλά εμείς δεν τους πιστεύαμε γιατί δεν μας ενημέρωναν σχετικά οι ινστρούκτορές μας…
«Ψυχή Βαθιά». Έτσι συνεχίσαμε τον αγώνα βουτηγμένοι στην ευτυχή μας πλάνη, παραπλανημένοι παραπλανώντας, μέχρι και σήμερα, όσοι βέβαια από μας δεν είχαν τα κότσια να απαλλαγούν από το «ζωτικό τους ψεύδος» (ρήση του κ. Καστοριάδη) στο οποίο εξακολουθούν να είναι εγκλωβισμένοι, ή βολεμένοι ανεπάγγελτοι κομματικοί επαγγελματίες, τουτέστιν προοδευτικοί αλλά μη προοδευμένοι…

«Ψυχή Βαθιά». Εξοργίστηκα όμως με κάποια πονηρά δημοσιεύματα όπου δολίως και εσκεμμένως κάποιοι κονδυλοφόροι (ανώνυμοι βέβαια) ανακατεύουν Ε.Λ.Α.Σ., με Δ.Σ.Ε., και εγώ ο Γιάννης Εύδος, σύνδεσμος του 28ου Συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ. ξερνάω από αηδία, ελπίζοντας ότι σύντομα θα τους δώσω την απάντηση που τους χρειάζεται.
Την δημιουργία του σκηνοθέτη κύριου Π. Βούλγαρη «Ψυχή Βαθιά» δεν την είδα, σέβομαι, βέβαια, την προσπάθειά του. Φαντάζομαι όμως ότι θα συμπεριλαμβάνει και εκείνη την τραγική στιγμή (την οποία επίσης δεν είδα) αλλά είδαν και έζησαν οι Καστοριανοί, και χιλιάδες ξεριζωμένοι του διχασμού από τα γύρω χωριά που βρήκαν καταφύγιο στην Καστοριά, όταν ο Δ.Σ.Ε. είχε βάλει στο στόχαστρό του αθώους πολίτες που διασκέδαζαν ανέμελοι στο εξοχικό κέντρο «Έλλη», (στη θέση του σημερινού πνευματικού κέντρου Καστοριάς), και άλλοι οι περισσότεροι που σουλατσάριζαν απέξω στον Αϊ Θανάση και απολάμβαναν το θέαμα, με το σχετικό επαρχιώτικο κουτσομπολιό, όταν…
Δεν θα χρειαζόταν το ταλέντο του σκηνοθέτη, η σκηνή παραμένει ακόμα ζωντανή στη μνήμη όσων την έζησαν και δεν χρειάζονται κομπάρσοι να την απαθανατίσουν, όπου μέσα στην ευωχία της βραδιάς και υπό τους ήχους ορχήστρας συνωθούνται χορεύοντας ευτυχείς στην πίστα, σκάνε οι οβίδες του Δ.Σ.Ε. από τα κανόνια που είναι στημένα απέναντι στο Μπίκοβικ. Κόσμος με την ψυχή στο στόμα, ανάκατοι, μπάντα, γκαρσόν, τραπέζια, πιάτα, τύμπανα, ποτά χύμα, όλα κουτρουβαλάν στον γκρεμό προς την λίμνη, φρίκη… «Ψυχή Βαθιά».

Γιάννης Εύδος

.

ΟΔΟΣ: 97

Σε τρία χρόνια τέτοιες μέρες, θα έχουν συμπληρωθεί ακριβώς 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Καστοριάς. Και προφανώς θα ετοιμάζονται όχι μόνο ανάλογες σαν τις χθεσινές για την επέτειο των 97 χρόνων, αλλά ακόμη «λαμπρότερες» και επισημότερες, εκδηλώσεις.

Η πάροδος ενός αιώνα ελεύθερου βίου, συμβολικά τουλάχιστον, είναι ένα κομβικό γεγονός. Που δικαιολογημένα θεωρείται αφορμή όχι μόνο για γιορτές και εκδηλώσεις αλλά και για συμπεράσματα και απολογισμούς. Όταν ο Στρατός λάμβανε την εντολή απελευθέρωσης της πόλης της Καστοριάς (καθ’ όσον τότε ούτε κατά διάνοια υπήρχε Νομός Καστοριάς) το αίσθημα της κοσμογονίας και της υπερηφάνειας, της αλλαγής και της ελπίδας θα πρέπει να ήταν μοναδικό, πρωτόγνωρο και στην έντασή του, ανεπανάληπτο.

Οι «νέες χώρες» (όπως αποκαλούνται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις η Θράκη και Μακεδονία) ως τμήμα του νεοελληνικού κράτους δεν θα είναι για ποτέ πλέον και τόσο «νέες», αφού τα 100 χρόνια είναι πολλά για να επιφέρουν ολοκληρωτική αφομοίωση, απορρόφηση και ομογενοποίηση παντού. Μέσα σ’ αυτές τις περιοχές περιλαμβάνεται και η Καστοριά. Η οποία σε τρία χρόνια, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα έχει τους ίδιους με τους σημερινούς πολιτικούς εκπροσώπους, ιδίως σε νομαρχία και δήμους. Μια και αναμένεται η πολυδιαφημισμένη διοικητική αναδιάρθρωση της χώρας, ενώ οι εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης που είναι κανονικά προγραμματισμένες για το επόμενο φθινόπωρο, θα έχουν αναδείξει νέους.

Όμως, έξω από τους πανηγυρισμούς, τις παρελάσεις (που ίσως και αυτές καταργηθούν στο κοντινό μέλλον) πέρα από τις δοξολογίες, τους πανηγυρικούς και τις δεξιώσεις, η προσεκτική προσέγγιση των ποιοτικών χαρακτηριστικών της επετειακής Καστοριάς, δεν επιστεγάζει τις θριαμβολογίες. Δεν δικαιώνει τα οράματα και τους σωρευμένους από αιώνες πόθους όσων μόχθησαν, όχι απλά για την ελευθερία από τον οθωμανικό ζυγό, αλλά όσων το 1912 τολμούσαν να οραματισθούν την Καστοριά μετά από 100 (έστω 97) χρόνια ελευθερίας, δηλαδή την Καστοριά του σήμερα.

Πέρα από την τραυματική ήττα που υφίσταται η Μακεδονία ολόκληρη από τους χειρισμούς και τις εξελίξεις γύρω από την ονομασία των Σκοπίων, αλλά με αληθινή αιτία την άθλια προπαγάνδα τους, ενώ η κατάσταση δείχνει να βρίσκεται πια εκτός ελέγχου, η κατά τα λοιπά ανάλυση της πόλης και του νομού, μάλλον περισσότερο αγωνία και άγχος για το μέλλον προκαλεί, παρά αισιοδοξία και σιγουριά.

Το πρόβλημα της Καστοριάς (πόλης και νομού που τελευταία θυμίζουν στραγγιστήρι δυνάμεων και συσχετισμών που αλληλοαπωθούνται) δεν είναι μόνο που από τα ταμεία του Δήμου Μακεδνών, χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς, ο ταμίας ροκάνιζε συστηματικά ποσά που ανήλθαν συνολικά στο ύψος του 1.000.000 ευρώ. Ούτε αν το Άργος Ορεστικό μετά το δικό του καρναβάλι αποκτά με όρους και ρητορική αυτοτέλειας χωριστή επέτειο και χωριστή γιορτή απελευθέρωσης. Έστω κι’ αν είναι γεγονός ότι τα πρόσφατα χρόνια, τουλάχιστον στο επίπεδο των υποδομών, η δεύτερη πόλη του νομού γνωρίζει στ’ αλήθεια αξιοπρόσεκτη ανάπτυξη χάρη στην συνδυασμένη ώθηση των τελευταίων δημοτικών αρχών της πόλης και την έξυπνη εκμετάλλευση των ευκαιριών που παρουσιάστηκαν, ωστόσο δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι επιλογές αυτονόμησής του από την πρωτεύουσα του νομού, δεν είναι απαραίτητα και οι σοφότερες ενέργειες.

Είναι κάπως υπερβολικό το παράδειγμα, αλλά φέρνουν στον νου τον ΛΑΟΣ και την Νέα Δημοκρατία. Μπορεί σύμφωνα με το μακάβριο ξανθοπούλειας αισθητικής ευφυολόγημα ο θυρωρός (το ΛΑΟΣ) να αυτονομήθηκε (ακόμη και σε ιδεολογικό επίπεδο) από το δήθεν «ρετιρέ» της Ν.Δ. Μπορεί να αποκόμισε ευκαιριακά εκλογικά οφέλη. Αλλά στην πράξη χαμένη είναι ολόκληρη η δεξιότερα του ΠαΣοΚ πολιτική συμπαράταξη. Έτσι ίσως συμβεί κάτι αντίστοιχο και στην περίπτωση των δύο μεγάλων πόλεων του νομού.


Ούτε το πρόβλημα της Καστοριάς και του νομού της είναι ότι όπως εντόνως φημολογείται άλλος μεγάλος Δήμος ενδεχομένως να εξακολουθεί να διοχετεύει τα οικιακά λήμματα δημοτικών διαμερισμάτων του στον Αλιάκμονα (και μέσω αυτού κατ’ ευθείαν στα σπίτια όλου του νομού και γιατί όχι στα πιάτα όλου του νομού, μαζί με τα φυτοφάρμακα της λίμνης). Δεν είναι καν η πρόσφατη εικόνα του ασπασμού της δεξιάς χειρός δωρητή από τον κ. δήμαρχο Καστοριάς η οποία παραπέμπει σε αναχρονιστικά στερεότυπα, πατροπαράδοσης και αυθεντικότητας από τα οποία έχει κατακυριευθεί το «είναι» της πόλης (και του νομού). Ούτε που αίφνης, η Καστοριά, η πρωτεύουσα της ανεργίας, μοιάζει να έχει μετατραπεί σε αποθήκη κομπάρσων και δωρεάν ερασιτεχνών ηθοποιών. Σε σκηνικό αμφιβόλου ποιότητας κινηματογραφικών ταινιών που όλες τους περιστρέφονται γύρω από τα διφορούμενα προπολεμικά και εμφυλιοπολεμικά σύνδρομα και υποτιθέμενα ιστορικά γεγονότα.

Είναι χωρίς αμφιβολία όλα αυτά μαζί, αλλά και μόνο το καθένα χωριστά. Έστω κι’ αν το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι 97 χρόνια μετά, καμμιά ελπίδα και κανένα όραμα δεν μπορεί να εμπνεύσει την ιδέα της απελευθέρωσης. Ώστε οι εκδηλώσεις, οι λαμπρότητες, οι πανηγυρισμοί και οι παρελάσεις, να μοιάζουν με σάτυρα.
Προφανώς δεν στέρεψε από θαύματα ο Άγιος Μηνάς.

ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΜΠΑΓΓΟΥ: Ψυχή βαθιά-ματιά βαθιά

Τρεις μέρες έκλαιγα. Έφερνα στο νου μου τις σκηνές από την ταινία του Βούλγαρη κι έκλαιγα. Για τους νεκρούς μας στον εμφύλιο, για έναν-έναν απ’ αυτούς που έφυγαν, απ’ όποια μεριά κι αν συμμετείχαν σ’ αυτόν τον αδελφοκτόνο πόλεμο.

Οι σκέψεις μου σαν μαυροπούλια, σκιαγμένα από το χαμήλωμα ενός μαύρου- κατάμαυρου σύννεφου, αδυνατούσαν να συνταχτούν σ’ ένα σύνολο. Άφησα το μολύβι και το ξανάπιασα πολλές φορές. Έπρεπε να μειώσω το βαρύ φορτίο τους για να μη σκίσουν το χαρτί, εκεί που θα ακουμπήσουν. Ξέρω ότι η καταγραφή των γεγονότων, όσο οδυνηρά κι αν είναι, μ’ ανακουφίζει. Τα δάκρυα, όμως, αποδείχτηκαν η πρώτη- πρώτη θεραπευτική προσέγγιση.

Τι κάνει ο Βούλγαρης μ’ αυτή του την ταινία; Τι μας έκανε;
Είναι η ματιά ενός προικισμένου σκηνοθέτη σ’ ένα «θέμα» που ακόμα κρατάει κάτι από την φλόγα που το πυρπόλησε; Είναι ένα έργο τέχνης, απλά ή σύνθετα, όπως κάποια άλλα; Τι ήθελε να καταφέρει αυτός ο άνθρωπος κι έκανε αυτήν την ταινία;

Ξεκίνησε μ’ έναν ουρανό σκοτεινιασμένο και με πόλεμο. Όχι αψιμαχίες, αλλά μάχες κανονικές, άγριες κι αιματηρές. Δεκαπεντάχρονα που ο κυκλώνας του πολέμου τα σήκωσε ψηλά και τα έφερε στο κέντρο του δράματος. Αθέλητοι ήρωες, ψυχές που τις πήρε η τρικυμία, τις έσυρε από δω κι από κει, αφαίρεσε από πάνω τους κάθε τι φθαρτό και τις απόδωσε εξαϋλωμένες εκεί που ανήκαν: στην αιωνιότητα. Ο Βλάσης και η Γιαννούλα, οι φαντάροι μας και του εθνικού και του δημοκρατικού στρατού. Η μάνα που έψηνε τις καλαμπόκιες και συλλογίζονταν φωναχτά τα δυο παιδιά της. Και τα δυό μαζί. Πάντα το ένα μαζί με το άλλο. Πάντα κι αυτή μαζί μ’ αυτά. Γιατί ήξερε ότι δε νογιέται ζωή δική της, χωρίς τους γιούς της. Είδαμε το φόβο να τριγυρνάει στα άδεια σπίτια και στις ερημιές κι από δίπλα τη ζωή που προσπαθούσε να αμυνθεί με λίγο τραγούδι και χορό, σ’ ένα διάλειμμα από τον πόλεμο και τον αφανισμό. Νεκροί, νεκροί, νεκροί, παντού νεκροί. Μια Μακεδονία, μια Ελλάδα αφανισμένη. Το θηρίο του κακού έψαχνε γύρω- γύρω μ’ ανοιχτό το στόμα. Κι ότι δεν το βρήκε η σφαίρα το βρήκαν οι ναπάλμ.

Γεμάτος οδύνη ο γέρο βοσκός μιλάει για τα πρόβατά του, για ό,τι καλό κι ωραίο είχε στη ζωή του και του το στέρησαν, χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς δεύτερη σκέψη.
Γιατί ο Βούλγαρης έβαλε να υποδυθούν τους ρόλους, κατά πλειονότητα, ερασιτέχνες; Τα παιδιά και τα εγγόνια αυτών που «συμμετείχαν» στον εμφύλιο; Δεν έβρισκε μήπως κανονικούς ηθοποιούς;
Συνήθως τα μικρά παιδιά παίζουν τα παιχνίδια τους έτσι που να προετοιμάζονται για αυτά που θα ζήσουν αργότερα. Εμείς πρώτα ζήσαμε τον πόλεμο και τώρα με τον Βούλγαρη τον παίξαμε στα ψέματα, τον κάναμε παιχνίδι ψυχικής αγωγής.
Και η πιο βαθιά αλήθεια είναι ότι ο Βούλγαρης δεν είναι ένας ξένος, που βρήκε ένα καλό θέμα, για μια ακόμα ταινία. Αγαπάει την Καστοριά και επικοινώνησε, με δραματικό τρόπο, με τη ζωή που την έφερε μέχρι εδώ. Είμαστε βέβαιοι από καιρό γι’ αυτό. Πώς τόλμησε όμως να βουτήξει το χέρι του σ’ ένα καυτερό, ακόμα, υλικό; Πιστεύω ότι κι αυτό από αγάπη το έκανε. Είναι ένα λιθαράκι στο βωμό της κάθαρσης που στήνεται από όλους μας, πέτρα την πέτρα. Κι αυτός που έχει διορατικό νου, πρόσφερε την πλάτη του για να ακουμπήσουμε, δημιούργησε τις συνθήκες για να συλλογιστούμε, να γλύψουμε κατόπιν τις πληγές μας και να τις αφήσουμε να επουλωθούν.

Για όλα αυτά, μήπως πρέπει να του πούμε ευχαριστώ; Πιστεύω ότι είναι λίγο. Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι να μη φύγει από κοντά μας.
Άλλωστε και ονοματολογικά ταιριάζουμε: αυτός Βούλγαρης, εμάς μας λένε κάπου-κάπου Βούλγαρους, προφανώς συγγενεύουμε.

Μια οποιαδήποτε Καστοριανή,
Και για την αντιγραφή Μπάγγου Ουρανία

.

ΣΑΣΑΣ ΤΖΗΜΑΚΑ - ΝΑΤΣΙΝΑ: Ένας άγγελος στη γη

Στον αδελφό μου Χρυσόστομο
για την πρώτη του γιορτή
που θα είναι μακριά μας


Βλέπω τη φωτογραφία σου με το ήρεμο και στοχαστικό βλέμμα, το ευγενικό χαμόγελο, βλέπω τη μορφή σου να σκορπίζει γαλήνη. Μου λες να μην κλάψω. Μου λες ότι θα είσαι κοντά μου, να με φροντίζεις, να με καθοδηγείς όπως τότε που ήμασταν παιδιά, όπως πάντα μέχρι σήμερα.

Ήσουν για μένα φωτεινό παράδειγμα και προσπαθούσα να ακολουθώ τα βήματά σου. Δεν τα κατάφερα. Γιατί εσύ βρισκόσουν πολύ ψηλά, γιατί ήσουν βαθύς στοχαστής, ένας μεγάλος φιλάνθρωπος, για πολλούς ήσουν ένας άγγελος στη γη.

Γυρίζω χρόνια πίσω, στη δεκαετία του πενήντα. Ζούσαμε στην Καστοριά, σ΄ένα διόροφο παλιό σπίτι, δίπλα στο τζαμί. Μπροστά μια μεγάλη αλάνα, όπου μαζευόμασταν όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Και ήμασταν πολλά, και παίζαμε ξέγνοιαστα. ΄Ηταν χρόνια ανέμελα, ασφαλή και οι γονείς μας δεν φοβόταν να μας αφήνουν να χαρούμε τα παιχνίδια στο δρόμο χωρίς την επίβλεψη κάποιου μεγάλου.
Δεν έπαιζες μαζί μας. Ήσουν μεγαλύτερος, είχες τους δικούς σου φίλους. Όμως χωρίς να σου το ζητήσει κανείς, είχες την έννοια της μικρής σου αδελφής, και άφηνες το δικό σου παιχνίδι για να περνάς από κοντά μου διακριτικά, χωρίς παρατηρήσεις και επιπλήξεις, μόνο να δεις αν είμαι ασφαλής. Και το μεσημέρι, ξαναμμένοι από το παιχνίδι, τρέχαμε στο σπίτι, στο παλιό εκείνο σπίτι που η αγάπη και η νοικοκυροσύνη της μητέρας μας το είχε μετατρέψει σε παλάτι. Το καλοστρωμένο τραπέζι μας περίμενε και το ζεστό φαγητό μοσχομύριζε. Ήθελα να κάθομαι δίπλα σου στο τραπέζι. Ήμουν λιγόφαγη και το φαγητό ήταν μια δοκιμασία. Εσύ όμως μου έλεγες τόσο όμορφες ιστορίες με τόσο ήρεμη φωνή, και σε κοιτούσα με το στόμα ανοιχτό, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στη μαμά να αδειάζει το γεμάτο κουτάλι.

Και μετά σε κρατούσα από το χέρι, αυτό το ζεστό και τρυφερό σου χέρι που με οδηγούσε σταθερά όταν μου μάθαινε τα πρώτα μου βήματα, τότε που βγαίναμε στον κήπο τον γεμάτο λουλούδια και οπωροφόρα δένδρα, που στα παιδικά μου μάτια φάνταζε τεράστιος παράδεισος. Μου μάθαινες να αγαπώ τη φύση, τα χρώματα, τις μυρωδιές των λουλουδιών. Να ξεχωρίζω τα τριαντάφυλλα, τα κρίνα, τους μενεξέδες, τα ζουμπούλια, τις μαργαρίτες. Την άνοιξη μου έδειχνες τα άνθη των δένδρων και μου εξηγούσες πως αυτά τα υπέροχα λουλούδια σιγά-σιγά θα γίνονταν γευστικοί καρποί. Σ΄άκουγα με θαυμασμό, ρουφούσα το λόγια σου, προσπαθούσα να συγκρατήσω όλα αυτά τα καινούργια για μένα πράγματα.

Έκανα σκανδαλιές και με κάθε τρόπο προσπαθούσα να μονοπωλήσω το ενδιαφέρον και την αγάπη όλων. Σε αντίθεση με σένα, που από παιδάκι ήσουν σοβαρός, συνετός, μετρημένος στα λόγια και μολονότι ήθελες και εσύ το μερίδιό σου στην αγάπη, ποτέ δεν το διεκδίκησες. Περίμενες αξιοπρεπής να σου το προσφέρουν.
Μία από τις αγαπημένες σκανδαλιές μου ήταν να σε απασχολώ όταν διάβαζες. Δεν μου περνούσε από το μυαλό ότι σε ενοχλούσα. Για μένα ήσουν ο αγαπημένος μου αδελφός και ήθελα να σε παρασύρω στα παιχνίδια. Στις φωνές της μητέρας μας που προσπαθούσε να με συνετίσει και μου έλεγε «μην τον πειράζεις, αυτός αν θέλει μπορεί να σε σβήσει» εννοώντας ότι θα έτρωγα το ξύλο της χρονιάς μου, δεν σταματούσα. Ήμουν σίγουρη ότι αυτό δεν θα συμβεί. Ο αδελφός μου, ο καλός μου άγγελος, δεν θα με χτυπούσε. Δεν θυμάμαι ποτέ να με χτύπησες, ούτε να με απείλησες με λόγια, ακόμη και όταν σου χαλούσα τα τετράδια των μαθημάτων σου, τις ζωγραφιές σου, τα παιχνίδια σου.

Ήμουν τότε γύρω στα τρία, ένα κοριτσάκι αδύνατο, με ολάνοιχτα μάτια, που κοιτούσαν τριγύρω με περιέργεια, και μια τεράστια κορδέλα δεμένη φιόγκο στο κεφάλι. ΄Επαιζα μπροστά στο σπίτι με τα άλλα παιδιά και για κάποιο λόγο, που ακόμη και τώρα δεν μπορώ να εξηγήσω, όταν έβλεπα κάποιον περαστικό, ή σε πολύ λίγες περιπτώσεις κάποιο αυτοκίνητο –σπάνιζαν εκείνη την εποχή-, έτρεχα γρήγορα να κρυφτώ σε ένα μικρό πλατύσκαλο, πίσω από την ξύλινη πόρτα του σπιτιού. ΄Ηταν μια μέρα ηλιόλουστη και έπαιζα εκεί μπροστά, όταν άκουσα τη μηχανή ενός αυτοκινήτου να πλησιάζει. Κατά την αγαπημένη μου συνήθεια έτρεξα να κρυφτώ στην γνωστή κρυψώνα, όταν άκουσα τη φωνή σου να με καλεί, δυνατά και επιτακτικά, από το δωμάτιο στο βάθος του σπιτιού. ΄Ετρεξα προς τα εκεί. ΄Ανοιξες τα χέρια σου και με αγκάλιασες. Και τότε ακριβώς ακούστηκε ένας θόρυβος εκκωφαντικός. Το αυτοκίνητο, ένα στρατιωτικό τζέϊμς, με ένα άπειρο οδηγό νεοσύλλεκτο φαντάρο, έπεσε πάνω στην πόρτα του σπιτιού μας, τη γκρέμισε και καρφώθηκε πάνω στο πλατύσκαλο, στην κρυψώνα μου. Τα χέρια που με κρατούσαν έγιναν φτερούγες λευκές, αγγελικές, μου έκλεισαν τα αυτιά να μην ακούσω το στρίγκλισμα των φρένων, τη βοή από το γκρέμισμα του τοίχου. ΄Εμεινα εκεί, χωρίς να συνειδητοποιήσω ότι θα έχανα τη ζωή μου, χωρίς να τρομάξω, χωρίς να καταλάβω τον κίνδυνο που πέρασε από δίπλα μου. Ο φύλακας άγγελός μου, εσύ, με είχες σώσει.

Ήσουν το καταφύγιο μου σε όλες τις δύσκολες στιγμές. Μου έπλυνες τις πληγές από τα χτυπήματα των παιχνιδιών, μου έπαιρνες το θυμό από τις παιδικές αψιμαχίες, μου κρατούσες συντροφιά όταν έλειπαν οι γονείς μας. Με βοηθούσες στα μαθήματα. Το ταλέντο σου στη ζωγραφική είχε φανεί από πολύ νωρίς, και εγώ, η ατάλαντη, το εκμεταλλευόμουν για να παρουσιάσω στο σχολείο μια ωραία ζωγραφιά, ένα λεπτομερή χάρτη, μια ξεχωριστή κατασκευή σε εκθέσεις για το κλείσιμο της σχολικής χρονιάς.

Πόσες οι τρυφερές αναμνήσεις, καλέ μου άγγελε. Μια ανάμνηση όμως έχει χαραχθεί βαθιά στο μυαλό μου, με κάθε λεπτομέρεια, τόσο ζωντανά που νομίζω ότι έγινε χθές.

Ένα ζεστό πρωϊνό, στα τέλη του Ιουνίου, είχαμε βγεί στον κήπο. Εσύ είχες ανεβεί ψηλά στην κερασιά και έτρωγες κεράσια. Κάτω από την κερασιά, στην άκρη του δικού μας κήπου και στην αρχή του διπλανού της κυρίας Αναστασίας, υπήρχε μια βρύση. Το νερό που έτρεχε μαζευόταν σε ένα σχετικά μικρό λάκκο, και από εκεί, μέσα από ένα αυλάκι έπεφτε στο δρόμο. Αυτός ο μικρός λάκκος για μένα ήταν μια μικρή λίμνη, όπου φαντάσθηκα ότι θα μπορούσα να ψαρέψω. Πήρα μία βέργα και χτυπούσα το θολό νερό, φωνάζοντας «ψαράκι – ψαράκι…». Ξαφνικά γλίστρησα και έπεσα με το κεφάλι μέσα στο λάκκο. Προσπάθησα να τραβήξω το κεφάλι μου, αλλά η λάσπη το κρατούσε στον πυθμένα. Έβαλα τα δυό μου χέρια για να δώσω ώθηση. Μάταιη προσπάθεια. Τα χέρια έμειναν και αυτά καρφωμένα στη λάσπη. ΄Αρχισα να έχω έντονο το αίσθημα του πνιγμού. Αυτή η απόγνωση με κυνηγάει μέχρι σήμερα. Δεν έχω ξεπεράσει την αγωνία της ασφυξίας μετά από τόσα χρόνια, και δεν μπορώ ακόμη να βουτήξω κάτω από το νερό. Και τότε, τη στιγμή που πίστευα ότι δεν υπήρχε άλλος αέρας στα πνευμόνια μου, δυο δυνατά χέρια με άρπαξαν και με τράβηξαν από τη λάσπη. Καλέ μου άγγελε, με έσωσες για μια φορά ακόμη. ΄Ανοιξες τις φτερούγες σου για να πετάξεις από την κορυφή του δένδρου, και ενώ ήσουν στον αέρα, πριν πατήσεις στη γη, με απομάκρυνες από τον κίνδυνο. Δεν θυμάμαι τι έγινε αμέσως μετά. Θυμάμαι μόνο τον εαυτό μου στην αγκαλιά της μητέρας μας, με καθαρά ρούχα, να δέχομαι την αγάπη των συγγενών και φίλων που ερχόταν να μας συμπαρασταθούν για το «παρ’ ολίγο τραγικό συμβάν». Και θυμάμαι ότι ένοιωθα πολύ σπουδαία, ήμουν η ηρωΐδα αυτής της ιστορίας. Όμως ο πραγματικός ήρωας ήσουν εσύ, ένα παιδάκι δώδεκα χρονών, που δεν δίστασες στιγμή να πηδήξεις από ύψος τεσσάρων μέτρων για να σώσεις τη μικρή σου αδελφή. Και όπως πάντα διακριτικός, καθόσουν αθόρυβα σε μια γωνιά, και, ίσως, σιωπηλά περίμενες αναγνώριση της γενναίας σου αυτής πράξης.

Και πόσους ανθρώπους δεν έχεις σώσει ακόμη. Πόσοι ασθενείς που ήρθαν στο «Παπανικολάου» δεν μου είπαν ότι μετά από μια προσεκτική εξέταση, τους μιλούσες με τόση αγάπη και τα λόγια σου αυτά ήταν άριστο φάρμακο που έσταζε βάλσαμο στην ψυχή τους, τους έδινε δύναμη να πολεμήσουν την επάρατη νόσο και να διεκδικήσουν τη ζωή τους. Σε πόσους φίλους σου δεν συμπαραστάθηκες σε δύσκολες στιγμές της ζωής τους, πόσο τα σοφά σου λόγια ήταν το στήριγμά τους για να αντιμετωπίσουν τα προσωπικά τους προβλήματα με δύναμη και αισιοδοξία. Για πόσους φίλους σου δεν ήσουν ο αδελφός, ο δικός τους άνθρωπος.

Δεν πατούσες στη γη, σε αισθανόμουν να αιωρείσαι. Οι μικρότητες, ο φθόνος, η απληστία δεν σε άγγιζαν. Ήσουν πάνω από τις γήινες απολαύσεις, πάνω από τα υλικά αγαθά. Το κυνήγι του χρήματος ήταν άγνωστο σε σένα. Κυνηγούσες την καλλιέργεια του πνεύματος, της ψυχής. Λάτρης του Αριστοτέλη, ζούσες σύμφωνα με τις αρχές του. Δεν είχες υλικές ανάγκες. Δεν άπλωνες το χέρι για να πάρεις. Το άπλωνες για να δώσεις, να σκορπίσεις τη χαρά, να βοηθήσεις όποιον σε χρειαζόταν. Και γέμιζες χαρά ο ίδιος όταν χάριζες τριγύρω σου την ευτυχία.

Όταν κατάλαβες, πριν απ’ όλους εμάς που ελπίζαμε μέχρι την τελευταία στιγμή, ότι έρχεται το τέλος, το αντιμετώπισες με την ίδια αξιοπρέπεια που σηματοδότησε όλη σου τη ζωή. Έκλεισες τα μάτια, χωρίς μορφασμό πόνου, χωρίς την αγωνία του τέλους, υπέμενες δέκα μέρες, με ηρεμία και στωικότητα, όπως αρμόζει σε ένα μαθητή του Αριστοτέλη, για να προετοιμάσεις εμάς, τους δικούς σου ανθρώπους, να δεχτούμε τη μοίρα με το δικό σου μεγαλείο. Όμως εμείς είμαστε άνθρωποι μικροί και ο πόνος μας είναι μεγάλος. Πολλοί φίλοι και συγγενείς, για να με παρηγορήσουν, μου είπαν, τότε, τις πρώτες ημέρες του αποχωρισμού, ότι ήσουν ένας άγγελος στη γή. Και οι άγγελοι δεν μένουν εδώ κάτω για πολύ καιρό. Έρχονται για λίγο, σκορπίζουν αγάπη και γαλήνη, απλώνουν τις φτερούγες τους να κλείσουν πληγές, να γιατρέψουν πίκρες, να απαλύνουν καημούς και μετά ξαναπετάνε ψηλά στον ουρανό.

Καλό σου ταξίδι Χρυσόστομε. Όλοι εδώ κάτω θα σε θυμόμαστε σαν τον αγαπημένο μας άγγελο και θα σε έχουμε για πάντα κλεισμένο στην καρδιά μας. Δεν σου λέμε αντίο. Είμαστε σίγουροι ότι βρίσκεσαι κάπου εκεί ψηλά, πίσω από ένα σύννεφο και περιμένεις να μας απλώσεις ξανά το χέρι σου όταν το χρειασθούμε.
Καλό σου ταξίδι…

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Στον καιρό της απληστίας…

Συχνά γυρίζω το νου μου πίσω στα μαθητικά μου χρόνια και, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψω τι απ’ όσα διδάχθηκα στα σχολειά όπου φοίτησα με διαμόρφωσε ως προσωπικότητα, παλεύω να καταλάβω και τι από αυτά που εγώ διδάσκω στους μαθητές μου είναι αληθινά ουσιαστικό κι αληθινά χρήσιμο. Κι είναι αλήθεια πως προσωπικά δεν έχω κρατήσει στο νου ιδιαίτερα πολλά συγκεκριμένα πράγματα που διδάχτηκα και έπαιξαν κάποιο ρόλο καταλυτικό στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου, μάλλον κάτι πιο αόριστο, κάτι μη καταγραμμένο σε συγκεκριμένες σελίδες των βιβλίων που είχαμε τότε, έπαιξε αυτόν τον πολύ σημαντικό ρόλο. Και , φυσικά, όχι μονάχα στη δική μου περίπτωση…

Παρ’ όλα αυτά όμως υπάρχουν και κάποια τελείως συγκεκριμένα μαθήματα που χαράχτηκαν πολύ βαθιά στο νου κι ίσως και παρακάτω απ’ αυτόν, στην ευαίσθητη περιοχή της καρδιάς, που κάνει τον καθένα μας λιγότερο ή περισσότερο άνθρωπο. Ως πρόσφατα δεν ήξερα πώς, αλλά τα πιο πολλά από τα λίγα διασωθέντα στη μνήμη μου προέρχονται από τα βιβλία της Γλώσσας, τα τότε αναγνωστικά μας. Ένα από αυτά «Ο Ζώης Καπλάνης».
Και δεν είναι μονάχα πως δε γνωρίζουν το συγκεκριμένο πρόσωπο οι σημερινοί μαθητές, δικαιολογημένα μάλιστα, αφού δεν υπάρχει μες στα βιβλία τους, αλλά και κάτι αντίστοιχο με τον Έλληνα αυτόν δε συναντούν, κάποιον που έκανε κάτι παρόμοιο. Οπότε όχι μόνο το συγκεκριμένο ευεργέτη δεν έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν, αλλά ούτε κάποιον άλλον, μιαν άλλη περίπτωση από την ξεχωριστή τάξη των ευεργετών του Γένους των Ελλήνων που έχουν εκλείψει παντελώς από τα σχολικά μας βιβλία. Και, το χειρότερο όλων, ούτε τον τρόπο με τον οποίο έζησαν τη ζωή τους γνωρίζουν τα σημερινά Ελληνάκια, ώστε να έχουν και αυτά την ευκαιρία να καταλάβουν ή έστω να υποψιαστούν τι τους έκανε τόσο ξεχωριστούς και τόσο μεγάλους αλτρουιστές.

Η ζωή του Ζώη Καπλάνη μοιάζει με παραμύθι. Πολύ κακό στην αρχή, αφού το κακότυχο αυτό Ηπειρωτόπουλο δεν έφτανε που γεννήθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, δεν έφτανε που ανήκε στην τάξη των φτωχότερων Ελλήνων, είχε και μια κακιά μητριά, που τον τυραννούσε χειρότερα απ’ όσο οι κακές μητριές των παραμυθιών τους προγονούς τους. Γι’ αυτό κέρδισε το παρατσούκλι «Πικροζώης». Αλλά αυτός ο Πικροζώης, αφού το χέρι του Θεού τον έριξε μια απελπισμένη του νύχτα στην πόρτα ενός πλούσιου Γιαννιώτη, έγινε κάποια μέρα πάμπλουτος. Όχι ρουφώντας το αίμα τίμιων εργατών, όπως έχουμε κατάλήξει αδιακρίτως κι έχουμε γενικεύσει οριστικά και αμετάκλητα οι σημερινοί Έλληνες, οι κυριευμένοι από το αισχρότατο σαράκι του φθόνου («Στη χώρα αυτή όσοι πολίτες έχουν αποκτήσει νύχια τα μπήγουν σ’ αυτούς που έχουν αποκτήσει φτερά» είχε πει κάποτε ο Ε. Ροΐδης κι είναι ανατριχιαστικό το πόσο θυμίζει αυτό και εμάς τους σημερινούς Έλληνες), αλλά δουλεύοντας πολύ και δουλεύοντας σκληρά. Κι όταν πολλαπλασίασε τον πλούτο που κληρονόμησε, άρχισε να τον μοιράζει εκεί όπου υπήρχαν ανάγκες: στα φτωχά κορίτσια αλλά και στους άλλους φτωχούς και στους αρρώστους. Και στα σχολεία, βοηθώντας τα φτωχά Ελληνόπουλα να μάθουν γράμματα. Ή για να το διατυπώσουμε αλλιώς: κάνοντας τα παιδιά των άλλων Ελλήνων δικά του παιδιά, μια που ο ίδιος δεν έκανε οικογένεια, γιατί θεωρούσε δική του οικογένεια όλους όσοι είχαν ανάγκη.

Ο Ζώης Καπλάνης έπαιρνε επάνω του όλο το χρέος της στήριξης αυτών των ανθρώπων. Δε συμμεριζόταν κανέναν άλλον που μπορούσε αλλά δεν έδινε, δεν περίμενε από κανέναν άλλον να κάνει αυτό που έκανε ο ίδιος γιατί το θεωρούσε προσωπικό του χρέος. Δεν έκανε σαν εμάς, που τα περιμένουμε όλα από την επίσημη Πολιτεία και μόνο από αυτήν, γιατί δε θέλουμε να ζημιώσουμε οι ίδιοι ούτε ένα ευρώ, γιατί ένα μονάχα χρέος γνωρίζουμε πολύ καλά, αυτό που έχουμε απέναντι στον εαυτό μας και- στις περισσότερες περιπτώσεις ευτυχώς ακόμη-απέναντι και στα παιδιά μας. Ως εκεί. Καθόλου παραπέρα. Γιατί δεν έχουμε καταλάβει, γιατί αρνιόμαστε να καταλάβουμε, πως και τα άλλα παιδιά- όσα γνωρίζουμε αλλά και όσα δε γνωρίζουμε- είναι και πάλι δικά μας παιδιά. Ή, για να το πούμε αλλιώς: κανείς από μας δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, όταν υπάρχουν δίπλα του άνθρωποι που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα με τη ζωή. Και πώς θα μπορούσαν τα πράγματα να ‘ναι αλλιώς, αφού η εποχή όπου ζούμε είναι η εποχή που θριαμβεύει ο εγωισμός και οι άνθρωποι που κυριαρχούν, που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα, είναι οι εαυτούληδες;

Και μπορεί εμείς να βγάλαμε το δυνατό παράδειγμα των Ευεργετών του Γένους μας από τα νέα-αλλά και τα αμέσως προηγούμενά τους-βιβλία της Γλώσσας (οι ερευνητές της Παιδαγωγικής έχουν καταλήξει πως τα κείμενα της Γλώσσας παίζουν τον πιο καθοριστικό ρόλο στο να στερεώνονται μέσα στα παιδιά αρχές και αξίες), όμως στις εφημερίδες γράφτηκε αυτές τις μέρες μία είδηση που φάνηκε πολύ προχωρημένη όχι μόνο σε μας τους Έλληνες, μα και στους υπόλοιπους που τη διάβασαν:

Στη Γερμανία ένας συνταξιούχος γιατρός και μαζί του άλλοι 43 πλούσιοι έκαναν την εξής πρωτοφανή δήλωση: «Είμαστε πλούσιοι, φορολογήστε μας. Έχουμε χρήματα που δεν τα χρειαζόμαστε. Ήρθε η ώρα να βοηθήσουν οι πλούσιοι τη χώρα». Έτσι, θα φορολογηθούν περισσότερο, αφού το αντέχουν, βοηθώντας περισσότερο την πατρίδα τους και μάλιστα χωρίς να τους το ‘χει επιβάλει ή να τους το ‘χει κανείς ζητήσει, αλλά με τη δική τους θέληση(Πόσο πονάει η σύγκριση με τη δική μας Πατρίδα όπου σχεδόν οι πάντες, γιατροί, έμποροι, τεχνίτες που προσφέρουν υπηρεσίες κ. ά. ελεύθεροι επαγγελματίες φοροδιαφεύγουν, μη δίνοντας δεκάρα ούτε από τους φόρους που οφείλουν στη φτωχή μας Πατρίδα και μη δίνοντας επίσης δεκάρα γι’ αυτήν την ίδια μας την Πατρίδα, αφού οι περισσότεροι σημερινοί Έλληνες μονάχα τον εαυτό τους έχουν για πατρίδα, τίποτ’ άλλο πέρα απ’ αυτόν…).

Και μπορεί η είδηση που αφορά τη Γερμανία να προκάλεσε τεράστια αίσθηση και εκτός των συνόρων της χώρας, αλλά αυτές ακριβώς τις μέρες είχε και η Καστοριά το δικό της παράδειγμα ευεργεσίας: το Δημοτικό ωδείο που απέκτησε-επιτέλους!- η πόλη μας, χάρη στην απλοχεριά δύο ξεχωριστών μας συμπολιτών: του ζεύγους Δημητρίου και Σουλτάνας Μπαϊρακτάρη, όπου τα παιδιά της πόλης θα μπορούν πια να μαθαίνουν μουσική κι αυτό είναι πραγματικά πολύ σπουδαίο για όλους μας. Ανάγκη να μνημονεύσουμε εδώ και τις δύο αδερφές Βέργου που δώρισαν το ομώνυμο αρχοντικό στην πόλη-μιλούμε για το αρχοντικό που καλά περιποιημένο φιλοξενεί την περίφημη πια έκθεση φωτογραφιών του φωτογράφου Λεωνίδα Παπάζογλου, εύρημα καταπληκτικό (οι φωτογραφίες) του παθιασμένου με την Καστοριά, αείμνηστου συλλέκτη και συγγραφέα Γιώργου Γκολομπία.

Όλοι αυτοί οι ευεργέτες και δωρητές αξίζουν το σεβασμό μας και όχι μόνο αυτόν. Όλοι τους μοιάζουν με το δέντρο που όλο έδινε κι ήταν ευτυχισμένο και ξέρουν πως πλούσιος δεν είναι όποιος μαζεύει χρήματα, αλλά όποιος τα σκορπάει εκεί που υπάρχουν πραγματικές ανάγκες. Όλοι αυτοί μας έδειξαν πώς μπορεί τελικά κανείς να περάσει από το εγώ στο εμείς, όπως έλεγε ο Μακρυγιάννης. Όλοι αυτοί μας δείχνουν το δρόμο. Μας δείχνουν και τον τρόπο.
Σ’ εμάς απομένει να συγκινηθούμε από το παράδειγμά τους. Γιατί μόνο τότε θα το ακολουθήσουμε.

24/11/09

ΟΔΟΣ: Η εικόνα του δημάρχου

Η εικόνα του δημάρχου Καστοριάς να εκδηλώνει την ευγνωμοσύνη του χειροφιλώντας και μάλιστα... γονυπετής τον κ. Δ. Μπαϊρακτάρη, τον δωρητή του νέου δημοτικού ωδείου, προκάλεσε σοκ. Το γεγονός ότι ο δωρητής είναι υπερήλικας δεν δικαιολογεί σε καμμιά περίπτωση το πλεόνασμα αυτής της χειρονομίας του κ. δημάρχου.

Υποτίθεται ότι ο δήμαρχος Καστοριάς πρωτίστως εκπροσωπεί τον θεσμό, δηλαδή τους δημότες Καστοριάς, και όχι τις προσωπικές του απόψεις. Επομένως δεν μπορεί να προβαίνει στο όνομα των πολιτών σε τέτοιου είδους υπερβολικές ενέργειες, που δεν τις προβλέπει κανένα πρωτόκολλο πολιτισμένου κράτους.

Ο συναισθηματισμός, ακόμη και όταν εκδηλώνεται με λιγότερη δόση θεατρικότητας απ’ αυτή του συγκεκριμένου γεγονότος, δεν το δικαιολογεί. Ως εικόνα αποτύπωνε μια αισθητική, πρωτοφανή. Προηγούμενο της, ασφαλώς, δεν υπάρχει. Ελπίζεται ότι δεν θα υπάρξει και επανάληψή της.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Τι μ’ ενοχλεί και με τι θυμώνω

Με ενοχλεί που υπάρχουν διαβάσεις πεζών, αόρατες, στην πόλη μας.
Στο κέντρο της πόλης, διασταύρωση 11ης Νοεμβρίου και Κολοκοτρώνη, είχαν κάποιοι την έμπνευση, πριν από κι εγώ δεν ξέρω πόσα χρόνια, να χαράξουν διαβάσεις πεζών. Σημαντική πρόοδος για έναν τόπο που δεν φημίζεται και τόσο για τις προοδευτικές ιδέες των κρατούντων... Οι γραμμές με τον καιρό σβήστηκαν και μόνο όσοι το ήξεραν από πριν μπορούν να φανταστούν που ακριβώς είχαν χαραχτεί.
Θυμώνω που λίγο πιο πάνω έγινε ράμπα για αναπήρους, ακριβώς εκεί που τελειώνει η χάραξη διάβασης πεζών. Έτσι κι αλλιώς όμως ποιός ξεχωρίζει τις γραμμές της ζέβρας;
Μ’ ενοχλεί που στη Λεωφόρο Κύκνων, μπροστά στο Ταχυδρομείο αλλά και σε άλλα σημεία του ίδιου δρόμου, βλέπω αυτοκίνητα διπλοπαρκαρισμένα πάνω στις διαβάσεις πεζών.
Μ’ ενοχλεί που κανείς οδηγός δεν σκέφτεται να σταματήσει για να περάσω απέναντι, έστω και αν έχω απόλυτη προτεραιότητα, σύμφωνα με τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας.
Θυμώνω, που μπροστά στις ράμπες για αναπήρους στην Αθανασίου Διάκου είναι πάντοτε παρκαρισμένα αυτοκίνητα, βλέπω -συχνά- όργανα με στολή της Δημοτικής Αστυνομίας να περνούν από τα σημεία αυτά και να μην δίνουν ούτε μία κλήση γι αυτή την παράβαση, ασυγχώρητη κατά την κρίση μου, για να μήν πω εγκληματική.
Κανείς άλλος δεν ενοχλείται; Μόνο εγώ θυμώνω; Τόσο ασήκωτο το οικονομικό κόστος για το Δήμο; Τόση αναλγησία και αδιαφορία από τα όργανα της τάξης για τους ανήμπορους;

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία.

Χρυσούλα
Πατρώνου-Παπατέρπου

ΟΔΟΣ: Απαιτήσεις των συνοριακών αρχών της γείτονος

Το παρακάτω περιστατικό, συνέβη (κι’ αυτό) και θα μπορούσε να είναι απίστευτο, αν δεν ήταν πέρα για πέρα αληθινό: Τουριστικό λεωφορείο με επιβάτες από ΚΑΠΗ μεγάλου Δήμου του νομού Καστοριάς με προορισμό το Μοναστήρι των Σκοπίων, για ημερήσια εκδρομή, σταματά για έλεγχο διαβατηρίων στο τελωνείο της Νίκης στην Φλώρινα. Οι επιβάτες (μέλη του ΚΑΠΗ) επιδεικνύουν τα διαβατήριά τους, όταν ξαφνικά ο κρατικός υπάλληλος της γειτονικής χώρας ελέγχοντας το διαβατήριο ενός ιερέα που συμμετέχει στο γκρουπ, απαιτεί απ΄ αυτόν να βγάλει το ράσο, απειλώντας, ότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα επιτρέψει την είσοδο του, στην FYRoM.

Πρωτοφανές και πρωτάκουστο, για οποιαδήποτε χώρα και ειδικά χριστιανική. Το ενδεικτικό περιστατικό ταπείνωσης (ισοδυναμεί με ηθικό βασανιστήριο) είναι ακόμη πιο απίστευτο μια και συνέβη σε μια χώρα σαν τα Σκόπια. Η οποία «διαμαρτύρεται» και καταγγέλλει την Ελλάδα επειδή δεν της αναγνωρίζεται το δικαίωμα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού των κατοίκων της καθώς και άλλων εκτός των συνόρων της (ως... «Μακεντόνσκι»).

Πρωτοφανές όμως και πρωτάκουστο, διότι προφανώς από (ακατανόητη) επιπολαιότητα, ίσως και από άγνοια, οι απαιτήσεις του τελωνειακού, ικανοποιήθηκαν. Ο ιερέας υποχώρησε. Έβγαλε ησύχως το ράσο. Και η εκδρομή συνεχίστηκε «κανονικά», με βαρύ όμως τίμημα.

Με αφορμή και αυτό το απίστευτο συμβάν, ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθούν οι διοργανωτές αυτών των εξωτικών εξορμήσεων στο Μοναστήρι και τα λοιπά Σκόπια, αν αξίζει πια και τόσος κόπος (αλλά και υποχωρήσεις και ταπεινώσεις) για να επισκεφθεί κάποιος τον «παράδεισο» των γειτόνων.

Από την άλλη, εγείρονται ερωτήματα για την ποσότητα του σθένους, καθώς και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αυτών που υποχωρούν τόσο εύκολα στις παράλογες και οπωσδήποτε παράνομες απαιτήσεις των συνοριακών αρχών της γείτονος. Όταν μάλιστα οι ιερωμένοι (κυρίως οι κληρικοί ανώτατης βαθμίδας) από τους κυριακάτικους άμβωνες κουνούν το δάκτυλο στις ελληνικές κυβερνήσεις ασκώντας κριτική για την υποχωρητικότητά τους, πως είναι δυνατόν να υποκύπτουν τόσο εύκολα, για μια εκδρομή λίγων ωρών στο έδαφος των Σκοπίων; Μιας χώρας που επιδιώκει να εισέλθει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Και επιμένει να συκοφαντεί την Ελλάδα.

Δεν σκέφτηκαν καθόλου να πουν ένα βροντερό ΟΧΙ και να γυρίσουν πίσω; Θα χάνανε βέβαια την κατά-πληκτική εμπειρία να γνωρίσουν την γείτονα χώρα, αλλά θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι αυτοί τουλάχιστον, δεν υποχώρησαν. Κανείς δεν απαιτεί να γίνει κάποιος Παπαφλέσσας, αλλά τόσο πολύ ξεχάστηκαν τα ωραία, τα λόγια τα μεγάλα για την Μακεδονία;

ΟΔΟΣ: Κανένα φύλλο

Η πτώση της κυβέρνησης του κ. Κωνσταντίνου Καραμανλή πριν μερικές εβδομάδες προκαλεί πολιτική ρευστότητα. Και πολλές εσωτερικές παρενέργειες τις οποίες ήδη υφίσταται, ενώ όπως δείχνουν τα πράγματα, θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει το επόμενο χρονικό διάστημα η Νέα Δημοκρατία. Πάντως κανένα της στέλεχος, -ούτε οι υποψήφιοι για την αρχηγία του κόμματος, ούτε καν ο ίδιος ο τ. πρωθυπουργός- δεν δείχνουν έκπληκτοι από το εκλογικό αποτέλεσμα. Την κατά κράτος ήττα και την κατάρρευσή τους. Δεν υπήρχε λόγος ή δικαιολογία για αυταπάτες. Χωρίς αμφιβολία στο ίδιο μοτίβο αστάθειας ανήκει και η απόφαση του διεκδικητή της προεδρίας της Νέας Δημοκρατίας κ. Δ. Αβραμόπουλου να αποσύρει την υποψηφιότητά του. Αν και δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι ο πραγματικός υπαίτιος για την εξέλιξη αυτή, είναι οι δημοσκοπήσεις που δεν άφηναν περιθώρια αισιοδοξίας στον τ. δήμαρχο Αθηναίων.

Σε επίπεδο Καστοριάς, οι διαπιστώσεις αυτές επιβεβαιώνονται, από την εικόνα της νεοδημοκρατικής «γαλήνης» στα τοπικά κομματικά και κοινωνικά πράγματα της Καστοριάς, ένα μήνα μετά τις εκλογές. Θυμίζει την αλλόκοτη ηρεμία που συνήθως διαδέχεται ένα καταστροφικό φαινόμενο. Μόνο που σ’ αυτές τις περιπτώσεις η σιωπή ούτε χρυσός είναι, ούτε απόδειξη ζωντάνιας.

Στην Νέα Δημοκρατία κανείς δεν μιλά για τα αίτια της ήττας, κανείς δεν τα αναζητεί και κυρίως- εκτός από ευχολόγια, υπαινιγμούς και γενικότητες- κανείς δεν προτείνει συγκεκριμένα ουσιαστικά μέτρα αντιμετώπισης της κατάστασης. Αν στην Καστοριά, όπου η Νέα Δημοκρατία είναι παντοδύναμη, συνέβαιναν στα εσωκομματικά τα γνωστά (και άγνωστα) ευτράπελα της πλήρους αποδιοργάνωσης που λίγες ημέρες πριν τις εκλογές οδήγησαν σε αντικατάσταση του προέδρου της ΝΟΔΕ, αρκεί να φανταστεί κανείς την εικόνα παράλυσης που επικρατούσε σε άλλες κομματικές περιφερειακές οργανώσεις.

Κι’ αν αυτά συμβαίνουν στην Νέα Δημοκρατία της Καστοριάς (όπως και σε όλη την Ελλάδα), αντίθετα στην κυβερνητική όχθη του ΠαΣοΚ, τα πράγματα μοιάζουν και κει ήρεμα, χωρίς αναταράξεις. Μόνο που και στην περίπτωση αυτή, η ησυχία θυμίζει την μυστήρια σιωπή που συνήθως προηγείται ενός υπερφυσικού γεγονότος.

Προφανώς κανείς δεν περιμένει από κανένα να λύσει τα προβλήματα του τόπου, μέσα σε ένα μήνα από τις εκλογές που κερδίζει. Και από τον κανόνα δεν εξαιρείται βεβαίως ούτε η νέα κυβέρνηση του κ. Γεωργίου Παπανδρέου, στην οποία ούτως ή άλλως πιστώνεται χρόνος. Η στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης απέναντι στην κυβέρνηση με αφορμή τις τρομοκρατικές επιθέσεις, αποδεικνύουν την ανοχή τους. Σ’ αυτό βοηθά και η συγκυριακή εσωστρέφεια της Νέας Δημοκρατίας. Έστω κι’ αν προεκλογικά ήταν πολύ συχνή η εικόνα του ακόμη τότε υποψήφιου και τώρα πια σημερινού πρωθυπουργού με τους στενούς συνεργάτες του, να έχουν σηκωμένα τα μανίκια, διαβεβαιώνοντας για την γνώση των προβλημάτων, την κατοχή των λύσεων και την πλήρη ετοιμότητά τους να πιάσουν δουλειά, αμέσως. Έτσι με την δικαιολογία ότι προηγήθηκε η ψήφος εμπιστοσύνης από την Βουλή και ακολουθεί η σύνταξη του προϋπολογισμού, παρατείνεται η αμφιβολία για τις προθέσεις και τα μέτρα της νέας κυβέρνησης.

Διότι κατά τα λοιπά, οι πρόσφατοι χειρισμοί όπως οι αποφάσεις της κυβέρνησης για το πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, γνωστό ως stage και η αρχική κόντρα με τους Κινέζους (που αναμένεται να υποκατασταθεί από την κόντρα με τους εργαζόμενους) για το λιμάνι του Πειραιά, δεν δείχνουν απλή απειρία, αλλά επιπολαιότητα. Εκτός κι’ αν θέλουν στα σοβαρά να πείσουν τον ελληνικό λαό ότι η κατάπτωση της χώρας οφείλεται στο stage και στην Cosco. Ή ότι η οικονομία θα διασωθεί με την διακοπή του προγράμματος απόσυρσης των αυτοκινήτων.

Την επόμενη των εκλογών, η συντριπτική πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών, όπως δείχνουν οι σφυγμομετρήσεις, δήλωνε ικανοποίηση από την σύνθεση, τον αέρα και την σημειολογία της κυβέρνησης του ΠαΣοΚ. Ενώ δεν ήταν λίγοι όσοι πρόβλεπαν, ότι όπως συνέβη και με την περίπτωση του τ. πρωθυπουργού κ. Κ. Σημίτη στο τέλος, δεν αποκλείεται οι μετριοπαθείς κεντροδεξιοί μαζί με τους μετριοπαθείς του νέου κύματος του ΠαΣοΚ να αποδειχθούν οι πιο ουσιαστικοί υποστηρικτές της κυβέρνησης.

Για την Καστοριά βεβαίως, μπροστά στις προηγηθείσες δεκαετίες εγκατάλειψης από ΠαΣοΚ και Νέα Δημοκρατία, προφανώς ένα μήνα μετά τις εκλογές κανείς δεν περιμένει στα σοβαρά, θεαματικές εξελίξεις ή σημαντικές εξαγγελίες, ή φως στο βάθος του τούνελ. Η μόνη αντιληπτή εξέλιξη είναι ότι κατά δεκάδες ή και κατά εκατοντάδες συνωστίζονται οι ευχέτες, ικέτες και τα συναφή είδη προσκυνητών, έξω από το πολιτικό γραφείο του βουλευτή του ΠαΣοΚ και ήδη προέδρου της Βουλής κ. Φιλίππου Πετσάλνικου. Πέρα δηλαδή από το καθαρά ατομικό, παλιομοδίτικο πολιτικό συμβολισμό αυτών των «πανηγυρισμών» και των «αυθόρμητων» εκδηλώσεων (ακόμη και… κομματικά στελέχη της τοπικής Νέας Δημοκρατίας συμμετέχουν στις εκδηλώσεις πολιτικής λατρείας) δεν μοιάζει να κουνιέται κανένα φύλλο. Ούτε απ’ αυτά τα κιτρινισμένα τα φθινοπωρινά των πλατανιών της παραλίας. Η ειρωνική αναφορά δεν μειώνει την ουσία: Οι πολίτες στην Καστοριά είναι αποπροσανατολισμένοι.

Στις μνήμες αυτές τις μέρες, εν αναμονή κάποιων συγκεκριμένων μέτρων της κυβέρνησης, έρχεται ένα από τα πρώτα… αναπτυξιακά μέτρα που έλαβε 5,5 περίπου χρόνια η νεοεκλεγείσα τότε κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ευγνωμονούσα την Καστοριά, που ήταν η επιστροφή του κέντρου εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων στο Άργος. Επρόκειτο για ένα επιδερμικό «κατόρθωμα» που έγινε ανέξοδα και χωρίς προσπάθεια. Σήμερα μπορεί να μην δημιουργείται άλλη μονάδα νεοσυλλέκτων στην περιοχή, αν και θα μπορούσε να θεωρηθεί μεγάλο πολιτικό επίτευγμα η επιστροφή των ορδών στις ανηφορικές σκάλες του προσωπικού πολιτικού γραφείου του κ. προέδρου.

Προφανώς οι κρεμαστοί κήποι δεν θα είναι το επόμενο μεγάλο πολιτικό δώρο του ΠαΣοΚ στην Καστοριά. Το πολύ-πολύ να ακουστούν και πάλι οι ίδιες καραμέλες: τραίνο στο Νεστόριο, σήραγγα στην Κλεισούρα. Με ολίγη πράσινη ανάπτυξη. (Κυριολεκτική και μεταφορική).



Σχετικά κείμενα:

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Καστοριανό παλίμψηστο*

(ή Η …τρίτη γραφή του βιβλίου του Αλεξ . Κοσματόπουλου «Τα δυο φορέματα)

Η Καστοριά μου χάρισε αντιστύλια
να στηρίξω τον κατακερματισμένο εαυτό μου.

Αλεξ . Κοσματόπουλος

«Τα δυο φορέματα», Εκδόσεις Μυγδονία (2009)


Από τις εκδόσεις Μυγδονία κυκλοφόρησε, η τρίτη έκδοση του βιβλίου του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου «Τα δυο φορέματα». Έρχομαι σήμερα πιότερο ν’ αναγγείλω, στην πόλη που ζυμώθηκε αυτό το βιβλίο, την είδηση της κυκλοφορίας του και λιγότερο να κάμω μια κριτική παρουσιάσή του. Θέλω να θεωρηθεί λοιπόν πως αποτολμώ απλά, σαν κάποιος εν δυνάμει επαρκής αναγνώστης , να παραθέσω τις εντυπώσεις μου από την ανάγνωση του βιβλίου.

Ο Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, πνευματικό παιδί του Ν. Γ. Πεντζίκη και συνεχιστής της σχολής που εκείνος δημιούργησε στην τέχνη της γραφής, είναι μια ευγενική και αθόρυβη μορφή των γραμμάτων μας με σημαντικό έργο μέχρι τα σήμερα. Στο βιογραφικό του συχνά αναφέρεται : «παρέμεινε επί πενταετία στην Καστοριά». ( Για την ακρίβεια ολόκληρο το σύντομο βιογραφικό του που διάβασα κάποτε έλεγε: «Ο Α.Κ. γεννήθηκε το 1947 στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε Αγγλική φιλολογία. Παρέμεινε επί πενταετία στην Καστοριά και τώρα διαμένει στο Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης»). Τι σημάδεψε όμως αυτός ο τόπος πάνω στο έργο και τη ζωή του Α.Κ. ώστε να βαραίνει τόσο; Αξίζει να κάνουμε την περιδιάβαση στο συγκεκριμένο έργο και οι ερωτήσεις ενδεχομένως θα απαντηθούν.

Αλήθεια πότε ολοκληρώνεται ένα βιβλίο; Όταν παίρνει το «τυπωθήτω»; Όταν ο συγγραφέας το παραδίδει στον διορθωτή; Κι ύστερα πόσες φορές γράφεται; Αν μιλήσουμε για το συγκεκριμένο βιβλίο αντιλαμβανόμαστε πως τουλάχιστον τρεις φορές στις διαδοχικές του εκδόσεις (1982, 1990, 2009) έχει ξαναγραφεί. Και παρά πολλές ακόμα πρωτύτερα και στα μεσοδιαστήματα προτού πάρει το δρόμο για το τυπογραφείο όπως ομολογεί ο συγγραφέας. Το βιβλίο ξεκίνησε να γράφεται δεκαπέντε χρόνια πριν αυτός βρεθεί στην Καστοριά -με την ιδιότητα του διορισμένου καθηγητή της Αγγλικής φιλολογίας στο Τεχνικό Επαγγελματικό Λύκειο κατά τη δεκαετία του ‘70. Η διαδικασία φαίνεται λοιπόν να κράτησε σχεδόν τριάντα χρόνια μέχρι την ωρίμανση της πρόσφατης έκδοσης.
Δυστυχώς η αδυναμία μου να αφιερώσω περισσότερο χρόνο για την παρουσίαση αυτή, καθώς και η εξάντληση των αντιτύπων προηγουμένων εκδόσεων στο εμπόριο, δεν μου επέτρεψαν να σχηματίσω άμεση γνώμη γι’ αυτή τη διαδικασία και για το είδος των αλλαγών που ο χρόνος επιφύλαξε στον όγκο, τη δομή και το περιεχόμενο του βιβλίου. Έτσι θα αρκεστούμε να πιούμε από το κρασί που μας προσφέρθηκε στα 2009.

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (το ποτάμι που πέρασε μέσα από τα χέρια μας χωρίς να πιούμε ούτε μια στάλα- όπως μας οικτίρει ο λογοτέχνης Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος παραφράζοντας το στίχο του Γ. Σεφέρη) γράφει στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου: «Το βιβλίο του Α.Κ. αποκαλύπτει τον δραματικό αγώνα του γυμνού, που απεγνωσμένα ζητά να ντυθεί».
Ο Α.Κ. γράφει: «Καταπιάστηκα με τη γραφή να στολίσω τον εαυτό μου και την εξασκώ εν ονόματι της γύμνιας».

Τι είναι τα «δυο φορέματα»; Και ποια είναι τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν και θεατρικά μέσα σε σιωπή διαβαίνουν μπρος στα μάτια μας;
Τα δυο φορέματα που θα ντύσουν τον γυμνό άνθρωπο είναι η θεολογική παράδοση από τη μια που αντιγράφεται και παρατίθεται μεθοδικά, οπλίζοντας τις πεποιθήσεις των χαρακτήρων. Από την άλλη ο αγώνας κάθε ανθρώπου να κατακτήσει μια προσωπική αλήθεια (ένα όνειρο ή μύθο) που θα ζεστάνει τη διαδρομή ως το τέλος ενώ ακολουθεί από κοντά το κρύο χνώτο του θανάτου φυσομανώντας στο σβέρκο.
Ο Όσιος Σισώης τοιχογραφία στο προστύλιο της Μαυριώτισσας (φωτογραφία αριστερά), που θρηνεί ορώμενος τον ανοικτό τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τα γεγυμνωμένα οστά, αποτελεί θαρρώ ένα κλειδί για την ανάγνωση και ερμηνεία του κειμένου. Η μελέτη θανάτου, η άσκηση στη σιωπή είναι η κεντρική ιδέα: «Να περιμένεις τον θάνατο, δίπλα του να πορεύεσαι και να ζεις» βέβαιος πως «Όλα θα φύγουν σαν να μην έγιναν». Και πάντοτε η βασική παρακαταθήκη του Χριστιανισμού που είναι το να μπορέσει κανείς να ζήσει μέσα στην πτωχεία. Αρνούμενος την κτήση και την ψευδώνυμη επωνυμία της επικαιρότητας. Ιδέες που συναντάμε βέβαια συχνά σε μεγάλους διανοητές: «Αυτός που είναι στο τίποτε έχει το πάν» (Λάο Τσε), «Θεέ μου κάνε οι φτωχοί να παραμείνουν φτωχοί…» (Ρ. Μ. Ρίλκε), «Ζήτω η δουλεία! » (Νικολάι Γκόγκολ). Γιατί απλούστατα: «εκεί που δεν υπάρχει τίποτα υπάρχει ο Θεός»…Όταν κατακτήσει κανείς την απόλυτη ένδεια συναντά τον Θεό!

Τα πρόσωπα της διήγησης κινούνται με τους ιδιορρυθμούς της εσωτερικής τους αγωνίας και των συναισθηματικών και πνευματικών τους παλινωδιών. Δεν φαίνεται να συναντώνται πουθενά. Η εσωτερική τους ζωή δραματική και περίκλειστη. Οταν πλησιάζουν μεταξύ τους απωθούνται από φόβους. Δεν αναπτύσσουν σχέση ζωής. Μοιάζει σαν να μη θέλουν να ζήσουν με τους άλλους.

Ο Aλέκος είναι ένας νέος που αγωνίζεται ν’ ανακαλύψει την αληθινή ζωή που του ταιριάζει. Θέλει να αφιερωθεί στη συγγραφή, να ζήσει, πραγματοποιεί την δική του εξέγερση κι αναζητά το πρόσωπό του. Και φυσικά «δεν είναι γιος κανενός, αδελφός κανενός, πατέρας κανενός και δεν έχει σπίτι». Ανέστιος γεύεται τον πλάνητα βίο, ψάχνει να βρει το δρόμο του. Τούτο σαφέστατα παραπέμπει στον Ρίλκε –στον οποίο μάλιστα γίνεται αναφορά δυο φορές στο βιβλίο –και τις Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε:

Αποκλίνω να πιστέψω πως η δύναμη της μεταμόρφωσής του εδραιώνονταν σ’ αυτό, ότι δεν ήταν πια γιος κανενός. (Αυτό είναι άλλωστε η δύναμη όλων των νέων που έχουν απομακρυνθεί).

Βρίσκεται λοιπόν ο Αλέκος στην Καστοριά και διαμένει στο ξενοδοχείο «Ορέστειον». Εννιά μέρες κι εννιά νύχτες -μέχρι να βρει σπίτι που να το αντέχει η τσέπη- κι όλο αυτό τον καιρό στοχάζεται τη διαδικασία της γέννας. Αναλογίζεται και την τελευταία της λεπτομέρεια : από την σύλληψη και την ωρίμανση του ωαρίου, μέχρι τη ρήξη του θυλακίου και τον τοκετό. Ένα βράδυ στο ξενοδοχείο –τη σκοτεινή μήτρα που τον φιλοξενεί- σπάζουν τα νερά, καθώς οι παλιές σωληνώσεις δεν άντεξαν, και πλημμυρίζουν τα πάντα, συμβολίζοντας έναν τοκετό που επίκειται. Ένας άνθρωπος ξαναγεννιέται κι άξαφνα ανακαλύπτει πως τα νερά που χύθηκαν εδώ δεν είναι παρά τα πλοκάμια μυστικών πηγών και συγγενεύουν με τον ποταμό -τον Αλιάκμονα εν προκειμένω- που με τη σειρά του συγγενεύει με την Ορεστίδα λίμνη με σιδερένιες πόρτες κι έπειτα με το Θερμαϊκό κόλπο και τη μεγάλη θάλασσα κι ύστερα με τον απέραντο Ωκεανό.

O Αλέκος επιστρέφει στο ξενοδοχείο γεμάτος συγκίνηση, αντικρίζοντας την Καστοριά ως τροφό που τα χώματά της ζωντάνεψαν μυστικά το κορμί του, νιώθοντας βαθιά να τον αναπαύει σαν να λικνίζεται σε σιωπηλή ακύμαντη θάλασσα.

Η Δήμητρα, μια γυναίκα που ‘χασε τον άντρα της Αλέξιο σε ναυάγιο στη θάλασσα, και για παρηγοριά βρέθηκε (αρνούμενη ν’ αντικρίζει άλλο τον Θερμαϊκό -προέκταση και πικρή υπενθύμιση της θάλασσας που τον πήρε-) πίσω απ’ αυτό το παραθύρι στο Ντολτσό κεντώντας και ζωγραφίζοντας να στοχάζεται και να παρηγορεί τη ματιά της.

«Κατάσταση θαλάσσης τρικυμιώδης. Τα λιμεναρχεία απαγόρευσαν τον απόπλου όλων των πλοίων. «Θα ‘χουμε άσχημο καιρό στην Καστοριά», μονολογεί η Δήμητρα.

Η Δήμητρα ταυτίζει την απώλεια του Αλέξιου με αυτήν της μυθικής Περσεφόνης. Νιώθει τ’ όνομά της να σέρνει την κατάρα του θανάτου. Περσεφόνη -Αλέξιος και Δήμητρα. Η επανάληψη του μύθου δια μέσου των αιώνων και το τραγικό των ονομάτων και των προσώπων. Η φριχτή κάθοδος στον Αδη. Αλλά και η ελπίδα πως ο Αλέξιος δεν χάθηκε για πάντα. Πως δεν έχει πεθάνει. Η Δήμητρα συνοδεύει τον συγγραφέα Γεώργιο Κοσμά σε περίπατο στη λίμνη (μιλά για τους γκεμιτζήδες, το σουργκί, τον πεζόβολο, τη σουρντινίτσα, τα κουμουρίζια, το καϊμάκι, τα νταούλια, τα πελαΐσια, τον μπερντέ και τη ζάγαζα). Περιδιαβαίνουν τις εκκλησιές και ανακαλούν τους μύθους που δένουν τα πράγματα με το παρελθόν της πόλης.
Σε μια διαδικασία «εγκοίμισης» σε ιερό Ναό η Δήμητρα θα ονειρευτεί τον πνιγμένο σύζυγό της Αλέξιο ως ζώντα και όταν αυτός θα μεταμορφωθεί σε χριστόψαρο θα τον θέσει σπαρταριστό στον κόρφο της. Συμβολισμοί της αιώνιας ζωής και παρηγορίας για τους πενθούντες.

Ο συγγραφέας Γεώργιος Κοσμάς («του σφίγγει την καρδιά ένα πένθος») συναντιέται σχεδόν αποκλειστικά με τον φιλόλογο Θεόδωρο Ταμπάκη. Κάνουν μαζί περιπάτους και το γύρο της λίμνης. Ποιός είναι ο άνθρωπος αυτός; Είναι η μορφή του Ν.Γ. Πεντζίκη; (στον Ανδρέα Δημακούδη υπογράφει σαν Σταυράκιος1 Κοσμάς) η μήπως ο ίδιος ο Α.Κ.2 ; (στο πρώτο του βιβλίο χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Αλέξανδρος Κοσμάς). Ο Γεώργιος Κοσμάς καταφέρνει κάποτε να περάσει -άγνωστο πως- σε μια κατάσταση μεταξύ ζωής και θανάτου μετά από ένα επιληπτικό η σοβαρό λιποθυμικό επεισόδιο που θα κρατήσει είκοσι ολόκληρες μέρες.(«Πώς έζησε όλο αυτό το διάστημα ενώ βρισκόταν σε αφασία αποτελεί μυστήριο»). Αφού πέθανε σχεδόν («δρασκέλισε το κατώφλι της Περσεφόνης») ξυπνά στο νοσοκομείο, αναγνωρίζει τον φίλο του Θεόδωρο και τον προσφωνεί με τ’ όνομά του. Ο άνθρωπος πάσχει από βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια, ορθοπνοεί, κουράζεται εύκολα κι ο Θεόδωρος Ταμπάκης αναλογίζεται πως αυτές οι επιπόλαιες, υποσημαινόμενες αναπνοές δεν είναι παρά μια προσπάθεια συγκέντρωσης σε μια προσευχή που δεν θ’ αφήσει τον αυστηρό λογισμό να αναμιχθεί στις υποθέσεις της καρδιάς.

Ο Θεόδωρος Ταμπάκης3, καθηγητής φιλόλογος του Λυκείου, πνευματικός άνθρωπος και γεμάτος ανησυχίες, δεν αφήνει το χρόνο του να πάει χαμένος. Τον νοιάζει κι η πόλη κι οι άνθρωποί της . Ξετινάζει τη βιβλιογραφία για την Καστοριά και ξημεροβραδιάζεται στη Βιβλιοθήκη της πόλης. Πάσχει συχνά από κρίσεις αιμορροϊδων και καταφεύγει σε περιόδους υφέσεων στην γαστριμαργική θαλπωρή του επαρχιακού εστιατορίου Ομόνοια. (Και ειρωνεύεται το μενού της Πολιτιστικής πρωτεύουσας Θεσσαλονίκης του 1997 με τις «Iδεών πανηγύρεις» αλλά και το θαυμάσιο επίσης γεύμα που παρέθεσε ο πρόεδρος της Ρωσικής Δημοκρατίας στον Έλληνα πρωθυπουργό κατά την επίσημη επίσκεψή του στη Μόσχα). Παραγγέλνει και τρώει «πρώτο πιάτο ντολμαδάκια με αμπελόφυλλα και σπληνάντερο στη σούβλα και ολίγο κοκορέτσι. Σαλατικά παντζάρια και μαρούλι. Και για επιδόρπιο κυδώνι ψητό και γαλακτομπούρεκο». Πιο γήϊνος και χειροπιαστός αυτός.
(Οι άλλοι χαρακτήρες όλοι σαν αέρινοι. Και σαν να μην είναι).

Ο Θεόδωρος Ταμπάκης αναζητά και καταγράφει. Καταρτίζει τον καμβά της πόλης για την μελλοντική της τοιχογραφία. Κρατά τα χρήσιμα υλικά και τα ονόματα που θα την κρατήσουν αναγνωρίσιμη στις επόμενες γενεές όπως την κράτησαν μέχρι σήμερα. Βαδίζει στο «Άλσος των φίλων» και στο «άλσος της Ηρεμίας». Αναφέρει το εστιατόριο «Ομόνοια, το κέντρο «η δροσερή Μύτκα», το πνευματικό κέντρο «η Έλλη». Ονοματίζει τα ψάρια της λίμνης (τσουκάνια, γριβάδια, γουλιανούς, πλατίκες, τούρνες και γλύνια). Θυμάται και μνημονεύει την λόγια παράδοση της πόλης (τον Αθ. Χριστόπουλο, τον Λουκά Σιάνο, τον Παντελή Τσαμίση, τον Αναστάσιο Ορλάνδο, τον Θωμά Παπαθωμά ή Ορέστη Μακεδνό, τον Αργύρη Παπαδίσκο ή Αρειο, τον Θωμά Βαλαλά και άλλους). Παρατηρεί τους ψαράδες της λίμνης και τις βάρκες τους (πρόβλιακας, λυτάρια, λαμπάδες, δικουπόσχοινα, αυγατή). Είναι ο καταλογογράφος, ο ιστορητής, αυτός που συντάσσει τα Μηναία και θα περισώσει τα άξια να σωθούν.

Στο θεατρικό έργο του Λουΐτζι Πιραντέλο «έξη πρόσωπα ζητούν συγγραφέα». Εδώ ο …συγγραφέας ζητά να σχηματίσει το πρόσωπό του δοκιμάζοντας τις μορφές του Αλέκου, του Γεωργίου Κοσμά και του Θεόδωρου Ταμπάκη και προσπαθεί να τις προσαρμόσει στο δικό του. Τελικά όλοι οι ρόλοι του ταιριάζουν, όλοι οι μύθοι του ανήκουν. Τέλος βρίσκει και τα φορέματα που θα ντυθεί και το πρόσωπο που θα παρουσιάσει.
Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες ήταν ο ίδιος ο συγγραφέας τους. Χρειάστηκαν τριάντα χρόνια και αλλεπάλληλες γραφές για να ολοκληρωθεί αυτό το παλίμψηστο, να ταυτοποιηθούν οι ρόλοι, να ανακαλυφθούν τα πρόσωπα και φαίνεται πως αυτό άξιζε τον κόπο. Ο πόθος λοιπόν για την ανακάλυψη της αληθινής ζωής ντύνει το σιωπηλό θίασο. Ενώ κοντά σφυρίζει ο άνεμος το επιτακτικό και αμείλικτο:

Σπορεύς ο πάντων και φθορεύς πάλιν χρόνος

Ή όπως το λέει ο Οδυσσέας Ελύτης στο «Μονόγραμμα»:

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαστείων οι λάβες
Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς
Να μας θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι, μ’ ακούς
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει, μ’ ακούς
Στα νερά ένα- ένα, μ’ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Οπου κάποτε οι φιγούρες, μ’ ακούς
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς…

Και πιο γήινα ο Α.Κ. στο βιβλίο του :

Ολοκληρώνοντας με τα πόδια το γύρο της χερσονήσου προς την Γκραντίτσα, τον Ταμπαχανά και την πλατεία Καραβαγγέλη, όπου παλαιότερα γινόταν το ξυλοπάζαρο, ο Θεόδωρος στοχάζεται τις ανθρώπινες ανάσες που έγιναν χώμα. Τις εκφράσεις των ανθρώπινων μορφών που διαλύθηκαν στα χώματα, απ’ όπου λαβαίνουμε καρπούς εύγεστους. Θέλει να πειστεί πως απ’ ότι πέρασε τίποτα δεν έχει πάει στα χαμένα.



Βιβλιογραφικές αναφορές

1. Α. Κοσματόπουλος «Αναμοχλεύω το παρελθόν για να στερεώσω το παρόν» (Προδημοσίευση για Τα δυο φορέματα) Εφημερίδα Μακεδονία, Σάββατο 14.3.2009
2. Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε Γαλαξίας – Mετάφραση Δ.Σ. Δήμου, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείου Αφών Συρόπουλου -Θεσσαλονίκη 1963
3. Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε Γαλαξίας -Εκδόσεις Ερμειας 1978

Σημειώσεις

Οι σημειώσεις (επί του πιεστηρίου) προέκυψαν μετά από προσωπική επικοινωνία με τον συγγραφέα. Αξίζει να παρατεθούν οι δικές του επισημάνσεις:
1. Ο Σταυράκιος Κοσμάς ήταν ένας στρατηγός του Βυζαντίου. Στην πρώτη μου ποιητική συλλογή, πριν γνωρίσω τον Πεντζίκη και πριν πληροφορηθώ τα του Σταυρακίου Κοσμά είχα δημοσιεύσει σε περιοδικά ως «Κοσμάς», θέλοντας από τότε να παραιτηθώ από την κοσμική μου υπόσταση.
2. Έχοντας δύο ονόματα Αλέξανδρος –Γεώργιος (το «Γεώργιος» έχει πέσει σε αχρησία) δάνεισα το δεύτερο στον Γεώργιο Κοσμά.
3. «Ταμβάκη» είναι το πατρώνυμο της μητέρας μου, απ’ όπου έλαβε το προσωνύμιό του ο ήρωας, άλλαξα το «β» με «π». Θεοδώρα λεγόταν η μητέρα της μητέρας μου.


(*) Ο πάπυρος και η περγαμηνή ήταν ακριβά και δυσεύρετα υλικά γι’ αυτό τα ξαναχρησιμοποιούσαν σβήνοντας η ξύνοντας την πρώτη γραφή. Τοποθετούσαν το χειρόγραφο σε λεκάνη με γάλα για μια νύχτα και έπειτα το έπλεναν με σφουγγάρι. Σε άλλες περιπτώσεις έξυναν τα γράμματα ένα ένα με ξυράφι. Τα χειρόγραφα του είδους αυτού λέγονται παλίμψηστα (από το πάλιν ψάω = αποτρίβω, αποσπογγίζω) Η πρώτη τους γραφή, που άφηνε ίχνη, λέγεται scriptio inferior, η δεύτερη κι νεώτερη scriptio superior. Με τις υπεριώδεις ακτίνες μπορούμε σήμερα να διαβάσουμε άνετα την αρχαιότερη γραφή.
(Αντιγράφοντας από την εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse- Britannica)


Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην "Παρέμβαση" της Κοζάνης π148 (Μάρτιος-Μάϊος 2009).

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗ: Αιώνιος Αδάμ – Αιώνια Εύα

Ερχονται στη ζωή μας κάποτε κάτι άγριες βραδιές που σου πνίγουν την αναπνοή και δεν μπορείς να ανασάνεις. Μουντές, μουγγές, σκληρές, χωρίς έλεος. Μόνη σου παρηγοριά, ίσως, κάποια καλή νεράιδα να φανερωθεί και να σ’ αγγίξει με το ραβδί της στο μέτωπο και να γλιστρήσεις απαλά-απαλά στην χώρα των ξωτικών και του ονείρου. Κι’ ίσως το παιχνίδι που θα παίξει τότε το πνεύμα σου σε κάνει να λησμονήσεις. Και να απόψε η καλή νεράιδα: και να ξεπήδησαν τα πρόθυμα ξωτικά και οι δυνάμεις του ονείρου τι φανέρωσαν.

Κάπου στον καιρό της Ρώμης. Κάπου στη Μεσόγειο. Οργιές υψωνόταν τα θεόρατα κύματα, δράκοντες με ηλεκτρισμένη ανάσα οι κεραυνοί. Είχε θυμώσει ο Ποσειδώνας. Είχε θυμώσει ο Δίας. Οι ρωμαϊκές γαλέρες στέναζαν από το βάρος του φορτίου και της τρικυμίας. Οι σκλάβοι κωπήλατες απέβαλαν από το σώμα τους έναν μαύρο ιδρώτα προσπαθώντας να σώσουν τα σκάφη και τα φορτία. Φορτία από πολύτιμους λίθους και θησαυρούς. Υφάσματα πλουμιστά. Δώρα του Καίσαρα Αντώνιου προς την βασίλισσα της Αιγύπτου, την πιο όμορφη γυναίκα της εποχής του. Την Κλεοπάτρα. Δύο δούλοι με γυμνά κρανία και πελώριους μυώνες κρατούσαν από ένα μικρό αγγείο γεμάτο με μεθυστικό ερωτικό άρωμα: κι αυτά δώρο για τη βασίλισσα. Η έννοια τους να μη χυθεί ούτε μία σταγόνα γιατί θα την πλήρωναν με τα κεφάλια τους. Μετά από πολυήμερο ταξίδι οι γαλέρες με σχισμένα τα πανιά έπλεαν σε ήρεμα νερά κοντά στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Τα σύμβολα της Αυτοκρατορίας ανέμιζαν περήφανα στα γυμνά κατάρτια.
Στο μπροστινό μέρος της ναυαρχίδας ο Αντώνιος ο Καίσαρας στημένος ευθυτενής πήγαινε να γνωρίσει την αιώνια γυναίκα. Τα μαλλιά του γκρίζα και αραιά, το δέρμα του προσώπου του μαυρισμένο από τους καυτερούς ήλιους των ερήμων, ψημένο από την άρμη των θαλασσών και σκληρό από τον παγωμένο αέρα των Άλπεων. Με το πηγούνι του ανασηκωμένο συλλογιζόταν.
Είχε πενηνταρίσει και κάτι περίεργες ζαλάδες του’ κόβαν τη διάθεση. Τα μάτια του πότε-πότε θολά. Όμως στεκόταν ακόμη περίφημα. Τα πόδια του δωρικές κολώνες στήριζαν σταθερά ένα γεροδεμένο κορμό γεμάτο ουλές από εχθρικά και φιλικά δόρατα.
Τώρα ξάφνου είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Τα χείλη του ήταν με πείσμα σφιγμένα. Η δυσκολότερη αποστολή του; Ίσως και να φοβόταν λίγο. Ήθελε να μεθύσει και να σβήσει τη δίψα του με την ομορφιά της ξακουστής Κλεοπάτρας.

Αιώνιε Καίσαρα θα σε θυμούνται τα παιδιά των ανθρώπων περισσότερο γι’ αυτή σου την περιπέτεια. Εσένα τον κοσμοκράτορα. Εσένα που είχες αφανίσει με το σίδερο και τη φωτιά λαούς ολόκληρους και είχες εδραιώσει τη Ρώμη. Καημένε αρσενικέ που από τους πόρους του κορμιού σου βγαίνει η ψυχή σου για τη χαρά του θηλυκού, και τα ατσαλένια σου μπράτσα που συνθλίβουν σαν μυλόπετρες υπακούουν πρόθυμα στη νευρική κίνηση ενός γυναικείου δακτύλου. Είχε τον φόβο μήπως δεν της αρέσει η θωριά του, μήπως τον απορρίψει……

Είχε φροντίσει με κάθε λεπτομέρεια το πρόσωπο του, είχε φορέσει χλαμύδα ολοπόρφυρη, χρυσοδάφνινο στεφάνι, σαντάλια καμωμένα από τον πρώτο τεχνίτη-σκλάβο της αυτοκρατορίας. Μου φαίνεται ότι είχε λουσθεί και με κάποια βότανα…..
Κάπου στη στεριά, στο παλάτι οι αυλητρίδες χάιδευαν νωχελικά τις άρπες και οι δούλες με βιασύνη ετοίμαζαν τις τελευταίες λεπτομέρειες του σκηνικού. Σε επιλεγμένα σημεία καίγανε αρωματικές ουσίες. Η Κλεοπάτρα είχε πάρει το μπάνιο της από γάλα αντιλόπης σε μια μπανιέρα από ελεφαντόδοντο. Είχε φορέσει το πιο αισθησιακό της πέπλο και τα μαύρα εβένινα μαλλιά της άφηναν γαλαζωπές ανταύγειες. Ήταν η ωραιοτέρα στο μέστος των 28 της χρόνων. Ήθελε και αυτή να μεθύσει τον Ήλιο της Αυτοκρατορίας τον μεγάλο Καίσαρα, να τον υποτάξει στη δύναμη της γυναικείας ομορφιάς, να τον πλανέψει με ερωτικά σκιρτήματα.
Κι ήταν τεχνήτρα σ’ αυτά. Ήθελε να γείρει την αυτοκρατορία μπρος στα χαριτωμένα μικρά της πέλματα. Ήταν και αυτή φοβισμένη, ανήσυχη, εκνευρισμένη. Καημένο θηλυκό είχε φόβο μη δεν τον εντυπωσιάσει με τη θωριά της.
Πόσος πόνος και κόπος για την ομορφιά και πως οδήγησες το δόντι του φιδιού στην ολοστρόγγυλη τρυφερή κοιλιά σου όταν στο τέλος κατάλαβες ότι είσαι υπό δυσμένεια…..
Οι σαλπιγκτές με τις τεράστιες μπρούτζινες σάλπιγγες και οι τυμπανιστές με τα πελώρια τύμπανα περιμένουν την άφιξη του πρώτου πλοίου της πομπής για να διαδώσουν με σαλπίσματα και τυμπανοκρουσίες στην πόλη την άφιξη του μεγάλου φιλοξενούμενου. Ξαφνικά μέγας θόρυβος, χαλασμός, γέμισε τον αέρα. Ήλθαν οι γαλέρες-ήλθε ο γιος του Ήλιου-ήλθε ο Καίσαρας… κι’ ύστερα.
Κάπου στο παλάτι.

Στους λαβυρινθώδεις διαδρόμους περπατούσε περήφανος αλλά γεμάτος υπερένταση ο Καίσαρας κρατώντας στο χέρι του το κράνος με το πολεμικό λοφίο. Πίσω του πλήθος δούλων μεταφέρουν με φόβο και σεβασμό τα δώρα του.
Ένα τεράστιο κύμβαλο αντήχησε και ο αρσενικός με τη θηλυκιά στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο αγέρωχοι στην όψη.
Ο Αυτοκράτορας και η Βασίλισσα.
Κοιτάχτηκαν με ένταση και αναμετρήθηκαν: αστραπές ευχαρίστησης εκτόξευσαν τα μάτια τους. Η γυναίκα έγειρε λίγο σκόπιμα προς τα κάτω το βλέμμα της. Είχε βρει ο καθένας αυτό που ζητούσε. Ξαφνικά κάποια πονηρή σκέψη διαπέρασε το νου της γυναίκας-θα σε παιδέψω Καίσαρα-εγώ είμαι η ξακουστή Κλεοπάτρα-και κάποια υποψία ειρωνείας καθρεφτίστηκε στο γλυκό της πρόσωπο. Αυτό ήταν. Ο Καίσαρας μαρμάρωσε. Του παρουσιάστηκαν πάλι οι ξαφνικοί ίλιγγοι, πάνω στην υπερένταση το βλέμμα του θόλωσε. Κλονίστηκε και όλα έδειχναν ότι σε λίγο θα καταρρεύσει μπρος την όμορφη Κλεοπάτρα. Όλη η ζωή του πέρασε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα από μπροστά του. Νεαρός εκατόνταρχος-μάχες για τη δόξα της αυτοκρατορίας-σκληρή απάνθρωπη ζωή. Τις άσπρες και μελαψές σάρκες που είχε γευθεί και που του άφησαν μέσα του μια υποψία πίκρας. Την οσμή του αίματος και τον σπαραγμό των τραυματισμένων. Κοίταξε απεγνωσμένα την Κλεοπάτρα. Ο κρυμμένος πίσω από τις βαριές κουρτίνες κήρυκας έτρεξε στην αγορά κραυγάζοντας.

Έπεσε ο Καίσαρας, έπεσε ο κραταιός, έπεσε ο Αδάμ.
-Ω Αδάμ εσύ περήφανε που περιμένεις την επιβεβαίωση του ανδρισμού σου όχι στα πεδία των μαχών αλλά στην επιδοκιμασία της Εύας που κάποτε όταν ξύπνησες από τον πρώτο σου λήθαργο και έγινες άνδρας μίλησες έτσι σ’ αυτήν.
- Σάρκα από την σάρκα μου και οστούν εκ των οστέων μου.
-Ομορφιά μου ανείπωτη-πηγή της χαράς και της ζωής μου-αιτία της έχθρας μου με το Πατέρα. Για σένα ο πολύτιμος ιδρώτας μου γυναίκα μου-μάνα των παιδιών μου και όλων όσων θα υπάρξουν.
-Πρόξενος της συμφοράς μου και σύμμαχος εκείνου ου σέρνεται στη γη.
-Δροσερό νεράκι για τα σκασμένα μου χείλη και τα αργασμένα από τον μόχθο χέρια μου.
-Θα σε λακτίζω και θα σε ποδοπατώ για το κέφι μου. Το χέρι μου σιδερένιο. Το δικό σου ντελικάτο περιστέρι.

Αιώνες θα είσαι σκλάβα μου και οδαλίσκη για’ αυτό που έπραξε μαζί με το ερπετό. Έως ότου γίνεις αληθινή γυναικά και κυρία μετά από πολύ καιρό.
Όταν όμως ανεμίζει η αύρα στα μαλλιά σου, όταν αντικρίζω τη θέρμη των ματιών σου φορές-φορές μοιάζεις στην όψη με τον Πατέρα μου και ο νους μου αγαλλιάζει ψυχή μου.
Θα πίνω από το κρασί σου και θα μεθώ όποτε εγώ θέλω, τι κι’ αν μου δαγκώνεις το πλευρό από το οποίο και πάρθηκες.
-Ω άνδρα μου, είπε ταπεινά η Εύα. Δάκρυα τρέχουν από τα μάτια μου. Μη με λακτίζεις. Πονώ. Έτσι με έπλασαν όπως με γνώρισες.
Να πίνεις από το κρασί μου κι εγώ από το δικό σου.
Θα σου γαληνεύω τον θυμό και θα σου ομορφαίνω την ημέρα και τη νύχτα σου.
Ω Αδάμ άφησέ με να γείρω στο γρανιτένιο στήθος σου. Κοίτα τι λεπτοκαμωμένη που είμαι. Θα σου γεμίσω τη ζωή με τρυφερές, γλυκές φωνούλες, γέλια και δάκρυα από όμορφα παιδιά.
Κοίταξέ με γλυκέ μου. Τρέμω. Άγγιξε με. Κοινή η μοίρα μας.
Οι τορνευτοί μαστοί μου μικροί λόφοι από αλάβαστρο. Η σάρκα μου λευκή ως χιών απάτητου όρους. Οι λαγκαδιές και οι κοιλάδες μου περιμένουν το άγγιγμα σου. Το σώμα μου γη έφορη περιμένει των σπόρο σου. Τα χείλη μου ολοπόρφυρο τριαντάφυλλο. Ο ομφαλός μου στραφταλίζει ως πολύτιμος σάφπιρος. Τα χέρια μου τρυφερά σαν περιστέρια σε καλούν. Είμαι σαρκοβόρο αιλουροειδές όταν κινδυνεύουν τα παιδιά μου. Θέλω να σαγηνεύω και να μαγεύω σαν σειρήνα, νεράιδα και ξωτικό
Είμαι γλυκιά, αλλά και πικρή, πονηρή αλλά συγχρόνως και τόσο ευκολόπιστη, είμαι η αφέντρα σου, αλλά και η δούλη σου. Σε ανεβάζω άντρα μου στον παράδεισο ή σε ρίχνω στην κόλαση. Είμαι γήινη αλλά και συγχρόνως εμπνέω τα πνεύματα των σοφών. Είμαι ματαιόδοξη αλλά και λογική, αγριόγατα αλλά και περιστέρα, είμαι η βασίλισσα του Σαβά αλλά και μια κοινή γυναίκα, ξεμυαλίζω παλικάρια αλλά και σεβάσμιους γέροντες. Είμαι η νύμφη σου η καλλίστη.

-Ω Εύα το πλατύ στέρνο μου το δασύτριχο περιμένει να γύρεις το όμορφο σου κεφαλάκι πάνω του. Τα χέρια και τα πόδια μου είναι φτιαγμένα με χαλύβδινους μυώνες για να σε προστατεύουν.
Είμαι κακός, αλλά και καλός, είμαι βίαιος, αλλά και πράος, είμαι γλυκύς αλλά και πικρός, είμαι ο αφέντης αλλά και δούλος σου συνάμα. Γίνομαι εξαγριωμένος λέοντας όταν πρόκειται για τα παιδιά μας.
Θέλω να κατακτώ, να γοητεύω και να σκλαβώνω.
Έχω μέσα μου το αντρικό φιλότιμο και την αντρειοσύνη. Είμαι ο νυμφίος σου ο κάλλιστος. Πλαστήκαμε για να συμπληρώνουμε ο ένας τον άλλον.
Ω πανέμορφο σάρκινο λουλούδι μου.
Και ο Πατέρας έβλεπε από τους γαλαξίες σκεφτικός.
Σήκωσε το άγιο του χέρι και έγινε μεγάλο κουρνιαχτό.
Υπάρχουν πάντα στη γη οι σκιές του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας, του Αδάμ και της Εύας. Μόνο που τώρα δεν φέρουν τις ίδιες ενδυμασίες και στο στόμα τους τα θηλυκά περιφέρουν αυθάδικα κάποιο προϊόν της νέας Ρώμης.

Αδέξια μου αγοράκια και γλυκά μου κοριτσάκια που το πορφύρωμα στο πρόσωπο σας κάποτε θα χαθεί και δεν θα ξαναρθεί. Από πετειναράκια θα γίνετε γεράκια κι’ από κλωσσόπουλα κύκνοι. Όταν έρθει η Στιγμή σας θα θέλετε να είσθε ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα. Θα μιμείσθε το περήφανο βάδισμα του λιονταριού και την τρυφερή σκερτσάδα της ελαφίνας.
Ω κορίτσια πως τρέμει η καρδούλα σας για το δήθεν σκληρό βλέμμα των αγοριών;
Ω αγόρια πως τρέμει η ψυχή σας για το όλο σημασία βλέμμα των κοριτσιών;
Κι ας φοράτε αλλόκοτα σκληρά ρούχα-Κι ας μιλάτε παράξενη γλώσσα. Η ψυχή σας είναι τρυφερή. Αγνή.
Για σας καρδούλες μου υπάρχει ο κόσμος.
Μερικού από σας θα γίνετε Καίσαρες και άλλοι θα επανδρώσετε θεσμούς. Μην χάσετε όμως την ταπεινότητα και την δικαιοσύνη από τη ζωή σας. Μην γίνεται κροκόδειλοι, ύαινες και σαρκοβόρα. Νιώστε το πόνο και τον κόπο του απλού ανθρώπου, μην αγγίξετε τον ιδρώτα του δουλευτή.

Διοικήστε έχοντας παρακαταθήκη τα ωραία λόγια του Ιησού. Με αγάπη και συμπόνια. Μερικοί θα χαθούν στα σύννεφα. Κρίμα. Οι περισσότεροι θα μείνουν στη γη. Μάθετε να μην βιάζεται γλυκά μου τη γη μας. Η τιμωρία σας γι’ αυτό θα είναι φοβερή. Κάντε τη γη παράδεισο με τον τρόπο του ο καθένας.
Ότι και αν ευαγγελίζεστε αγαπήστε το με όλη σας την καρδιά, την διάνοια και με μεράκι. Θα αγαπηθείτε τότε από όλους τους ανθρώπους. Και αυτό που θα δημιουργήσετε θα είναι θεϊκό. Ότι και αν κάνετε τελικά λουλούδια μου αφήστε την καρδιά σας να τραγουδήσει το αιώνιο παιχνίδι της αγάπης.
Το μεγαλειώδες παιχνίδι της δημιουργίας προσέξετε μόνο να μην το εκχυδαΐσετε. Όσοι το χάσουν θα γίνουν οι καταραμένοι της ζωής.

Κάπου ο συγγραφέας Πάολο Κοέλιο λέει ότι: «Αν θέλετε και επιθυμείτε κάτι πάρα πολύ τότε όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το κατορθώσετε».Ο αγώνας για την τελείωση σας είναι σκληρός για να κατορθώσετε να ξεριζώσετε τα ζωώδη ένστικτα το θυμό, την μοχθηρία, το μίσος, τον άμετρο εγωισμό κ.τ.λ. Όσοι από εσάς ελευθερωθείτε από αυτά θα είστε η ζύμη για μια καλύτερη κοινωνία και ένα καλύτερο κόσμο.
Μέσα μας ελλοχεύουν ένας άγγελος του φωτός και ένα κτήνος.
Δώστε την ευκαιρία στον άγγελο του φωτός να νικάει τις περισσότερες φορές στην πάλη του με το κτήνος και έτσι από γενιά σε γενιά ο άνθρωπος θα θεωθεί, θα γίνει κατ’ ομοίωση του πλάστη.

Όλη η ύλη μέσα στο σύμπαν μετατρέπεται καλά μου σε ενέργεια και η ενέργεια σε ύλη και το παιχνίδι αυτό θα κρατήσει έως ότου έρθει η συντέλεια του κόσμου. Κάποτε όλοι μας θα γίνουμε ενέργεια, αστρική σκόνη και πάλι μετά από καιρό θα γίνουμε ύλη. Τίποτα δε χάνεται από τη αχανή ατέρμονο κτίση του θεού.
Κάπου εδώ αφού συνέβησαν και ακούστηκαν όλα αυτά η καλή νεράιδα άγγιξε ξανά το μέτωπό μου και δια μιας χάθηκε η μαγεία. Γύρισα ξανά πίσω από τη χώρα των ξωτικών και του ονείρου μέσα στην άκαρδη νύχτα στο σκοτεινό μου κελί.
Βγήκα λίγο έξω. Είχε αρχίζει να βρέχει κατακλυσμίαια και είδα να περπατάει στον άδειο δρόμο ένας κουρελής ζητιάνος που προσπαθούσε με ένα σπασμένο βιολί να παίξει μουσική, αλλά ακουγόταν μόνο άγριες στρίγγλες. Με κοίταξε και μου είπε: Ε φίλε, τι θέλεις έξω με αυτή την κοσμοχαλασιά; Δεν έχεις κυρά να σε μαζώξει μέσα; Του απήντησα ένα ξερό όχι.

-Δεν βλέπεις τη πλάση όλη, τα πουλάκια, τα δένδρα, τα φυτά, τα λουλούδια, τα ζώα, όλα έχουν τον κύρη τους και την κυρά τους. Εσύ γιατί όχι;
-Εμένα η κυρά μου πέθανε προτού γεννηθεί.
Σήκωσε τα χέρια ψηλά και άνοιξε το στόμα του προσπαθώντας να βγάλει μια κραυγή αλλά έπεσε μέσα στα θολά λασπόνερα και έμεινε ακίνητος. Το σπασμένο βιολί και το τσαλακωμένο καπέλο του τα παρέσυραν οι μικροί χείμαρροι και το πήγαν στην άβυσσο.
Έριξα μία άγρια ματιά και κάγχασα με το γέρο. Είναι αργά για κάθε τι μουρμούρησε. Καιρός παντί πράγματι. Μπήκα μέσα στο σπίτι και έκλαψα απαρηγόρητος ως το πρωί.
Γιατί αγαπητοί μου να έρχονται στη ζωή μας κάποτε κάτι άγριες βραδιές που σου πνίγουν το στήθος και δεν μπορείς να ανασάνεις; Μουντές, μουγγές, σκληρές και χωρίς έλεος;
Άρχισε το λυκαυγές και ο ορίζοντας έγινε χρυσός, κόκκινος και γαλάζιος.
Θυμήθηκα τους στίχους του εθνικού μας ποιητή που έλεγε: ωραιότατη μέρα προμηνούσε της αυγής το ύστερο αστέρι, σύννεφο καταχνιά δεν με περνούσε στου ουρανού σε κανένα από τα μέρη. Άλλη μια μέρα γλυκιά για τα πλάσματα του θεού.

Ξάφνου νιώθω έναν οξύ πόνο στο στήθος. Χάνομαι. Νιρβάνα. Δεν ξέρω που βρίσκομαι.
Βλέπω το αστρικό μου σώμα να ανεβαίνει τελετουργικά στον αιθέρα και γύρω του άγγελοι και δαίμονες να μάχονται για την κατοχή του. Μακριά στο βάθος βλέπω ένα ολόλαμπρο γαλαξιακό φως που με γεμίζει ζεστασιά και αισθήματα αγάπης. Πλησιάζω φαίνεται τον Κύριο μου, τον Δημιουργό μου, τον Πλάστη μου, τον Κύριο της αβύσσου, τον Κύριο της ζωής και της αγάπης, τον Κύριο των πνευμάτων και πάσης σαρκός. Το αγιασμένο χέρι του απλώνεται προς το μέρος μου και αρπάχτηκα από αυτό.
Εκέκραξα ελέησον με ο Θεός μου κατά το μέγα έλεος σου…
Τώρα νιώθω αιώνια χαρά και λύτρωση.

Αφιερώνεται σ’ όλους τους
μοναχικούς ανθρώπους
της μικρής μας πόλης.

22/11/09

Lucas Samaras "Transformations"

ΟΔΟΣ: Ωδείο

Η πολιτιστική πτώχευση της Καστοριάς, είναι μια υπόθεση που χρονίζει επικίνδυνα, μια παλιά πλέον υπόθεση. Συνώνυμη της σύγχρονης περιόδου. Και απόλυτα ταιριαστή με την συνολική εικόνα της βαθειάς κρίσης. Η ευθύνη της δεν ανήκει και δεν χρεώνεται μόνο στην τωρινή, ούτε στην περασμένη, αλλά ούτε καν στην προπερασμένη δημοτική αρχή. Ανήκει όμως σε όλες και όλους. Όπως ανήκει σ’ όλους η Ολυμπιακή Φλόγα, την οποία υποδέχθηκε η πόλη της Καστοριάς την π. Κυριακή.

Εκτός κι’ αν κάποιοι πιστεύουν στ’ αλήθεια ότι δεν τους βαρύνει καμμιά ευθύνη για τίποτε. Ότι μπορούν να δανείζονται ή και να οικειοποιούνται λίγη (ή πολλή) από την λάμψη της ολυμπιακής φλόγας ή από την λάμψη των κοινωφελών δωρεών δημοτών (ή και άλλων ιδιωτών) και ότι η ιστορία αλλά και το δικό τους χρέος εξαντλούνται εκεί.
λα αυτά και τα ακόμη χειρότερά τους, υπάρχουν και δεν αλλάζουν την δεινή κατάσταση, ούτε με την σύντομη διέλευση της ολυμπιακής φλόγας, ούτε πολύ περισσότερο με την αποπεράτωση και τα εγκαίνια του δημοτικού ωδείου Καστοριάς που οφείλεται σε γενναία χρηματική δωρεά του ευπατρίδη κ. Δημήτρη (Τάκη) Μπαϊρακτάρη και για τον λόγο αυτό ονομάστηκε έτσι.

Το σημερινό σχόλιο δεν θα αναλύσει τον συμβολισμό της σημαντικής δωρεάς ενός δημότη της αλλοτινής Καστοριάς, προχωρημένης τώρα πια ηλικίας, που ενώ πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ιδιωτεύοντας και αθόρυβα (είναι περισσότερο από βέβαιο ότι οι πιο πολλοί δεν τον γνώριζαν) αποφάσισε και πάλι ήσυχα, χωρίς πολλά λόγια, καυχησιές και τυμπανοκρουσίες, να προβεί σε δωρεές χρημάτων στην γενέτειρα του. Ένα μέρος των οποίων, δηλαδή το Ωδείο, είναι πλέον πραγματικότητα.
ια τα νεοελληνικά δεδομένα, η ανέγερσή του έγινε σε πρωτοφανείς ρυθμούς με αποτέλεσμα να αποπερατωθεί σε χρόνο ρεκόρ. Πρόκειται για αρχιτεκτόνημα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά -κάπως προωθημένα- που μπορούν να συμβολίσουν την αδιάσπαστη εδαφική ενότητα της παλιάς Καστοριάς του δωρητή, με την σημερινή Καστοριά (και) στις επεκτάσεις της όπου και κτίσθηκε (στην περιοχή της Χλόης), σε οικόπεδο που διατέθηκε από τον Δήμο Καστοριάς.

Όπως βεβαίως συμβολίζουν την ιστορική συνέχεια μιας πόλης, η οποία στο παρελθόν είχε έδρα εδώ, αλλά και πραγματικές, λειτουργικές επεκτάσεις παντού στον κόσμο (όσες και οι παροικίες των γουναράδων της) και ιδιαίτερα σε Νέα Υόρκη και Παρίσι και αλλού. Τις οποίες γνώριζε από πρώτο χέρι ο δωρητής. Ζούσε επομένως όλα αυτά τα χρόνια την Καστοριά, σε μια διαφορετική, κάπως ιδεώδη διάσταση και πάντως ευρύτερη απ’ αυτήν που ορίζεται την διοικητική της έννοια. Αυτός είναι προφανώς ο λόγος, που προτίμησε να δωρήσει για την ανέγερση δημοτικού Ωδείου και όχι Εργαστηρίου κατασκευής μουσικών οργάνων για δερβίσηδες. Και συναφείς μεθέξεις.

Και αυτοί είναι οι λόγοι οι οποίοι υποχρεώνουν τους υπεύθυνους στον Δήμο Καστοριάς, τωρινούς και αυριανούς, τώρα με την αποπεράτωση του νέου δημοτικού Ωδείου, να καταβάλλουν όλες και όσες προσπάθειες χρειάζονται ώστε να λειτουργήσει σύμφωνα με τους όρους της δωρεάς που θα είναι απλοί και αυτονόητοι: Το Ωδείο να είναι και να μείνει ωδείο, χώρος διδασκαλίας και προαγωγής της μουσικής. Θυσιαστήριο των Μουσών και επομένως της παιδείας, όπως γίνεται σε όλο τον υπόλοιπο (πολιτισμένο) κόσμο. Ούτε εκκοκκιστήριο, ούτε πλυντήριο πολιτισμού και πολύ περισσότερο ούτε χρηματιστήριο πολιτικής. Όπου θα βολεύονται οι κάθε λογής εποχούμενοι, ή ευνοημένοι, και θα βγάζει το μουσικό και πολιτικό του απωθημένο ο κάθε εις προστάτης.

Σαν κι’ αυτούς που -μέχρι πρότινος- κάθισαν στον τράχηλο της Καστοριάς για 5 έως 10 χρόνια ο καθένας, και με τις ανύπαρκτες «δράσεις» τους βάφτιζαν την οκνηρία «μυσταγωγία» και τον μουσικό εκφυλισμό «παράδοση». Με το αζημίωτο μάλιστα, αφού επιβάρυναν τα οικονομικά του Δήμου, όχι μόνο δυσανάλογα, αλλά αναποτελεσματικά και αρνητικά. Και δη σε μια περίοδο που η πόλη της Καστοριάς έκλεισε ως (δήθεν;) ετοιμόρροπο και σφράγισε ερμητικά το Πνευματικό της Κέντρο. Χωρίς έκτοτε να γίνει τίποτε (απολύτως τίποτε) προς την κατεύθυνση ανέγερσης νέου, στην ίδια κατά προτίμηση ιδανική άλλωστε θέση. Είναι το μοναδικό Πνευματικό Κέντρο που τιτλοφορήθηκε και δη με πινακίδες και κάθε επισημότητα εκτός από ετοιμόρροπο και επικίνδυνο.

Στο πλαίσιο αυτού του κατηφόρου, που είχε ξεκινήσει από τις μουσικές βαλκανιάδες της πρώϊμης εποχής Μιλόσεβιτς (και Γκλιγκόρωφ), για να επεκταθεί στις μουσικές εκδοχές της Μέσης Ανατολής, το αρχοντικό Βέργου που προοριζόταν για Δημοτική Πινακοθήκη και για τον σκοπό αυτό χρηματοδοτήθηκε η ανακαίνιση και συντήρησή του από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μετατράπηκε αυθαίρετα σε εργαστήρι ουτιών και μπαγλαμάδων (κάτω από την εικονική δράση και την αιγίδα του παρασιτικού «Κέντρου Βυζαντινού Πολιτισμού»), σε μουσικό πρόναο της ραθυμίας με αισθητικό αλλά και σαφή πολιτικό συμβολισμό.

Και στο οποίο, τώρα που διακόπηκε η λειτουργία του, και απαλλάχτηκαν οι «υπεύθυνοι» της κοπιώδους διακονίας που προσέφεραν έναντι μερικών χιλιάδων ευρώ μηνιάτικα, με όλα τα έξοδα τους πληρωμένα, φιλοξενείται η έκθεση με το φωτογραφικό λεύκωμα του Λεωνίδα Παπάζογλου, που ανακάλυψε και ανέδειξε ο αδικοχαμένος Γεώργιος Γκολομπίας. Έστω κι’ αν στον υπόγειο όροφο του αρχοντικού διατηρούνται χώροι που προορίζονται για την επαναλειτουργία της δήθεν σχολής των δήθεν παραδοσιακών μουσικών οργάνων (που πρέπει να μείνει οριστικά στο παρελθόν), την οποία επαπειλεί ο Δήμος Καστοριάς με πρόσφατο δελτίο τύπου για την έκθεση των φωτογραφιών. Ποιος ξέρει αν πίσω απ’ αυτά προσπαθούν να βολέψουν κάποιους ημετέρους, εν όψει των δημοτικών εκλογών του χρόνου.

Το Ωδείο και η λειτουργία του αρχοντικού Βέργου ως χώρος εκθέσεως των φωτογραφιών, έστω κι’ αν γι’ αυτόν εκφράζονται επιφυλάξεις -σαν κι’ αυτές που είχε ο αείμνηστος Γ. Γκολομπίας- για την κατάσταση και την καταλληλότητα του χώρου που φιλοξενείται και παρουσιάζεται η φωτογραφική συλλογή, θα μπορούσαν να είναι το φιλί της ζωής για τον πολιτισμό της Καστοριάς που ψυχορραγεί. Αρκεί αυτό που ακούγεται να είναι ανάσα ζωής και όχι ο πολιτιστικός ρόγχος.

Lucas Samaras: Paraxena / Greek Pavilion / Venice Biennale 2009

ΟΔΟΣ: Η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς

ΠΑΝΟΥ ΤΣΟΛΑΚΗ
Η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς

Εκδόσεις Επίκεντρο
ISBN: 9789604582242
Σελίδες 328, τιμή: 48,00 €


Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Επίκεντρο, η μελέτη της αρχιτεκτονικής της Καστοριάς κατά τη διάρκεια της ιστορίας της, γραμμένη από τον Καστοριανό Πάνο Τσολάκη, επίκουρο καθηγητή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών.
Η Καστοριά, μια από τις σημαντικότερες βυζαντινές καστροπολιτείες, διατηρεί μοναδικά θρησκευτικά και κοσμικά μνημεία, μάρτυρες της μακραίωνης ιστορίας της. Το παρόν βιβλίο αναφέρεται στην ιστορική τοπογραφία και στην αρχιτεκτονική της πόλης από τη Βυζαντινή εποχή μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.
Αν και τα τελευταία χρόνια επεκτάθηκε αρκετά χάνοντας την παραδοσιακή της δομή, διατηρούνται ακόμα και σήμερα εβδομήντα βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες, λείψανα των τειχών της, παλιά αρχοντικά και νεότερες νεοκλασικές κατοικίες, καθώς και μερικά οθωμανικά μνημεία.
Το βιβλίο αυτό είναι αποτέλεσμα πολύχρονης ερευνητικής δραστηριότητας, κατά την οποία προσεγγίστηκαν ορισμένες πτυχές της ιστορίας της Καστοριάς που παρέμεναν σχετικά άγνωστες, όσον αφορά την πολεοδομική και αρχιτεκτονική ιστοριογραφία της σε παλαιότερες εποχές.
Αναλύονται τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μορφής της βυζαντινής Καστοριάς και της οικιστικής εξέλιξης της πόλης στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, στα οθωμανικά θρησκευτικά και διοικητικά κτίσματα, στα παλιά σχολικά κτίρια και αστικά σπίτια της πόλης στις αρχές του 20ου αιώνα, στην εβραϊκή της συνοικία, στις οχυρώσεις της. Η διαχρονική ανάγνωση του οικιστικού φαινομένου μιας πόλης άλλωστε αναδεικνύει και τον τρόπο ανάπτυξης των εκάστοτε κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών.
Καθώς οι περισσότερες μέχρι τώρα αρχιτεκτονικές έρευνες για την Καστοριά αναφέρονταν κυρίως στα θρησκευτικά μνημεία και στα αρχοντικά της, τα κείμενα του παρόντος βιβλίου έρχονται να συμπληρώσουν ορισμένα κενά και να εμπλουτίσουν περαιτέρω τις γνώσεις μας, μέσα από την ιστορική εξέλιξη της πόλης και τον τρόπο που αυτή αναδεικνύεται από τα κτίσματά της.
Το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμα πλήθος αρχειακών πηγών, επιτόπιες έρευνες, προφορικές μαρτυρίες και ανάλυση παλιών φωτογραφιών. Αναλύεται επίσης και ο πολύτιμος κτηματολογικός χάρτης της πόλης που συντάχθηκε το 1925 και εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα ανεκμετάλλευτος από τους ερευνητές.

Περισσότερες πληροφορίες: εκδόσεις Επίκεντρο, Καμβουνίων 9 Θεσσαλονίκη. Τηλ 2310-256146, www.epikentro.gr

21/11/09

Μεφιστοφελής, 11η Νοεμβρίου

video
Bryn Terfel: Mefistofele, Boito (Act 1 - Aria Del Fischio: "So Lo Spirito Che Nega"), Royal Festival Hall, Λονδίνο 11.11.2009

20/11/09

ΝΙΚΟΥ ΑΘ. ΚΑΡΑΜΑΝΙΔΗ: STAGE

EΡΓΑΣΙΑΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ Ή ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΛΠΙΔΩΝ & ΨΥΧΩΝ;

Στην μεταπολεμική Ελλάδα αλλά και στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης ,η άναρχη και έξω από κάθε όριο ανεκτής κοινωνικής παραδοχής αλλά και ίσης μεταχείρισης κατά την συνταγματική τουλάχιστον προσταγή, αντιμετώπιση των προσλήψεων στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, είχε αλλά και εξακολουθεί να έχει τα χαρακτηριστικά μιας πελατειακής κομματικής στυγνής εκμετάλλευσης. Καθόλου μάλιστα παράξενο για μια χώρα όπου από την εποχή του περιβόητου Υδραίου πολιτικού Δημήτριου Βούλγαρη, του και γνωστότερου με την προσωνυμία Τζουμπές, αλλά και ταυτισμένου με τη νοθεία και τις συνταγματικές εκτροπές, δυστυχώς και με την ανοχή μιας εκμαυλισμένης κοινωνίας, καμμία σοβαρή και σαφώς δίκαιη προς την κατεύθυνση της ισόνομης αντιμετώπισης προσπάθεια δεν έγινε.
Με εξαίρεση φυσικά το Ν.2190/94 το γνωστότερο και ως «νόμο Πεπονή»,με μια τομή βαθειά στην έκνομη αντίληψη για το βαθύ και σκοτεινό κράτος των παρωχημένων αμέτρητων κομματικών ρυθμίσεων. Εξάλλου η για πολλά χρόνια αντίληψη της μεταεμφυλιακής Ελλάδας για τακτοποίηση και βόλεψη των «δικών μας παιδιών»,δυστυχώς ανιστόρητα και διχαστικά το μόνο που κατάφερε ήταν να επιφέρει σχισματικές συμπεριφορές και ρηγματικές σχέσεις στην κοινωνία.

Οι ευθύνες σαφώς και είναι εκπορευόμενες από τις πολιτικομματικές αντιπαραθέσεις, από τα κόμματα εξουσίας, από την αναλγησία των ίδιων των πολιτικών αλλά και από την λογική του ανεπίτρεπτου συμφηφισμού στη βάση μιας νοσηρής αντίληψης για το κράτος φέουδο και τον πολίτη υποτακτικό.
Η δημόσια διοίκηση εξάλλου θεωρούνταν αλλά και δυστυχώς μέχρι τις μέρες μας δεν έπαψε να θεωρείται ως η φυσική προέκταση της κάθε φορά κυβέρνησης για ασύδοτο αλλά και κομματικό έλεγχο.

Κατ΄ αυτόν τον τρόπο μάλιστα και μέσα από την διαχρονική και επικαιροποιημένη ριζωμένη θέση ότι η νομιμοποίηση όπως και η μονιμοποίηση πάντοτε έρχονται εκ των υστέρων για να «δικαιώσουν» προδήλως παράνομες ενέργειες, έχει ενστερνιστεί σε ένα βαθμό απίστευτα σημαντικό και από μια κοινωνία, η οποία αναπροσαρμόζει στην κάθε κυβερνητική-κομματική αλλαγή τα κριτήρια της για το δίκαιο και αντικειμενικό. Σε όλες τις εκφάνσεις, σε όλα τα επίπεδα, για όλες τις υπηρεσίες η πρωτεύουσα άποψη, κάψτε για να καταπατήσουμε, κλέψτε για να κυριαρχήσουμε, λαδώστε για να πετύχουμε, παρανομήστε για να δικαιωθούμε, είναι που δυστυχώς κυριαρχεί σαν τρόπος σκέψης, σαν πολιτική επιλογή και σανκανόνας επιβίωσης. Γι αυτό και οι εκ των υστέρων προσπάθειες για νομική τεκμηρίωση των παρανομιών, για προσφυγή στα δικαστήρια και δικαίωση, μέσα από μια πολυδαίδαλη νομοθεσία, για επίκληση διώξεων και ρεβανσισμού σε ενέργειες που από τη γέννησή τους είχαν μέσα τους το στοιχείο της κατάργησης κάθε νομιμότητας.
Mέσα απ αυτόν το άκρατο και ασυνταγματικό κομματισμό, στην άλωση της δημόσιας διοίκησης καιτην άποψη ότι αυτή, η δημόσια διοίκηση δηλ., αποτελεί εκ των πραγμάτων λαφυραγωγία του νικητή των εκλογών, αλλά και στην «παραδοχή» ότι το ρουσφέτι καλά κρατεί και δικαιωμένα πορεύεται μέσα από γνωματεύσεις εργατολόγων και ενδεχόμενες αποφάσεις διακαστηρίων, εντάσσεται προφανώς και το πρόβλημα των διάφορων προγραμμάτων απασχόλησης. Είτε με την μορφή των συμβάσεων απασχόλησης, είτε φυσικά με την μορφή συμμετοχής στα περιβόητα πλέον προγράμματα stage.

Είναι καθοριστικό και εξόχως σημαντικό επομένως τόσο για τις συμβάσεις ανάθεσης έργου όσο και για την συμμετοχή στα προγράμματα stage,να ξανατονιστεί ότι εξ ολοκλήρου η διαδικασία ανάθεσης και πρόσληψης είναι και γίνεται κατά παραμερισμό του ΑΣΕΠ. Έξω δηλ. από κάθε έννοια πρόσληψης μέσα από αντικειμενικά, ανοιχτά, ίσα, δίκαια και κομματικά ανυστερόβουλα κριτήρια. Αυτό σαν μια πρώτη παρατήρηση με την ταυτόχρονη όμως επισήμανση ότι όλες αυτές οι προσλήψεις, προσλήψεις κομματικής επιλογής και προθαλαμιαίας συναγωγής σε βουλευτικά γραφεία, προσδίδουν όχι άδικα τον χαρακτηρισμό σε όλα αυτά τα παιδιά, των «παιδιών του κομματικού σωλήνα».

Η δεύτερη παρατήρηση όμως είναι αυτή που ο ίδιος ο Πρόεδρος του ΑΣΕΠ,ο καθηγητής κ. Γ. Βέης στην ετήσια έκθεση του ΑΣΕΠ για το έτος 2007 στον τότε Πρόεδρο της Βουλής κ.Σιούφα,είχε αναδείξει. Το ζήτημα της «προνομιακής εξασφάλισης εμπειρίας μέσω των συμβάσεων αυτών, ένα πρόβλημα που επιτάθηκε με το Ν.3613/2007.Άποψη του ΑΣΕΠ είναι ότι οι διατάξεις που προβλέπουν ότι η βαθμολογία εμπειρίας που αποκτήθηκε στο δημόσιο τομέα με συμβάσεις έργου η συμμετοχή σε προγράμματα STAGE προσαυξάνεται κατά 50% πρέπει να καταργηθούν άμεσα και ότι πρέπει να αποφεύγεται η χρησιμοποίηση της εμπειρίας ως τυπικού προσόντος διορισμού, καθώς τούτο έχει ως αποτέλεσμα να παραβιάζεται η αρχή της ισότητας έναντι των υποψηφίων εκείνων που δεν έχουν τη δυνατότητα να προσλαμβάνονται με συμβάσεις έργου η να μετέχουν σε προγράμματα stage,όπου η επιλογή γίνεται εκτός διαδικασιών του ΑΣΕΠ. Ειδικά για την εμπειρία που αποκτάται σε προγράμματα STAGE,πρέπει να παρατηρηθεί επιπλέον ότι είναι μάλλον πλασματική, αφού οι εργαζόμενοι αυτοί περισσότερο μαθητεύουν και λιγότερο απασχολούνται σε πραγματική εργασία»
Αυτά από τον Πρόεδρο μιας ανεξάρτητης Αρχής, χωρίς κανένα σχόλιο με την μόνη υποσημείωση ότι ημερομηνία υποβολής της Έκθεσης η Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2008.Όπως και κανένα σχόλιο για την ιδιαίτερη προτίμηση διορισμού και απασχόλησης στο Δημόσιο τομέα.

Συμπερασματικά επομένως η ανάληψη κάθε σχετικής πρωτοβουλίας που κινείται προς την κατεύθυνσης της ίσης αντιμετώπισης, της δυνατότητας για παροχή ίδιων δυνατοτήτων και της κατάργησης των χρωματισμένων και χαρακτηρισμένων παιδιών από όπου και αν προέρχονται, που στοχεύει στην αξιοκρατία διευρύνοντας και εμπεδώνοντας την αναφαίρετη περί διακαίου έννοια ισότιμα, μόνο θετικά μπορεί να αξιολογηθεί. Προφανώς και σαν τέτοια κρίνεται και θα κριθεί και η πρωτοβουλία της κυβέρνησης για την κατάργηση όλων των ιδιαίτερων προνομίων στις περιπτώσεις αυτές. Όπως θετικά θα κριθεί και η κατάργηση της ανασφάλιστης εργασίας στα προγράμματα για τον ιδιωτικό τομέα. Στο χρόνο και στην πράξη φυσικά και στην προσδοκία για την έκταση του ελέγχου του ΑΣΕΠ σε όλες τις προσλήψεις του δημόσιου τομέα

Όμως πέρα απ τις όποιες νομοθετικές ρυθμίσεις, πέρα από την εξάλειψη και κατάργηση των όποιων κομματικών αγκυλώσεων, των προσωπικών τακτοποιήσεων, υπάρχει και η προσωπική αξιοπρέπεια που σίγουρα και δεν θα πρέπει να διασύρεται τσαλακωμένη και τσαλαπατημένη.
Επιτέλους κράτος ισονομίας, χωρίς «θύματα ειρήνης»,εμπαιγμούς και εμπόριο ελπίδας.


σχετικά άρθρα:

ΝΙΚΟΥ ΑΘ. ΚΑΡΑΜΑΝΙΔΗ: Χρεωκοπία και κοινωνικός διχασμός
ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΙΔΗ: Το σαθρό πολιτικό σύστημα και οι μετακλητοί υπάλληλοι του κ. Προέδρου
ΟΔΟΣ: Η προβολή της αλήθειας
ΝΙΚΟΥ ΑΘ. ΚΑΡΑΜΑΝΙΔΗ: Πολιτική διαφάνεια ή προσωπική βόλεψη;ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΙΔΗ: Το Ε.Σ.Υ., εμείς και ο Αρχιεπίσκοπος

19/11/09

Αναγνώστες έγραψαν: Philoxenia

Αναγνώστης έστειλε την φωτογραφία μέσω κινητού τηλεφώνου που απεικονίζει τουρίστες-μέλη ΚΑΠΗ να χορεύουν με την συνοδεία μαγνητοφώνου, παραδοσιακούς χορούς, με την σημείωση ότι «επιτέλους το όραμα έγινε πραγματικότητα, η Καστοριά απέκτησε ποιοτικό τουρισμό».


ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Η… “δίκαιη Λύρα” της Μάρης Θεοδοσοπούλου

Και να που σε ανύποπτο χρόνο μια ξεχωριστή και σημαντική κριτικός του βιβλίου η κ. Μάρη Θεοδοσοπούλου καταπιάνεται μ’ ένα εκτός εμπορίου βιβλίο που φτάνει στα χέρια της. Υψώνει λοιπόν στην ιστοσελίδα της EX LIBRIS στις 2.10.09, ένα εξαιρετικό κριτικό κείμενο -τιμητικό το πιο πολύ αφού τιτλοφορείται «Καστοριανά ψήγματα χρυσού» - για την γραφή ενός ανθρώπου που λείπει εδώ και λίγους μήνες από κοντά μας. Μαζί μ’ αυτό τιμές περιποιεί η κριτικός εν συνόλω και για την ομάδα του περιοδικού «Παραμιλητό» έναν διάττοντα υψηλής ποιότητας «χαμένων ποιητών»… που συνέστησε ένα ποιοτικό πυρήνα λογοτεχνών πριν από 20 σχεδόν χρόνια και του οποίου μέλος υπήρξε ο Γιώργος Γκολομπίας . Αναφερόμενοι στην Μ.Θ. κριτικά κείμενα της οποίας φιλοξενούνταν παλιότερα σε έντυπα ευρείας κυκλοφορίας -παλιότερα στο «Βήμα» και τώρα στο ένθετο της Ελευθεροτυπίας «Βιβλιοθήκη» αλλά και στο EX LIBRIS της «Εποχής»- οφείλουμε να τονίσουμε πως δεν πρόκειται για κάποια κριτικό που συνηθίζει να κανακεύει τους λογοτέχνες. Η Μ.Θ. διόλου δεν χαρίζεται. Το αντίθετο μάλιστα.
Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που η κριτικός ασχολήθηκε με τον Γιώργο Γκολομπία. Η πρώτη ήταν το 2004 με την ευκαιρία της έκθεσης του αρχείου Λεωνίδα Παπάζογλου στο Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα. Και τότε η κριτική της υπήρξε απλόχερη σε επαίνους καθώς η Μ.Θ. φαίνεται πως αιχμαλωτίσθηκε από το κοίταγμα των φωτογραφιών του επαρχιώτη καλλιτέχνη φωτογράφου και συγκινήθηκε βαθιά από το έπος της διάσωσής του αρχείου όπου διήλθε ο συλλέκτης Γιώργος Γκολομπίας:

(…) Στοιβαγμένες οι γυάλινες φωτογραφικές πλάκες κρατούν κρυμμένα τα μυστικά τους. Χέρια που αγνοούν το θαύμα της φωτογραφίας ξεπλένουν την επίστρωση και τις χρησιμοποιούν σε έργα καθημερινά. Οι γυάλινες πλάκες μεγάλων διαστάσεων αντικαθιστούν σπασμένα τζάμια και όταν δεκαετίες μετά τον θάνατο του φωτογράφου το σπίτι καταρρέει ή και κατεδαφίζεται περιπλανώνται σε χαρτόκουτα καταλήγοντας το συνηθέστερο στα σκουπίδια. Μόνο κατ' εξαίρεση φθάνουν στον συλλέκτη που θα εκτιμήσει τον θησαυρό (…)

(…) Ως γλαφυρή αφήγηση αντιλαμβάνεται τις φωτογραφίες ο Γκολομπίας προσπαθώντας με τις λεζάντες και τον πρόλογο να τις κάνει να μιλήσουν.

(…) γαμήλιες και νεκρικές σκηνές, ποζάτες φωτογραφίες και καρναβαλικές αξίζουν όσο και οι εκτενέστερες εθνολογικές μελέτες. Ενας κόσμος αξιοπρεπής και αγέρωχος, τόσο ανοίκειος σε εμάς σήμερα1
.

Χάρηκα με την γενναιόδωρη, απροσχημάτιστη, βαθιά αισθαντική και αναλυτική ματιά της κριτικού. Με κατέπληξε για μια ακόμη φορά η βαθιά της γνώση και ο «αστυνομικός» τρόπος -και μιλώ για την αποστομωτική όπως πάντα ενημερότητά της- με τον οποίο κύκλωσε το θέμα της κι έδωσε αυτόν τον -τολμώ να πω- διθύραμβο.
Με το σημερινό μου σημείωμα προσπαθώ να ορίσω όχι κάποιες διαφωνίες μαζί της μα να εξηγήσω αυτά που από την πρώτη ματιά μοιάζουν αυθαιρεσίες γύρω από την επιμέλεια της μικρής συλλογής των διηγημάτων του Γιώργου Γκολομπία στην οποία –«ιδίοις αναλώμασιν»- μαζί με το Στάθη Κοψαχείλη έχουμε προβεί τον Μάιο του 2009.

Όταν έστελνα στην ΟΔΟ το διήγημα «Ψάχνοντας το χρυσάφι», τις ήμέρες πολύ κοντά στο θάνατο του Γ. Γ. σαν ένα είδος φιλολογικού μνημοσύνου, μου γεννήθηκε έξαφνα η ιδέα πως μια συλλογή με τα λίγα διηγήματα που είχε γράψει αυτός θα ήταν μιας πρώτης τάξης σπονδή. Το καλύτερο στεφάνι για ’κείνον. Το βιβλίο λοιπόν αυτό προέκυψε από την ανάγκη να συνοδέψουμε στο ξόδι με γραφτά και χαρτί τον εραστή αυτόν του "χάρτινου πολιτισμού", που έφυγε πρόωρα. Ηταν τα δικά μας …χάρτινα κόλυβα στη μνήμη του.
Οφείλουμε να παραδεχτούμε πως η χρονολογική σειρά των δημοσιεύσεων στο "Παραμιλητό" καταστρατηγήθηκε και δεν τηρήθηκε ώστε να δοθεί η κατά το δυνατόν καλύτερη ευκαιρία στον αναγνώστη να … προετοιμαστεί και να διεισδύσει ευκολότερα στο ύφος και τον σιωπηλό κόσμο του Γ.Γ. ( Το βιβλίο εξάλλου διανεμήθηκε στην εκκλησία -σε όσους παραβρέθηκαν στο 40νθήμερο μνημόσυνό του- σ’ ένα δηλαδή ιδιαίτερα ετερόκλητο κοινό όπως αντιλαμβάνεται κανείς).

Στέκομαι λοιπόν στις παρατηρήσεις της κ. Θεοδοσοπούλου που δεν αφορούν τόσο στο αισθητικό μέρος αλλά στοχεύουν κυρίως στην εννοιολογική συσχέτιση του κειμένου με την εικόνα που το συνοδεύει καθώς και στην φιλολογική συνέπεια (που ενδεχομένως απουσιάζει ή στην καλύτερη περίπτωση δεν είναι πολύ φανερή). Αξίζει πρώτα να αναφερθεί πως το βιβλίο αυτό, ετοιμάστηκε σε διάστημα λιγότερο από σαράντα μέρες και ήταν επομένως εκτός από μια «φώτιση» της στιγμής κι ένα μικρό εκδοτικό κατόρθωμα. Ετσι ίσως η αυστηρή φιλολογική προσέγγιση δεν ήταν το κυρίως ζητούμενο και το επείγον. Ενδεχομένως να απέκλινε και από τον βασικό στόχο της έκδοσης. Κρατήθηκαν όμως με ευλάβεια οι απόλυτες εμμονές του Γιώργου. Η ποιότητα της έκδοσης, το πάθος για τη μορφή, η απολύτως βιβλιοφιλική εμφάνιση στο χαρτί, τα τυπογραφικά στοιχεία και φυσικά …η απαρέγκλιτη εμμονή στην αρίθμηση για το «συλλεκτικόν» του πράγματος. Προφανώς οι φωτογραφίες και τα σχέδια, που ο Γ.Γ. είχε επιλέξει να δημοσιεύσει στο «Παραμιλητό» και συνόδευαν τα κείμενα στην πρώτη τους εμφάνιση, να ήσαν και «οι πρέπουσες», όμως η εικονογράφηση στην παρούσα στιγμή δεν θα μπορούσε να γίνει με εκείνες καθώς προέκυπταν αξεπέραστα τεχνικά εμπόδια -ποιότητας κυρίως- μιας και θα ’πρεπε αυτά να αντιγραφούν εκ των ενόντων (δηλαδή από τις σελίδες του περιοδικού). Οι φωτογραφίες από το αρχείο Λ. Παπάζογλου που επιλέχθηκαν συνεισφέρον κατά τη γνώμη μας εννοιολογικά στο κειμενικό περιεχόμενο (Ραβίνος-Η έξοδος, Ο αρραβωνιαστικός- νέος της εποχής, Η κατάρρευση- αναπηρία που δείχνεται κλπ). ΄Οσο για την εικόνα του εξωφύλλου καθώς και αυτήν της σελίδας 10 (με τους πίνακες του Marjanovic) πράγματι με μια πρώτη ματιά μοιάζουν υφολογικά άσχετες με τον κόσμο του βιβλίου. Όχι όμως και με τον συγγραφέα τους…

Και εξηγώ: Ο Γ.Γ χάθηκε από μια σπάνια νευρολογική νόσο που τον οδήγησε σε μια σταδιακά γενικευμένη παράλυση. Στο τέλος είχε διασωθεί μονάχα η λεκτική λειτουργία (εκείνος ο γλαφυρός, ωραίος και ακέραιος λόγος του!) που εξασφάλισε μέχρι το τέλος ικανότατη επικοινωνία. Ενας από τους αγαπημένους του ζωγράφους ήταν και ο εξαίρετος Sasa Marjanovic από τη Σερβία με τη στοχαστική διεισδυτική στους ίσκιους και την γεμάτη νοσταλγία ματιά σε όσα μακραίνουν. Την μυστηριακή έκστασή του απέναντι στο γεγονός του θανάτου και της αναχώρησης. Γύρω στα Χριστούγεννα του 2008, ο Γιώργος παρήγγειλε από τον ζωγράφο τον πίνακα αυτόν τον οποίο δύο μήνες πριν από τον θάνατό του παρέλαβε και τοποθέτησε το σπίτι του, και ύστερα από μεγάλες συζητήσεις για το κατάλληλο σημείο, απέναντι από τη θέση που συνήθιζε να περνά τη μέρα του. Ο πίνακας δεν εικονίζει καμιά νωχέλεια, καμιά ραστώνη. Διαπνέεται από μια διάχυτη θλίψη . Και ο υπαινιγμός της ανημπόριας του σώματος είναι σαφής. Μια παράλυση δίπλα στο νερό (το μόνο φωτεινό και κινούμενο σημείο).
Το δεύτερο πάλι -σκοτεινό και ασάλευτο ερείπιο - της σελίδας 10 (που με άδεια του ζωγράφου συμπεριλήφθηκε) ήταν ένας πίνακας που άρεσε στο Γιώργο. H ειδική τεχνοτροπία που ο ζωγράφος χρησιμοποιεί στις δουλειές του –πριονίδι και ακρυλικό- δίνουν την αίσθηση της απλωμένης διάβρωσης ή «λέπρας»-της διάχυτης τήξης μια πρώτης τάξεως συνοδεία του κειμένου:

Τρυπώνοντας στα ραγίσματα των τοίχων
Ύστερα στα θεμέλια κατεβαίνουν
Βυθίζονται στου κόκκορα το αίμα.


Οι στίχοι ανήκουν σ’ ένα ποίημα του επίσης πρόωρα χαμένου ποιητή Χρ. Μπράβου που αγαπούσε πολύ ο Γιώργος και ίσως δίνει και το «κλειδί» -διαβατήριο για τον εσωτερικό-σκοτεινό κόσμο των διηγημάτων του. Ισως στάθηκε και η αφορμή για να γραφτούν αυτά τα κείμενα…

Και μια μικρή ακόμη παρατήρηση με τον αναγκαίο συνειρμό που κινεί εντός: Ο κινηματογράφος στην πλατεία του χωριού (δωρεάν προβολές της Νομαρχίας και της Μεραρχίας στη δεκαετία του ’60) δεν ήταν καθόλου «βουβός» όπως πιθανολογεί η Μ.Θ. : Μάρθα Βούρτση, Μέμα Σταθοπούλου , Μάνος Κατράκης, Αντζελα Ζήλια και Στέφανος Στρατηγός έδιναν κι έπαιρναν… Το σκηνικό είναι μυστηριακό απολύτως. Ένα πανί λευκό που σαλεύει στην πλατεία με εικόνες. Διάλογοι από το μοναδικό ηχείο. Αντήχηση υποβλητική και μονότονη σ’ όλο το χωριό. Το μόνο φωτερό μέρος η πλατεία. Ολόγυρα απομένουν οι ίσκιοι μονάχα. Σαλεύουν τα δέντρα. Ο θρύλος της μισότρελης Ωραιοζήλης που περιφέρει τη σύφιλη στο κορμί της μέχρι να την αποτελειώσουν στο λάκκο με τον ασβέστη οι στρατιώτες για να μη μολύνει… Το τραγούδι της ακούγεται ακόμα. Εκείνη στηρίζεται στον χαμηλό τοίχο και μας βλέπει…
Στην κυρία Θεοδοσοπούλου ευχαριστίες εκ βάθους που μας έδωσε ακόμα μια φορά την ευκαιρία να νιώσουμε πως ο Γιώργος είναι ακόμα ανάμεσά μας και μιλάμε γι’ αυτόν ωσεί παρόντα. ΄Επίσης για τη λατρεία της στην ανένδοτη «ιεραποστολή της κριτικής» στοιχείο που με το κείμενό της αυτό λαμπρά κατέδειξε!


1. (TO BHMA ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2004)
Το διήγημα του Γιώργου Γκολομπία Ψάχνοντας το χρυσάφι πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό τέχνης Παραμιλητό (τεύχος 4, Φθινόπωρο 1989). Ο Γ. Γκολομπίας αποτελούσε βασικό μέλος της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού.


.