30/6/08

ΟΔΟΣ: Ανεπαισθήτως

Ανησυχία προκλήθηκε στην Ελλάδα, όπως ήταν αναμενόμενο, (έστω και αν οι εξελίξεις είχαν λίγο-πολύ προβλεφθεί) από το εκλογικό αποτέλεσμα στα Σκόπια την π. Κυριακή. Η εκλογική αυτοδυναμία του ακραίου εθνικιστή, πρωθυπουργού κ. Γκρούεφσκι και του κόμματός του και μια γενιάς νέων στην ηλικία αλλά αδιάλλακτων στελεχών, έθεσε προς το παρόν στο περιθώριο τις προσδοκίες για μια άμεση επίτευξη συμβιβαστικής επίλυσης στο θέμα της ονομασίας του γειτονικού κράτους και στην διακοπή της εχθρικής, αλυτρωτικής προπαγάνδας του σε βάρος της Ελλάδος και των Ελλήνων. Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνθηκε ακόμη περισσότερο από την ρευστότητα που προκλήθηκε από τις ταραχές στις εκλογές, σε ελεγχόμενες από τους Αλβανούς περιοχές.

Παρά την αξιοπρόσεκτη εκλογική επίδοση των πολιτικών δυνάμεων που εμφανίζονται διαλλακτικότερες, η κάλπη στα Σκόπια, για μια ακόμη φορά «μίλησε» και το μήνυμά της συνέθλιψε. Και έθλιψε ταυτόχρονα όσους ρομαντικούς πίστευαν ότι θα ήταν ποτέ δυνατό, να συμβεί το ιστορικά πρωτοφανές: Να μην σφυρηλατήσει την αδιαλλαξία και τον εθνικισμό, μια προπαγάνδα, και εν προκειμένω η προπαγάνδα των Σκοπίων, στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας.

Η ΟΔΟΣ δεν σκοπεύει να αναλύσει τις επιπτώσεις του εκλογικού αποτελέσματος στα Σκόπια, στις διενθείς και διμερείς σχέσεις. Αλλά να εξαντλήσει την προέγγισή της, στο γεγονός ότι η Μακεδονία γενικότερα και η Καστοριά πιο ειδικά, βρίσκονται στην πυρίκαυστη ζώνη της ελληνοσκοπιανής διαμάχης.

Άλλωστε και στην περίπτωση της πολιτικής των Σκοπίων, δεν πρέπει να αποκλειστεί το παράδοξο πολιτικό φαινόμενο, που θέλει τους κατ΄ αρχήν αδιάλλακτους, να προχωρούν στους πιο θεαματικούς συμβιβασμούς. Όπως συνέβη στην Τουρκία, ή την Λιβύη.
Στο θέμα των Σκοπίων λοιπόν, αλγεινή εντύπωση προκλήθηκε στην Ελλάδα από την αποκάλυψη των ανθελληνικών εκδηλώσεων του πολιτικού κόσμου, αλλά και του απλού λαού στα Σκόπια και οπουδήποτε στον κόσμο υπάρχουν Σκοπιανοί. Εναντίον όχι απλώς της Ελλάδας, αλλά του ελληνικού λαού. Αλλά και του απροκάλυπτου αλυτρωτισμού ενός κράτους που η σύσταση και η επιβίωσή του, είναι αποτέλεσμα μιας θεωρητικής κατασκευής. Μιας επινόησης, η οποία στήθηκε την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για να υπηρετήσει τα ιδανικά του πανσλαβισμού, μέσω του διεθνισμού και της πολιτικής κατάστασης που επικράτησε τότε στην (βόρεια της Ελλάδος) βαλκανική και την Ανατολική Ευρώπη.

Έτσι, εδώ στην Καστοριά, τους τελευταίους μήνες (από την σύνοδο του Βουκουρεστίου και μετά) έκπληκτη η κοινή γνώμη, αλλά και μουδιασμένη, διαπιστώνει με χειροπιαστές αποδείξεις, ότι οι γείτονες δεν θέλουν την ονομασία «Μακεδονία» για να σκεπάσουν τις ετερότητες του λαού τους. Την απαιτούν ως όχημα, για να «προστατεύσουν» αρχικά και να ..«απελευθερώσουν» κάποτε, τους Έλληνες της Μακεδονίας. Έκπληκτη η κοινή γνώμη, είδε και άκουσε, τον αρχιεπίσκοπο της σχισματικής Εκκλησίας τους, να «δείχνει» την Θεσσαλονίκη και να την αναγάγει, σε κοιτίδα (αλλά και στόχο) του ιδιώνυμου έθνους του.

Και ακόμη πιο έκπληκτη η κοινή γνώμη της Καστοριάς, διαπίστωσε την αμερικανική υποστήριξη για άμεση ένταξη των Σκοπίων, στο ΝΑΤΟ. Και μάλιστα υποστήριξη σε κορυφαίο πολιτικό επίπεδο, έστω κι’ αν σε λίγους μήνες, μετά τις εκλογές του φθινοπώρου στις ΗΠΑ, αναμένεται μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση στις ευρωπαϊκές υποθέσεις.
Αποτέλεσμα αυτής της υποστήριξης είναι να ενισχυθούν τα αντιαμερικανικά αισθήματα και σε ένα νομό σαν την Καστοριά, με ιστορικούς δεσμούς με τις ΗΠΑ που χρονολογούνται από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Τι στ’ αλήθεια, έφταιξε για όλες αυτές τις εξελίξεις;

Η απάντηση είναι απλή: Η πολυετής και μεθοδική προπαγάνδα. Διότι αν αυτοί, (πχ ο τέως πρόεδρος των Σκοπίων Κύρο Γλκιγκόρωφ) που «έστησαν» τα Σκόπια ως κράτος, γνώριζαν, ότι η «Μακεδονία» τους είναι ένα κόλπο, και ήταν έτοιμοι έναντι και κάποιων ανταλλαγμάτων να συμβιβαστούν με την Ελλάδα, η νεότερη γενιά των πολιτικών που ανελίχθηκε και κυβερνά σήμερα, είναι το αποτέλεσμα αυτής της προπαγάνδας. Και δείχνει να πιστεύει εκ βαθέων όσα ακούγονται για την Θεσσαλονίκη, την Καστοριά, τους Έλληνες και τους σκλαβωμένους ..αδελφούς.

Επομένως, για μια ακόμη φορά, το ζήτημα δεν είναι το τι γνωρίζει κανείς, αλλά το τι και πόσο πιστεύει. Και αυτοί, εκεί στα Σκόπια, πιστεύουν στον «μακεδονισμό» τους. Κατόρθωσαν, οι ίδιοι και η προπαγάνδα τους να παρασύρουν τους ούτως ή άλλως ευαίσθητους σε θέματα αυτοπροδιοριμού υποστηρικτές τους σε άλλα κέντρα, αμερικανικά κυρίως, αλλά και στην Αυστραλία. Και έτσι ξεφύτρωσε το αεροδρόμιο «Μέγας Αλέξανδρος» στα Σκόπια. Καθώς και η συζήτηση, για το αν θα έχει η Ελλάδα δικαίωμα χρήσης του ονόματος «Μακεδονία» (!).

Καιρός λοιπόν και εδώ στην Καστοριά, να ψάξουν στα βαθύτερα πιστεύω τους, και όσοι από ρομαντισμό ή αφέλεια, ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, επιχειρούν από 20 ετίας περίπου, με όχημα την παραδοσιακότητα, δηλαδή την (δήθεν) αυθεντικότητα, να αναδείξουν τις ανύπαρκτες ομοιότητες και μάλιστα γενικευμένα, των κατοίκων της πόλης και του νομού Καστοριάς με τους πάσης φύσεως και λογής βορείους γείτονες. Να ψάξουν να βρούν τις πιθανές ευθύνες αυτής της αντίληψης, στις παρεξηγήσεις που προκλήθηκαν και εδραιώθηκαν σε ξένα κέντρα καταγραφής των ζυμώσεων, σε κέντρα ανάλυσης και αποφάσεων, ιδίως στις ΗΠΑ.

Τα οποία εκτός από τους «Μακεδόνες» μετανάστες που κατάγονταν από την περιοχή πριν την εκκαθάριση και καλλιεργούσαν το σαράκι του «μακεδονισμού» τους στη Δύση, είχαν εδώ και αρκετά χρόνια και αδιάσειστα στοιχεία, μουσικά, μέχρι και γλωσσικά, ενδυματολογικά καθώς και πολλές-πολλές φωτογραφίες και videos ότι, εκεί στην Καστοριά, όπως και σε άλλες περιοχές της βόρειας Ελλάδος, υπάρχουν ορισμένοι οι οποίοι αν και Έλληνες, ωστόσο, πολιτιστικά, δηλαδή συναισθηματικά, και επομένως στην ουσία, δεν εύρισκαν και τόσο ακατανόητο το ηθικό δικαίωμα των Σκοπίων να «μακεδονίζουν».

Διότι, ας μην απατάται κανείς: Αυτή είναι αλήθεια. Μερίδιο στην ευθύνη διαστροφής της ιστορικής αλήθειας, δεν έχουν μόνο κάποιοι κατά τα άλλα (όχι και τόσο) γραφικοί του Ουρανίου Τόξου.

Πρέπει επομένως, να ευαισθητοποιηθούν πολιτικοί και εκφραστές της κοινής γνώμης στην Καστοριά. Βουλευτές, κόμματα, οι Δήμοι και άλλοι, ιδίως ορισμένα σωματεία και πολιτιστικοί σύλλογοι, ιδιαίτερα τώρα, μετά το εκλογικό καμπανάκι των Σκοπίων, πρέπει να εξετάσουν τα δεδομένα, και να τα αναλύσουν. Πρέπει προπαντός η Καστοριά που ουδέποτε αντιμετώπισε ζήτημα προσανατολισμού, να δει το είδωλο, το στίγμα της, να καθρεφτιστεί στα νερά της λίμνης της. Και να κάνει την αμηχανία, πράξη και αντίδραση. Να σχεδιάσει το μέλλον και να ξαναγίνει υπερήφανη.

Γιατί, αν κάτι τουλάχιστον πέτυχαν έως τώρα οι γείτονες με την προπαγάνδα τους, καθώς και οι εγχώριοι ρομαντικοί, είναι να πλήξουν το αίσθημα της ακεραιότητας στην αυτοπεποίθηση. Έστω και ανεπαισθήτως.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.6.2008]

ΚΑΣΤΟΡΙΑ - ΦΛΩΡΙΝΑ Κυριαρχούν οι εφημερίδες

"Επτά φύλλα που κυκλοφορούν σε εβδομαδιαία βάση, καθώς και δύο καθημερινά μπορούν να διαβάσουν οι κάτοικοι της όμορφης Καστοριάς. Στην πρώτη κατηγορία κυριαρχεί η “Οδός”, μια εφημερίδα που διανέμεται αποκλειστικά στους συνδρομητές της και σύμφωνα με τη μεγάλη έρευνα της γενικής γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας είναι πρώτη σε συχνότητα ανάγνωσης"

ΟΔΟΣ: Άρση

Μετά από πολύμηνες διαβουλεύσεις αποφασίστηκε τελικά η άρση του επιτιμίου που είχε επιβληθεί στον ηγούμενο και στους μοναχούς της Ιεράς Μονής Αγίων Αναργύρων για εκκλησιαστικά παραπτώματα τα οποία τους αποδόθηκαν. Η εξέλιξη αναμφίβολα πρέπει να θεωρηθεί θετική και να ενθαρρυνθεί η αποκατάσταση κλίματος ενότητας και ομόνοιας στους κληρικούς αλλά και στους πιστούς, οι οποίοι είχαν διαιρεθεί με την σειρά τους από τις κάκιστες εξελίξεις στην τοπική Ιερά Μητρόπολη που αποτελούν πια παρελθόν.

Εντύπωση ωστόσο προκάλεσε η παράγραφος του δελτίου τύπου της Ιεράς Μητροπόλεως με το οποίο ανακοινώθηκε η άρση του επιτιμίου, που ορθά ερμηνευόμενη επιρρίπτει το ανάθεμα της ευθύνης για την διαίρεση της τοπικής Εκκλησίας σε πιστούς του οποίους περιγράφει αόριστα με τον όρο «αντιεκκλησιαστικά φαινόμενα».


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ
Επί της άρσεως
του επιτιμίου της ακοινωνησίας σε πατέρες της Ι. Μονής Αγίων Αναργύρων

Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος στην τακτική συνεδρία της τον Μάϊο του 2008, λαβούσα υπ’ όψιν, αφ’ ενός το αίτημα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Σεραφείμ περί άρσεως του επιτιμίου της ακοινωνησίας που είχε επιβάλει η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος στον ηγουμενεύοντα και σε πατέρες της Ιεράς Μονής των Αγίων Αναργύρων και αφ’ ετέρου έγγραφο της Ιεράς Μονής των Αγίων Αναργύρων στο οποίο ζητείται η επιείκεια της Ι. Συνόδου, καταδικάζοντας ταυτόχρονα όλα τα αντιεκκλησιαστικά φαινόμενα που μεθοδεύονταν στην Ι. Μητρόπολη Καστοριάς, αποφάσισε κατά άκρα επιείκεια και οικονομία: την άρση του επιτιμίου της ανακοινωνησίας τόσο στον ηγουμενεύοντα της Ιεράς αυτής Μονής όσο και στους λοιπούς επιτιμηθέντες πατέρες, θέτοντας παράλληλα και τις προϋποθέσεις για την διασφάλιση της ενότητας στην τοπική Εκκλησία της Καστοριάς. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καστοριάς κ. Σεραφείμ, ευχαριστεί τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και τα μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και εύχεται η πιστή εφαρμογή της αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου να επιφέρει ειρήνευση στην Εκκλησία της Καστοριάς.

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.6.2008]


Σχετικά κείμενα:


29/6/08

ΟΔΟΣ: Ντολτσό

Άρχισαν και στην πλατεία του Ντολτσού να βγαίνουν τα τραπεζάκια έξω. Αρκεί βέβαια, να μην «μεταλαμπαδευτεί» το πολύ κακό προηγούμενο της νότιας παραλίας, όπου η κατάσταση είναι άναρχη και εκτός ελέγχου. Ιδιαίτερα εν όψει του γεγονότος ότι η πλατεία του Ντολτσού έχει ιστορική σημασία για την νεότερη ιστορία της Καστοριάς, βρίσκεται δε εκεί και το ηρώο των αδελφών Εμμανουήλ.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.6.2008]


ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Θ. ΔΟΛΛΑ: Μα ο κύριος Τσίπρας δεν εκφράζει τον κόσμο της ηλικίας του…

Αγαπητή Οδός γεια σου!

Με λένε Θανάση και είμαι συνομήλικος του Αλέξη, άρα νέος!Είμαι φανατικός θαυμαστής σου και έχω κάνει όλα τα πρωτοσέλιδα σου πόστερ στο δωμάτιο μου! Μερικές φορές σε διαβάζω και στις μέσα σελίδες… αλλά… δεν σε πολυκαταλαβαίνω…

Να, όπως την προηγούμενη εβδομάδα που είχες ένα άρθρο με τίτλο: «Μάο»… Στην αρχή, νόμισα ότι είναι για τους «Μάο» και εμένα πολύ μου αρέσουν οι ιστορίες με φυλές από την Αφρική… μετά κατάλαβα ότι ήταν για τους Κινέζους! Πολύ με μπέρδεψες με την φωτογραφία του στρουμπουλού, χαμογελαστού κυρίου, γιατί, εγώ ήξερα ότι οι Κινέζοι πεινάνε…

Αυτό που με δυσκόλεψε περισσότερο, όμως, ήταν οι άγνωστες λέξεις και ιδιαίτερα η «νομενκλατούρα», αλλά, αφού την είπε ο Αλέξης πρέπει να είναι καλή, έτσι δεν είναι; Εμένα πολύ μου αρέσει ο Αλέξης και σκέφτομαι να τον ψηφίσω! Σαν καλός δεξιός όμως που είμαι, έχω συνηθίσει να ψηφίζω αυτό που μου λέει ο μπαμπάς μου, δηλαδή Νέα Δημοκρατία! Που να σουν μπροστά όταν του το πα!:

- Μπαμπά, θα ψηφίσω Τσίπρα!
-Τιιιιιιιιι; Τσίπρα; Έξω απ’ το σπίτι!
-Μπαμπάα, στο σπίτι μου είμαστε…
-Σπίτι σου; Θα σε αποκληρώσω!
-Μπαμπάα, μου τά γραψες όλα όταν ήμουν μικρός.
-Εεε… τότεε… έλα να το συζητήσουμε. Γιατί θέλεις να ψηφίσεις Τσίπρα;
-Γιατί έχει μηχανή!
-Και από πότε σου αρέσουν εσένα οι μηχανές;
-Από τότε που είδα τον Αλέξη καβάλα!
-Αν σου πάρω μηχανή, θα υπάρχει λόγος να τον ψηφίσεις;
-Ναι! Η νομενκλατούρα!
-Τι είναι η νομενκλατούρα;
-Δεν ξέρω, αλλά μ’ αρέσει!
Και γιατί σ’ αρέσει;
-Γιατί την είπε ο Αλέξης!»

Ας με συμπαθούν οι αναγνώστες της Οδού για το ύφος 8χρονου που χρησιμοποίησα, αλλά, κάπως έτσι ένιωσα διαβάζοντας ότι ο κύριος Τσίπρας εκφράζει τους νέους σήμερα…

Οι νέοι σήμερα δεν ονειρεύονται έναν κόσμο με μηχανές, αλλά, έναν κόσμο με υβριδικά αυτοκίνητα. Νομενκλατούρα; «Φοβάμαι, ότι, αυτά είναι Κινέζικα για μας κύριε Τσίπρα!».

Y.Γ. Αγαπητή Οδός, τι είναι τελικά η «νομενκλατούρα»;
[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.5.2008]

ΑΡΕΤΗΣ ΚΑΡΚΟΥ: Ο συγγραφέας Φίλιππος Μανδηλαράς στην Κωνσταντινίδειο Βιβλιοθήκη

Η Σοφία Μαντουβάλου, η Νανίνα Σακκά, η Πόλυ Βασιλάκη και πριν λίγες μέρες ο Φίλιππος Μανδηλαράς ζέσταναν φέτος με την παρουσία τους τη Βιβλιοθήκη του Δήμου μας. Κι εμείς περιπλανηθήκαμε στα μονοπάτια τους…
Μόνο που το τελευταίο μονοπάτι μάλλον το χαράξαμε μαζί με τον Φίλιππο Μανδηλαρά. Ίσως μας έδειξε τον τρόπο…
Θα σας πω δυο λόγια για τον συγγραφέα.

Ο Φίλιππος Μανδηλαράς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1965. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Παρίσι και στη συνέχεια στράφηκε στις κοινωνικές επιστήμες μελετώντας τα ξωτικά του Ελλαδικού και Μεσογειακού χώρου.
Απόρροια των σπουδών του είναι κατ΄αρχάς η ενασχόλησή του με τον ελληνικό υπερρεαλισμό και ιδιαίτερα με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο.
Παράλληλα ασχολήθηκε με τη δημιουργία και την εφαρμογή μιας μεθόδου Δημιουργικής Γραφής για παιδιά, αλλά και για ενήλικες με σεμινάρια σε εκπαιδευτικούς, ανακοινώσεις σε συνέδρια και εργαστήρια με παιδιά Δημοτικού και Γυμνασίου.
Από το 1998 ασχολείται συστηματικά με την παιδική λογοτεχνία ως μεταφραστής, επιμελητής, αναγνώστης και συγγραφέας. Έχει γράψει γύρω στα εικοσιπέντε βιβλία και πάνω από οχτακόσιες μεταφράσεις. Kαι επισκέπτεται σχολεία και βιβλιοθήκες σ΄όλη την Ελλάδα όπου στήνει αυτοσχέδιες παραστάσεις με τη συμμετοχή μαθητών που δραματοποιούν ελεύθερα τις ιστορίες που έχει εκδώσει.

Κάποια βιβλία του που ξεχώρισα και θα τα βρείτε στη Βιβλιοθήκη μας:
Ρίκγι το μυρμήκγι, 1998, με την Αγγελική Πασσιά, εκδόσεις Φυτράκη, Η φεγγαρόσουπα, 2006, με τη Βάσω Γιαρένη, Πιάστε τους!, 2003, με τη Μαρία Παπαγιάννη. Το βιβλίο τιμήθηκε με έπαινο από τον Κύκλο Παιδικού Βιβλίου και ήταν η αιτία για την προηγούμενη επίσκεψη του συγγραφέα στην Καστοριά το 2004 μαζί με τη Μαρία Παπαγιάννη. Ο Ολυμπιονίκης που έβλεπε τα ψάρια να περνούν, 2003, Ο Άγιος Βασίλης είμαι εγώ, εσύ κι όλοι αυτοί που έχουν καρδιά να αγαπάνε, 2007. Το βιβλίο αυτό το παρουσιάσαμε ως θεατρικό δρώμενο στη χριστουγεννιάτικη γιορτή μας στη Βιβλιοθήκη, το Δεκέμβριο. Νίκη ή αυτό που φαίνεται κι αυτό που είναι, 2005, το αγαπημένο βιβλίο του συγγραφέα που διαβάζεται με πολύ ενθουσιασμό από τους εφήβους, Τα μπανανόψαρα, 2007, Εργαστήριο Δημιουργικής Γραφής για παιδιά, 2001, με την Αγγελική Πασσιά. Όλα αυτά από τις εκδόσεις Πατάκη. Και Τα Ξωτικά. Όψεις του φανταστικού στον νεοελληνικό πολιτισμό, 2004, από τις εκδόσεις Φυτράκη. Από τις μεταφράσεις του ξεχώρισα τα βιβλία: Με αγάπη Κλάρις Μπιν και Πού έμπλεξες πάλι Κλάρις Μπιν της Λόρενς Τσάιλντ από τις εκδόσεις Πατάκη, που εντυπωσίασαν τα παιδιά του Γυμνασίου.
Θα προσπαθήσω, τώρα, να σας δώσω μια ιδέα της γιορτής, γιατί την αίσθηση την αποκτάς μόνο αν είσαι εκεί…

Τη Δευτέρα, λοιπόν, 12 Μαΐου στις 6 το απόγευμα ήμασταν εκεί, στο ζεστό χώρο της Βιβλιοθήκης μας και πετάξαμε με «Τα μπανανόψαρα», το πρόσφατο βιβλίο του συγγραφέα. Η Πολιτιστική ομάδα του Γυμνασίου Κορησού παρουσίασε με τη μορφή θεατρικού αναλογίου εφτά από τις έντεκα ιστορίες του βιβλίου. Τα παιδιά μαζί με τον Ιερεμία Κουντζ, τη Ζωή, το Νοά, τη Μαλού, τον Λάλο, τον Μάρτιν Άιζενχοφ, και τον κύριο Νίκμπελ πέταξαν καβάλα στα μπανανόψαρα τραβώντας μαζί τους στο ταξίδι όσους μπόρεσαν να συναισθανθούν. Κι όπως είπε ο συγγραφέας στο τέλος, οι ιστορίες του είναι σκιές που τις νιώθεις, αν μπορείς. Αυτό κυρίως. Δεν έχει σημασία, αν θα τις καταλάβεις. Μόνο να τις νιώσεις κι έχεις βρει τη δική σου αλήθεια...

Το πρωί της Δευτέρας ο συγγραφέας επισκέφτηκε το Γυμνάσιο της Κορησού όπου έκανε μια πρώτη επαφή με τα παιδιά της Πολιτιστικής ομάδας, αλλά γνωρίστηκε και με τους υπόλοιπους μαθητές του σχολείου, κουβέντιασε κι έπαιξε μαζί τους. Την Τρίτη το πρωί στο 1ο Δημοτικό Καστοριάς και στο Δημοτικό της Κορησού είχαν την ευκαιρία τα παιδιά να περάσουν ευχάριστα και δημιουργικά, αφού δραματοποίησαν ρόλους από τις ιστορίες του.
Καθώς έφευγε το απόγευμα της Τρίτης από την Καστοριά με ένα κοπάδι μπανανόψαρα να παίζουν μέσα στα μαλλιά του, νιώσαμε την ανάγκη να του πετάξουμε μια χούφτα χρώματα, για να τον χαιρετήσουμε. Τότε, τα μπανανόψαρα άφησαν για λίγο το παιχνίδι τους με τα μαλλιά του, στροβιλίστηκαν για λίγο μέσα στα χρώματα, τα έμπλεξαν, τα ξέμπλεξαν κι έπειτα τσίμπησαν προσεκτικά τις άκρες τους και τα έδεσαν μακριά κλωστή. Μ΄ αυτή πέταξαν ως εμάς, μας άπλωσαν τη μια της άκρη και πέταξαν γρήγορα να τον προλάβουν που απομακρυνόταν…


Ιδανικές μέρες για μπανανόψαρα

Του Φίλιππου Μανδηλαρά


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΠΑΝΑΝΟψαρο το είδα στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, τη στιγμή ακριβώς που ο συνοφρυωμένος υπάλληλος στον έλεγχο αποσκευών μου ανακοίνωνε ότι η πτήση για την Καστοριά είχε ακυρωθεί.
Το είδα να εμφανίζεται πάνω από τον ιμάντα που μεταφέρει τις αποσκευές, να υψώνεται ως τον πίνακα ανακοινώσεων με το σήμα της Ολυμπιακής Αεροπορίας και στη συνέχεια να βουτάει μέσα στο πλήθος που διασταύρωνε τα βήματά του (αλλά όχι και τις ματιές του) στo καλογυαλισμένο πάτωμα της εισόδου του αεροδρομίου. Μετά, κάποιος ενεργοποίησε την αυτόματη πόρτα και το μπανανόψαρο γλίστρησε από το άνοιγμά της, πέρασε ξυστά πάνω από το κεφάλι ενός ιδιωτικού αστυνομικού και χάθηκε στον ανοιξιάτικο ουρανό.
Κοίταξα γύρω να διαπιστώσω αν κάποιος το είχε προσέξει αλλά όλοι ήταν τόσο απασχολημένοι με τον αριθμό της πτήσης τους, την έξοδο στην οποία θα έπρεπε να κατευθυνθούν και την τήρηση της σειράς στον έλεγχο αποσκευών, που αποκλείεται –σκέφτηκα- να παρατηρούσαν ένα τόσο δα ψαράκι, κι ας ήταν και ιπτάμενο.
«Το είδατε;» άκουσα κάποιον να μου ψιθυρίζει συνωμοτικά πίσω μου.
Γύρισα ξαφνιασμένος και είδα τον Ιερεμία Κουντζ.
Τον κύριο Κουντζ τον είχα συναντήσει μία και μοναδική φορά σε μια βιβλιοθήκη. Εκεί μου είχε διηγηθεί τη θαυμαστή ζωή του, όπως και το όνειρό του να βρει τις συντεταγμένες του νησιού όπου ζουν τα μπανανόψαρα.
«Ταξιδεύετε, κύριε Κουντζ;» τον ρώτησα.
«Όχι απαραίτητα» μου απάντησε. «Ξέρετε, αγαπητέ μου, τα καλύτερα ταξίδια, γίνονται με τη φαντασία μας. Τους ομορφότερους προορισμούς, μόνοι μας τους επινοούμε».
Τον κοίταξα απορημένος. Τι προσπαθούσε να μου πει;
«Εσείς ταξιδεύετε;» με ρώτησε.
Του μίλησα για την πτήση μου που ακυρώθηκε, για τα παιδιά του Γυμνασίου στην Κορησό που με περίμεναν, για τον ενθουσιασμό τους με τα μπανανόψαρα... Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι με κοιτούσε δίχως να με ακούει.
«Αυτές οι πρώτες μέρες του Μαγιού είναι ιδανικές για μπανανόψαρα» είπε. «Δεν συμφωνείτε;» Και με μια κίνηση του χεριού, μου έδειξε προς την τζαμαρία της εξόδου. Τη στιγμή εκείνη, ένα κοπάδι μπανανόψαρα έπλεε αργά προς τον πύργο ελέγχου του αεροδρομίου.
Τα παρακολουθήσαμε και οι δύο με τα μάτια κι έπειτα, όταν χάθηκαν από το οπτικό μας πεδίο, ο κύριος Κουντζ γύρισε προς τη μεριά μου, μου έσφιξε το χέρι, μου ευχήθηκε καλό ταξίδι και κατευθύνθηκε προς το κοντινότερο καφέ. Λίγο μετά, χάθηκε στο πλήθος που εξακολουθούσε να σέρνει βουβό τις βαλίτσες στο καλογυαλισμένο πάτωμα.
Το παράδοξο με τα μπανανόψαρα, είναι ότι ποτέ δεν ξέρεις αν σε ακολουθούν αυτά ή αν εσύ τα ακολουθείς. Έχει όμως σημασία; Σημασία έχει ότι παντού στο δρόμο μέχρι την Καστοριά συναντούσα μπανανόψαρα (θες ανάμεσα στα σπάρτα που θάμπωναν τους οδηγούς στην εθνική οδό με το ζεστό τους κίτρινο, θες στις εξόδους των τούνελ όπου έπλεαν μαζεμένα, σαν ψάρια εξωτικά μέσα σε ενυδρείο, θες στις διασταυρώσεις των επαρχιακών δρόμων ή στις γέφυρες ποταμών και ξεροποτάμων) –παντού. Κι όταν, επιτέλους, έφτασα στην πόλη που ‘ναι χτισμένη γύρω από τη λίμνη, διαπίστωσα ότι μέσα στην υγρασία που ‘χε καλύψει κτίρια, δέντρα και ανθρώπους, έπλεαν εκατοντάδες μπανανόψαρα. Υπέροχα!
Σκέφτηκα τα λόγια του Ιερεμία Κουντζ: «Τους ομορφότερους προορισμούς, μόνοι μας τους επινοούμε». Χαμογέλασα. Έτσι είναι, ψιθύρισα κι έκανα να πιάσω ένα μπανανόψαρο που έφερνε γύρους το σακίδιό μου. Με μια δυνατή ώθηση των πτερυγίων του, το μπανανόψαρο απομακρύνθηκε ως ένα στενό, πίσω από τη Νομαρχία.
Όμως, προς μεγάλη μου έκπληξη, γρήγορα διαπίστωσα ότι δεν ήμουν ο μόνος που έβλεπε τα μπανανόψαρα. Όχι! Κι άλλοι πολλοί τα έβλεπαν κι ο καθένας τους έδινε τα δικά του χαρακτηριστικά που καθρέφτιζαν τη δική του ανάγκη για υπέρβαση, τις δικές του ανησυχίες -τη δική του αλήθεια, εντέλει. Έξαφνα, διαπίστωσα ότι τα μπανανόψαρα δεν ήταν πια ένα μυστικό που μοιραζόμουν με τον κύριο Κουντζ και μερικούς φίλους και αναγνώστες, αλλά ότι είχαν αποκτήσει δική τους οντότητα, δρούσαν ανεξάρτητα στη φαντασία του καθενός, ελεύθερα. Και τότε συνειδητοποίησα τη βαθύτερη αλήθεια των λόγων του Ιερεμία Κουντζ. Τα καλύτερα ταξίδια δεν είναι ποτέ γεωγραφικά. Οι ομορφότεροι προορισμοί βρίσκονται στα σημεία εκεί όπου τέμνεται η άλεκτη ανάγκη των ανθρώπων για επικοινωνία. Εκεί όπου επινοείται μια νέα, προσωρινή αλήθεια μέχρι το επόμενο ταξίδι. Αυτήν την αλήθεια έζησα με τους μαθητές του Γυμνασίου της Κορησού και τους ευγνωμονώ γι’ αυτό.
Τελικά, οι πρώτες μέρες του Μαγιού είναι ιδανικές για μπανανόψαρα. Να το θυμάστε!


[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.6.2008]

ΟΔΟΣ: Πολιτική πελατεία

Έπρεπε να περάσουν 3 ολόκληροι μήνες -από τότε που η ΟΔΟΣ με σχετική φωτογραφία και σχόλιο, αποκάλυπτε στο 435ο φύλλο της 20ης Μαρτίου, την τοποθέτηση κεραίας κινητής τηλεφωνίας στην οδό Εβραΐδος και μάλιστα καμουφλαρισμένη σε καπνοδόχο- για να ευαισθητοποιηθεί με αδικαιολόγητη καθυστέρηση η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καστοριάς και να ερευνήσει το ζήτημα και την καταγγελία, την οποία δεν αποκάλυψε κανένας σύλλογος αλλά η ΟΔΟΣ. Τονίζεται ότι απαιτήθηκε έκτοτε να σταλούν δύο επιστολές τοπικού σωματείου προς τον νομάρχη Καστοριάς για το συγκεκριμένο ζήτημα, για να αρχίσει με πολύμηνη καθυστέρηση (προφανώς στο πλαίσιο των πολύπλοκων σχέσεων των πολιτικών με τους συλλόγους) να επιδεικνύει επιτέλους η Νομαρχία Καστοριάς τις περιβαλλοντικές ανησυχίες της.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.6.2008]

ΛΕΩΝΙΔΑ ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΥ: Στον απόηχο της 33ης Διεθνούς Έκθεσης Καστοριάς

Είναι κοινή ομολογία όλων ότι, η 33η Δ.Ε.Γ Καστοριάς ήταν μια από τις εντυπωσιακότερες εκθέσεις όλων των εποχών. Δεν την χαρακτηρίζω ‘από τις καλύτερες΄ διότι ο όρος αυτός συμπεριλαμβάνει όχι μόνο την οργάνωση την εμφάνιση την συμμετοχή κλπ αλλά και το μέγεθος, , των πωλήσεων (κοινώς τζίρο), τον οποίο δεν θα τον μάθουμε καμιά φορά, όπως γίνεται φυσικά κάθε χρόνο, καθότι δεν είναι ούτε τόσο εύκολα μετρήσιμο, αλλά ούτε και οι εκθέτες αποκαλύπτουν τα μυστικά τους. Το τι πωλήσεις έκανε ο κάθε εκθέτης χωριστά, το ξέρει αυτός μόνο και η σκούφια του, που λέει ο λαός μας. Έτσι λοιπόν η φετινή έκθεση ακολουθώντας το νεωτεριστικό πνεύμα της προηγούμενης διοίκησης ήταν ακόμη εντυπωσιακότερη ίσως διότι,(και είναι θεμιτό) ο απερχόμενος νυν πρόεδρος κ. Μαλεγγάνος ήθελε να απέλθει με μια επιτυχία μεγαλύτερη από αυτή των προκατόχων του.
Εάν θέλουμε δε να κάνουμε μία παρατήρηση στις λεπτομέρειες ως έμπειροι παρατηρητές, τρίτοι απ’ έξω, θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε ότι:

-Υπήρξε μια εντυπωσιακή εξωτερική εμφάνιση στην είσοδο με τις παρεμβάσεις που έγιναν.
-Καλύφθηκαν όλοι οι χώροι, με καινοτομία τη χρησιμοποίηση του Σόουρουμ και την απελευθέρωση των διαδρόμων.
-Το λογότυπο της έκθεσης με την καρδιά, που δεν είχε καμιά σχέση με το σκιουράκι που παραπέμπει στην εκτροφή γουνοφόρων ζώων.
-Το ‘γκαλά’ στη λίμνη και πολλά άλλα φυσικά όπως η ποιότητα των εκθεμάτων που δεν αφορά τον διοργανωτή αλλά τους εκθέτες που κάνουν τον δικό τους αγώνα για επιβιώσουν σε ένα έντονο ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Αυτά και πολλά άλλα θα μπορούσε να παρατηρήσει ένας ξένος επισκέπτης που δεν γνωρίζει την παθογένειά μας και τις ατέλειές μας στην λεπτομέρεια, που δυστυχώς τις περισσότερες φορές είναι κωμικοτραγικές και καταστροφικές.

Εμένα φυσικά, που παρακολουθώ τις εκθέσεις από κοντά, έμμεσα τώρα άμεσα παλαιότερα, με εντυπωσίασαν αρκετά πράγματα, μεταξύ των οποίων και το έντυπο υλικό που ετοίμασε το Κ.Ε. Γούνας. Είναι ένα αξιόλογο έντυπο και ηλεκτρονικό υλικό που αναφέρεται στις δράσεις του Κ.Ε.Γ. από την ίδρυση του μέχρι σήμερα, διαχωρίζοντας φυσικά έντεχνα αυτά που έγιναν επί ΠαΣοΚ και αυτά που έγιναν και γίνονται επί Ν.Δ. Ξεφυλλίζοντας λοιπόν αυτό το πολυτελέστατο και καλαίσθητο έντυπο υλικό, έφθασα στην σελίδα 47 που αναφέρεται, στην γνωστή στην επιστήμη του Μάρκετινγκ, Σουότ Ανάλυση, όπου οι απειλές και οι ευκαιρίες είναι τυπωμένες ανάποδα και διορθωμένες εκ των υστέρων έντεχνα με δύο βέλη. Θα μου πείτε τόσο σοβαρό λάθος είναι αυτό και το κάνεις λόγο;

Όταν ξοδεύεις τόσα εκατομμύρια για προγράμματα και έντυπα που είναι χρήματα του έλληνα και ευρωπαίου φορολογούμενου, όταν για την δουλειά που σε διόρισε μια κυβέρνηση ακριβοπληρώνεσαι, οφείλεις να κάνεις τη δουλειά σου σωστά και στην λεπτομέρεια ακόμη, καθότι η λεπτομέρεια κάνει την διαφορά και τουλάχιστον πριν κάτι εκτυπωθεί να το ελέγξεις. Μη μου πείτε ότι γι’ αυτό φταίει ο τυπογράφος και ο δαίμων του τυπογραφείου; Όχι βέβαια καθότι κάθε επαγγελματίες τυπογράφος πριν τυπώσει στέλνει τα δοκίμια προς τελικό έλεγχο και έγκριση και μετά τυπώνει.

Φυσικά το Κ.Ε.Γ. απ΄ ότι γνωρίζουμε στο Δ.Σ. έχει και οικονομολόγο και διεθνολόγο Μάρκετινγκ, ώστε να μπορέσουν να ελέγξουν μια διατύπωση της Swot Analysis. Δεν θέλω να επιμείνω στο θέμα αυτό παραπάνω καθότι στη συνέχεια υπάρχουν άλλα σοβαρότερα θέματα.
Το Κέντρο Γούνας λοιπόν εκτός από αυτό το χρησιμότατο έντυπο μοίραζε και άλλα επιμέρους κατατοπιστικότατα φυλλάδια, 12 στον αριθμό, όπου μεταξύ άλλων αναφερόταν σε διάφορα ευρωπαϊκά προγράμματα, όπως το Eureka, Global Grants ακόμα και για συνεργασίες με τους Αλβανούς μέσω Interreg , αλλά καμιά αναφορά ή κάποιο πρόγραμμα για την αξιοποίηση του διεθνούς μας αεροδρομίου ‘’Αριστοτέλης’’ στο οποίο επένδυσε η πολιτεία(εμείς δηλαδή οι φορολογούμενοι) σε σημερινές τιμές 10 δις δρχ. ή 30 εκατομμύρια ευρώ. Και το ερώτημα είναι γιατί;

Πως ο νυν Δ/νων του Κ.Ε.Γ. όταν διεκδικούσε τη προεδρία της ΕΔηΚα είχε κάνει σημαία του την ενεργοποίηση του αεροδρομίου μέσω πτήσεων τσάρτερ, την διαφάνεια στις συναλλαγές της ΕΔηΚα, την ανοιχτή και φωτογραφική καταγγελία σε παράγοντες και μη, και τώρα που έχει την δυνατότητα να βοηθήσει την ΕΔηΚα να δρομολογήσει πτήσεις τσάρτερ, άκρα του τάφου σιωπή. Ή μήπως αυτός θέλει και δεν δέχεται η ΕΔηΚα; Ερώτημα κάνω.

Με ποια επιχειρήματα οι κύριοι παράγοντες θα ζητήσουν νέο εκθεσιακό κέντρο, όταν το αεροδρόμιο έχει πιάσει αράχνες, το εκθετήριο γούνας δεν εκφράζει όλους τους γουνοποιούς, δεν μπορεί να κάνει πολιτική γούνας και εξαρτάται από τουρίστες που δεν ελέγχει, όταν ο πρόεδρος του συνδέσμου καταγγέλλει ότι τα εκθετήριο δεν συντηρείται ενώ ο πρόεδρος της ΕΔηΚα ‘παρακαλεί’ το κράτος να του δώσει χρήματα για συντήρηση; Όταν λέει ο Νομάρχης ότι χρηματοδοτούμε τον Σύνδεσμο για τη έκθεση μέσω ΕΔηΚα και βγαίνει ο Πρόεδρος της ΕΔηΚα και τον διαψεύδει με αποτέλεσμα να διερωτώνται οι δημοσιογράφοι δημοσίως ποιος λέει την αλήθεια και ποιος ψέματα, τότε τι βάση να δώσεις σε τέτοιες συμπεριφορές να σου διαχειρισθούν τις επενδύσεις; Αυτά δεν ακούγονται για σοβαρά. Με τέτοιες λογικές δεν μπορείς να απαιτείς νέες επενδύσεις και χρηματοδοτήσεις, όταν οι ήδη υπάρχουσες είναι εντελώς ή κάποιες άλλες μερικώς ανεκμετάλλευτες.

Ίσως εδώ και δικαίως ανταπαντήσουν κάποιοι, ότι στη Σιάτιστα επένδυσαν και ξόδεψαν εκατομμύρια ευρώ για το ΒΙΟΠΑ άσκοπα και μας ενοχλούν τα δικά μας; Φυσικά μας ενοχλούν και αγανακτούμε και για εκείνες τις αποτυχημένες επενδυτικές προσπάθειες, τις οποίες και εμείς πληρώνουμε, γι’ αυτό τις επικρίνουμε και τις καταγγέλλουμε, για να μην επαναλαμβάνονται τα ίδια λάθη που είναι εις βάρος όλων μας. Και να είναι μόνο αυτά! Τα ελλείμματα και τα επενδυτικά λάθη των συνεταιρισμών των γεωργικών ενώσεων κλπ. ποιος θα τα πληρώσει; Φυσικά ο φορολογούμενος, δηλαδή όλοι εμείς.

Για να επανέλθω λοιπόν πάλι στην έκθεση γούνας, η οποία γέμισε αισιοδοξία και χαμόγελα και αυτό είναι ευχάριστο για όσους έκαναν πωλήσεις και πρόκειται να κάνουν και στο μέλλον. Το πρόβλημα της γούνας όμως δεν είναι οι εκθέσεις ούτε η καλή διαχείριση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων μέσω του Κ.Ε.Γ. Το πρόβλημα της γούνας είναι αλλού και για να το πω απλά και κατανοητά τα προβλήματα ως καταγραφή θα μπορούσαν να διατυπωθούν ως εξής:

-ότι δεν ανανεώνεται το εργατικό δυναμικό (αποτυχία της σχολή γουνοποιίας, με κύριους υπεύθυνους τους φορείς, συμπεριλαμβανομένης και της αδιαφορίας των εργαζομένων, αλλά και όλων μας με τον ωχαδερφισμό που μας διέπει)

-ότι δεν υπάρχει ένας επιχειρηματικός φορέας(όπως τα δημοπρατήρια του εξωτερικού), που να συσσωρεύει κέρδη και να τα επενδύει αποδοτικά και ορθολογικά (θα μπορούσε να το κάνει η ΕΔΗΚΑ).

-το Κ.Ε.Γ έχει επιτελέσει όλα τα χρόνια της λειτουργίας του ένα τεράστιο έργο, αλλά δεν φαίνετε να υπάρχει κανένα αποτέλεσμα αφού ο κλάδος συρρικνώνετε, οι γουνοποιοί επιβιώνουν με τις ρυθμίσεις, η ανεργία φουντώνει και κανείς δεν γνωρίζει να σου δώσει μια τεχνοκρατική εξήγηση γι’ αυτό το ΠΑΡΑΔΟΞΟ.

-Αδυναμία διαχείρισης και ορθολογικής εκμετάλλευσης του τεράστιου τουριστικού και εμπορικού ρεύματος, που ήρθε και έρχεται από την Ρωσία, με ευθύνη κυρίως των άμεσα εμπλεκόμενων φορέων γούνας.

-Και στο κάτω κάτω ας μας πούνε οι αρμόδιοι φορείς προεξάρχοντος του Κ.Ε.Γ.(ως τεχνοκρατικός φορέας) εάν η βιοτεχνία της Γούνας έχει προοπτική και δεν θα έχει την ίδια τύχει που είχαν οι ραφτάδες οι υποδηματοποιοί και ένα σωρό άλλες βιοτεχνίες που έσβησαν λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας ή άλλων αιτιών που αφορούν την περίπτωσή μας. Διότι είναι διαφορετικό να γνωρίζεις αν ο κλάδος θα αντέξει πέντε δέκα είκοσι ή πενήντα ακόμη χρόνια, καθότι ανάλογα θα προσαρμόσεις και την επενδυτική σου πολιτική και στρατηγική.

Αυτά είναι μερικά όμως από τα προβλήματα που θα μπορούσε να επισημάνει κανείς, (ΚΥΡΙΩΣ ΟΜΩΣ ΤΗΝ ΕΠΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ), τα οποία φυσικά σε πολλούς είναι γνωστά αλλά κανείς δεν τολμά να ασχοληθεί σοβαρά, καθότι οι επιτυχημένοι επιχειρηματίες κοιτάν τι δουλειά τους, κάποιοι ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ επιχειρούν να εμπλακούν αλλά γρήγορα απογοητεύονται με όσα συμβαίνουν και αποχωρούν και απομένουν οι μετριότητες, οι οποίοι προσπαθούν με τον τρόπο τους να επιβιώσουν και αντέχουν μέχρι να τους αντικαταστήσουν κάποιοι άλλοι μετριότατοι.

Όλα τα προαναφερθέντα ασφαλώς δεν είναι μόνο απόψεις δικές μου, αλλά πάρα πολλών ανθρώπων και κυρίως των περισσοτέρων από εκείνους που συμμετείχαν στις 11 επαναληπτικές εκλογές που έγιναν στην ΕΔηΚα λίγο πριν τις βουλευτικές εκλογές του 2004, ακόμη και εκείνων που στήριξαν τότε την ομάδα που κέρδισε για μία μετοχή (όχι μια ψήφο) τις εκλογές, αλλά μετά κάποιοι το μετάνιωσαν πικρά, όπως ένας φίλος μας , που αν και μέλος του Δ.Σ. της ισχνής πλειοψηφίας (6-5) μπορούσε να αλλάξει με την στάση του την πορεία της ΕΔηΚα, αλλά δεν είχε φαίνεται τα ‘γκάτς’, που λέει και ο ίδιος, την διορατικότητα ή κάτι άλλο για να το πραγματοποιήσει.

Φυσικά υπήρχαν και κάποιοι άλλοι ‘τραγικοί’ επιχειρηματίες-γουνοποιοί οι οποίοι αν και αντίθετοι με τον διεκδικητή της προεδρίας της ομάδας του προαναφερθέντα φίλου μου, καταψήφισαν την ομάδα του μειοψηφήσαντος συνδυασμού, διότι τους τρόμαξαν οι διακηρύξεις περί διαφάνειας και λογιστικοποίησης των ΄καπέλων’.

Και εμείς περιμένουμε με τέτοιες νοοτροπίες,, να έχει ο κλάδος συνέχεια και προκοπή. Θα τρίζουν τα κόκαλα των προγόνων μας που με αντίξοες συνθήκες, που ούτε καν είναι συγκρίσιμες με τις σημερινές, μετέφεραν τα εμπορεύματά τους στην Κωνσταντινούπολη τη Λειψία την Δαμασκό στο Λονδίνο το Παρίσι κλπ., όχι με ‘κάργκο’ φυσικά, ούτε με τις μεταφορικές εταιρίες, αλλά με τα καστοριανά καράβια μέχρι το σημερινό Μαυροχώρι, εκεί στο δακρυπότιστο εκείνο πλατάνι κοντά στη βρύση που αναφέρει ο αείμνηστος Φ. Μπακάλης και στη συνέχεια φυσικά με τα ζώα μέχρι να φθάσουν στον πλησιέστερο σιδηροδρομικό σταθμό.

Αυτά δεν τα γράφω για λόγους σκοπιμότητας, ούτε από εμπάθεια για κανένα, απλώς τα επισημαίνω αφενός από αγωνία και λαχτάρα…..(που λέει και το τραγούδι), για τον κλάδο και αφετέρου για ιστοριογαφικούς λόγους, έτσι ώστε όταν ανασύρουν τα αρχεία των εφημερίδων οι επόμενες γενεές να γνωρίζουν αν ήμασταν ικανοί, ορθολογικοί και άξιοι συνεχιστές της κληρονομιάς που μας άφησαν οι πρόγονοί μας και τι προσπάθειες κάναμε, για την διατήρηση αυτής της τέχνης και ανάλογα να μας κρίνουν. Γι’ αυτό αν κάποιους δυσαρεστώ, επικρίνοντας την συμπεριφορά τους (συγκυριακά δίχως να το επιδιώκω), ας λογοδοτήσουν απέναντι στην ιστορία αλλάζοντας την συμπεριφορά τους, με πρωταρχικό στόχο το κοινό και μετά το ατομικό συμφέρον και όχι αντιστρόφως.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5.6.2008]

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν



Θα θέλαμε να αναφερθούμε στo άρθρο σας (‘‘Gala’’) που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα σας, αρ. φύλλου 443, Πέμπτη 15/05/08. Πιο συγκεκριμένα αναφέρετε ότι: «...Θα αγνοούσαν ίσως οι ιθύνοντες ότι η ιδέα της ‘’καρδιάς’’ από άποψη καλλιτεχνικής έμπνευσης δεν ήταν καθόλου πρωτότυπη. Ούτε γνήσια. Έμοιαζε ‘’δανεισμένη’’ μιας και δεν πέρασε πολύς καιρός από τον Μάρτιο του 2008, αφ΄ ότου ολοκληρώθηκαν οι πολύμηνες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα με την ονομασία ‘‘Hearts in Athens - Καρδιά μου σ΄ αγαπώ’’...»

Στην παράγραφο αυτή αφήνετε να εννοηθεί ότι η ιδέα της καρδιάς είναι κλεμμένη από τις εκδηλώσεις αυτές. Πιστεύουμε πως όταν γράφατε αυτές τις γραμμές υποθέσατε ότι την ιδέα για την καρδιά την είχε κάποιος που είδε τις εκδηλώσεις στην Αθήνα και «δανείστηκε» την ιδέα, εφαρμόζοντάς την στην 33η Διεθνή Έκθεση Γούνας Καστοριάς.

Μόνο που η ιδέα για την καρδιά καθώς και 4 άλλες προτάσεις μας κατατέθηκαν, μετά την ανάθεση μέσω διαγωνισμού από το Σύνδεσμο Γουνοποιών Kαστοριάς στη διαφημιστική εταιρία μας, mm creative group, τον Οκτώβριο του 2007 ενώ οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στην Αθήνα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 2008. Όπως καταλαβαίνετε δεν θα μπορούσαμε να είχαμε δει την Αθήνα γεμάτη καρδιές και να δανειστούμε την ιδέα. Σε τηλεφωνική επικοινωνία σας με τον κ. Μητσόπουλο (μέλος της mm creative group) αναφέρατε ότι υπήρχε η προκήρυξη από τον Ιανουάριο του 2007 και ότι υπάρχουν ήδη μαξιλαράκια γούνινα σε σχήμα καρδιάς.

Πιστεύετε ότι η προκήρυξη μας έκανε γνωστή την καρδιά σαν σύμβολο; Πιστεύετε ότι η ιδέα της καρδιάς ανήκει σε κάποιον; Ότι κάποιος έχει το copyright ή κάτι αντίστοιχο; Πιστεύετε πως έχουμε κλέψει κάτι που δεν ανήκει σε κανέναν; Πιστεύετε πως πρώτη φορά είδαμε καρδιά σε μαξιλαράκι; Και ότι μάθαμε την ύπαρξή της από την προκήρυξη; Δεν διεκδικούμε την πρωτοτυπία για την ύπαρξη της καρδιάς. Υπήρχε πολύ πριν τη σκεφτούμε εμείς ή όποιος άλλος μας έχετε αναφέρει. Η χρήση της ως έμβλημα της 33ης Έκθεσης Γούνας Καστοριάς ήταν πρωτότυπη μιας και δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ φουξ καρδιά σε καμία έκθεση γούνας σε όλο τον κόσμο.

Αυτό που κάναμε ως δημιουργικό γραφείο ήταν να πάρουμε ένα σύμβολο που βλέπουμε καθημερινά στη ζωή μας και το γνωρίζει όλος ο κόσμος και να του δώσουμε κάποιο άλλο νόημα, κάποια άλλη υπόσταση. Συνδυάζοντάς το με το μήνυμα «η καρδιά της γούνας χτυπάει στην Καστοριά» θέλαμε κάτι απλό, χαρακτηριστικό και ουσιώδη για να φέρουμε πιο κοντά στον κόσμο τη γούνα της Καστοριάς.

Πιστεύουμε πως εύστοχα εκφράσαμε το όραμα όλων των Καστοριανών να γίνει η πόλη μας η καρδιά της γούνας παγκοσμίως. Ανταποκριθήκαμε επάξια σε μια εργασία που μας ανατέθηκε και μάλιστα για πρώτη φορά εξ΄ ολοκλήρου σε διαφημιστική εταιρία αμιγώς Καστοριανή. Εδώ θα θέλαμε να επισημάνουμε την έκπληξή σας ως προς αυτό.

Νομίζουμε πως είναι κρίμα να αναφερόμαστε ως κλέφτες μιας ιδέας ενώ κάνουμε προσπάθειες να προσφέρουμε στην πόλη μας στην οποία επιστρέψαμε να εργαστούμε. Ελπίζουμε πως και εσείς θέλετε να παραμένουν στον τόπο μας και οι μεγάλες δουλειές που ως τώρα δίνονταν σε εταιρίες της Θεσσαλονίκης και των Αθηνών, διότι πιστεύουμε ότι υπάρχουν και εδώ επιχειρήσεις που μπορούν να τις φέρουν επάξια εις πέρας.

Με τιμή για την MM Creative Group
Ελένη Μεσελίδου
Δημήτρης Μητσόπουλος
Ντίνα Δόλκιρα
Ελένη Τζέλιου

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΟΥ

Η εφημερίδα θα μπορούσε να συμφωνήσει στα περισσότερα από τα ουσιαστικά στοιχεία της επιστολής σας, αν συνέκλιναν ή ήταν ίδια τα κίνητρα.

Εσείς, απαντώντας αποσπασματικά στο σχόλιο της εφημερίδας, ενεργείτε ως εντολοδόχοι μιας διαφημιστικής παραγγελίας, η οποία μπορεί ως ιδέα να ήταν καλή. Όμως δεν ήταν πρωτότυπη. Ειδικά αυτούς μήνες, η Ελλάδα βομβαρδίζεται διαφημιστικά, σε όλα τα εμπορικά μέτωπα, από σχήματα καρδιάς. Αλλά όχι αποκλειστικά για εμπορικούς σκοπούς.

Δεν έχετε δίκιο να αφήνετε (έμμεσα) να εννοηθεί ότι αν κάποιος «δανείστηκε» την ιδέα της καρδιάς, αυτή ήταν η Έκθεση των Αθηνών, αφού εσείς προηγηθήκατε. Απλά δεν προηγηθήκατε. Η Αθήνα είχε κατακλυσθεί από χιλιάδες καρδιές πολλούς μήνες πριν την έναρξη της Έκθεσης.

Κατά τα λοιπά, οι διαφημίσεις βοούν από καρδιές: Από γνωστά παγωτά, αυτοκίνητα, γούνινα μαξιλαράκια, μέχρι και κλινικές, την καρδιά έχουν ως έμβλημα. Μέχρι και η Καλομοίρα, στο σκηνικό της Eurovision, φούξ καρδιά από άνθη χρησιμοποίησε. Προφανώς, κι’ αυτή «δανείστηκε» την χρήση μιας ιδέας, η οποία προϋπήρχε και είναι εύκολα αναγνωρίσιμη και κατανοητή. Επίσης προφανώς, γυρνώντας πίσω στον χρόνο, θα έχει κάπου το copyright της.

Το θέμα, για την εφημερίδα δεν είναι η πατρότητα της ιδέας, αλλά η καταλληλότητά της για την Γούνα. Για την Καλομοίρα η ιδέα της ανθισμένης καρδιάς, αν και «δανεισμένη» εμπορικά αποδείχθηκε εύστοχη. Πούλησε. Για την Διεθνή Έκθεση Γούνας όμως, τα πράγματα είναι αμφίβολα. Πάντως θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηρίξετε ότι και η Καλομοίρα, «δανείστηκε» την ιδέα από την Έκθεση Γούνας.

Επομένως η ιδέα της καρδιάς, διαφημιστικά και συμβολικά, φορέθηκε τόσο πολύ, ώστε η κατάσταση να μην δικαιολογεί δραματικούς τόνους.

Η ΟΔΟΣ, με το σχόλιό της, απλώς έκρινε το εικαστικό αποτέλεσμα των εκδηλώσεων της Διεθνούς Εκθέσεως Γούνας. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο.
Αντίθετα, με την απάντησή σας είναι προφανές ότι προβαίνετε σε διαπιστώσεις που είναι δικά σας συμπεράσματα -και όχι απόψεις της ΟΔΟΥ.

Για παράδειγμα, θεωρείτε ως δεδομένο ότι η εφημερίδα κατήγγειλε ως «κλεμμένη» την ιδέα της καρδιάς, αλλά αυτό είναι δικό σας συμπέρασμα. Κάπως αυθαίρετο αν διαβαστεί προσεκτικά το πρωτοσέλιδο άρθρο της ΟΔΟΥ, το οποίο σχολιάσατε. Και το οποίο αφορούσε την υπόθεση της Γούνας, την Καστοριά, και όχι (φυσικά) την καρδιά.
Αφορούσε τους διοργανωτές και τους πολιτικούς της Καστοριάς, αλλά σε καμμιά απολύτως περίπτωση, δεν στοχοποιούσε τους διαφημιστές.

Η ΟΔΟΣ, με ιδιαίτερη ικανοποίηση διαπιστώνει ότι υπάρχουν επαγγελματίες που δείχνουν ευαισθησίες και ευθιξία. Έστω και εκ περισσού. Όμως τα διλήμματα που θέτετε στην εφημερίδα, δεν μπορούν να απαντηθούν αφού, προφανώς δεν μπορεί να υπάρξει κάποιος που να σας απαντήσει, ότι προτιμά να αδειάζει ο τόπος του, από το ανθρώπινο δυναμικό του.

Είναι να απορεί μάλιστα κανείς, που θέτετε τέτοιο δίλημμα (ειδικά) σ’ αυτή την εφημερίδα.



 Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29 Μαΐου 2008


Σχετικό κείμενο:





ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Χ. ΤΕΡΙΑΚΗ: Εις Νικόλαον Τσιφλικιώτην De profundis

Είναι δύσκολο να αρθρώσει λόγο κανείς, όταν αιφνιδιάζεται από το άγγελμα της εκδημίας ενός προσώπου προσφιλούς. Η ανάγκη όμως έκφρασης -έστω και εκ των υστέρων- γεννά τη φιλοτιμία.

Δεν είναι υπερβολή ότι όλος ο νομός της Καστοριάς συγκλονίστηκε, όταν πληροφορήθηκε ότι ο παλιός του Καθηγητής, Νίκος Τσιφλικιώτης, δεν θα βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Τα σημερινά γραφόμενα ας είναι στοιχεία μνημόσυνου ενός ανθρώπου που με τον τρόπο του δικαιώθηκε πλέον στη συνείδηση όσων τον γνώρισαν.

Κύριε Νίκο, (ποιητική αδεία η προσφώνηση)
Δεν υπήρξα μαθήτριά σου ούτε στενή συνεργάτιδά σου. Σε γνώρισα όμως ως Καθηγήτρια του 1ου Γενικού Λυκείου Καστοριάς και δεν θεωρώ σωστό να αποκρύψω κάτι που δεν αποτελεί τόσο ξεχωριστή τιμή στη μνήμη σου -την οποία ούτως ή άλλως κέρδισες επάξια– όσο παραμυθία των ψυχών μας.

Και τούτη την ώρα ισχύει αυτό που αμέτρητες φορές δίδαξες από τον Επιτάφιο του Περικλή: Ο ακροατής που γνωρίζει, μπορεί και να θεωρήσει φτωχά τα λόγια τα επιμνημόσυνα. Κι αυτός που δεν γνωρίζει, μπορεί να τα θεωρήσει υπερβολές.

Το 1ο Λύκειο έμεινε εμβρόντητο, αρνούμενο να πιστέψει ότι έφυγες. Το πέρασμά σου από το σχολείο άφησε ίχνη ανεξίτηλα, τα οποία όλοι εμείς θα αναζητούμε, όταν θέλουμε να μη λοξοδρομήσουμε. Γιατί η πορεία σου στην Εκπαίδευση ήταν αυτή του αγαπημένου Καθηγητή και του παιδαγωγούντος Διευθυντή.

Απαραίτητη και καθοριστική η παρουσία σου από την ημέρα κιόλας του Αγιασμού. Τόνιζες τότε κατ’ επανάληψιν :
- Εσύ, ο Μαθητής, αυτόν, τον Καθηγητή μην τον λιθοβολείς ! Γιατί και ο Σεβασμιότατος, αν είναι σήμερα Σεβασμιότατος, σε κάποιους Καθηγητές το οφείλει.
Τα τελευταία πια χρόνια, μετά από την αφυπηρέτηση, δεν παρέλειπες να περνάς από το Σχολείο, να συζητάς για λίγο μαζί μας και στωικά να μάς συμβουλεύεις :
-Αν δεν ξέρετε το όνομα του μαθητή σας και από ποιο χωριό είναι, δεν κάνετε τίποτε! Αφήστε όλα τα άλλα και κοιτάξτε τον άνθρωπο.

Μόνο όσοι σε γνώρισαν από κοντά μπορούν να επιβεβαιώσουν την επιστημονική σου κατάρτιση και κυρίως κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την καλή προαίρεση και τη διάθεση προσφοράς αγάπης, ακόμη και με δυνατή φωνή, ακόμη και με ψευτομάλωμα.
Τώρα θα φανεί όχι μόνο το εκπαιδευτικό αλλά γενικότερα και το κοινωνικό σου έργο. Η Καστοριά, εκτός των άλλων, έχασε και έναν σωστό Φιλόλογο, από εκείνους της παλιάς Σχολής, που την έλεγαν τότε Φιλοσοφική.

Ακόμη και η ώρα του θανάτου σου μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις, την ώρα που εκπαιδευτικοί, γονείς και μαθητές βρίσκονταν στον αγώνα.
Κι αν πέρασε απαρατήρητο, ας μού επιτραπεί μια επισήμανση: Ακόμη και την ύστατη στιγμή μάθημα παρέδωσες ! Αυτό που περιμέναμε να δούμε ύστερα από τόση κινητικότητα στην τοπική Εκκλησία, το είδαμε στη δική σου εξόδιο ακολουθία, πνεύματι και αληθεία. Η αποθέωση του δασκάλου…

Και τελευταίο κάτι που πολύ λυπάμαι που δεν πρόλαβα να σού εκμυστηρευτώ.
Εκείνο το πρωινό που στεκόσουν μόνος στα σκαλιά του σχολείου και αναφώνησα «Χαιρετίζω τον Πατριάρχη της Εκπαίδευσης!» δεν το είπα ούτε αστεία ούτε ειρωνικά. Αλήθεια, το εννοούσα.
.
[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.5.2008]

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Κύριε διευθυντά,

Προ διετίας είχε ανακύψει θέμα με την γρίπη των άγριων πτηνών, που ο ιός αυτός μεταδίδεται στα ήμερα υδρόβια πτηνά, πάπιες, χήνες κ.ο.κ. και εν συνεχεία μολύνεται ο άνθρωπος. Από τα πτηνά αυτά η λίμνη μας έχει αρκετές εκατοντάδες. Πολύ σωστά τότε ετέθησαν σε συναγερμό όλες οι υγειονομικές Αρχές της χώρας για να ληφθούν τα ανάλογα μέτρα κατά του ιού της γρίπης, μεταξύ αυτών το υγειονομικό κέντρο της Καστοριάς σε ορισμένα σημεία έγινε μία παραλίμνια περίφραξη και από ό,τι θυμάμαι απαγορεύτηκε στον Σύλλογο Φίλοι του Περιβάλλοντος να εμπλουτίζουν την λίμνη με αυτά τα πτηνά.
Προ δύο ημερών, στον παράνομο παραλίμνιο ορνιθώνα επί της οδού Μαυριωτίσσης 11 (οικία Ι. Μαργαρίτη) που κατασκευάστηκε από τους Φίλους του Περιβάλλοντος, ο εν λόγω σύλλογος έχει εμπλουτίσει τον ορνιθώνα με περίπου 100 νεογνά χήνας. Σημειώνω δε ότι το πιο βρωμερό πτηνό από την χήνα δεν υπάρχει, απόδειξη ότι όλα τα παραλίμνια πεζοδρόμια έχουν γεμίσει από περιττώματα (κουτσουλιές).

Το ερώτημά μου είναι προς κάθε αρμόδια Αρχή: Εξέλιπε ο κίνδυνος μεταδόσεως του ιού της γρίπης των πτηνών; Κάποια αρμόδια Αρχή, έδωσε το πράσινο φως στον Σύλλογο Φίλοι του Περιβάλλοντος να συνεχίσουν να εμπλουτίζουν την λίμνη με τα ρυπογόνα πτηνά;
Και τέλος, οι υγειονομικές αρχές της Καστοριάς είναι καιρός να κατεδαφίσουν το παράνομο κοτέτσι των Φίλων του Περιβάλλοντος (στα Πετσιά) για να απαλλαγούν οι περιπατητές της μοναδικής σε κάλλος οδού Μαυριωτίσσης από την δυσοσμία που προκαλούν τα εν λόγω πτηνά.

Ευχαριστώ για την φιλοξενία
Παύλος Σιδέρης
Μαυριωτίσσης 1
Τηλ. 2467022793

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.5.2008]

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Φύλακες άγγελοι

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ, στο φιλόξενο χώρο του Κέντρου Περιβαλλοντικής Εκπ/σης Καστοριάς, για να γιορτάσουμε όλοι μαζί το θαύμα της γέννησης ενός καινούριου βιβλίου. Ένα θαύμα που, κάθε φορά που συμβαίνει, προσωπικά νιώθω ότι πρέπει να το γιορτάζει πολύς περισσότερος κόσμος από αυτόν που βρίσκεται μες στην αίθουσα της παρουσίασής του. Γιατί είναι αντικειμενικά ένα πολύ ξεχωριστό γεγονός.

Αυτός ήταν και ο λόγος που δέχτηκα την τιμητική πρόταση της πολύ δραστήριας Προέδρου της Δημοτικής Βιβλιοθήκης μας, της κ.Ειρήνης Μισκία, αν και είχα σοβαρό λόγο να αρνηθώ, αφού ξαναβρέθηκα στο βήμα για τον ίδιο ακριβώς λόγο πριν από 2 μόλις μήνες. Όμως, πώς γινόταν να αρνηθώ την τιμή να παρουσιάσω ένα βιβλίο που μιλά για παιδιά και απευθύνεται κυρίως σε παιδιά;

Το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα είναι το πρώτο βιβλίο της Καστοριανής φιλολόγου κ. Νάνσυ Χατζή, που μας υπόσχεται ρητά και κατηγορηματικά, στο εξώφυλλό του κιόλας, πως θα υπάρξει και συνέχεια, ένα ακόμη βιβλίο, δυο, ποιος ξέρει; Άραγε η ίδια το ‘χει προσδιορίσει μέσα της;

Συναντώ τη συγγραφέα για πρώτη φορά εδώ σήμερα. Έτσι ήθελα να γίνει, δε χρειαζόταν να γίνει αλλιώς. Άλλωστε, είχα το βιβλίο της, αυτό ήθελα να παρουσιάσω, όχι άμεσα την ίδια. Για την ίδια θα ‘θελα να μαντέψω. Ή, καλύτερα, να μιλήσω, εισαγωγικά, για τους συγγραφείς γενικότερα και στο πρόσωπό της να τους τιμήσω όλους ∙ τους πολυαγαπημένους και τους λιγότερο αγαπημένους μας∙ τους διάσημους και τους λιγότερο διάσημους∙ τους μεγάλους και τους μικρότερους∙ τους ελάσσονες, όπως θα μπορούσαν να ειπωθούν αλλιώς, για να μη νιώσει κανείς τους έστω και λιγάκι άβολα. Γιατί, ανεξάρτητα από το ποιος απ’ όλους τους καταφέρνει να παράγει σπουδαία ή λιγότερο σπουδαία έργα, θα πρέπει όλοι μας να τους σεβόμαστε για τον τρόπο που ζουν. Γιατί καταφέρνουν να ζουν μες στον ίδιο με όλους μας κόσμο, αλλά να ζουν τόσο διαφορετικά. «Ο κάθε συγγραφέας»(προσέξτε αυτό το «κάθε» της υπέροχης φράσης που συνηθίζει να λέει η φίλη μου η Όλγα) « υφαίνει το προσωπικό του κουκούλι καθισμένος στο μουρόφυλλο της Ιστορίας του κόσμου».Κι έχουμε σκεφτεί, άραγε, πόση δύναμη χρειάζεται να κρύβει κανείς μέσα του για να μπορεί να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα της εποχής , στο σύγχρονο λάιφ στάιλ, που διακρίνεται για την ταχύτητα, την επιδερμικότητα, την ελάχιστη έως καθόλου εμβάθυνση, την εξίσου ελάχιστη ενδοσκόπηση, και ας πρόκειται για μιαν εποχή που φημίζεται επίσης για τον τεράστιο αριθμό βιβλίων που παράγονται ετησίως, και στη χώρα μας φυσικά;

Μπορούμε να φανταστούμε τι είναι αυτό που κάνει ένα νέο άνθρωπο, όπως η κ. Χατζή, να κλείνει τα αυτιά του στις Σειρήνες της παραλίας της πανέμορφης πόλης μας, Σειρήνες που ομολογουμένως μπορούν να σε κρατούν αιχμάλωτο επί ατέλειωτες ώρες όχι ενδοσκόπησης ούτε χρήσιμων συζητήσεων, αλλά συζητήσεων γύρω από το λάιφ στάιλ(που έτσι κι αλλιώς είναι το άλλοθι του τίποτα, όπως πολύ πετυχημένα έχει ειπωθεί και πάλι από κάποιον συγγραφέα μας) ή γύρω από ανώφελα και βλαβερά κουτσομπολιά, όπως πρέπει να παραδεχτούμε ότι γίνεται συνήθως; Τι είναι αυτό που κάνει αυτούς τους ανθρώπους να κλείνονται μέσα και να παλεύουν με τις λέξεις, με τις φράσεις, με τα νοήματα και να βρίσκουν την ευχαρίστηση σ’ αυτό που κάνουν, τη στιγμή , μάλιστα, που ο περίγυρος δεν είναι πάντοτε γεμάτος αποδοχή γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτό που κάνουν; Σας καταθέτω ένα παράδειγμα που έζησα η ίδια, τη στιχομυθία ανάμεσα σ’ ένα αγόρι, το Γιωργή, και την Αθηναία θεία του, που συνήθιζε να περνάει ώρες ολόκληρες με τους φίλους της παίζοντας χαρτιά:
-Σας είπε η κυρία τάδε ότι γράφει βιβλία;
Κι η Αθηναία, απόλυτα ξαφνιασμένη:
-Τι πράμα; Γράφει βιβλία; Θεός φυλάξοι. Κι έκανε το σταυρό της για να τη φυλάξει ο Θεός από κάθε τέτοιο κακό.

Αυτός είναι ο λόγος που σε μιαν εποχή όπου έρχεται κι επανέρχεται το ερώτημα αν οι πνευματικοί άνθρωποι επιτελούν το χρέος της καθοδήγησης των απλών ανθρώπων, παίρνοντας θέση για τα ζητήματα που απασχολούν τον κόσμο, υπήρξε η εξής αξιοσημείωτη απάντηση: «Οι πνευματικοί άνθρωποι τι να κάνουν; Και μόνο το ότι προσπαθούν ακόμα να υπάρχουν ως πνευματικοί άνθρωποι μέσα σ’ αυτό το Μεσαίωνα που ζούμε, αυτό είναι μια μορφή αντίστασης πολύ σοβαρή και καθόλου ανέξοδη ψυχικά και φυσικά».

Ώρα, λοιπόν, να έρθουμε στο βιβλίο μας, με τον τίτλο «Φύλακες Άγγελοι» και υπότιτλο «Αποστολή στο Κολέγιο Αφθονία». Αφθονία δράσης προοιωνίζει ο συγκεκριμένος υπότιτλος-πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι, αφού η άφθονη δράση συμβαδίζει με τα άφθονα μυστικά περάσματα;-, αλλά και τα άφθονα συναισθήματα που είναι κρυμμένα μες στις σελίδες του βιβλίου. Και δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό και να μη σχολιάσω την ευστοχότατη-κατά τη γνώμη μου- επιλογή της λέξης «Αφθονία» που υπάρχει στο όνομα του κολεγίου όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα του βιβλίου, μια που σχετικά πρόσφατα συνάντησα την ακριβή της ετυμολογία: αφθονία είναι η ανυπαρξία του φθόνου ∙ είναι η κατάσταση εκείνη όπου δε φθονείς κάποιον για κάτι που έχει, ενώ εσύ δεν το ‘χεις(μεταξύ μας, όσο πιο νωρίς το καταλάβει κανείς πως πάντοτε θα υπάρχει κάποιος άλλος που έχει κάτι που αυτός δεν έχει, μα και πως αυτό δεν είναι λόγος να τον φθονεί, τόσο το καλύτερο για τον ίδιο). Εδώ, λοιπόν, στον υπότιτλο αναρωτήθηκα αν η συγγραφέας χρησιμοποιεί τον όρο «αφθονία»με την έννοια του πλούτου των αγαθών που στην αρχή αναφέραμε(της δράσης, της περιπέτειας, των συναισθημάτων) ή με την έννοια της απουσίας του αρνητικού συναισθήματος του φθόνου, γιατί στο κολέγιο της ιστορίας μας όντως φθόνος δεν υπάρχει και η αφθονία έχει την ίδια μορφή μ’ εκείνη της δικής μου μαθήτριας, της Σοφίας, που κάποια στιγμή μας άφησε όλους μες στην τάξη άφωνους, όταν, μολονότι έβλεπε χαμηλούς τους δικούς της βαθμούς, μας μίλησε για τη μεγάλη χαρά που νιώθει για τις άλλες συμμαθήτριές της που αριστεύουν και, το κυριότερο απ’ όλα ξέρουμε ότι το εννοούσε, γιατί ξέρουμε την καρδιά της Σοφίας.

Αρκετά, όμως, με τον υπότιτλο. Καιρός να περάσουμε στον τίτλο του βιβλίου Φύλακες Άγγελοι, των εκδόσεων Ζήτη, με σχεδίαση του εξωφύλλου με το όμορφο γαλάζιο χρώμα και των εικόνων του από τη Ζωή Φράγκου. Κατ’ αρχήν με τον τίτλο σας, κ. Χατζή, με γυρίσατε πίσω, στα παιδικά μου χρόνια και στην πρώτη συλλογή με την οποία καταπιάστηκα και ήταν εκείνα τα υπέροχα αγγελάκια, για όσους τα θυμούνται. Θυμήθηκα την αντιπαραβολή των δικών μου με τα αγγελάκια των συμμαθητριών μου -ήταν μόδα το να τα μαζεύουμε τότε- και μ’ ένα πικρό χαμόγελο σύγκρινα εκείνη τη μόδα με την πολύ πρόσφατη (πριν από δύο περίπου χρόνια) που κυριαρχούσε στους μικρούς μας μαθητές: τις κάρτες Γιου-Γκι-Ο, καθώς και τις Πάουερ Ρέιντζερς, κάρτες που είναι όλες τους εμπνευσμένες από σειρές της τηλεόρασης τόσο βίαιες και τόσο αντιπαιδαγωγικές, ώστε να έχουν κοπεί σε τηλεοράσεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών, για να προστατευτούν τα παιδιά τους. Και κατέληξα για άλλη μια φορά στο συμπέρασμα πως η μόδα κάθε εποχής έχει τη σημειολογία της, πως τίποτα δεν είναι τυχαίο και πως τα παιδιά μας γίνονται ό,τι τα ταΐζουμε(σ’ αυτό το «ταΐζουμε» μπαίνουμε όλοι∙ οικογένεια, σχολείο, κοινωνία, τηλεόραση). Εδώ, λοιπόν, στον τίτλο αναπόφευκτα θα σταθούμε ιδιαίτερα. Όχι επειδή είναι ο τίτλος, αλλά επειδή αυτή η φράση ενέχει ένα ιδιαίτερο βάρος. Το βάρος αυτό ξεκινάει πριν καν ξεκινήσει το κείμενο, ξεκινάει από την αφιέρωσή του: «Στον πατέρα μου, που προσπαθούσε να κάνει τη ζωή μου παραμυθένια». Άρα, θα λέγαμε εμείς, «στον πατέρα μου, που ήταν ένας φύλακας άγγελός μου». Όχι ο μόνος. Γιατί κι ο παππούς Φίλιππος ήταν ένας τέτοιος άγγελος για το συνονόματο εγγονό του και βασικό ήρωα του βιβλίου.

Οι αγαπημένοι μας νεκροί- το ξέρετε κι εσείς, κ. Χατζή- ζουν και βασιλεύουν, όσο δεν τους ξεχνάμε- «Θάνατος είναι η λησμοσύνη», όπως είπε πρόσφατα ο μεγάλος μας Μίκης Θεοδωράκης. Κι εμείς οι ζωντανοί έχουμε απέναντί τους υποχρεώσεις, αφού είμαστε Έλληνες, δηλαδή απόγονοι της Αντιγόνης, που, γι’ αυτά που όφειλε να προσφέρει στο νεκρό αδερφό της και την εμπόδιζε ο Κρέων, κέρδισε έναν τιμημένο θάνατο, και αφού είμαστε χριστιανοί και μάλιστα Ορθόδοξοι, που σημαίνει πως έχουμε μιαν εντελώς ιδιαίτερη σχέση με το θάνατο και τους νεκρούς μας. Απ’ αυτή τη σχέση να θυμίσουμε σήμερα εδώ ότι κρινόμαστε κιόλας, αγαπητοί κάτοικοι αυτής της όμορφης πόλης, όπως κρίθηκαν από τον αγαπημένο μας Άγιο Βασίλειο οι κάτοικοι ενός χωριού απ’ όπου πέρασε γυρεύοντας να μάθει ποιος θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά.

Έφτασε, λοιπόν, ο Άγιος, όπως γράφει ο μεγάλος μας Φώτης Κόντογλου, σ’ ένα χωριό άπονο και άσπλαχνο προς τους φτωχούς και, καθώς πέρασε από το νεκροταφείο, το είδε ρημαγμένο και αφρόντιστο. Άγιος καθώς ήτανε μάλιστα, άκουσε τους νεκρούς να λένε: «Τον καιρό που ήμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κι εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι∙ μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Πρέπει να τα θυμίσουμε αυτά εδώ σήμερα που μια κόρη τιμά με το δικό της ξεχωριστό τρόπο τον πατέρα της, αφιερώνοντάς του το πρώτο της βιβλίο με μιαν αφιέρωση εξαιρετική.

Μα η σχέση αυτή δεν περιλαμβάνει μονάχα υποχρεώσεις∙ είναι και επικοινωνία∙ επικοινωνία ζώντων και νεκρών, στην οποία έτσι κι αλλιώς πιστεύουμε εμείς οι Έλληνες, αφού, σύμφωνα με την πίστη μας, συναντιόμαστε νοερά μαζί τους κάθε φορά στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Η κυρία Χατζή, όμως, δεν αρκείται σ΄αυτά. Οι φύλακες άγγελοί της εξακολουθούν να φυλάγουν τους αγαπημένους τους και μετά θάνατον και αυτό είναι ένα εντελώς ξεχωριστό στοιχείο του βιβλίου, ένα στοιχείο που κάνει και το βιβλίο να ξεχωρίζει ανάμεσα στα πολλά άλλα που του μοιάζουν. Αλλά δεν είναι μόνον αυτοί οι δύο οι φύλακες άγγελοι της ιστορίας μας. Είναι πολλοί, μαζί με τους εκκολαπτόμενους φύλακες αγγέλους του βιβλίου, δηλαδή με όλα εκείνα τα παιδιά που το σπουδάζουν το αντικείμενο, για να πετύχουν το σκοπό τους. Όχι πως δεν υπάρχουν παιδιά φύλακες άγγελοι και έξω απ’ το συγκεκριμένο βιβλίο. Υπάρχουν και τους συναντάμε στα ψιλά των εφημερίδων, ενώ θα ‘πρεπε να γίνονται πρωτοσέλιδα, γιατί οι πράξεις τους είναι η ελπίδα του κόσμου μας, αυτές βοηθούν την ανθρωπότητα να σηκωθεί λίγο ψηλότερα από κει που βρίσκεται. Αναφέρουμε για παράδειγμα τον 17χρονο Τζάρεντ Γκρέι που βρήκε αυτή τη βδομάδα μια τσάντα χρηματαποστολής με 108.000 δολάρια και, ενώ δεν τον είδε κανείς, αυτός τα παρέδωσε, ακυρώνοντας την ίδια στιγμή την ευκαιρία να πλουτίσει ανέκοπα και πανεύκολα κι ας μεγαλώνει σε μιαν εποχή που ιδανικό της είναι ο εύκολος και γρήγορος πλουτισμός. Φύλακας άγγελος, όμως, μπορεί άνετα να θεωρηθεί και ο 12χρονος Μαντχάβ Σαρμπμανιάν από την Ινδία που δε βοηθάει ανθρώπους, αλλά τις τίγρεις, που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν, ξέρετε πώς; Γράφοντας και απαγγέλλοντας ποιήματα, τραγουδώντας ή πουλώντας εμπορεύματα στους δρόμους της πόλης του και καταφέρνοντας έτσι, μέσω της οργάνωσης Kids For Tigers που έχει ιδρύσει, να συγκεντρώσει μέσα στο 2007 10.400 ευρώ. Γι’ αυτό του το κατόρθωμα ο 12χρονος Ινδός μπήκε, μαζί με άλλους δυνατούς και επώνυμους, στη λίστα των 50 ηρώων που μπορούν να σώσουν τη Γη.

Οι παραπάνω φύλακες άγγελοι δεν είναι πολλοί ούτε εκπαιδεύτηκαν σε κάποιο σχολείο για να γίνουν αυτό που είναι(ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι το πρώτο και πιο δυνατό σχολείο του καθενός μας είναι η οικογένειά του, αυτή είναι η «μοίρα» του). Μα το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα ομολογώ πως μ’ έκανε να ονειρευτώ παιδιά που στο ερώτημα «Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;» απαντούν «Καλός άνθρωπος. Ονειρεύομαι να κάνω το καλό». Και η απάντηση αυτή μου άρεσε πολύ, έτσι απτά που πήρε το σχήμα της μέσα μου. Κι έπειτα σκέφτηκα πως δεν απέχει καθόλου πολύ από την πραγματικότητα, όταν αυτή αφορά ένα σχολείο που δεν επιδίδεται στο τρελό κυνηγητό της γνώσης, ένα κυνηγητό που χαρακτηρίζει την εποχή μας και στερεί από τα παιδιά μας τη δυνατότητα να βιώσουν στο σχολειό τους την ουσία της ζωής και τους στερεί, επίσης, τη δυνατότητα να προετοιμαστούν καλύτερα να αντιμετωπίσουν τη ζωή που κάποιες φορές τους ανοίγει την τραχιά αγκαλιά της, μόλις αυτά περάσουν το κατώφλι της εξόδου του σχολείου τους. Γι’ αυτό και συγκινήθηκα πολύ όταν η Αθηνά και η Ηλέκτρα της Στ’ τάξης του Σχολείου μας συνέλαβαν την ιδέα να ζωγραφίσουν ένα σχολείο στο οποίο να μπαίνουν παιδιά και να βγαίνουν άγγελοι.

Φύλακες Άγγελοι εκπαιδεύονται, λοιπόν, να γίνουν τα παιδιά της ιστορίας μας. «Είστε εδώ για να προσφέρετε αγάπη σε όποιον τη χρειάζεται.» Όχι ότι δεν το κάνουν ήδη. Αφού από τον καιρό της εκπαίδευσής τους κιόλας σώζουν ανθρώπους από τους κακούς, που δεν ήταν κακοί εξαρχής, αλλά έγιναν, μόλις είδαν άφθονο χρήμα. Ακριβώς όπως γίνεται στη ζωή και ας μην κρατάμε τα παιδιά μας σε γυάλα, αφήνοντάς τα να πιστεύουν πως υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι γύρω τους∙ ξεκάθαρα καλοί και ξεκάθαρα κακοί. Εδώ, στην ιστορία του βιβλίου, οι κακοί ήταν στην αρχή κανονικοί άνθρωποι σαν εμάς. Το χρήμα ήταν που τους μετέτρεψε σε κακούς όπως συμβαίνει κάποιες φορές και με μας. «Όπου είναι ο θησαυρός μας εκεί είναι και η καρδιά μας» γράφει κάπου μες στο βιβλίο, αλλά τα παιδιά το ξέρουν πως δεν είναι έτσι. Ίσως, μάλιστα, να ξέρουν πως ισχύει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή, πως «Όπου είναι η καρδιά μας εκεί είναι κι ο θησαυρός μας». Και σίγουρα ξέρουν και κάτι άλλο, επίσης πολύ προχωρημένο∙ το ξέρουν και το λένε: «Είναι απίστευτη η μανία των μεγάλων για τα χρήματα». Και μας βάζουν τα γυαλιά για άλλη μια φορά.

Αυτό το κυνηγητό του πλούτου είναι η αφετηρία της περιπέτειας. Μα οι αντιήρωες του βιβλίου λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο, που στην περίπτωσή μας είναι παιδιά. Πολλά παιδιά από διάφορες χώρες του κόσμου∙ Σάρα,Φίλιππος, Εστεμπάν, Ναντίμ, Μάσα, Μαίρη, Μάρθα… Ως εκπαιδευτικός η συγγραφέας έχει στο νου της την πολυπολιτισμικότητα που χαρακτηρίζει την εποχή μας και την απεικονίζει και μέσα στο βιβλίο, μετατρέποντας την ομάδα των παιδιών σε ένα όμορφο πολύχρωμο μωσαϊκό, όπου ο ένας συμπληρώνει τον άλλον και φτάνουν έτσι με πιο σίγουρα βήματα και πιο άνετα στο στόχο. Γιατί μπορεί σε ένα από τα πρώτα μαθήματα τα παιδιά να διδάχτηκαν την αυτοπεποίθηση, την «πίστη στις δυνάμεις του εαυτού» (πρόκειται στ’ αλήθεια για ένα πολύ σπουδαίο μάθημα), όμως μες στο βιβλίο βλέπουμε να θριαμβεύει η πίστη στην ομάδα, που τα καταφέρνει περίφημα παρά τις ανατροπές που συμβαίνουν και που, παρά το γεγονός ότι οδηγούν τα πράγματα εντελώς εκτός σχεδίου κάποιες φορές, δεν τα εμποδίζουν να έχουν αίσιο τέλος.

Λοιπόν, οι Φύλακες Άγγελοι της κ. Χατζή έχουν απ’ όλα. Έχουν δράση ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα, αφού η υπόθεση εκτυλίσσεται στο χώρο ενός σχολείου και, κυρίως, της Βιβλιοθήκης του. Βλέπει ο αναγνώστης με τα μάτια της φαντασίας του τους μικρούς ήρωες του βιβλίου να ψάχνουν μελετώντας, να μελετούν ψάχνοντας τα βιβλία της σχολικής τους Βιβλιοθήκης, πολλά από τα οποία είναι ιστορικής αξίας, καθώς είναι παμπάλαια, και να ανακαλύπτουν τα στοιχεία εκείνα που τους χρειάζονται για να οδηγηθούν πιο κοντά στη λύση του μυστηρίου που τους παιδεύει, αφού έχουν εξαφανιστεί δυο πρόσωπα, το ένα από τα οποία είναι η δασκάλα τους. Προσωπικά, εκτός από το χώρο δράσης των παιδιών, που είναι το σχολειό τους και η βιβλιοθήκη του, θεωρώ πολύ ευρηματικό στοιχείο του βιβλίου το γεγονός ότι αναφέρεται στη ρωμαϊκή εποχή, κάτι που δεν είναι καθόλου συνηθισμένο, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, αλλά και την εμπλοκή μιας γλώσσας που δε μιλιέται σήμερα, ενώ μιλιόταν στο μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού κόσμου, των λατινικών. Να άλλο ένα στοιχείο του βιβλίου που μπορεί να μην μπήκε γι’ αυτόν το λόγο, αλλά το πλουτίζει, παρουσιάζοντας παιδιά που κατέχουν γνώσεις φαινομενικά «άχρηστες», που όμως κάποτε ήταν τελείως απαραίτητες στη ζωή των ανθρώπων κι ίσως και σήμερα, στον καιρό της χρησιμοθηρίας όπου ζούμε, για να αποδείξουν ότι δεν είναι χρήσιμες μονάχα οι γνώσεις που εξαργυρώνονται. Φυσικά, και η εμπλοκή του «παιδιού» της πασίγνωστης Ελληνίδας στην καταγωγή βασίλισσας της Αιγύπτου Κλεοπάτρας, η οποία δεν ήταν όμορφη με την έννοια που εμπεριέχει ο όρος «ομορφιά» σήμερα, αλλά ήταν όμορφη εξαιτίας της ευστροφίας της και της όμορφης φωνής της (η γυναικεία φωνή εξωτερικεύει τον εσωτερικό της κόσμο, η γυναίκα είναι όμορφη όταν αυτός ο κόσμος είναι όμορφος, είναι άσχημη όταν δεν είναι).

Αυτά είναι, κατά τη γνώμη μου και χωρίς να έχω σπουδάσει φιλόλογος, δηλαδή ειδικός στο να κρίνω ένα βιβλίο, τα κυριότερα στοιχεία του βιβλίου, αυτά που το χαρακτηρίζουν. Από κει και ύστερα υπάρχουν κι ένα σωρό επιμέρους στοιχεία που αξίζει επίσης να προσέξουμε:

-Οι χιουμοριστικές πινελιές του∙ για παράδειγμα, το σχόλιο του Ναντίμ, όταν αντιλήφθηκε ότι η συμμαθήτριά του έπαθε κεραυνοβόλο έρωτα:
«Πάει αυτή, κάηκε από τον έρωτα. Ο έρωτας είναι σαν τις ασφάλειες του ρεύματος. Λίγο ρεύμα παραπάνω και πάει…».

-Οι αιχμές κατά του ρατσισμού ∙ όχι μόνο με την παρουσία παιδιών διαφορετικής καταγωγής μες στο βιβλίο, αλλά και με φράσεις του τύπου:
«Γιατί είμαστε όλοι αδέρφια στο Μπλε Σύννεφο. Εδώ, καλή μου Μάσα, δεν υπάρχουν διαχωρισμοί κανενός είδους και όλοι είμαστε ίσοι με έναν κοινό στόχο».

-Η αποδοχή του «διαφορετικού» με τόση τρυφερότητα ∙ του χοντρούλη Κυριάκου, που έχει το νου του διαρκώς στο φαΐ, ακόμα και της κουτσομπόλας του σχολείου, της Μαίρη, που μπορεί μεν οι πληροφορίες που αποκόμισε στήνοντας αυτί, πράγμα που συνήθιζε άλλωστε, να φάνηκαν εξαιρετικά χρήσιμες τελικά και να βοήθησαν κι αυτές στη λύση του μυστηρίου και μπορεί να έπρεπε οπωσδήποτε να τιμωρηθεί για το πάθος της να μαθαίνει όλα όσα συμβαίνουν γύρω της, κοντά της αλλά και μακριά της, όμως η καρδιά των παιδιών δεν το αντέχει, η αγάπη μεσολαβεί και η Μαίρη απαλλάσσεται από τη δίκαιη τιμωρία της.

-Η διαπίστωση της συγγραφέα, που είναι και εκπαιδευτικός:
«Ποιος μπορεί να συγκρατήσει την παιδική φαντασία;», μια φράση που προσωπικά τη θεώρησα ύμνο στη πραγματικά εκπληκτική φαντασία που διαθέτουν τα παιδιά και που εμείς οι μεγάλοι έχουμε τεράστια ευθύνη όταν την καταπιέζουμε, κάθε φορά που εξαφανίζουμε τις ευκαιρίες να εκδηλωθεί και να μεγαλουργήσει.

-Η αποστολή που περιλαμβάνει διαμονή στις καλύβες. Μου θύμισε την περιπέτεια κάποιων άλλων παιδιών, που κατασκηνώνουν κάποιο καλοκαίρι κάπου στα Ψηλά Βουνά και περνούν τόσο ζηλευτά, ώστε κι οι μικροί μας μαθητές, όταν διαβάζουν γι’ αυτό, να ρωτούν και να το εννοούν γιατί να μην μπορούν να το κάνουν και οι ίδιοι έτσι ακριβώς όπως έγινε και στο βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα.

-Η αναφορά στο τέλος του βιβλίου, όπου οι γονείς του Φιλίππου ανακοινώνουν στα παιδιά τους πως πρόκειται να αποκτήσουν άλλο ένα αδερφάκι και να γίνουν από τρία τέσσερα. Ιδιαίτερα τρυφερό το γεγονός ότι η οικογένεια γιορτάζει αυτή την ανακοίνωση με μια χαρούμενη έξοδο. Πόσο διαφορετικό από αυτό που συμβαίνει σήμερα, όπου πρέπει να διαθέτει κανείς ξεχωριστή τόλμη και ανδρεία για να παραβιάσει τον «κανόνα» της δίτεκνης ή το πολύ τρίτεκνης οικογένειας και να αντιμετωπίσει ακόμα και τη χλεύη μορφωμένων υποτίθεται «φίλων» κι ας πρόκειται για μιαν απόφαση εντελώς συνειδητά ειλημμένης.

Τέλος- όσον αφορά το περιεχόμενο του βιβλίου- και μια παρατήρηση ίσως τελείως αυθαίρετη από μέρους μου ∙ τι δυνατός που μου φάνηκε ο συμβολισμός που διαπερνά το βιβλίο από την αρχή ως το τέλος του: ένα σχολείο γεμάτο μυστικά περάσματα όπου χρειάζεται κανείς ένα μυστικό χάρτη για να πορευτεί και να φτάσει το στόχο του!

Κάτι τέτοιο δεν είναι κάθε σχολείο που σέβεται τον εαυτό του και πιστεύει στην αποστολή του; Μόνο που εδώ ο περιζήτητος θησαυρός δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η πολύτιμη γνώση και οι πολύτιμες αξίες και ο ρόλος του δασκάλου περιορίζεται στο να εφοδιάσει διακριτικά τους μαθητές του με το μυστικό χάρτη, που επίσης δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ο τρόπος να μαθαίνουν μόνοι τους. Συγχωρέστε με, κ. Χατζή, για την αυθαιρεσία μου μετά την ανάγνωση του βιβλίου σας να σκεφτώ τους μαθητές μου, όλα τα Καστοριανόπουλα και όχι μόνον αυτά, σαν μικρούς Ιντιάνα Τζόουν ∙ μικρούς κυνηγούς θησαυρών που δεν είναι φτιαγμένοι από λεφτά, αλλ’ από λογής λογής γνώσεις. Κι όταν το κυνήγι κάνει μια παύση(γιατί το κυνήγι της γνώσης δε σταματά οριστικά ποτέ), εκεί στο τέλος κάθε σχολικής διαδρομής, τα παιδιά που νίκησαν σ’ αυτή την περιπέτεια κι έχουν μέσα τους άφθονη μεγαλοσύνη ξέρουν πως η χαρά δεν είναι το να κρατάς για τον εαυτό σου τα όσα αποκόμισες, αλλά να τα μοιράζεσαι με τους άλλους, μ’ αυτούς που τα ‘χουν ανάγκη («άλλη χαρά δεν είναι πιο μεγάλη απ’ τη χαρά που δίνεις», αλλά και «Η πραγματική αφθονία στη ζωή μας περιέχει τη χαρά», άρα όπου δεν υπάρχει χαρά εκεί κι η αφθονία είναι σαν να μην υπάρχει.) *

Εδώ ακριβώς τελειώνει η παρουσίαση του βιβλίου Φύλακες Άγγελοι της συμπολίτισσάς μας κ. Χατζή. Κι αρχίζει η επόμενη φάση της περιπέτειάς του, που έχει περισσότερη σχέση με όλους τους άλλους και λιγότερη με την ίδια τη συγγραφέα. Γιατί εμείς εδώ, η Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης, αυτός ο κατεξοχήν σχετικός με το βιβλίο φορέας και η ταπεινότητά μου που ανταποκρίθηκε στη δική της πρόταση, το χρέος μας το κάναμε και μάλιστα με όλη την καρδιά μας. Στο παιχνίδι μπαίνετε τώρα εσείς. Κι εγώ, καθώς είμαι δασκάλα και παλεύω όλα αυτά τα χρόνια να οδηγήσω διακριτικά, αλλά στέρεα τα παιδιά μας στον Κήπο της Χαράς της Ανακάλυψης, καθώς και στον Κήπο της Παντοτινής Αγάπης, ονειρεύομαι ξανά και μ’ αυτή την καινούρια αφορμή εικόνες σαν…

Σαν αυτήν που απόλαυσα τελευταία, διαβάζοντάς την στο βιβλίο του Τζωρτζ Στάινερ «Η σιωπή των βιβλίων»:

«Ένα αγόρι καθισμένο στο βάθος του κήπου, με ένα βιβλίο στα γόνατα. Το φωνάζει η οικογένεια που είναι μαζεμένη γύρω από το τραπέζι και μιλούν για τον καιρό και το μικρό αγόρι που βρίσκεται στο βάθος του κήπου προσποιείται πως ακούει. Αλλά έχει την ηρεμία του, τις δικές του έγνοιες, την αόρατη πορεία του Μιχαήλ Στρογκόφ μέσα από τη στέπα, κι όλα αυτά ανάμεσα στη φασαρία από τις καράφες, τις πετσέτες, τις φωνές, τα γέλια.[…]». Και σαν την άλλη της ασπρόμαυρης φωτογραφίας του Ιωάννη Λάμπρου την οποία υπεραγαπώ, όπου δυο πανέμορφα κοριτσάκια με σχεδόν ακουμπισμένα τα κεφαλάκια τους, το ένα κεφαλάκι ανοιχτόχρωμο και κατσαρομάλλικο, το άλλο σκουρόχρωμο με μακριά μαλλιά πιασμένα κοτσίδα, ακουμπούν στα γόνατά τους ένα μεγάλο βιβλίο, καθισμένα σ’ ένα πέτρινο σκαλί όπου πατούν με τα ξυπόλητα ποδαράκια τους. Κι έτσι καθώς τα έχει κυριολεκτικά απορροφήσει το κοίταγμα του βιβλίου, τα λούζει άφθονο φως∙ ένα παράξενο φως που ξεκινάει, θαρρείς, απ’ τα σκυμμένα κοριτσίστικα κεφαλάκια και χύνεται τριγύρω στα δέντρα που τα τυλίγουν από παντού σαν να θέλουν να τα απομονώσουν από τον υπόλοιπο κόσμο και να τα κλείσουν στον όμορφο κόσμο του βιβλίου τους…

Τέτοιες εικόνες εύχομαι να περιμένουν το βιβλίο σας μόλις στρίψει τη γωνία του δρόμου που ξεκίνησε σήμερα και επίσης εύχομαι να είναι πολλές.
Και ακόμη ωραιότερες…
.
*Είχα σχεδόν τελειώσει το κείμενο της παρουσίασης, όταν ανακοινώθηκαν τα πραγματικά αποκαρδιωτικά αποτελέσματα της έρευνας του Πανεπιστημίου Αιγαίου που πιστοποιεί το θρίαμβο του ατομικισμού στη νεολαία μας. Αυτό, σύμφωνα με τους αναλυτές, φανερώνει «την παταγώδη αποτυχία του εκπαιδευτικού μας συστήματος να διαπλάσει καλούς καγαθούς πολίτες»∙ σε μια τέτοια συγκυρία είναι εντελώς απαραίτητο ένα ιδανικό όπως αυτό του τίτλου, δηλαδή της διάπλασης ανθρώπων σαν αυτούς που ονειρευόταν ο Μακρυγιάννης, ανθρώπων που νοιάζονται πιότερο για το εμείς, λιγότερο για το εγώ. Κι ας μην ξεχνάμε ότι όλοι, αλλά προπαντός οι νέοι μας, έχουμε ανάγκη ιδανικών, έχουμε ανάγκη των μεγάλων αξιών της ζωής, αξιών σαν αυτές που αναφέραμε σήμερα με αφορμή το νεογέννητό μας βιβλίο.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.5.2008, 5.6.2008 και 19.6.2008]

26/6/08

ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΜΠΑΓΓΟΥ: Ήταν άγιος ο Μαυρίκιος;

Πράξη πρώτη

Ένα νησί στον Ινδικό, καυτό απ΄ το σφιχτό αγκάλιασμα του ήλιου και ιδρωμένο, όχι μόνο στους κόρφους, στις αμασχάλες και στις πεδινές κοιλιές, αλλά παντού. Στάζει, πρωί- πρωί, αχνιστή δροσιά κι αρώματα. Όταν κατέβηκαν εκεί οι Ισπανοί κι οι Ολλανδέζοι οι μυρωδιές ήταν που τους κέντρισαν τη μύτη δυνατά ενώ τα μάτια τους γέμισαν απ’ την εικόνα των ευρύκορμων κι αψηλών δένδρων. Ήσαν οι έβενοι˙ το χρώμα τους ίδιο σκοτεινό με τη μαυριδερή γης που βγήκε λιπασμένη απ’ την κοιλιά του ηφαίστειου.

Καημένοι πρωτοάποικοι! Των αρχηγών και των Βασιλιάδων τη φιλοδοξία τάχτηκαν να υπηρετήσουν. Αυτοί μονάχα ήτανε πεινασμένοι για καινούργια γης γιατί η παλιά, η Ευρωπαϊκή, τους έδιωχνε από καιρό. Τον έναν γιατί έκλεψε, τον άλλον γιατί σκότωσε κι όλους μαζί γιατί ήταν φτωχοί στα υλικά και στο κουμάντο του μυαλού. Κι ήρθαν εδώ και κολύμπησαν σε λάγνες θάλασσες, με πλήθος ψάρια, διακοσμημένες με κοράλλια που μπλέκονταν μεταξύ τους, εκεί, γύρω απ’ τις ακτές κι έκαναν έναν φράχτη μακρύ και στριφογυριστό για να μην φτάνει το μεγάλο κύμα τη στεριά. Οι αυτόχθονες, νησιώτες με μαύρο δέρμα, καλά προφυλαγμένοι από του ήλιου τα φιλιά, τους κοίταζαν με χάζι στην αρχή κι αργότερα με φόβο.
Καημένοι αυτόχθονες! Τους έβαλαν για εκείνους να δουλεύουν κι ένοιωσαν σαν τα δικά μας βόδια στο ζυγό. Κι έμαθαν τι πάει να πει καταπίεση από λευκό και πώς η άχρωμη φυλή συνήθισε να διαφεντεύει τον πλανήτη: με το στανιό ή με την πονηριά˙ στην πονηριά όμως έκαναν οικονομία, την κρατούσαν για τις μεταξύ τους δοσοληψίες, και το στανιό περίσσευε.

Κι έμαθαν να χτίζουν σπίτια για του άχρωμους, να κόβουν δένδρα άχρι τελευταίου, να φτιάχνουν πλοία, σαν τα Ισπανικά, τα Γαλλικά, τα Εγγλέζικα. Τις γυναίκες τους, φουρφουρωτές και μυρωδάτες, σαν μαύρα τριαντάφυλλα, τις έμαθαν να σκάβουν το χώμα, να νοικοκυρεύουν κι όταν τελείωναν με τις δουλειές τις έκλεβαν τον έρωτα. Τους δίδαξαν να μιλούν Γαλλικά κι Εγγλέζικα που εκείνοι για καλύτερα τα ταίριαζαν με τη δική τους γλώσσα. Για χρόνια όμως δεν ξεχώριζαν τι φοβούνταν περισσότερο: τη μπουρού των καραβιών που πλησίαζαν ή την λάβα που βρυχιόταν όταν χύνονταν από την κορφή του μεγάλου βουνού. Είχαν ξεμακρύνει απ’ την δαγκάνα της φύσης και τους γράπωσε η αρπάγη των ανθρώπων. Σ’ όλα όμως συνηθίζει κανείς. Κι έτσι έγινε: πηγαινοέρχονταν ολημερίς, χωρίς χαμόγελο όμως. Αυτό ήταν το τίμημα της δουλείας;

Το βράδυ όμως όλα άλλαζαν κι αναδύονταν φρεσκογεννημένοι μέσα από την αγκαλιά της ημερήσιας ραστώνης. Τραγούδια ακούγονταν και τα ταμ-ταμ, φτιαγμένα από κούφιο ξύλο, έβγαζαν αυτό τον αναθεματισμένο θόρυβο, που έκανε τους ντόπιους να κουνούν τους γοφούς πέρα δώθε, και τους καινουργιοφερμένους να βουλώνουν τ’ αυτιά. Δεν μπορούσαν να κοιμηθούν από τα γρυλίσματα των άγριων ζώων και δεν ήταν δυνατόν να ξεδιψάσουν πίνοντας από το χλιαρό νερό που έμοιαζε με απονέρι ξεχασμένης ανθοδόχης. Το μόνο που ήθελαν ήταν να φύγουν.

Πράξη δεύτερη

Ξέρετε πως είναι τα ταξίδια κάποιων εργαζόμενων: ολημερίς δουλειά και μόλις παρουσιαστεί η ευκαιρία φεύγουνε για άγνωστους και μακρινούς προορισμούς: όπως ο Άγιος Μαυρίκιος. Εκεί όμως δεν είναι όπως στην Ελλάδα με τα ταβερνάκια σκορπισμένα στ’ ακρογιάλια, με τόσα rooms for rent κι από δίπλα να ξεφυτρώνουν χλιδάτες βίλες. Κι όλα σε απόσταση αναπνοής, στα πόδια μας˙ μια άναρχη Ελληνική δημοκρατική συνύπαρξη των πάντων. Εδώ το ξενοδοχειακό συγκρότημα είναι Ελβετικών συμφερόντων, καλά περιφραγμένο και φρουρούμενο νυχθημερόν. Αποτελείται από πολυτελείς καλύβες που διαθέτουν τζακούζι, ιδιαίτερο κήπο και πρόσβαση στη θάλασσα. Συνδέονται μεταξύ τους με γεφυράκια και πλακόστρωτα που μιμούνται επιτυχώς ευρωπαϊκούς κήπους. Οι ξενοδοχοϋπάλληλοι είναι απλά υπηρέτες και βλέπεις καθαρά στα μάτια τους ότι αισθάνονται σαν τηλεμεταφερόμενοι από άλλον πλανήτη: από τον κόσμο της δικής τους φτώχειας στον πλανήτη της αφθονίας των άλλων. Παραέξω τα σπίτια τους είναι φτιαγμένα με ξασβέστωτες τσιμεντογωνίες, τα παιδιά τους ξυπόλυτα, οι μεγαλύτεροι χωρίς δόντια˙ είναι οι παραμελημένοι μισθοφόροι της εξυπηρέτησης των λευκών. Ανάβουν για χάρη τους φωτιές στις βραδινές παραλίες, παίζουν τα ταμ-ταμ, μαγειρεύουν εξωτικά φαγητά που πιθανόν εφεύραν Ελβετοί σεφ. Το πόσο εύκολα συνηθίζει κανείς στην καλοπέραση δε λέγεται: να σου βάζουν την πετσέτα στα πόδια , το πιρούνι στο χέρι, να σε παρακολουθούν με την ελπίδα να τους αφήσεις να σε περιποιηθούν όπως μόνο αυτοί επιβάλλεται να ξέρουν. Και …τελικά να σε πείθουν να αισθανθείς προνομιούχος, ξεχωριστός. Και συχνά το καταφέρνουν.

Κοιτούσα το ξύλινο περίτεχνο ταβάνι που ήταν ο ουρανός του κρεβατιού μου και χάζευα τα σκαλίσματα που απεικόνιζαν φύλλα βαθύσκιωτων δένδρων και που επαναλαμβάνονταν στα πόδια και στις τάβλες των τραπεζιών. Στο τραπέζι της διπλανής καλύβας φαίνονταν το ομοίωμα παλιού Γαλλικού καραβιού, σα να ήταν έτοιμο ν’ αρμενίσει στον ωκεανό που αγνάντευα από το μπαλκόνι μου και που περιέκλειε το νησί, πότε χαϊδεύοντας το και πότε απειλώντας το. Θρύμματα από κοράλλια μπερδεύονταν ανάμεσα στην πρασινάδα που κατέβαινε ακάθεκτη για να αναμετρηθεί με τ’ αρμυρό νερό. Την βλάστηση εδώ δεν προσπαθούσαν να την συντηρήσουν όπως στον τόπο μας, αλλά όλο την αραίωναν κι όλο της έβαζαν εμπόδια για να μην τα πνίξει όλα. Μου άρεσε πολύ ένας καρπός σαν βελανίδι: σκληρός και περίκλειστος, πιο ραφινάτος όμως, σαν κέντημα της φύσης. Τον έκρυψα στην παλάμη μου κι ύστερα τον έβαλα να στολίζει τα χαρτιά μου. Αυτός ήταν που με συμφιλίωσε μ’ όλα γύρω. Τον διάλεξα, δεν μου τον έδωσε κανείς κι αντικατοπτρίστηκε μεσ’ το μυαλό μου με τα βελανίδια της Ελλαδικής αυλής μου. Κι οι γάτες μου άρεσαν πολύ. Τις είδαμε έξω από έναν Βουδιστικό ναό, δίπλα στη λίμνη που γέμισε με τα νερά της το κενό του ανενεργού ηφαίστειου. Εκεί στο ακρόλιμνο τίναζαν με ενστικτώδη μαστοριά τα πόδια τους και γράπωναν μικρά ψαράκια που τα κατάπιναν ολόκληρα, σα να φοβούνταν μη τους φύγουν απ’ το στόμα.

Και λίγο παρά πέρα είδαμε ένα κομμάτι γης γυμνό από βλάστηση, ντυμένο όμως με χρώματα κυανά , πορφυρά, μενεξελιά. Ήταν οι όψεις των μετάλλων που τα ανάβλυσε το χώμα κι ο χρόνος τα συγκράτησε αναλλοίωτα.
Και μια άλλη, ιδιαίτερα ζουμερή βροχή απολαύσαμε˙ έσταζε ρυθμικά και τα μούσκευε όλα βαθειά, μέχρι το κόκαλο. Τα πλατιά φύλλα των λουλουδιών κρατούσαν για ώρα το νερό, μεθυσμένα από την γαργαλιστική του ρευστότητα, αργοπορώντας, όσο ήταν δυνατόν, την κάθοδό του στο χώμα.
Κι εμείς εκεί, βέβαια: ο καθένας είχε σύρει τον εαυτό του μέχρι τον Ινδικό, με ό,τι καλό και ό,τι κακό είχε αποθηκεύσει επάνω του˙ με ανεβασμένη διάθεση και χωρίς, μ’ ευγενείς κι αγενείς συμπεριφορές και με ανθρώπινο γλυκό πρόσωπο κάποτε. Η περιήγηση, άλλωστε, είναι στο αίμα μας, αφού όλοι περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι κάποιου Οδυσσέα.

Ένα δεν είδαμε: έβενους. Ελπίζω να υπάρχει κρυμμένος στο χώμα ένας τους σπόρος κι όταν ξαναπάμε να έχει βλαστίσει. Κι οι άνθρωποι να είναι αλλιώς: να έχουν καταφέρει να πάρουν πίσω το χαμόγελό τους.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.5.2008]

25/6/08

ΠΑΡΜΕΝΙΩΝΟΣ Ν. ΤΖΙΦΡΑ: Η Μακεδονία και το κράτος των Σκοπίων

Πελαγονία, την Δαρδανία και την Ιλλυρία. Στην Μακεδονία περιλαμβάνονται, εκτός των άλλων, και οι περιοχές (σήμερα νομοί) Θεσ/νίκης, Ημαθίας, Χαλκιδικής, Πιερίας, Φλωρίνης, Καστορίας (Ορεστίδος) κ.ά. Ειδικώτερα τώρα οι τρεις άλλες αναφερόμενες περιοχές είναι οι εξής:

1) Η Πελαγονία. Αυτή ήταν περιοχή της Μακεδονίας, που πήρε το όνομα από το γιο του Αξιού Πελαγόνα (Στραβ. 7.331). Οι Πελαγόνες κατοικούσαν αρχικά στην κοιλάδα του Αξιού. Οι τελευταίοι όμως πιεζόμενοι από τους Παίονες προωθήθηκαν στα δεξιά και εγκαταστάθηκαν στη νότια Λυγκηστύνδα, που ήταν περιοχή της βορειοδυτικής Μακεδονίας. Το 359 π.Χ. ο Φίλιππος Β’, βασιλιάς της Μακεδονίας, κατέλαβε την Πελαγονία και την προσάρτησε στο Μακεδονικό κράτος, στο οποίο παρέμεινε και κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους.

2) Η Δαρδανία. Κατά την ρωμαϊκή εποχή ήταν η χώρα των Δαρδάνων, που εκτινόταν ανάμεσα στη Δαλματία, τη Μακεδονία και τη Μοισία. Ήταν περιοχή μεγάλης στρατιωτικής και εμπορικής σημασίας. Μήπως γι’ αυτό και η πρόσφατη ιδιαίτερη «αγάπη» των Αμερικανών; Τη Δαρδανία διέσχιζαν οι δρόμοι που συνέδεαν το Δούναβη και το Αιγαίο. Στις περιοχές αυτές βετεράνοι του ρωμαϊκού στρατού δημιούργησαν αποικίες. Μια απ’ αυτές τα Σκόπια (Scupi) εξελίχθηκαν σε πρωτεύουσα της Δαρδανίας και η χώρα αποτέλεσε τμήμα της ρωμαϊκής επαρχίας της Μοισίας, που μέχρι πρότινος καταλάμβανε το νότιο τμήμα της (πάλαι ποτέ) Γιουγκοσλαβίας, ενώ στα βυζαντινά χρόνια ήταν επαρχία, η οποία ανήκε στο θέμα του Δυρραχίου. Η Μοισία αντιστοιχεί εν μέρει σε τμήμα της Βουλγαρίας και εν μέρει στη Θράκη. Τον 7ο αι. εγκαταστάθηκαν εκεί το πρώτον οι Σλάβοι και οι Βούλγαροι. Πουθενά δεν αναφέρονται κάτοικοι της περιοχής ως Μακεδόνες.

Εδώ βρίσκεται και η πόλη που πήρε το όνομα Μοναστήρι (9ος με 10ος αι. ). Σ’ αυτό είχε την έδρα του ο Μητροπολίτης Πελαγονίας και από τον 15ο αι. ήταν μία από τις σημαντικότερες πόλεις της βορειοδυτικής Μακεδονίας Τα χρόνια αυτά το Μοναστήρι παρουσιάζει έντονη εμπορική κίνηση, καθώς ήταν σταυροδρόμι προς την κεντρική Ευρώπη. Υπολογίζεται ότι στις αρχές του 20ου αι. οι Έλληνες ανήρχοντο στις 14.000. Τα ελληνικά σχολεία, καθώς και τα άλλα ιδρύματα ενίσχυαν την ακτινοβολία του. Το 1912 απελευθερώθηκε από τους Σέρβους και πολλοί Έλληνες που είχαν δοκιμαστεί από τους «κομιτατζήδες» αναγκάστηκαν να εκπατριστούν. Τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο περιήλθε στους Βούλγαρους και το 1918 πάλι στους Σέρβους. Το 1941 κατελήφθη από τους Γερμανούς και απελευθερώθηκε το 1944, όπως και ολόκληρη η περιοχή των Σκοπίων και των άλλων πλησιόχωρων μερών.

3) Η Ιλλυρία. Οι Ρωμαίοι, όταν κατέλαβαν την Ιλλυρία, τη μετονόμασαν σε Δυρράχιο. Απ’ αυτό άρχιζε η Εγνατία οδός, που ήταν συνέχεια της ιταλικής πόλης (γνωστής ως Εγνατία, από την οποία προέρχεται η ονομασία Εγνατία οδός), που είναι παραλιακή πόλη, εμπορική με επίνειο και αποβάθρα στην οποία καταπλέουν τα πλοία για την Ελλάδα και τη Μακεδονία. Η οδός αυτή δια μέσου της Θεσ/νίκης έφθανε στην Κων/πολη.

Από του Απριλίου 1941 έως του τέλους Νοεμβρίου 1944 των πάλαι ποτέ ελληνικών περιοχών της Δαρδανίας (κυρίως), Πελαγονίας και Ιλλυρίας (τρεις λέξεις, καθαρά ελληνικές) και μερικοί Σλαβόφωνοι, δηλ. οι ονομαζόμενοι κομιτατζήδες, Σνοφίτες και Βούλγαροι από Δεκεμβρίου 1944 αποκαλούνται εφεξής «Μακεδόνες». Για την επικράτηση του ονόματος αυτού, οι παραπάνω κάνουν πολύπλευρο αγώνα, ιδία στον Καναδά, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στην Αυστραλία, για την επικράτησή τους με το νέο όνομα «Μακεδονία».

Έτσι λοιπόν από το τέλος Νοεμβρίου 1944 οι κάτοικοι των πιο πάνω περιοχών, που βλέπουν την πτώση της Βουλγαρίας και των συμμάχων τους Γερμανών, αλλάζουν, όπως είπαμε, τακτική και γίνονται αμέσως, χωρίς κάτι άλλο, «Μακεδόνες», όπως τους αποκάλεσε ο τότε ισχυρός άνδρας της Γιουγκοσλαβίας στρατάρχης Τίτο, γνωστό όργανο των Αγγλοαμερικάνων. Σε έγγραφο, που απευθύνεται στον τότε πρωθυπουργό της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας της χώρας μας, Γεώργιο Παπανδρέου, και υπογράφεται από το στρατηγό Στέφανο Σαράφη, αρχηγό τότε της ΕΛΑΣ, αναφέρεται ότι «εις την περιοχήν Μοναστηρίου υπάρχουν Σλαβομακεδόνες αντάρτες, οίτινες υποστηρίζουν την ιδέαν της αυτονόμου Μακεδονίας, εις την οποίαν περιλαμβάνουν και τους νομού Φλωρίνης, Εδέσσης και Κιλκίς. Εις τας ανταρτικάς ταύτας δυνάμεις υπάρχουν και σλαβόφωνοι, καταφυγόντες εκεί εξ Ελλάδος και οίτινες επιχειρούν την είσοδό των εις τα ελληνικά εδάφη προς προπαγάνδαν και στρατολογίαν. Το Γενικόν Στρατηγείον του ΕΛΑΣ έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα, διατάξαν την συγκέντρωσιν δυνάμεων προς την κατεύθυνσιν τούτην ούτως ώστε να περεμποδίζεται η είσοδος τούτων. Ουχ ήττον νομίζω ότι κατά την εξέτασιν του στρατιωτικού προβλήματος δέον να ληφθεί υπ’ όψιν η δημιουργηθείσα κατάστασις δια την ασφάλειαν των συνόρων, ασχέτως προς τας διπλωματικάς ενεργείας». Την ίδια εποχή ο γνωστός στρατηγός Τέμπο μίλησε στη Βουλή του Βελιγραδίου «για τους υπόδουλους αδελφούς του Αιγαίου, που περιμένουν την απελευθέρωση από το στρατό του Τίτο».

Σημειώνω ακόμη ότι από εκείνες τις ημέρες υπάρχει επιστολή του ηγετικού στελέχους του βουλγαρικού Κ.Κ. Τράϊτσε Κοστώφ με το οποίο «ζητά σοβιετική βοήθεια για την αποτροπή των γιουγκοσλαβικών σχεδίων, τα οποία συμπεριλαμβάνουν και τη ‘‘Μακεδονία του Πιρίν’’».

Μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Σκοπιανοί είναι εγκατεστημένοι κυρίως από την εποχή του 1900 και μετά, στον Καναδά, ΗΠΑ και Αυστραλία και αναπτύσσουν εκεί πλούσια και πολυσχιδή, εθνική, κοινωνική και πολιτιστική δράση, με τα οργανωμένα σωματεία τους, σε στάδια, γήπεδα και δημόσιους χώρους των παραπάνω κρατών. Σε αντίθεση με τους Έλληνες της διασποράς των ίδιων χωρών, οι οποίοι, όπως λένε πολλοί, δεν αναπτύσσουν καμία δράση ή τη δράση που έδειχναν, ενδεχομένως, πριν 60-70 χρόνια στις παραπάνω πολιτείες.
Επομένως η βασική, ορθή κατά τη γνώμη μας άποψη, υποστηρίζει ότι οι κάτοικοι της περιοχής, μέχρι πρότινος φερόμενοι ως Βούλγαροι, δεν μπορεί να λέγονται σε καμία περίπτωση Μακεδόνες, ή αν ονομαστούν τελικά να υπάρξει κάποιος επιθετικός προσδιορισμό, όπως λ.χ. Βόρειος, ή Άνω Μακεδονία ή Νέα Μακεδονία.

Υποστηρίζεται από ορισμένους αναλυτές ότι, όταν θα παύσει κάποτε η κυριαρχία των ΗΠΑ στη Βαλκανική (και στον κόσμο γενικότερα), το κράτος των Σκοπίων, που αποτελεί «εκτρωματικό θνησιγενές κατασκεύασμα» του δυτικού ιμπεριαλισμού και διοικείται σήμερα από επηρμένους αμερικανοτραφείς-βαλκανογιάπηδες, θα διαλυθεί τα προσεχή χρόνια. Τότε θα έχουμε γείτονες πιο ισχυρούς, Αλβανία και Βουλγαρία. Αν έτσι γίνει και αν αυτό συμφέρει στη χώρα μας δεν μπορούμε να γνωρίζουμε από τώρα. Πάντως τη σημερινή κυριαρχία της Ελλάδας στους χώρους της Βαλκανικής, γενικότερα της Ευρώπης και της Μεσογείου πολλοί εζήλωσαν. Επί του παρόντος σωστή η πολιτική μας να υπάρξει ένας επιθετικός προσδιορισμός.

Πολλοί όμως θεωρούν την ονομασία άνευ σημασίας. Σ’ αυτούς ανήκει και ο γνωστός ακαδημαϊκός και ζωγράφος Δημήτρης Μυταράς. Ο τελευταίος σε συνέντευξή του, στο Βήμαgasino, της 4 Μαΐου 2008, λέγει: «Εγώ είμαι υπερέλληνας, ε; Αν παρατηρήσει κανείς τη ζωγραφική μου, έχω την Ελλάδα μόνο. Μπορεί να είμαι ντεμοντέ, τη λατρεύω όμως είμαι υπερπατριώτης, την αγαπώ πάρα πολύ και την αρχαία και τη σύγχρονη. Βέβαια, και αντιρρήσεις υπάρχουν… Και έχω ζήσει και μέσα στο Πολυτεχνείο τριάντα χρόνια και έχουν κάψει και το εργαστήριό μου και το μισό Πολυτεχνείο και μου είχε στοιχίσει πάρα πολύ, αλλά τον Άγνωστο Στρατιώτη; Αυτοί ήδη είχαν κατοχυρώσει γη και όνομα πολλά χρόνια πριν. Το έβλεπα πηγαίνοντας οδικώς στο Παρίσι, ταμπέλες με Alta Macedonia με Bassa Macedonia και κανείς τότε δεν ενδιαφερόταν. Οι Έλληνες το είχαν δεχτεί. Μετά είχαμε μια τεράστια διπλωματική αποτυχία, που κατέληξε στο να τους έχουν αναγνωρίσει όλοι, πλην ημών. Που έπρεπε να τους έχουμε συμμάχους και φίλους. Κάποια στιγμή, όμως, τι θα κάνουμε; Δεν μπορεί να είναι μια χώρα χωρίς όνομα… και αφού το θέλουν και οι μεγάλες δυνάμεις… Τι μας έχει πιάσει και φοβόμαστε; Το όνομα τι κατοχυρώνει; Όχι, δεν θα με ενοχλούσε το θέμα, δεν είναι το όνομα, με οποιοδήποτε όνομα θα μπορούσε να επέλθει καταστροφή, αν θέλανε».

Κανένας δεν αμφισβητεί τον πατριωτισμό και την καλή προαίρεση του κ. Δημήτρη Μυταρά. Είναι κι αυτή μια άποψη υποτονική εθνικώς, την οποία αποδέχτηκαν, δυστυχώς, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 1950 και εφεξής μέχρι πρότινος, πιεζόμενες προδήλως από τις μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία και ΗΠΑ) για να μη δημιουργηθεί πολιτικό θέμα μεταξύ της χώρας μας και των δύο μεγάλων, αφού η Ελλάδα είχε ανάγκη όλα αυτά τα χρόνια της καθολικής ηθικής, πολιτικής και οικονομικής συμπαράστασης αυτών.

Συμπερασματικά καταλήγουμε: Οι Σλάβοι ήρθαν στη Βαλκανική, συνεπώς εισέδυσαν και στην Ελλάδα, τον 7ο αι. μ.Χ. Οι κάτοικοι της επίμαχης περιοχής ισχυρίζονταν αρχικά ότι είναι Βούλγαροι από τον προαναφερθέντα αι. μέχρι και το έτος 1944. Από του τέλους όμως του 1944 και εφεξής θέλουν να αποκαλούνται Μακεδόνες, ως εάν η εθνική ταυτότητα, μετά πολυετή παλινωδία, είναι θέμα απλής ονομασίας. Κι αυτό, χωρίς να έχουν καμία απολύτως σχέση με τους κατοίκους της Μακεδονίας. Εκ του λόγου και μόνο ότι κατοικούν σ’ ένα μικρό τμήμα αυτής (Μακεδονίας). Οι κάτοικοι της περιοχής Καστοριάς, κατοικούν σ’ αυτόν εδώ τον τόπο επτά χιλιάδες χρόνια π.Χ. Ίδετε το λιμναίο οικισμό στο Δισπηλιό της Καστοριάς και αυτοί, δηλ. οι φερόμενοι σήμερα «Μακεδόνες», ήρθαν τον 7ο αι. μ.Χ.

Ένας μεγάλος ξένος ποιητής, αρχαιολάτρης, με το ψευδώνυμο Αρίστος Άμμων, λέγει: «εν τω προτέρω χρόνω η Ελλάς ην εις λαός μετά μικρών πόλεων. Ύστερον είχεν μίαν πολύ μεγάλην εξέλιξιν από της Ελλάδος μέχρι της Κίνας και της Ινδίας. Εν τω δευτέρω ο λόγος εστίν περί της ελληνικής παιδευτικής επιρροής. Εν τω τρίτω μέρει εκφράζεται περί του σημερινού προβλήματος, δηλ. τις εστίν και τις ουκ εστίν Μακεδών. Και μετά μίαν σκέψιν λέγει: Μακεδόνες εισίν οι άνθρωποι, οι οποίοι ήσαν μέλη ενός ελληνικού γένους. Ο λέγων ότι οι νυν Σλάβοι, οι περί των Σκοπίων Μακεδόνες αν είεν, ψευδολογούσιν και απιστέμονες εισίν ή έχουσιν κρυπτούς σκοπούς ιμπεριαλισμού, όπως είχον οι κομμουνισταί…» (Ε.Α. 72/125, Απρ. 2008).

Οι Έλληνες έκαναν πολλές παραχωρήσεις από 50ετίας και πλέον χάρη της καλής γειτονίας. Οι ονομαζόμενοι «Μακεδόνες», κάτοικοι των Σκοπίων, δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με τον Μέγα Αλέξανδρο, αφού απέχουν απ’ αυτόν χίλια (1000) χρόνια και ας ονομάζουν το αεροδρόμιό τους «Αεροδρόμιο ο Μέγας Αλέξανδρος».


[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.5.2008]

24/6/08

ΟΔΟΣ: Vision

Αγαπητή ΟΔΟΣ,

Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να σου γράψω για μερικές απορίες μου, εδώ και μερικά χρόνια. Αλλά την τελευταία στιγμή νόμιζα ότι ήταν πολύ απλοϊκά τα ερωτήματά μου και έτσι σταματούσα. Στην συνέχεια, πάντοτε γύρω από τα ίδια περίπου θέματα, όλο και νέα ερωτήματα μου προκαλούνταν, αλλά και πάλι, στο τέλος, μετάνιωνα.

Τελευταία φορά που θέλησα να σου γράψω – πριν την φετινή Eurovision – ήταν στην σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι 2 μήνες περίπου πριν, αλλά η αλήθεια είναι ότι θεώρησα κάπως ακατάλληλο το timing. Ένεκεν του ονόματος του κράτους των βορείων (καλών και ειρηνικών, ομοδόξων και μουσικώς ομογαλάκτων) γειτόνων μας. Που κι’ αυτοί, τιμούν τις παραδόσεις και την κληρονομιά τους.

Όμως, τώρα με την Eurovision στο ειρηνικό Βελιγράδι, την περασμένη εβδομάδα, με τον τελικό διαγωνισμό το περασμένο Σαββατόβραδο, η κατάσταση (με τις απορίες μου) έφθασε σε οριακό σημείο. Ήταν πλέον μεγάλη ανάγκη, ανεπίδεκτη αναβολής, να μοιραστώ τις απορίες μου με την ΟΔΟ, και όσους την διαβάζουν. Αν δεν κατάλαβες ακόμη, το βάσανό μου είναι για την στάση και την αισθητική της σημερινής Ευρώπης, μετά την αθρόα εισβολή των χωρών της άλλοτε Ανατολικής Ευρώπης, στο πολιτικό αλλά και στο μουσικό γίγνεσθαι.

Αγαπητή ΟΔΟΣ, προσωπικά μπορεί να μην γνωριστήκαμε, αλλά για να συστηθώ κιόλας, πρέπει να γνωρίζεις ότι γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ. Χρονικά άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου και τους γύρω μου, την Καστοριά και την κοινωνία της, κάπου κοντά στην περίοδο της μεταπολίτευσης. Είμαι άνθρωπος δηλαδή που διαμορφώθηκα μέσα στις δεκαετίες του 1970 και 1980. Για να γίνω ακόμη πιο συγκεκριμένος, μεγάλωσα περίπου στην ίδια εποχή, με αυτούς που διοικούν σήμερα τον Δήμο Καστοριάς, ή τουλάχιστον με την πλειοψηφία τους. Καθ’ ότι θυμάμαι (ακόμη και τώρα με κάποια απορία) μέχρι και τον σημερινό δήμαρχο να εναρμονίζεται με την ιδεολογική και πνευματική πλατφόρμα της μετασχολικής εποχής και να μένει αξύριστος, με γένια.

Έκανε (και) τότε την δική του επανάσταση, είχα σκεφτεί. «Φαντάσου» πόσα ήταν, τα όσα θα ήθελε να πεί, σκεφτόμουν. Για ένα δίκαιο κόσμο, χωρίς ανισότητες. Και για το βάρος των προβλημάτων που προκαλούσαν οι ιμπεριαλιστές του ΝΑΤΟ και της ΕΟΚ που δεν άφηναν χρόνο για ξύρισμα και λούσα στους ανθρώπους που είχαν τα λεγόμενα αριστερά ιδανικά της περιόδου. Μου φαίνονταν κάπως ασαφή βεβαίως όλα αυτά. Όμως η αλήθεια είναι ότι η καθολικότητα της επιρροής που άρχισαν να ασκούν στην ελληνική ζωή και ιδίως την νεολαία, με υποχρέωσε να καταπνίξω τις απορίες που και τότε είχα. Έτσι, ξέσπασα στην JB(*).

Αλλού όμως είναι το θέμα μου: Η αλήθεια είναι ότι η Καστοριά τότε, κοινωνικά και πνευματικά ήταν κάπως συντηρητική, παρά το γεγονός ότι η άνθηση της γούνας επέτρεπε την απ’ ευθείας εισαγωγή των ρευμάτων της μουσικής ιδίως αλλά και της τέχνης γενικώτερα ή και της μόδας ακόμη, από τα μεγάλα κέντρα του δυτικού κόσμου, την Νέα Υόρκη ή το Παρίσι για παράδειγμα, κατ’ ευθείαν στην Καστοριά. Έτσι, πολλά πράγματα (από άποψη τεχνολογικού πολιτισμού) μπορεί να τα στερούνταν τότε η πόλη, όμως, για μας που ήμασταν ακόμη παιδιά, είχε ένα Πνευματικό Κέντρο (για τον χειμώνα) και έναν Ναυτικό Όμιλο (για το σύντομο καλοκαίρι). Είχε μερικές πολιτιστικές εκδηλώσεις που διοργάνωναν, πριν παρακμάσουν και βυθιστούν στο σημερινό έρεβος, μεγάλοι σύλλογοι της εποχής όπως η «Αρμονία» και εύποροι όπως ήταν ορισμένοι από τους συμπολίτες της εποχής, άρχισαν να γεμίζουν την Καστοριά, με πανάκριβα αυτοκίνητα, για τα οικονομικά δεδομένα της υπόλοιπης Ελλάδος την αντίστοιχη εποχή, και σταδιακά με εξ ίσου πολυτελείς κατοικίες. Λίγο υπερβολικά όλα, αυτά, αλλά συνέβαιναν.

Έτσι σε αντιστάθμισα αυτού του μεγάλου χάσματος και της αδικίας, μέσα στην οποία μεγαλώναμε βουτηγμένοι όλοι εμείς όπως μας κατηγορούσαν τότε, είχαμε στην Ελλάδα – και στην Καστοριά εννοείται- όσους προσπαθούσαν να προβάλλουν το κοινωνικό, πολιτικό, πνευματικό και πολιτιστικό επίτευγμα των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, ή της Κίνας και της Κούβας, ή κρατών σαν την Αλβανία, Γιουγκοσλαυϊα και Βουλγαρία. Στις οποίες παρεμπιπτόντως εφαρμόζονταν το ιδανικό πολίτευμα, όπως μας έλεγαν εδώ, ένα σύστημα υποχρεωτικής ισότητας των πολιτών. Κτίζονταν τόσοι παράδεισοι γύρω μας, από τα Τίρανα, έως το Μπακού, από την Βόρεια Κορέα ως την Κούβα, και εγώ, είναι αλήθεια αγαπητή ΟΔΟΣ, ένοιωθα κάπως άβολα που προτιμούσα να εκφράζομαι μέσα από τα ρεύματα της μουσικής και καλλιτεχνικής μόδας που εισάγονταν από τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο της εποχής:

Ροκ μουσική και μετά disco (μετά πολλής συγχωρήσεως) ποπ τέχνη, ξενύχτια, ανεμελιά, μόδα υψηλής και μέτριας ραπτικής, θρίλλερ στον κινηματογράφο, ταξίδια με σακίδιο στην πλάτη, γυμνισμός και παραλίες και άλλα ακατονόμαστα πράγματα, τα οποία μερικές φορές με έκαναν να ντρέπομαι μπροστά στην προβαλλόμενη ποιότητα των «άλλων». Που έλεγαν κάτι μεγάλα λόγια, που ποτέ δεν κατάλαβα πλήρως, για τον Μάρξ, για τον Μπρέχτ και κάτι άλλα παράξενα για αποπυρηνικοποιημένες ζώνες από την Λούτσα Αττικής ως το συμπαθές Ταλιν της Eurovision, καθώς και κάτι για ΕΟΚ, ΝΑΤΟ και συνδικάτο.

Και τώρα, το 2008, εδώ στην Καστοριά εξακολουθώ να ζω εννοείται. Και μάλιστα με δήμαρχο που προέρχεται από τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, της τόσης διανόησης και της τόσης επανάστασης των δεκαετιών 1970 – 1980. Καλά, δεν θα σε απασχολήσω αγαπητή ΟΔΟΣ για τις τέχνες και τα πνευματικά κέντρα της Καστοριάς, για τις εγχώριες τέχνες και τις local μούσες. Αλλά σε παρακαλώ, λύσε μου αν μπορείς μια απορία: Αλβανία, Ρουμανία, Πολωνία, Βουλγαρία, Τσεχία, Σλοβενία – και οι λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις- πράγματι εισήλθαν στο ΝΑΤΟ και μερικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Ή το ονειρεύτηκα θαρρείς σε όραμα και οπτασία, στην οποία – οπτασία εννοείται- νομίζω ότι διέκρινα και λαοσυνάξεις με αμερικανικά σημαιάκια και φωτογραφίες του απερχομένου προέδρου Τζωρτς Μπους;

Στα αλήθεια όλες οι πιο πάνω μεγάλες προοδευτικές και δημοκρατικές χώρες που συγκροτούσαν τον υπαρκτό παράδεισο των ιδανικών των εγχωρίων culture, μαζί με κάποιες άλλες χώρες -που για να πω την ακόμη μεγαλύτερη αμαρτία μου, δεν γνωρίζω καλά-καλά ούτε στον χάρτη να τοποθετήσω-, κάτι χώρες ως Αζερμπαϊτζαν, Ουκρανία (με το καλό ορυκτέλαιο), Αρμενία, Latvia, Giorgia (η παρά τω Τσερνομπίλ εννοείται όχι η των – εξωαποδώ ΗΠΑ), Σερβία, Vosnia, Μαυροβούνιο, Αζερμπαϊτζάν και μερικές ακόμη χώρες με ονόματα άγνωστες λέξεις, τις οποίες συναντά κανείς στη γεωγραφική περιοχή μεταξύ της ευδαίμονος Balkan Peninsula ως τον μακρινό Καύκασο, είναι οι χώρες που πλημμύρισαν τις οθόνες της τηλεόρασης μου, με στρας, σάρκα τροφαντή ανατολική, ξανθή πλατινέ κώμη, πειρατές, αγγέλους και διαβόλους, βαφτισιτικά ονόματα όπως Σλόμπονταν, Μίλος (ή Μύκονος θαρρώ λεγόταν) και άλλα τινά της δεκαετίας του 1980;

Αυτοί είναι οι παράδεισοι που για μια ακόμη φορά και φέτος – από την καρδιά της φιλειρηνικής, άλλοτε αδέσμευτης, ομόδοξης Σερβίας, -που είχε μάλιστα για πρόεδρο και αείμνηστο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, τον Νέο Ηρακλή σύμφωνα με ορισμένους συμπατριώτες μας- έθεσαν στο περιθώριο, μεγάλες δυνάμεις της παγκόσμιας μουσικής σκηνής, όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ολλανδία κοκ μόνο και μόνο επειδή δεν είναι χώρες σλαβικές και δεν προφέρουν το ίδιο βαρειά ορισμένα σύμφωνα;
Γι’ αυτό αγαπητή μου ΟΔΟΣ, δώσε μου αν μπορείς, ορισμένες πειστικές απαντήσεις για όλα αυτά τα κεφαλαιώδη και αμείλικτα ερωτήματα και τις ενοχές που με συμπιέζουν παιδιόθεν. Για όλο αυτό το υπερθέαμα, τα σλαβοκιτς, τα τιφτετελοειδή λικνίσματα των κυριών που βγήκαν από τα χαρέμια, για όλο αυτό το ΝΑΤΟ και το Eurovision, χρειάστηκαν οι άνθρωποι τόσο Μάρξ, Έγκελς και κυρίως Mπρέχτ, επί 40 έως 70 χρόνια;

Και για το τέλος, είναι και σήμερα ακόμη ζώνη αποπυρηνικοποιμένη η Λούτσα;

Ενθέρμως ευχαριστώ
(κοινώς: Ναστράβια)
[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.5.2008]

(*) Γνωστή ντισκοτέκ της εποχής

23/6/08

ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ: Το μνημείο του «αγνώστου» στρατηγού

Το θέμα μας είναι η πλατεία Βαν Φλιτ η οποία μετά από πολλή συζήτηση και πληθώρα προτάσεων μετονομάστηκε το 2004 σε πλατεία Μακεδονομάχων, εξαιτίας της πρωτοβουλίας των «εταίρων» μας των Η.Π.Α. να αναγνωρίσουν το κράτος των Σκοπίων με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Στο μέσον της πλατείας αυτής, είναι στημένη η προτομή του ηρωικού Φιλολάου Πηχεώνος, η οποία στην πίσω πλευρά φέρει τη συνηθέστατη πια στους Καστοριανούς ρυπαρογραφία «Aris-super -3», του πολυγραφότατου ανεγκέφαλου ρυπαρογράφου ο οποίος δε σέβεται ούτε μνημεία ούτε περιουσίες ούτε σήματα κυκλοφορίας ούτε τον εαυτό του. Και συνήθως κάτι τέτοιοι τύποι δε συλλαμβάνονται είτε γιατί δεν ενοχλεί η δραστηριότητά τους, στα πλαίσια της ελεύθερης έκφρασης των «ιδεών», είτε γιατί «έχουν μπάρμπα στην Kορώνη».

Πέντ’ έξι μέτρα τέλος πάντων πίσω από τη βεβηλωμένη προτομή του Πηχεώνος, βρίσκεται μια μαρμάρινη βάση με δυο ανεστραμμένες βίδες στην κορυφή της και μια σμιλεμένη αφιέρωση στην πρόσοψη: τω στρατηγώ J. Van Flit αι Ελληνικαί Ένοπλαι Δυνάμεις Φιλίας Ένεκεν.

Εδώ στρατηγός, εκεί στρατηγός πουθενά στρατηγός! Έχει να καθίσει στο μαρμαρένιο θρόνο του από τα 1999, οπότε και αποκαθηλώθηκε από αγνώστους, οι οποίοι, υποθέτω, τον αποκόλλησαν μη ανεχόμενοι να διαφεντεύει την πλατεία ένας εντεταλμένος δαμαστής ταξικών επαναστατικών κινημάτων.
Δεν είναι της παρούσης η αξιολόγηση αυτής της προσωπικότητας. Εκείνο που νομίζω ότι μπορεί να δεχτεί ο καθένας, απ’ όποιο ιδεολογικό μετερίζι κι αν αγωνίζεται για την προκοπή της πατρίδας, είναι ότι ο εν λόγω στρατηγός, δε θα βρει ανάπαυση στην ιστορική συνείδηση του Έλληνα και ποτέ δε θα περάσει στο πάνθεο των ηρώων όσα αγάλματα κι αν του στήνουμε όσους αξιωματούχους κι αν καλούμε στα αποκαλυπτήριά του.

Δεν μπορεί στην εποχή μας να υψώνουμε σημαίες διχασμού τιμώντας αμφιλεγόμενες προσωπικότητες. Είναι τραγικό στη θέα μιας προτομής, να επιχαίρουν οι μισοί Έλληνες που κατάφεραν με τη βοήθεια του Αμερικανού στρατηγού να τσακίσουν τους άλλους μισούς και να τους εξορίσουν στους σοσιαλιστικούς «παράδεισους» της Σιβηρίας και του Καυκάσου.

Εκείνο βέβαια που προκαλεί εντύπωση είναι η επιμονή του Δήμου να κρατάει ένα αδειανό βάθρο εδώ και εννιά συναπτά έτη, χωρίς να λαμβάνει μέριμνα ή να επανατοποθετήσει έστω μια νέα προτομή του στρατηγού ή να τον αντικαταστήσει τέλος πάντων με την μορφή ενός ήρωα απ’ το πανόλβιο συναξάρι των εθνικών μας ηρώων. Αυτή η εικόνα του αδειανού βάθρου, συνεπεία μιας ποντιοπιλατικής στάσης «ευγνώμονος φιλίας ένεκεν», ευτελίζει περαιτέρω τη μνήμη του στρατηγού, δεν περιποιεί τιμή στο Δήμο κι απ’ την άλλη, εξοργίζει μερίδα πολιτών για τη μονολιθική επιλογή να τιμάται μια μορφή που διχάζει. Πέραν τούτων, υπάρχει και η άποψη των επισκεπτών οι οποίοι με θυμηδία αντιμετωπίζουν την «ιλαρή» εικόνα, ένας ήρωας να αναπαριστάται αφαιρετικά με δυο μονάχα ανεστραμμένες βίδες, κοσμημένες απ’ τα οξείδια του χρόνου και της αναποφασιστικότητας.

Ώρα να τελειώνει αυτή η ιστορία! Κι ο καλύτερος τρόπος για να τελειώσει, ώστε να μην έχουμε στο μέλλον άλλες αποκολλήσεις και εν συνεχεία πνιγμούς προτομών, είναι να τοποθετήσουμε στη θέση του στρατηγού τη μορφή μιας προσωπικότητας που το έργο, η δράση, η προσφορά, είναι ενωτική, δημιουργική, αξιομνημόνευτη.

Κάποτε πια να υποσταλούν τα διχαστικά σύμβολα του αδερφοκτόνου πολέμου. Μπορούμε και χωρίς αυτά! Στους χαλεπούς καιρούς της αμφισβήτησης και του αλυτρωτισμού προέχει η ανάγκη να ξορκίσουμε τα φαντάσματα του νοσηρού παρελθόντος και να σφυρηλατήσουμε την αρραγή ενότητα η οποία θα θέσει τέλος στα δολερά σχέδια που απεργάζονται σε εναντιόβουλα φόρα «οι Έμποροι των Εθνών».

Κάποτε θα πρέπει να πάψει να χτυπάει ο αργαλειός του Δήμου στη ματαιόσχολη «Οδύσσεια» με το χαμένο στρατηγό της πλατείας, έτσι ώστε μη δώσει κι επαληθευτούν οι στίχοι του Καβάφη: «Και τώρα τι θ’ απογίνουμε χωρίς βαρβάρους; Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις!»…

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 22.5.2008]