31/10/08

ΛΕΩΝΙΔΑ ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΥ: Η κρίση του καπιταλισμού

η εκδίκηση του κομμουνισμού, ή η δικαίωση του σοσιαλισμού;

Ο τίτλος του άρθρου αυτού είναι μια πολιτική διατύπωση ή έκφραση, ενώ εάν ήθελε να εκφρασθεί κανείς με οικονομικούς ή τεχνοκρατικούς όρους, θα έπρεπε να θέσει το ερώτημα ως ακολούθως: ‘Η κρίση της οικονομίας της αγοράς η της ελεύθερης αγοράς, η εκδίκηση της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας (πρώην χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού) ή η δικαίωση της μικτής οικονομίας όπου παρεμβαίνει το κράτος όπου και όταν πρέπει;

Φυσικά όπως και να το πει κανείς είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, βρισκόμαστε στη εξέλιξη μιας κρίσης από την οποία κανείς δεν θα μπορούσε να πει με σιγουριά πότε και πως θα τελειώσει. Το εάν είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη εκείνης του ’29 θα μπορέσουμε να το πούμε στο τέλος αφού μετρήσουμε τις απώλειες. Φυσικά την κρίση τους ’29 δεν την κατάλαβαν όλες οι χώρες, αλλά ούτε έπληξε άμεσα όλον τον κόσμο, καθότι η παγκοσμιοποίηση των αγορών τότε δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο σήμερα. Μερικοί μιλάν φυσικά για χρηματιστηριακή ή τραπεζική κρίση η οποία ίσως να μην πλήξει και τόσο πολύ την υπόλοιπη αγορά ή την πραγματική οικονομία. Κάθε κρίση όμως όπως κάθε πόλεμος έχει παράπλευρες απώλειες. Οι απώλειες εκτός πεδίου μάχης είναι μεν μικρότερες αλλά όχι χωρίς συνέπειες.
Εάν θα πρέπει πάντως να κάνουμε μία επισήμανση μεταξύ των δύο κρίσεων είναι ότι, το ’29 άργησε να αντιδράσει ο κρατικός παρεμβατισμός με το λεγόμενο ‘νιου ντήλ’, της Κεϊνσιανής αντίληψης, ενώ στην σημερινή οικονομική κρίση η παρέμβαση των κρατών ήταν αμεσότερη παρά του ότι οι Γερμανοί δια της κ. Μέρκελ στην αρχή ένιψαν τα χείρας των λέγοντας λίγο πολύ,’ ο σώζων εαυτόν σωθήτω’ αλλά μετά φαίνετε ότι το σκέφθηκαν διαφορετικά και αποφάσισαν να δράσουν συλλογικά μαζί με τους άλλους Ευρωπαίους.

Δεν έλειψαν όμως και οι φωνές των νεοφιλελεύθερων, οι οποίοι κατηγόρησαν το κράτος για παρεμβατισμό στην ελεύθερη οικονομία, με τη εξαγορά διαφόρων τραπεζών, αλλά και των ακραίων αριστερών οι οποίοι μίλησαν για κρατικοποίηση των ζημιών και ιδιωτικοποίηση των κερδών, λες και αν άφηνε το κράτος τις τράπεζες να χρεοκοπήσουν, δεν θα πλήττονταν οι εργαζόμενοι και οι καταθέτες μικροί και μεγάλοι.

Ένα άλλο ερώτημα όμως, μεταξύ των πολλών, που γενάτε εδώ είναι, για το ποιος θα βγει πολιτικά κερδισμένος από αυτή την κρίση. Η φιλελεύθερη σκέψη που δεν θέλει το κράτος να παρεμβαίνει(ξεπούλημα όλων των κρατικών επιχειρήσεων), η κρατικίστικη αντίληψη που θέλει το κράτος επιχειρηματία (ναι στο καθεστώς των κρατικών εταιριών), ή μια άλλη σκέψη που είναι με πιο κοντά στην σοσιαλδημοκρατία και την λαϊκή δεξιά και δέχεται την παρέμβαση του κράτους όταν πρέπει και το επιτάσσει η κοινωνική ανάγκη, όπως πίστευε ο Κέϊνς;
Η λογική πάντως λέει ότι, κανένας δεν ήθελε και δεν θέλει μια κρατικοδίαιτη ΔΕΗ, Ολυμπιακή, Ο.Τ.Ε, κλπ., όχι μόνο με ελλείμματα που θα τα πλήρωνε ο φορολογούμενος, αλλά και με μισθούς και συντάξεις οι οποίοι είναι πρόκληση για τον αγρότη τον βιομηχανικό εργάτη και όλους τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι νιώθουν αδικημένοι καθότι ήταν ανήμποροι να ζητήσουν και να επιβάλουν μισθούς ‘ρετιρέ’ με την ανοχή του κράτους εργοδότη αφού οι πολιτικοί- εργοδότες εξαρτιόνταν από τις ψήφους των.
Εάν θέλουμε να βγάλουμε λοιπόν κάποια συμπεράσματα από την πρόσφατη οικονομική κρίση που ξεκίνησε από την μητρόπολη του καπιταλισμού ή της ελεύθερης αγοράς, όπου όπως φαίνεται θα κερδίσει πανηγυρικά ο Ομπάμα, δηλαδή οι δημοκρατικοί, είναι ότι η μεταστροφή αυτή του αμερικανικού σώματος θα επηρεάσει όλον τον κόσμο και λογικά θα υπάρξει μια μεταστροφή του εκλογικού σώματος προς κυβερνήσεις που ιδεολογικά είναι υπέρ του κρατικού παρεμβατισμού και όχι του νεοφιλελευθερισμού.

Ίσως όμως πει κανείς ότι, είναι νωρίς ακόμη να μιλάμε για νικητές και ηττημένους, μεσούσης της κρίσης, καθότι μπορεί οι κρατικές παρεμβάσεις να μην αποβούν τόσο σωτήριες, όσο θα θέλαμε ή θα έπρεπε και να βγουν οι νεοφιλελεύθεροι δικαιωμένοι, πράγμα όμως που ποτέ δεν θα μπορέσει να αποδειχθεί, καθότι δεν ακολουθήθηκε το μοντέλο τους, για να μπορέσουμε να συγκρίνουμε και να πεισθούμε έτσι, ότι θα είχαν δίκαιο.
Πάντως είτε είναι κανείς οπαδός του Κέϊνς είτε του Φρίντμαν , θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, ιστορικά έχει αποδειχθεί πως οι προοδευτικοί κύκλοι υποκύπτουν στη διαφθορά της εξουσίας και οι συντηρητικοί κύκλοι στην διαφθορά του χρήματος. Έτσι λοιπόν μπορεί ένα παρακλάδι ή μία έκφραση του καπιταλισμού να χρεοκόπησε αλλά αυτό δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι ο καπιταλισμός ή οικονομία της αγοράς χρεοκόπησε.
Ανεξάρτητα όμως πια θα είναι τα αποτελέσματα ή οι απώλειες αυτής της κρίσης, το δίδαγμα που θα πρέπει να βγει είναι ότι, το κράτος πρέπει και οφείλει να παρεμβαίνει έγκαιρα και όχι καθυστερημένα, ότι το κοινωνικό κράτος πρέπει να ενισχυθεί και να δημιουργήσει μηχανισμούς ελέγχου που θα διασφαλίζουν αυτόν τον ρόλο του και ότι οι επιχειρήσεις θα πρέπει να ενισχύσουν την κοινωνική τους ευθύνη χωρίς το κόστος αυτό να το μετακυλύουν στην κοινωνία. Διαφορετικά οι κοινωνικές εκρήξεις θα είναι αναπόφευκτες.

Ένα άλλο συμπέρασμα που θα βγει από την κρίση αυτή είναι ότι ο ‘καπιταλισμός’ θα γίνει εμπειρότερος εξυπνότερος και πιο μετριόφρων, αφού η ιστορία ναι μεν επαναλαμβάνεται αλλά ποτέ με ακρίβεια. Επομένως αν κάποιοι βλέπουν ένα άλλο ’29 μάλλον θα διαψευσθούν καθότι σήμερα υπάρχουν μηχανισμοί που είναι αποτελεσματικότεροι εκείνων του μεγάλου ‘κραχ’, αλλά από την άλλη θα πρέπει να γίνει σωστή διαχείριση της πληροφόρησης, η οποία δεν έχει καμία σχέση με την ταχύτητα που έτρεχε τότε, έτσι ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα πανικού.

Σημ. Το άρθρο γράφθηκε πριν γίνει αποδεκτό το σχέδιο του Γκόρντον Μπράουν από την Ε.Ε.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16.10.2008

30/10/08

ΕΛΕΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ: Δημήτριος Λάλας (1844-1911)

Ένας Μακεδόνας την καταγωγή και το φρόνημα. Μαθητής και συνεργάτης του Βάγκνερ. Πιστός φίλος της οικογένειας και μεγάλος θαυμαστής του δασκάλου του. Κι ο Βάγκνερ είχε μεγάλο θαυμασμό για τον Λάλα. Ήταν πιανίστας, μαέστρος και σπουδαίος συνθέτης, που το έργο του κατάπιε ο Θερμαϊκός κόλπος.

Το ασυχώρετο
Να λησμονήσεις φίλους,
να περιγελάσεις τον τεχνίτη,
Και το βαθύτερο μυαλό
να το περνάς μικρό και τιποτένιο,
Ο θεός το συχωράει – μην ταράξεις μόνο
Ποτέ σου την ειρήνη των αγαπημένων.


Φρήντριχ ΧαίλντερλινΣεπτέμβριος του 1798
Μετ. Ζήσιμου Λορεντζάτου


Ο κόσμος της μουσικής και της τέχνης γενικότερα έχει προσηλωμένο το βλέμμα του φέτος στη μεγάλη μορφή, της όπερας, στον Ρίχαρτ Βάγκνερ, ο οποίος γεννήθηκε στις 22 Μαΐου του 1813. Χρονιά αφιερωμένη, στον μεγάλο αυτόν συνθέτη. Στη μουσική ιδιοφυΐα. Τον αγαπημένο των θεών, όπως τον αποκαλούν, με τις ανθρώπινες αδυναμίες.
Πόσα και πόσα δεν έχουν γραφτεί για την τεράστια αυτή προσωπικότητα και την πολυτάραχη ζωή του. Τη λατρεία των φίλων της όπερας και της μουσικής, όσο και για τα αμφιλεγόμενα αισθήματα που εμπνέει στις καρδιές το ίνδαλμά τους. Έχουν περάσει 125 χρόνια από τον θάνατό του, πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου του 1883, και το 2008 κηρύχθηκε ανά τον κόσμο έτος Βάγκνερ.

Κατά τους ειδικούς, το βαγκνερικό ρεύμα βρισκότανε στη δυνατότερή του ορμή γύρω στα 1880, κι είχε παρασύρει όλη τη μουσική του τέλους του 19ου αιώνα. Τότε, όλοι οι μουσικοί ήταν αλυσοδεμένοι στο «δράμα» του Βάγκνερ, ο οποίος, γράφοντας το τελευταίο του έργο, τον «Πάρσιφαλ», έκλεισε τον κύκλο. Κανένας ύστερα απ’ αυτόν, έγραφε το 1939 η αξέχαστη μουσικολόγος Λουκία Φωτοπούλου, ζητώντας να τον ακολουθήσει στον ίδιο δρόμο, δίπλα στη λάμψη της μεγάλης αυτής φυσιογνωμίας δεν θα μπορούσε να δώσει άλλο από μιμήσεις. Γιατί ο Βάγκνερ είναι από τους δημιουργούς που κλείνοντας μέσα στο έργο τους τις προσπάθειες μια προηγούμενης εποχής βάζουν την τελευταία πέτρα στο οικοδόμημα. Ο μεγάλος βαγκνεριστής ιστορικός Καρλ Φρήντριχ Γκλάζεναπ γράφει: «Από τη Βιέννη έφτασε στις 22 του μηνός, συστημένος από τον Λιστ και τον Στάντχαρντερ, ο νεαρός Φέλιξ Μοττλ, για να συγκαταταχθεί στους μουσικούς βοηθούς. Τότε οι μουσικοί βοηθοί ήσαν οι: Anton Seidl, Franz Fischer και ένας νεαρός έλληνας, ονόματι Λάλας».

Ο εξαίρετος μουσικολόγος και ερευνητής Γεώργιος Λεωτσάκος σ’ ένα βιβλίο του γράφει: «Όταν γίνεται λόγος για την επίδραση του Ρίχαρντ Βάγκνερ στην ελληνική μουσική δημιουργία, ο μόνος πραγματικός μαθητής του, με την έννοια του πιστού, και συνεργάτης του, υπήρξε ένας Μακεδόνας την καταγωγή και το φρόνημα, ο Δημήτριος Στεργίου Λάλας».

Ο Έλληνας Μακεδόνας, Δημήτριος Λάλας, ήταν στενός φίλος και οικείος επισκέπτης στο σπίτι του ζεύγους Κόζιμα και Ρίχαρντ στο Μπάϊροιτ για ένα χρόνο και οκτώμισι μήνες. Στο διάστημα αυτό κάνει μουσική με τον Ρίχαρντ. Συνεργάστηκε με τον Βάγκνερ και στις τέσσερες όπερες του κύκλου του «Δαχτυλιδιού του Νίμπελουγκ». Κι όπως έγραφε ο καθηγητής Ορτακώφ, ίσως ήταν Konzertmeister (:Μαέστρος) της ορχήστρας, κατά τις τελετές των εγκαινίων του θεάτρου του Μπάϊροιτ, όταν ο Ρίχαρντ Βάγκνερ παρουσίασε για πρώτη φορά τις τέσσερες αυτές όπερες το 1876 στο πρώτο φεστιβάλ, σε ένα ακροατήριο που περιελάμβανε τον Κάιζερ, τον Νίτσε και τον Τσαϊκόφσκι. Αυτές τις μέρες μάλιστα, διαβάσαμε στις εφημερίδες ότι: «… το φεστιβάλ Βάγκνερ στο Μπάϊροιτ, το οποίο εγκαινιάστηκε από τον ίδιο το συνθέτη το 1876, γνώρισε μεγάλη ακμή επίσης στα τελευταία 57 χρόνια από τότε που οι εγγονοί του συνθέτη το αναστήσανε το φεστιβάλ του παππού τους το 1951. Ειδικά ο Βόλφγκανγκ, κράτησε το Μπάϊροιτ και το μοναδικό, οραματικό του θέατρο στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής ζωής και γνώρισε μεγάλη ακμή στα χρόνια της διεύθυνσής του». Τώρα, τον διαδέχτηκαν οι δύο κόρες του, Καταρίνα και Εύα.

Άλλωστε στα ημερολόγιά της, που πρωτοεκδόθηκαν το 1976 από τον οίκο R. Piper και co Verlag στο Μόναχο, στις 6 Απριλίου του 1877, ημέρα Παρασκευή, η Κόζιμα Βάγκνερ σημειώνει: «…Ο ξένος της ημέρας είναι ο καλός μας Λάλας, που ήρθε εδώ από το Ζάλτσμπουργκ για να μας αποχαιρετήσει. Επιστρέφει στο Μοναστήρι. Σκεφτόμαστε τις μέρες των Νιμπελούγκεν…». Ο Λάλας, επιπλέον, για κάμποσο καιρό διετέλεσε ο δοξασμένος μαέστρος της μεγάλης ορχήστρας του Ζάλτσμπουργκ.

Ο σοφός φιλόλογος που όχι μόνο γνώριζε προσωπικά τον Λάλα μα ήταν και στενός φίλος του, στο Μακεδονικό Ημερολόγιο του 1913, με τον τίτλο «Ο Δημήτριος Στεργίου Λάλας και το έργον αυτού», ανάμεσα σε πλήθος ενδιαφέρουσες πληροφορίες, που στην έρευνά του ο εκλεκτός μουσικολόγος τις λαμβάνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν, έγραφε σε καθαρεύουσα: «Τα μέγιστα τον Λάλα ετίμα και η αντάξια του Wagner γυνή, η μουσοχαρής Cosima, θυγάτηρ του Ούγγρου μελοποιού Lisst τα κατά την μουσικήν δε και σκηνοθετικήν ανδρός και γυναικός συνεργασίαν πολλάκις ο Λάλας κατ’ εξαίρεσιν του κανόνος ιδιότροπον και ταύτην, αφηγείτο μεθ’ ηδονής». Και μέχρι το τέλος της ζωής του διατηρούσε το κύπελλο απ’ το οποίο ο Βάγκνερ είχε πιει γάλα κατά την τελευταία τους συνάντηση στο Μπάϊροιτ. Αλλά κι η Κόζιμα, μετά το θάνατο του Βάγκνερ, ενώ ζούσε απομονωμένη και δεν δεχόταν κανέναν, όταν την επισκέφτηκε, πηγαίνοντας για το Παρίσι, ο Αιμίλιος Ριάδης, ένας από τους διάσημους μαθητές του Λάλα, της έφερε ένα γράμμα από κείνον. Τον δέχτηκε με καταφανή συγκίνηση και διάβασε το γράμμα του παλιού φίλου με δάκρυα στα μάτια, όπως διηγιόταν αργότερα ο Ριάδης. Ο Λάλας ήταν πραγματικά μια φυσιογνωμία βγαλμένη θαρρείς από τις σελίδες της γερμανικής ρομαντικής λογοτεχνίας, με μια εξίσου ρομαντική φιλοπατρία, που δεν διστάζει να μεταφέρει και να εκφράσει με παρρησία μέσα στο ίδιο το σπιτικό του Βάγκνερ.

Τον είδαμε να γίνεται ένας από τους συχνούς και οικείους επισκέπτες του σπιτιού των Βάγκνερ. Δεν κάνει όμως μόνο μουσική με τον δάσκαλό του, αλλά το ζεύγος συχνά τον επισκέπτεται για να πιει καφέ στο σπίτι του. Τους συστήνει κι έναν από τους αδελφούς του, τον οποίον και δέχονται στο σπίτι τους τουλάχιστο δυο φορές. Τα καταγράφει όλα αυτά, μαζί με άλλα πολύ ενδιαφέροντα που τον αφορούν, η Κόζιμα σε πολλά σημεία του ημερολογίου της. Υπήρξε ο Λάλας μια πραγματικά συναρπαστική φυσιογνωμία.

Γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1848 στο Μεγάροβο του Μοναστηριού. Ήταν γόνος βαθύπλουτης οικογένειας. Κατά τον δικηγόρο και ιστοριοδίφη του Μοναστηριού Γεώργιο Μόδη, παλιά στο Μοναστήρι, δίναν μια ευχή που ’λεγε: «Να ‘χεις του Λάλα τα καλά». Αδέλφια του ήταν η Δόμνα, ο Κωνσταντίνος, ο Μιχαήλ και ο Πέτρος. Η Φανή Λάλα, εγγονή του Μιχαήλ Λάλα, έγραφε, μεταξύ πολλών άλλων, στον κύριο Γεώργιο Λεωτσάκο, ότι στο Μοναστήρι, η οικογένεια είχε σπίτι περιστοιχισμένο από μια τεράστια έκταση, με όλων των ειδών τα ζώα. Πράγματι, από την έρευνα που με τόσο βάθος έκανε ο εκλεκτός μουσικολόγος, μέχρι τις αρχές του 1978 τουλάχιστον, υπήρχε στο Μοναστήρι ένα σπίτι που συσχετιζόταν μ’ αυτό της οικογένειας. Μάλιστα οι κληρονόμοι της συζύγου του Κωνσταντίνου, αδελφού του συνθέτη, Κατίνας Λάλα, περίφημης καλλονής, διατηρούσαν τα υπάρχοντα αυτού του σπιτιού.

Από το Μοναστήρι ο Δημήτριος Λάλας έφυγε 12 χρονών, το 1856, και φοίτησε σε σχολείο στη Θεσσαλονίκη. Δάσκαλός του εκεί ήταν ο περίφημος Μαργαρίτης Δήμητσας. Η μεγάλη αυτή μορφή των γραμμάτων, εκείνης της εποχής.

Το 1859 πήγε στην Αθήνα για τη συνέχεια των σπουδών του στο γυμνάσιο. Εικάζεται, προσθέτει ο κύριος Λεωτσάκος, ότι εκεί πήρε και τα πρώτα μαθήματα μουσικής. Αλλά ο πατέρας του, εύλογα αντίθετος κατά τα ήθη της εποχής, να σπουδάσει ο γιος του μουσική, τον έστειλε στο Ινστιτούτο Thudicum της Γενεύης, ένα είδος Ανωτάτης εμπορικής Σχολής, απ’ όπου, μεταξύ 1856 και 1858, αποφοίτησε με άριστα. Για δύο χρόνια(1868-1870), γράφτηκε στο ωδείο του Μονάχου, και τα υπόλοιπα στο Μπάϊροιτ, «τα ειδικά μυούμενος παρά του μεγάλου Wagner», όπως έγραψε ο Πέτρος Παπαγεωργίου. Ο ίδιος, στο Μακεδονικό ημερολόγιο, λέει και πάλι για τον Λάλα: «…Εν τη Βιέννη, ο Λάλας, καίπερ μηδεμία μουσικήν αυτού σύνθεσιν, μήτε δημοσιεύσας ποτέ, ήτο τούτ’ αυτό persona gratissima…».

Πράγματι, όλοι όσοι έγραψαν, στα χρόνια που πέρασαν, για τον Λάλα, εδώ και δώδεκα χρόνια που πρωτάκουσα να γίνεται λόγος γι’ αυτή την παράδοξη προσωπικότητα, οι γνώμες όλων συγκλίνουν πως πράγματι ο Δημήτριος Λάλας ασκούσε παντού μια γοητεία. Του ανοίγαν, όπως όλοι βεβαιώνουν, τα πιο κλειστά σαλόνια των γερμανικών πόλεων και αργότερα και της Κωνσταντινούπολης του 19ου αιώνα. Σ’ αυτά τα σαλόνια ο γοητευτικός Λάλας, με τους άψογους τρόπους του, εξωτικός Έλληνας, αρνήθηκε τον έρωτα της κόρης του Βιεννέζου ευπατρίδη βαρόνου Χιλλ στη Βιέννη, που τον ήθελε για άντρα της. Στη Βιέννη ζήτησε να τον γνωρίσει κι ο πρίγκιπας Σβάρτσενμπεργκ. Οι Σβάρτσενμπεργκ, μία από τις μεγαλύτερες οικογένειες της Αυστρίας.

Ξαφνικά, κι όταν ήταν ήδη διάσημος και με προοπτική για λαμπρή καριέρα στα επόμενα χρόνια, πήρε την απόφαση ν’ απομακρυνθεί από τον φίλο του Βάγκνερ, ν’ αφήσει το Μπάϊροιτ και να επιστρέψει στην Ελλάδα. Παρασκευή, 6 Απριλίου του 1877. Πολλά ειπώθηκαν γι’ αυτό. Όλες οι πηγές αναρωτιούνται γι’ αυτή την περίεργη απόφασή του. Ίσως, καταλήγουν λίγο πολύ όλοι, αν αυτά δεν είναι μυθεύματα, κάποιο κρυφό αίσθημα του Λάλα για τη γυναίκα του Βάγκνερ, τη θρυλική Κόζιμα, κόρη του Λιστ και πρώην γυναίκα του μαέστρου φον Μπύλοφ, και η επιθυμία του, σαν ένα ισχυρότατο πρόσχημα, να μην προδώσει τον φίλο του, να του υπαγόρευσε την επιστροφή στην Ελλάδα, εγκαταλείποντας έτσι μια λαμπρή καριέρα.

Αρχικά πηγαίνει στο Μοναστήρι, κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη, όπου διδάσκει για ένα διάστημα στη Χάλκη, και καταλήγει στη Θεσσαλονίκη.

Ο Παπαγεωργίου έγραφε: «…Διότι εν τη Ανατολή, έξω της Μακεδονίας, ο Λάλας διετέλεσε άγνωστος ων, πλην ότι επί βραχύ τινά χρόνον προ πολλών ετών εγνώρισε αυτόν η ερατεινή πρωτεύουσα της Τουρκίας διδάσκοντα την μουσικήν εν τη σχολή της Χάλκης…».

Γράφει πάλι για την αυτοεξορία του ο Παπαγεωργίου: «…μακράν δε των αμούσων ακοών των περί αυτόν βεβήλων τέρπων και παραμυθούμενος την εαυτού ψυχήν δια του κλειδοκυμβάλου και του τετραχόρδου (βιολιού)…».

Σ’ αυτή τη Θεσσαλονίκη, μαρτυρούν όλοι, μοναχικός προφήτης στη μουσική της έρημο, θα διδάξει μουσική επί τρεις δεκαετίες. Κι από την εφημερίδα «Το Φως», πληροφορούμαστε: «…Η πρώτη σοβαρή εκδήλωση για τη δημιουργία μουσικής σχολής, εσημειώθη με την άφιξη και εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη του μαθητού του Βάγκνερ Δημητρίου Λάλα…».

Μαζί του ο Λάλας στη Θεσσαλονίκη, είχε φέρει ολόκληρη βιβλιοθήκη από παρτιτούρες. Απέφευγε όμως να προωθεί στη δημοσιότητα τις συνθέσεις του. Ο Παπαγεωργίου και πάλι: «…Ο Λάλας ουδέποτε έλιπεν αυτήν, ει και πολλαχόθεν του τε Βορρά (Οδησσόν) και του Νότου(Αθήνα) πυκναί απεστέλλοντο προς αυτόν προτάσεις επί συμφορωτάτας όροις». Και αλλού επανέρχεται: «…Και δεν είναι μεν ψευδές ότι η αγνή αυτή μετριοφροσύνη παρά τω Λάλα ουχί σπανίως μετέπιπτεν εις ιδιοτροπίας, ας να παρερμηνεύση ηδύνατο μόνος ο αγνοών ή επιλανθανόμενος ότι έξοχα πνεύματα ουκ ολίγα ουδ’ ολιγάκις εκ τε φύσεως και εκ παιδείας και εξ αγωγής δουλεύουσιν εις ιδιορρυθμίας, αλλά ουχ’ ήττον αψευδές είναι ότι η ιδιότροπος του Λάλα μετριοφροσύνη συγκεκραμένη και πικρά τινι απογοητεύσει απέβαινεν εν τέλει αξιοθρήνητον ελάττωμα…».

Στη Θεσσαλονίκη ακόμη παίρνει μέρος κάποιες φορές σε μουσικές εκδηλώσεις και παραδίδει μαθήματα πιάνου. Οι δύο διάσημοι μαθηταί του, ήταν ο Αιμίλιος Ριάδης, στον οποίο αναφέρθηκα ήδη, και ο ιδρυτής του πρώτου Ωδείου Θεσσαλονίκης Σωτήρης Γραικός. Αναφέρεται επίσης μια μαθήτριά του Ιφιγένεια, το επίθετό της άγνωστο στις μέρες μας, που τη μουσική της καλλιέργεια, αλλά και το ευαίσθητο παίξιμό της στο πιάνο, παίνεσε κάποτε κι ο τενόρος Ενρίκο Καρούζο. Μαθήτριά του ήταν και η μητέρα του ηθοποιού και διευθυντή του Δημοτικού θεάτρου της Βιέννης Ραούλ Ασλάν, η Κορίνα Ασλάν, η οποία είχε μια φωνή με «σκούρο» ηχόχρωμα μετζοσοπράνο. Ο γιος της, στις σελίδες της βιογραφίας του, γράφει ότι ο Λάλας εμφύσησε στη μαθήτριά του, λατρεία για τον Βάγκνερ και τους γερμανούς ρομαντικούς, Σούμπερτ και Σούμαν. Η μητέρα του, έγραφε, τραγουδούσε στα γερμανικά Lieder και άριες χωρίς να ξέρει τη γλώσσα.

Ο Λάλας πέθανε στο Μοναστήρι το 1911, με το τέλος ενός άλλου μεγάλου ρομαντικού, του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκυ, από επιδημία χολέρας, γιατί αρνιόταν να πάρει το παραμικρό προφυλακτικό μέτρο.

Το συνθετικό έργο του Λάλα ήταν πλούσιο σε όγκο. Κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, το 1917, μαζί με άλλα συμμαχικά στρατεύματα, βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη και μια ιταλική μεραρχία με μουσικούς, επανδρωμένη από στελέχη, όπως τονίζει ο κύριος Λεωτσάκος, εξαιρετικής αγωγής και παιδείας. Ήταν Αυστριακοί, Γάλλοι, Άγγλοι, Ιταλοί και Ρώσοι. Συγγενείς του Λάλα, ο αδελφός του συνθέτη συγκεκριμένα, έδειξαν το έργο του σε ιταλό ταγματάρχη της μουσικής. Εκείνος έμεινε έκπληκτος από την υψηλή ποιότητά του. Θέλησε όμως να διασταυρώσει τη γνώμη του, με εκείνες των άλλων ξένων συναδέλφων του. Φαίνεται ότι όλοι αποφάνθηκαν ομόφωνα για το εξαιρετικό ενδιαφέρον της δημιουργίας αυτής και αποφάσισαν, με τη συναίνεση των συγγενών, να στείλουν τα χειρόγραφα στην Ιταλία, ώστε να εκδοθούν.

Μας μιλούσε ο πατέρας και η μητέρα, ότι τα έργα του θείου μας ήταν σ’ ένα μεγάλο κασόνι, έγραφε η πιανίστα, ανεψιά του Δημήτρη Λάλα, σε γράμμα της στον κύριο Λεωτσάκο. Πήγε να τα παραλάβει ο Ιταλός, κι ο πατέρας της άνοιξε τότε το κασόνι και κράτησε μερικά έργα. Ήταν αυτά που η κυρία Λάλα είχε στην κατοχή της μετά. Η μητέρα της(Βικτωρία, το γένος Κεχαγιά, σύμφωνα με το γενεαλογικό δέντρο που είχε στείλει στον κύριο Λεωτσάκο) δεν συμφωνούσε να δοθούν. Παρά ταύτα, τα εμπιστεύτηκαν, μάλιστα δίχως να φροντίσουν να κρατηθούν αντίγραφα. Το πλοίο όμως αυτό, που θα ταξίδευε μαζί τους για την Ιταλία, τορπιλίστηκε από γερμανικό υποβρύχιο έξω από τη Θεσσαλονίκη και βυθίστηκε μαζί μ’ ολόκληρο το έργο του Λάλα. Από τα έργα του Λάλα που σώθηκαν είναι και το «Αγγελούδι του φτωχού παιδιού», έργο ιδιαίτερης αρμονικής ευαισθησίας, που θυμίζει έντονα το τραγούδι του Μάλερ: «Η επίγεια ζωή». Όμως, όπως παρατηρεί ο κύριος Λεωτσάκος: «…μένουμε έκπληκτοι διαπιστώνοντας ότι το τραγούδι του Λάλα τυπώθηκε το 1885 στην Οδησσό, ενώ του Μάλερ γράφτηκε μεταξύ Απριλίου του 1892 και καλοκαιριού του 1893 και πρωτοεκτελέστηκε με ορχήστρα στη Βιέννη, στις 14 Ιανουαρίου του 1900…». «Εύλογα αναρωτιέται κανείς», συνεχίζει ο εκλεκτός μουσικολόγος, «πόσο ο Δημήτρης Λάλας γνώριζε τον Μάλερ ή τον Χούγκο Βολφ», και συμπληρώνει ότι «βέβαια γεγονός ήταν ότι διατήρησε τακτική αλληλογραφία, όχι μόνο με τον Βάγκνερ αλλά με πολλούς άλλους μουσικούς».

Άλλωστε όταν πριν από πολλά χρόνια, είχα διαβάσει στο βιβλίο του κυρίου Τομανά (Η καλλιτεχνική κίνηση στη Θεσσαλονίκη, 1885-1944. εκδ. Νησίδες) ότι σε μια μουσική εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη, στις 20 Φεβρουαρίου του 1888, σε μια συναυλία συγκεκριμένα, με έργα για φλάουτο, τον Ευρυσθένη Γκίζα, το πρώτο φλάουτο της όπερας της Βιέννης, τον είχε συνοδεύσει στο πιάνο ο Δημήτρης Λάλας. Ο διάσημος φλαουτίστας Ευρυσθένης Γκίζας ήταν στενός φίλος του Μάλερ. Όταν πέθανε ο Γκίζας, ο Μάλερ ήταν από τους πρώτους συνεργάτες και φίλους του που τον συνόδεψαν στο τελευταίο του ταξίδι.

Ο Λάλας πάντως, έγραψε ο κύριος Λεωτσάκος, τόσο στο τραγούδι, “το αγγελούδι του φτωχού παιδιού”, όσο και σε άλλα, εντυπωσιάζει με την ευαισθησία του στο συγκινησιακό και εκφραστικό περιεχόμενο της ποίησης, που εκφράζεται με εύστοχες αντιθέσεις ρυθμικής αγωγής, τονικότητας ή ακόμη και μέτρου, και με την άνεσή του στην αντιμετώπιση τραγουδιών με «διάλογο» κατά το πρότυπο λ.χ του “Ερλκένιγκ” του Σούμπερτ. Εν προκειμένω παραπέμπουμε στο αριστούργημά του, το οκτάφωνο «Η σκήτη», σε ποίηση J.V. Voge, ιδιαίτερης αρμονικής ευαισθησίας έργο, κορύφωμα των χαρισμάτων του Λάλα ως συνθέτη. Το έργο αυτό, οκτάφωνη μεικτή χορωδία συγκαταλέγεται στο μουσικό άλμπουμ της πολιτιστικής Ολυμπιάδας 2004 με τον τίτλο «Αντίς για όνειρα», με έλληνες συνθέτες.

Άλλο ένα από τα έργα του Λάλα, ο Μακεδονικός παιάνας, το έδωσε ο συνθέτης στον Ίωνα Δραγούμη, όταν γνωρίστηκαν στο Μοναστήρι. Ο Ίων, έλεγε κι εκείνος ότι ήταν άνθρωπος μεγάλης αξίας και εξαιρετικό ταλέντο, κι ότι ήθελε το έργο του αυτό να παιχτεί μόνο σε Μακεδονική γιορτή. Πράγματι, ο Μακεδονικός παιάνας, παίχτηκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1907, ημέρα Πέμπτη στο «Μακεδονικό χορό», στη στρατιωτική λέσχη της Αθήνας, από μπάντα 30 μουσικών της Ανακτορικής φρουράς. Το έπαιξαν μάλιστα δυο φορές και άρεσε πολύ. «…και αλήθεια είναι ωραιότατος• απ’ αρχής μέχρι τέλους είναι μελαγχολικός• κατ’ αρχάς παριστάνει την λυπηράν κατάστασιν της Μακεδονίας, αίφνης ακούονται σάλπιγγες εξεγείρουσαι πάλιν την συνείδησιν των Ελλήνων και εις το τέλος συναρμολογεί την αρχήν του εθνικού ύμνου, δηλών ούτω τας ελπίδας του Ελληνισμού, και τελειώνει με ήχους ενθουσιασμού. Αισθάνεται κανείς ότι είναι(ο Λάλας) μαθητής του Wagner και θαυμαστής του Beethoven», έγραφε στο ανέκδοτο, προσωπικό ημερολόγιό του ο Φίλιππος Δραγούμης. Το υλικό αυτό διέθεσε στον κύριο Λεωτσάκο ο φίλος του, μουσικολόγος Μάρκος Δραγούμης. Στην εκδήλωση αυτή ήταν μαζί, ο Ίων, η αδελφή του Νάτα Μελά, ο Μαζαράκης και βέβαια πολύς κόσμος.

Θα κλείσω όλο αυτό το αφιέρωμα στον Δημήτριο Λάλα, έναν πόθο πολλών χρόνων, συγκεντρώνοντας γραπτές κυρίως πληροφορίες, όπου ήταν δυνατόν να συναντήσω, με την επισήμανση του λόγου του φίλου του από το Μοναστήρι, Γεωργίου Θ. Σαγιαξή (1874-1941), ποιητή και Βαλκανολόγου. Από την εφημερίδα «Το Φως», στις 4 Σεπτεμβρίου 1911, εφημερίδα που εκδίδονταν κάθε Κυριακή από τον Χρ. Νώτη στο Μοναστήρι, ξεχωρίζω τα παρακάτω, που είναι μια έκκληση και μοιάζει με προφητεία, για την καταστροφή που έμελλε να συμβεί έξη χρόνια μετά. Σημείωνε λοιπόν προς το τέλος του λόγου του, για τον χαμό του αγαπημένου του φίλου:

«…Αλλά το έργον του αειμνήστου Λάλα μένει και ούτω ατελές και ακατάρτιστον, απαράλλακτα ως του μεγάλου εθνικού ποιητού Σολωμού. Πρέπει να έλθουν εις φως όλα τα ανέκδοτα έργα του –εν τέλειον μελόδραμα, διάφωροι συμφωνίαι και μερικά άσματα– όπως γνωσθή εις ευρύτερον κύκλον και κριθή επαξίως υπό των επαϊόντων ο μέγας Μουσικός και Συνθέτης. Ο εν Θεσσαλονίκη ακόμη ευρισκόμενος διαπρεπής καθηγητής του εθνικού Πανεπιστημίου εις την εσχάτως εν τη «Νέα Αληθεία» δημοσιευθείσαν Νεκρολογία του, υψιπετές εγκώμιον Μεγάλου Διδασκάλου, προς Μέγαν Μουσουργόν, βεβαιοί την ύπαρξιν των ανωτέρων χειρογράφων, την οποίαν και ημείς γνωρίζομεν…».

Κι ακόμη τα εύστοχα λόγια, όπως τα χαρακτηρίζει στην έρευνά του για τον Λάλα ο κύριος Λεωτσάκος, του Γιάννη Μάντακα: «Γυρνά, φέρνοντας με τα έργα του τον γερμανικό ρομαντισμό στην Ελλάδα και μια τεχνική χορωδιακής γραφής άγνωστης εδώ. Τα ελάχιστα χειρόγραφα χορωδιακών του έργων παρ’ όλη την επίδραση του Βάγκνερ, μαρτυρούν ιδιαίτερες ικανότητες και μια ευαισθησία όχι τυχαία». Και συμπληρώνει για το τέλος της έρευνάς του ο ίδιος ο κύριος Λεωτσάκος:
«Η ανεπανόρθωτη, δυστυχώς, απώλεια των έργων του, πρέπει να στάθηκε ένα από τα μεγαλύτερα (και αναρίθμητα αλίμονο) πλήγματα αυτού του είδους που δέχτηκε η Έντεχνη Νεοελληνική Μουσική».



Πηγές:
1) Από το Μουσικό Αρχείο του κυρίου Γεωργίου Λεωτσάκου, Αρχείο Δημητρίου Λάλα.2) «Ο Δημήτριος Στεργίου Λάλας και το έργο αυτού» του Πέτρου Ν. Παπαγεωργίου, στο Μακεδονικό Ημερολόγιο-1913.3) Μια νεκρολογία του Γεωργίου Θ. Σαγιαξή στην εφημερίδα «το Φως», Μοναστήρι 4 Σεπτεμβρίου 1911.4) Τα ημερολόγια της Κόζιμα Βάγκνερ, εκδ. R. Piper&co Verlag, Μόναχο, 1976.



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9 Οκτωβρίου 2008


Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΕΤΖΙΟΥ: Εποχή ανεμελιάς και αθωότητας

Αφιέρωμα στον Τάκη Μανέκα

Συγκινημένος από τον πρόωρο χαμό του και από το πρόσφατο αφιέρωμα του καλού μου γείτονα Λάρη Σίσκου ένοιωσα και εγώ την ανάγκη να γράψω δύο λόγια για τον ιδιαίτερο και ξεχωριστό άνθρωπο Τάκη Μανέκα. Ταυτόχρονα όμως θα ήθελα να κάνω μία προσωπική κατάθεση ψυχής λέγοντας πως ο Τάκης με την ιδιαιτερότητά του ως άνθρωπος χαρακτήρισε και σημάδεψε μια αλησμόνητη για μένα εποχή ανεμελιάς και αθωότητας, εννοώντας την δεκαετία του 1970, όταν μεγάλωνα στην ρομαντική και πανέμορφη περιοχή των Πετσιών, περιτριγυρισμένος από τις κούνιες, τα ψηλά λευκάδια και πλατάνια, τα ακατοίκητα παλιά αρχοντικά, τις επιβλητικές γκαλιότρυπες και φυσικά την δροσερή αγκαλιά της λίμνης μας στην οποία ακόμη μπορούσαμε να κολυμπάμε.

Μέσα λοιπόν στο ειδυλλιακό αυτό περιβάλλον γαλούχησης, η μορφή του Τάκη κατείχε δεσπόζουσα θέση στις παιδικές μας ψυχές, διότι ήταν μία ξεχωριστή ύπαρξη που με τον χαρακτηριστικό του στυλ χάριζε ατελείωτες στιγμές ευθυμίας και έδινε ιδιαίτερο χρώμα στην καθημερινότητα της εποχής. Τουλάχιστον για μένα ο Τάκης ήταν μία από τις μεγαλύτερες και πιο χρωματιστές ψηφίδες εκείνου του μωσαϊκού που αντιπροσώπευε την τελευταία σελίδα της παλιάς Καστοριάς, την εικόνα της οποίας κράτησα γερά μέσα μου τα χρόνια της μακρόχρονης ξενιτιάς μου και η οποία κατάφερε να με φέρει ύστερα από 22 χρόνια πίσω σ’ αυτήν την γλυκιά πατρίδα που πλέον δεν θύμιζε σε τίποτα την παλιά εκείνη εικόνα.

Όμως να σου που υπήρξε ένας Τάκης Μανέκας που με το χάρισμά του μπόρεσε μέσα από ένα απλό διάλογο να χρωματίσει και να ξαναζωντανέψει έστω και στιγμιαία εκείνο το υπέροχο μωσαϊκό.
-Ώωωω, Τάκη!
-Ποιος είσαι;
-Για δες με καλά ρε Τάκη, δε με θυμάσαι;
-Εσύ δεν είσαι ο Ρέτζιος;
-Ναι ρε Τάκη, εγώ είμαι.
-Τι κάνει ο αδελφός σου; Να του πεις να με στείλει κανά καλό αγκίστρι απ’ την Αμερική.

Τακούλη μου, ήσουν ο μοναδικός και τώρα ξέρω πως ο Θεός είχε σίγουρα τον σκοπό του που σε έστειλε στην ζωή μας και την ομόρφυνες με την ιδιαιτερότητά σου. Σου εύχομαι με το καλό να ανταμώσεις στον παράδεισο την γλυκύτατη και καλοσυνάτη μανούλα σου, την κυρά-Μαριγούλα, και ας καμαρώνουν τα αδέλφια σου γι’ αυτό που υπήρξες, όπως άλλωστε νοιώθουμε και ‘μεις που σε ζήσαμε, διότι ήσουν πραγματικά ανεπανάληπτος. Θα σε θυμόμαστε πάντα με περισσή αγάπη.

Υ.Γ. Εδώ θα ήθελα, με όλο το θάρρος, να κάνω μία πρόταση στον δήμαρχό μας, τον Γιάννη τον Τσαμίση. Γιάννη μου, μπροστά από το πατρικό του Τάκη, στην οδό Αγίων Θεολόγων, υπάρχει ένας μικρός δημόσιος χώρος στάθμευσης και παλαιότερη στάση αστικών λεωφορείων. Πιστεύω πως με την τοποθέτηση μιας απλής πινακίδας θα μπορούσε ο συγκεκριμένος χώρος να ονομαστεί «Στάση Τάκη Μανέκα», προς τιμήν αυτού του αγαπητού σε όλους μας ανθρώπου και κατ’ επέκταση προς όλων των ανθρώπων με ιδιαιτερότητες. Νομίζω πως θα ήταν μία πράξη ευαισθησίας που τιμά την πόλη μας.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.10.2008

29/10/08

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ έγραψαν

Αξιότιμε κ. Διευθυντά,

Είμαι σταθερός αναγνώστης σας από την πρώτη στιγμή που εκδώσατε την έγκριτη εφημερίδα σας, πριν από περίπου δέκα χρόνια. Το χαρακτηριστικό που εκτίμησα ιδιαίτερα στην εκδοτική σας αυτή προσπάθεια είναι η αδιαμφισβήτητη ανεξαρτησία που έχετε επιδείξει όλα αυτά τα χρόνια απέναντι σε κάθε εξουσία, απέναντι στα συμφέροντα και τους εκπροσώπους τους. Δεν διστάσατε να θέσετε την ενημέρωση των πολιτών της Καστοριάς πάνω από όλα, υπερασπίζοντας το δικαίωμα της έκφρασης σε όσους το επιθυμούσαν και φιλοξενώντας τις απόψεις αυτές στην εφημερίδα σας.

Με βάση τα παραπάνω, λαμβάνω την πρωτοβουλία να σας αποστείλω την παρούσα επιστολή για να σας καταστήσω γνώστη αποκαλύψεων τηλεοπτικής εκπομπής που έχουν άμεση σχέση με την Καστοριά. Στο απόσπασμα της εκπομπής «Αποκαλυπτικό Δελτίο» του τηλεοπτικού σταθμού EXTRA 3, το οποίο είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: www.pressmme.blogspot.com. παρατίθενται φωτογραφίες και πλάνα από κυβερνητικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ, όπου κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής τους θητείας αποτελούσαν τακτικούς «προσκυνητές» της Μονής Βατοπεδίου και ομοτράπεζους του «κτηματομεσίτη» Εφραίμ. Στους παρελαύνοντες Υπουργούς του ΠΑΣΟΚ εξέχουσα θέση κατέχει ο τοπικός Βουλευτής, κ. Πετσάλνικος!

Τα ερωτήματα που τίθενται και απασχολούν όλους τους πολίτες, εύλογα. Όταν μιλάει ο κ. Πετσάλνικος για σκανδαλώδεις σχέσεις της Μονής με νυν Υπουργούς, χρησιμοποιώντας φωτογραφικά και τηλεοπτικά στιγμιότυπα, ισχύει το ίδιο όταν αυτός εμφανίζεται σε παρόμοια ενσταντανέ; Όταν «ποινικοποιεί» φιλικές και πνευματικές σχέσεις, πως δικαιολογείται ο κ. Πετσάλνικος να εμφανίζεται στη Μονή Βατοπεδίου και δίπλα δίπλα με τον Ηγούμενο Εφραίμ; Αλήθεια, ποια η σχέση του με τη Μονή; Ποια η σχέση του με τον Εφραίμ;

Ελπίζω με την παρούσα επιστολή να προβληματιστούν οι υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας μας. Ελπίζω να δοθούν πειστικές απαντήσεις. Διαφορετικά ο καθένας δικαιούται να πιστέψει ότι οι κατηγορίες που εκτοξεύει σήμερα ο κ. Πετσάλνικος, δυστυχώς μπορεί να ισχύουν και για τον ίδιο.
Με εκτίμηση
Κ.Κ.




Η ΟΔΟΣ καταχωρεί την επιστολή του ανώνυμου αναγνώστη, αφού προηγουμένως ερεύνησε και διασταύρωσε την ακρίβεια της αποκάλυψής του, ότι ο βουλευτής Καστοριάς κ. Φίλιππος Πετσάλνικος που τώρα εμφανίζεται ως τιμητής των πολιτικών προσκυνητών όπως των κκ. Βουλγαράκη και Ρουσόπουλου- του Εφραίμ (ηγουμένου της Ι Μ Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους) διετέλεσε τα χρόνια της υπουργικής παντοδυναμίας του ομοτράπεζος του στο ίδιο μοναστήρι.

Διότι όντως στην ιντερνετική διεύθυνση http://pressmme. blog spot.com/, ο καθένας έχει την δυνατότητα να δει σε video τον κ. βουλευτή στην Ι. Μονή, με τον ανά την υφήλιο πια γνωστό για τις big business ηγούμενο αλλά και με άλλα κυβερνητικά τότε στελέχη του ΠαΣοΚ, σε μια προσκυνηματική προφανώς επίσκεψή του.

Οι μέχρι τώρα αποκαλύψεις για τον βίο και την πολιτεία του δραστήριου και κάπως τυχοδιώκτη ηγουμένου, επιτρέπει στον καθένα να υποψιάζεται ότι ανέκαθεν συναναστρεφόταν ευχαρίστως πολιτικούς με εξουσία, δύναμη και αποφασιστικότητα, δηλαδή τους εκάστοτε κυβερνητικούς. Με το αζημίωτο προφανώς, όπως φάνηκε και στην περίπτωση των κκ. Βουλγαράκη και Ρουσόπουλου. Οι μεν κέρδιζαν ακίνητα και εκατοντάδες εκατομμυρίων ευρώ, οι δε, κέρδιζαν την ευλογία, αίγλη και υποστήριξη.

Τώρα αν το τίμημα των αγοραπωλησιών κατέληγε σε περισσότερα ταμεία, και όχι μόνο της Ι. Μονής, αυτό είναι κάτι που κανείς δεν θα το πληροφορηθεί ποτέ.

Βεβαίως οι θρησκευτικές ανάγκες και πεποιθήσεις κάθε ανθρώπου και ειδικά των πολιτικών, του βουλευτή του ΠαΣοΚ στην Καστοριά συμπεριλαμβανομένου, σε ένα σημαντικό βαθμό αποτελούν προσωπικό θέμα. Αλλά σε ένα άλλο μεγαλύτερο βαθμό, ιδίως όταν εξωτερικεύονται και δημοσιοποιούνται, ή όταν επιστρατεύονται στην άσκηση της πολιτικής αντιπαράθεσης, μπορούν αναμφίβολα να καταστούν ζήτημα πολιτικού και κοινωνικού ελέγχου. Παύουν να αποτελούν πνευματικό προσκύνημα, αλλά σκέτο (προσκύνημα).

Διότι άλλο ζήτημα είναι να ασκεί κανείς τα πιστεύω του, ακόμη και στα μοναστήρια του Αγίου Όρους που αποτελεί μείζον εθνικό κεφάλαιο (πνευματικό, ιστορικό αλλά και καλλιτεχνικό θησαυρό) για την Ελλάδα, και άλλο ζήτημα είναι να κάνει δημόσιες σχέσεις με τους μοναχούς και ιδίως τους ηγουμένους. Άλλο είναι να εκμεταλλεύεται την μοναστική παρακαταθήκη για να προβληθεί πολιτικά, και άλλο να επισκέπτεται τις Μονές για την Σωτηρία. Με ή χωρίς ανταλλάγματα, αγοραπωλησίες, φωτογραφίες, videos και άλλα ενθυμήματα.

Στην περίπτωση του κ. Φ. Πετσάλνικου η ΟΔΟΣ δεν θα μπει στον πειρασμό να σχολιάσει περαιτέρω τα συμπεράσματα που προκύπτουν από μόνο τους. Ούτε πόση συνέπεια πολιτικής ιδεολογίας και πράξης περιέχεται σε όλα αυτά για ένα δεδηλωμένο αυθεντικό σοσιαλιστή. Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που χάνεται η σοσιαλιστική συνέπεια στις πράξεις μερικών.

Επιπλέον, ο τ. υπουργός έχει μακρά πείρα και έχει διακριθεί για το γεγονός ότι, όταν βρίσκεται στα έδρανα της αντιπολίτευσης ασκεί κριτική ως να ήταν πρωτοεμφανιζόμενος στην πολιτική, χωρίς παρελθόν.

Ως να προήλθε εκ της πολιτικής παρθενογενέσεως, ή να επήλθε ο εξαγνισμός εκ της κολυμβήθρας του Σιλωάμ. Σαν να μην ήταν υπουργός του Σημίτη, πριν μερικά χρόνια, ή υπουργός δημοσίας τάξεως επί εποχής Οτσαλάν. Σαν να μην ήταν κυβερνητικό στέλεχος, όταν άρχισε να γονατίζει η Καστοριά. Χωρίς να έχει κάνει τα ίδια -μερικές φορές και περισσότερα– απ’ αυτά που κατακρίνει τώρα στους αντιπάλους του.

Έτσι έγινε και στην περίπτωση του αποκαλυπτικού video με τον ηγούμενο Εφραίμ. Μόνο που η αμνησία για να κάνει την δουλειά της θέλει δύο. Αυτόν που ξεχνιέται και αυτόν που ξεχνά. Και εδώ ο κ. Πετσάλνικος έκανε μια σαφή πολιτική γκάφα: Έκανε τα ίδια με αυτά που τώρα καταγγέλλει. Και το έμαθε ένας προφανώς «άσπονδος» φίλος του, όπως ο αναγνώστης που έστειλε την επιστολή την ΟΔΟ. Ανώνυμα βέβαια, γιατί ίσως κάτι να φοβάται. Τι άραγε;

Πάντως είναι να απορεί κανείς για το διακαές φιλότιμο κάποιων, σαν του αναγνώστη της εφημερίδας να εξετάζουν την συνέπεια και την αξιοπιστία του ξύλινου πολιτικού λόγου. Είτε αυτός ανήκει στον βουλευτή του ΠαΣοΚ, είτε ανήκει στην βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας. Εκτός αν αμφιβάλλει κανείς ότι μόνο το άβατο του Αγίου Όρους είναι αυτό που «έσωσε» κυρίες της πολιτικής από παρόμοια φωτογραφικά ενσταντανέ, προσκυνήματα και αλισβερίσια.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.10.2008

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Για την αηδονόπιτα του κ. Ισίδωρου Ζουργού

Το πρωί του περασμένου Σαββάτου οι Καστοριανοί είχαν την ευκαιρία για μια μοναδική συνάντηση. Είχαν την ευκαιρία να δουν από κοντά , να ακούσουν, να συζητήσουν με το συγγραφέα ενός εξαιρετικού βιβλίου ∙ το βιβλίο «η αηδονόπιτα» και συγγραφέας του ο Θεσσαλονικιός δάσκαλος κ. Ι.Ζουργός.

Καθώς στις 5 Οκτωβρίου γιορτάζεται η παγκόσμια ημέρα του εκπαιδευτικού, ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Ν. Καστοριάς τίμησε έναν ξεχωριστό -έτσι κι αλλιώς- δάσκαλο, προσκαλώντας τον στην πόλη μας για να παρουσιάσει το διάσημο πια βιβλίο του. Την παρουσίαση έκανε ένας ξεχωριστός συντοπίτης μας, ο γιατρός και λόγιος Επαμεινώνδας Τσίγκας από το Βογατσικό.

Όσοι παρακολούθησαν την παρουσίαση στάθηκαν πραγματικά τυχεροί. Όσοι δεν ήταν εκεί πραγματικά έχασαν. Έχασαν τη σπάνια ευκαιρία να συμμετάσχουν σε μία κουβέντα ζεστή και φιλική γύρω από το βιβλίο ∙ το βιβλίο γενικά ως έννοια ή καλύτερα ως ιδέα, αλλά και το συγκεκριμένο βιβλίο. Είχε προηγηθεί βέβαια η διεξοδική εισήγηση της Σχ. Συμβούλου κ Α. Καζταρίδου με θέμα το ρόλο του δασκάλου (λόγω της ημέρας), ενώ ακολούθησε ο κ. Ε. Τσίγκας, θέτοντας επί τάπητος ένα σωρό πτυχές του μεγάλου ζητήματος που λέγεται ανάγνωση και ουσιαστικά δίνοντάς μας αφορμές να προβληματιστούμε, να αναρωτηθούμε και να συγκινηθούμε όλοι όσοι είχαμε την τύχη να τον ακούμε- κάποιοι από αυτούς που ήμασταν εκεί τον γνωρίζαμε από πριν, καθώς ο κ Τσίγκας ήταν ο πρώτος που μίλησε για το συγκεκριμένο βιβλίο μέσα από τις στήλες της ΟΔΟΥ τον περασμένο Ιούνιο κι έπειτα ακολούθησαν και άλλες πολλές κριτικές σε διάφορες εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

Ο κ. Τσίγκας, λοιπόν, μίλησε για το πώς κερδίζει ένα βιβλίο τους αναγνώστες του, αλλά και τι κερδίζει ο αναγνώστης από την ανάγνωση ενός βιβλίου όπως η αηδονόπιτα. Μίλησε με πίκρα για την περίεργη τροπή που έχει πάρει το πράγμα σε μια κατεξοχήν απνευματική ή και αντιπνευματική εποχή, όπου υπάρχει πια φανερή εχθρότητα προς αυτή την ιερή υπόθεση που λέγεται βιβλίο. Μου θύμισε την «περίεργη» απάντηση που έδωσε ο γνωστός μεγάλος φυσικός της εποχής μας, ο Στίβεν Χόκινγκ, όταν στις αρχές του 2007 ρωτήθηκε ποια είναι κατά τη γνώμη του τα τρία μεγαλύτερα περιβαλλοντικά προβλήματα κι απάντησε: η άρνηση κάθε πνευματικής αναζήτησης, η απάρνηση της σταθερής παραδοσιακής οικογένειας και η έλλειψη επικοινωνίας με τα παιδιά. Αυτή την άρνηση κάθε πνευματικής αναζήτησης μας θύμισε ο κ. Τσίγκας , μια άρνηση που τη ζούμε σε καθημερινή βάση παντού, μια άρνηση που τη ζουν εντονότατα όσοι έχουν πνευματικά ενδιαφέροντα και χρειάζεται να αγωνιστούν κάτω από σκληρότατες και πραγματικά αντίξοες συνθήκες για να τα καταφέρουν να επιβιώσουν. Και είπε ο ομιλητής ακόμα- και το είπε και πάλι με πίκρα- για την απαγορευμένη στην εποχή μας αγάπη για το βιβλίο, «για παθιασμένο έρωτα ούτε να το συζητάμε…».

Για τον παθιασμένο έρωτα, τον «αυτοθυσιαστικό, άρα το μόνο πραγματικό έρωτα» που εκτυλίσσεται μες στις σελίδες του βιβλίου του έκανε λόγο και ο συγγραφέας του, ο κ. Ζουργός. Κι εγώ τον είδα τον έρωτα μέσα στην αίθουσα. Τον είδα σ’ αυτούς που παραμέρισαν τις άλλες τους ανάγκες, τις βιοτικές, τις οποίες κάνουμε το λάθος σχεδόν πάντα να προτάσσουμε , θεωρώντας δευτερεύουσες τις ανάγκες που έχουν να κάνουν με τον κόσμο του βιβλίου, ενώ δεν είναι έτσι. Τον είδα στη «φαγωμένη» αηδονόπιτα που κρατούσε η γυναίκα στα χέρια της – αυτές οι «πειραγμένες» σελίδες του βιβλίου που κρατούσε στα χέρια της με αγάπη έδειχναν τις υπέροχες ώρες που είχε περάσει διαβάζοντάς το. Τον είδα αυτό τον έρωτα κυρίως στην τρυφερότατη ερώτηση της ίδιας γυναίκας: «Και τι κάνουμε όταν τελειώσουμε το διάβασμα ενός βιβλίου που μας συνεπήρε, που λατρέψαμε; Αυτό τον αποχωρισμό με ποιον τρόπο μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε, να τον αντέξουμε;»Υπέροχη ερώτηση και πολύ αληθινή. Γιατί συχνά- ή και πάντα- ένα βιβλίο που αγαπάμε πολύ έχει τη δύναμη να μας παίρνει από έναν κόσμο που οι ασκήμιες του έχουν περισσέψει και ίσως και να ‘ναι ο μόνος δρόμος που μας οδηγεί έξω απ’ αυτόν. Με αποτέλεσμα να αρνιόμαστε την επιστροφή. Ή να την πετυχαίνουμε με πολλή προσπάθεια γιατί είναι υποχρεωτική. Γιατί δε γίνεται αλλιώς, μολονότι όλοι θα θέλαμε ίσως να ζούμε αλλού στον τόπο ενός βιβλίου που πολύ αγαπήσαμε κι αγαπάμε κι όλο εκεί επιστρέφουμε για να σωθούμε.

Η γυναίκα, λοιπόν, της αίθουσας μου θύμισε μιαν άλλη γυναίκα που δεν της φτάνουν τα βιβλία που στο σπίτι της έχουν ξεχειλίσει από τις βιβλιοθήκες της, αλλά έχει και μια κορνίζα σαν αυτές όπου βάζουν οι μάνες τα παιδιά τους και το «πρόσωπο»που έχει κορνιζωμένο εκεί είναι ένα βιβλίο. Ίσως γιατί της αρέσει να το βλέπει και έτσι, ίσως γιατί μέσα της αυτό το χωρίς τίτλο βιβλίο είναι όλα τα βιβλία που έχει διαβάσει, που της έχουν κρατήσει συντροφιά χωρίς να την έχουν προδώσει ποτέ. Σαν ένας έρωτας που έχει ζήσει και χρειάστηκε να αποχαιρετήσει με σπαραγμό. Σαν ένας έρωτας που κορνίζωσε για να μην ξεχάσει ποτέ το πρόσωπό του. Ένας έρωτας όπως της Λαζαρίνας της αηδονόπιτας…

Ήθελα, λοιπόν, να πω πολλά προχτές στον κ. Ζουργό. Ήθελα να του πω πως καλά κάνει και δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να νιώθει άσχημα –όχι πως έκανε κάποια σχετική νύξη, εγώ, τελείως αυθαίρετα μάλιστα κι ας με συγχωρέσει γι’ αυτό, θέτω το θέμα- γιατί έγραψε ένα βιβλίο που συγκινεί. Το αντίθετο μάλιστα. Θα πρέπει να χαίρεται πολύ και να ‘ναι περήφανος. Το δικαιούται να είναι περήφανος.

Πρώτα πρώτα γιατί: «Τα συναισθηματικά έργα συνηθίζουν οι ψυχροί διανοητές να τα βλέπουν καχύποπτα, κυρίως εκείνοι που μιμούνται τους διανοούμενους. Το συναίσθημα το βλέπουν πάντα σαν μια απειλή προς εκτροπή στο μελό. Ένα έργο με συναίσθημα, όμως, μας ειδοποιεί ότι από τη στιγμή που μπορούμε κι αισθανόμαστε και δακρύζουμε για αυτό, κάτι ζωντανό υπάρχει στο συναισθηματικό μας κόσμο, δε γίναμε ψυχροί κι αδιάφοροι.»

Δεύτερο γιατί ο αγαπημένος μου Δάσκαλος έλεγε πάντα πως απ’ όλα τα γήινα μονάχα το δάκρυ έχει χαρακτήρα αιώνιο. Γι’ αυτό και το δάκρυ του κ. Τσίγκα που συνόδευσε την αναφορά του στους δασκάλους που αγάπησε και τον σημάδεψαν, εκείνο το δάκρυ που κύλησε αυθόρμητο και προς στιγμήν τον κατέστησε ανίκανο να συνεχίσει να μιλά, ήταν η πιο δυναμική υπογράμμιση του νοήματος της Ημέρας του Δασκάλου που γιορτάζαμε όσοι ήμασταν μες στην αίθουσα. Εκείνο το δάκρυ που τα έλεγε όλα.

Το τρίτο το λέει υπέροχα κι επιγραμματικά ο ποιητής: «Ο έρωτας και μόνος αυτός πηγή της ιστορίας».

Το τέταρτο το λέει με τον πιο δυνατό τρόπο ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος σε άρθρο του με τίτλο «Τα φλουριά της πληγής» (εφ. Καθημερινή, 16/10/1988) :
«Και αν είναι έτσι μίζερα να γράφεται πια η Ιστορία του τόπου μας, τότε προτιμώ να τη διαβάζω στα δεφτέρια των μεροληπτικών πεζογράφων παρά στους κατεψυγμένους τόμους των κατ’ επάγγελμα ιστοριογράφων».

Για όλα αυτά που σου είπα, ξεχωριστέ μου συνάδελφε κ. Ζουργέ, σ’ αυτή τη σύντομη αναφορά μου στην παρουσίαση του βιβλίου σου στην πόλη μας (συγχώρα με αν κάτι δεν έχω καταλάβει καλά), σε ευχαριστούμε που ήσουν κοντά μας προχτές και σου ευχόμαστε την ίδια καλή και καλύτερη ακόμα συνέχεια.

Σε ευχαριστούμε όμως προπαντός για τον υπέροχο τίτλο του βιβλίου σου και για τον ιδιαίτερα βαρύ συμβολισμό του. Δε θα ταίριαζε καλύτερος τίτλος, σε μιαν εποχή όπου φαντάζει εντελώς ουτοπικό ακόμα και το αυτονόητο. Σε μιαν εποχή όπου οι περισσότεροι μοιάζουμε να ‘χουμε παραδοθεί αμαχητί, ενώ είναι παραπάνω από βέβαιο πως «είναι προτιμότερο να αγωνίζεται κανείς μάταια παρά να ζει μάταια».

Οι Έλληνες που έτυχε να ζουν τότε, στο χρόνο όπου πλέκεται η υπόθεση του βιβλίου σου, το πίστευαν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Γι’ αυτό και έκαναν την ουτοπία πραγματικότητα. Γι’ αυτό και τα κατάφεραν. Απομένει να το πιστέψουμε κι εμείς. Το βιβλίο σου έχει τον τρόπο να μας το ξαναθυμίσει. Και να μας δώσει άλλη μια ευκαιρία να πεισθούμε.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.10.2008

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ: Γιατί δεν μπορείς, δεν είναι εύκολο να γίνεις δήμαρχος έστω και αν το θέλεις

Ο θεσμός του δημάρχου είναι παγκόσμια καταξιωμένος και σαν ειδικός σκοπός στην τοπική μας κοινωνία παίζει πρωτεύοντα σημαντικό ρόλο αφού μπορεί και πρέπει να επιλύει ή να προσπαθεί μικρά ή μεγάλα προβλήματα, να συντηρεί βελτιώνει και αναπτύσσει την πόλη να τηv προβάλλει να την εκπροσωπεί επαξίως, είναι δηλαδή η έμψυχος παράσταση είναι ο εκφραστής του τοπικού μεγαλείου, και έτσι πρέπει να αποτελεί το πρότυπο, το παράδειγμα.
Όταν γίνεις δήμαρχος πρέπει να μπορείς να απαλλαγείς από τα προσωπικά σου και οικογενειακά προβλήματα και υποχρεώσεις αφού οφείλεις να ανήκεις στην πόλη και στους δημότες όλο το εικοσιτετράωρο.
Όταν γίνεις δήμαρχος δεν πρέπει να ασκείς κανένα άλλο επάγγελμα.
Όταν γίνει δήμαρχος οφείλεις να λειτουργείς κυρίως και πάντα κατά συνείδηση, και να μην παραβαίνεις για κανένα λόγο θεμελιώδεις κανόνες που αναφέρονται στην ισονομία, στην ισοπολιτεία, στην κοινωνική δικαιοσύνη.
Όταν γίνεις δήμαρχος πρέπει να ξεχάσεις φίλους και συγγενείς, εμπόρους και επαγγελματίες, εργολάβους και μεγαλοεταιρείες.
Όταν γίνεις δήμαρχος πρέπει να μπορείς να αντισταθείς στις κάθε μορφής παρέμβαση στην κατάφωρη αδικία και στην όποιας μορφής διαπλοκή, να είσαι οικονομικά ανεξάρτητος.
Όταν γίνεις δήμαρχος δεν θα πρέπει να οφείλεις τίποτε και σε κανέναν, πρέπει να είσαι μόνο αποτέλεσμα του εαυτού σου και όχι προϊόν κλίκας, ή παρασκηνίου.
Όταν γίνεις δήμαρχος δεν πρέπει να καθοδηγείσαι από κανέναν, δεν θα πρέπει η δημοτική συμπεριφορά και πολιτική σου να υπαγορεύεται από άλλους.
Όταν γίνεις δήμαρχος οφείλεις να επιλέξεις με προσοχή εσύ τους συνεργάτες σου, να μην σου τους επιβάλλουν, αλλά να διέπεται από αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη, συνέπεια και συνέχεια και με γνώσεις διοίκησης και διαχείρισης και έργων.
Όταν γίνεις δήμαρχος πρέπει να κινείσαι και να συμπεριφέρεσαι με ανθρώπινο πρόσωπο και όχι με αυτό του αλαζονικού δημάρχου, αλλά του υπηρέτη στον δημότη.
Όταν γίνεις δήμαρχος, οφείλεις, πρέπει να μπορείς να αγαπάς και να ενδιαφέρεσαι για τον δημότη σου το ίδιο όπως τον εαυτό σου ή και περισσότερο για κάθε μικρό ή μεγάλο πρόβλημα, ακόμα και οικογενειακό, προσωπικό, οικονομικό, υγείας, κοινωνικής αντίληψης, αλληλεγγύης, φτώχειας, ανεργίας.
Όταν γίνεις δήμαρχος θα πρέπει να έχεις πρότερο και νυν έντιμο βίο, και να περιορίσεις ακόμα και να εξαφανίσεις όποιες κακές μορφής, έστω και ανθρώπινες αδυναμίες αφού και πρέπει και οφείλεις να είσαι το πρότυπο δημοσίου ανδρός.
Όταν γίνεις δήμαρχος οφείλεις να στερηθείς τις όποιες μικροαπολαύσεις, απουσίες και διακοπές από τα καθήκοντά σου, να είσαι αυστηρά προσηλωμένος στο καθήκον σου.
Όταν γίνεις δήμαρχος οφείλεις να δέχεσαι προκλήσεις εντός ή και εκτός που οφείλεις όμως να ανταποδώσεις, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, κυρίως των αποδήμων.
Όταν γίνεις δήμαρχος οφείλεις να εφαρμόσεις το πρόγραμμα και όραμα της πόλης όπως ακριβώς το υποσχέθηκες, συνεπής. Να συνεργάζεσαι αρμονικά με όλο το προσωπικό.
Όταν γίνεις δήμαρχος οφείλεις να οπλισθείς με μεγάλη υπομονή και επιμονή για να αντέξεις στις όποιες μορφής ασφυκτικών πιέσεων, πολιτικών ή οικονομικών παραγόντων.
Όταν γίνεις δήμαρχος πρέπει να μην κάνεις, να μην υποκύπτεις σε ρουσφέτια, που συνήθως λειτουργούν εις βάρος άλλων αφού είναι κοινωνικώς απαράδεκτα, άδικα.
Όταν γίνεις δήμαρχος δεν θα προσλάβεις εργαζόμενους στον δήμο στενά συγγενικά σου πρόσωπα, έστω και αν το δικαιούνται, έστω και αν εδώ είσαι άδικος.
Όταν γίνεις δήμαρχος θα εργαστείς, θα μείνεις μόνο για μια τετραετία.
Όταν γίνεις δήμαρχος δεν θα βάλεις στόχο, δεν θα επιδιώξεις να γίνεις ή να διεκδικήσεις το αξίωμα του βουλευτή ή νομάρχη, γιατί ίσως αποτύχεις σαν δήμαρχος.
Όταν γίνεις δήμαρχος οφείλεις να αποβάλεις την πολιτική σου ιδιότητα, όσο είσαι δήμαρχος, θα παραμείνεις όμως πιστά, στις ιδέες σου, στο κόμμα.
Όταν γίνεις δήμαρχος οφείλεις να είσαι να αισθάνεσαι και να δείχνεις εθνικά υπερήφανος, Έλληνας, Καστοριανός, χριστιανός ορθόδοξος, με ή χωρίς ταυτότητα.
Όταν γίνεις δήμαρχος οφείλεις πρέπει να τοποθετήσεις υπεράνω όλων το συμφέρον του τόπου, το
συμφέρον της πόλης και βέβαια του έθνους.
Όταν γίνεις δήμαρχος οφείλεις να παραμείνεις ταπεινός, ο ίδιος σου ο εαυτός χωρίς φθορές από την
λατρεία και την μανία της εξουσίας.
Όταν γίνεις δήμαρχος οφείλεις να γνωρίζεις εκ των προτέρων όλα τα θέματα και προβλήματα του δήμου, για να εκτιμήσεις, αν μπορείς να τα λύσεις ή να τα προωθήσεις με επιτυχία.
Όταν γίνεις δήμαρχος δεν δικαιούσαι να ρίχνεις τις ευθύνες στους προηγούμενους δημάρχους, αφού κάθε δημοτική αρχή είναι συνέχεια της προηγούμενης.
Όταν γίνεις δήμαρχος οφείλεις να ζητάς επίμονα να σου ασκείται κάθε χρόνο ο προβλεπόμενος
διοικητικός, οικονομικός, διαχειριστικός έλεγχος από την ειδική εν προκειμένω αρχή ή υπηρεσία.
Όταν γίνεις δήμαρχος πρέπει να προσέξει ιδιαίτερα την μητέρα εργαζόμενη, τον νέον και την νέαν, την παιδεία γενικά και την υγεία των δημοτών σου.
Όταν γίνεις δήμαρχος και έχεις όλα αυτά, θα αποδείξεις ότι το άξιζες.
Ότι ξέχασα δικαιούται να το υποδείξει, να το κρίνει ο δημότης μας, αφού αυτός τέλος είναι που καθορίζει το αποτέλεσμα, και το εισπράττει θετικά ή αρνητικά.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.10.2008

26/10/08

ΟΔΟΣ: Πηχτά & καταπράσινα

Στον Δήμο Καστοριάς οι αρμόδιοι ετοιμάζονται για ένα ακόμη πραγματικό άθλο. Διότι εκτός που διοικούν μια πόλη στην οποία κανείς δεν κάνει τίποτε για να αυξήσει τους χώρους αστικού πράσινου (σε πάρκα, πλατείες και κοινόχρηστους χώρους), εκτός από την πόλη που αντί να φυτεύονται, …κόβονται τα δένδρα ως ρυπαρά, άρρωστα ή επικίνδυνα, τώρα, ο Δήμος Καστοριάς, προετοιμάζεται για μια ακόμη πρωτοπορία: Όχι μόνο δεν αυξάνει, αλλά καταργεί τους χώρους πρασίνου.

Το σχόλιο δεν αφορά το περιβαλλοντικό μυστήριο που συντελείται στην «ολοκαίνουργια» πλατεία Ομονοίας. Στην οποία, αφού πρώτα κόπηκαν τα λιγοστά δένδρα της προηγούμενης εκδοχής της και μετατράπηκε σε χώρο που μέχρι στιγμής δεν διαθέτει εμφανές αισθητικό στίγμα, μια πλατεία που κανείς δεν γνωρίζει αν είναι «μοντέρνα», παραδοσιακή, κλασσική ή κάτι άλλο, που για την ώρα μοιάζει με άγονο κοσμοδρόμιο, και αφού καλύφθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου με το μπετόν, τότε μόνο κατάλαβαν ότι δεν προνόησαν για χώρους δένδρων. «Τι να το χρειαζόμαστε το πράσινο» θα σκέφτηκαν οι οικολόγοι προύχοντες «όταν η λίμνη μας έχει αληθινά πηχτά και καταπράσινα νερά» ιδίως το καλοκαίρι;

Όμως τώρα ο Δήμος, ετοιμάζεται να υλοποιήσει κάτι αληθινά μεγαλεπήβολο, κάτι ιστορικό: Δεν περιορίζει απλώς το αστικό πράσινο, αλλά ετοιμάζεται να μετατρέψει την πλατεία Βαν Φλητ σε υπαίθριο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων. Κοινώς, σε πάρκινγκ.

Η εντυπωσιακή είδηση διαδόθηκε αρχικά, κάπως δειλά, πριν μερικούς μήνες. Τότε έμοιασε με ένα ακόμη σύντομο δημοτικό ανέκδοτο. Αλλά προς το τέλος του καλοκαιριού, ο οργασμός της (γνωστής) δημοτικής δραστηριότητας το επανέφερε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας: Ναι η φήμη είναι πέρα για πέρα αληθινή! Στην θέση της πλατείας Βαν Φλητ, θα γίνει το πάρκινγκ Βαν Φλητ!! Υπαίθριο, δημοτικό πάρκινγκ που θα μετατρέπεται σε λαϊκή αγορά άπαξ της εβδομάδας. Ακριβώς εκεί που κάποτε υπήρχαν (τα λιγοστά και μάλλον απότιστα) λουλούδια και δένδρα. Έστω κι’ αν τώρα, στην θέση της πλατείας δεσπόζουν ξεκολλημένες πλάκες και παγκάκια ξεχαρβαλωμένα.

Τι τραγική ειρωνεία για ένα χώρο, που διατηρεί την ονομασία «φάντασμα» του αμερικανού στρατηγού του οποίου την προτομή οι διαχρονικοί αρμόδιοι… τρέμουν να επανατοποθετήσουν. Αφού πρώτα, πριν αρκετά χρόνια την καρατόμησε όπως λέγεται συμπολίτης, γνωστός για τα τρυφερά αισθήματα δημοκρατικής ανοχής απέναντι σε όσους δεν έχουν τις ίδιες απόψεις μαζί του. Και ξεσπάει την οργή του ακόμη και σε άψυχα μάρμαρα: Αγάλματα και σταυρούς νεκροταφείων. Τώρα με την απόφασή τους αυτή, οι άρχοντές μας, μοιάζουν να κάνουν κι’ αυτοί «αντίσταση». Εκδικούνται την ίδια την ιστορία.

Παράλληλα με την νέα αυτή απόφαση, μετά την ταλαιπωρία της πλατείας Ομόνοιας, ο Δήμος Καστοριάς, αποφάσισε να βάλει στον αέναο χορό των πλατειών που αλλάζουν διαρκώς μορφή, ή χρήση, και την παλιά αυτή πλατεία της περιοχής των Ψαράδικων κοντά στην οποία φιλοξενείται το ηρώο της πόλης. Το οποίο… παρεμπιπτόντως μετακόμισε εκεί, από την πλατεία Ομονοίας, μερικές δεκαετίες πριν! Μήπως αυτό μεταλαμπαδεύει τις ιδέες, από την «άνω» στην «κάτω» αγορά;

Με τον σοφό αυτό τρόπο, ο Δήμος Καστοριάς φιλοδοξεί να δώσει την ορθή λύση στο κυκλοφοριακό πρόβλημα: Αποτρέπει τις περιττές βόλτες των αργόσχολων στην πλατεία Βαν Φλητ και την μετατρέπει σε χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων των ιθαγενών που έτσι, θα υποχρεώνονται να ξεμυτίζουν ακόμη λιγότερο από τα σπίτια τους. Λύνεται έτσι ο γόρδιος δεσμός του κυκλοφοριακού προβλήματος και της στάθμευσης των αυτοκινήτων που καταφθάνουν στους παλιότερους τομείς της Καστοριάς, από τις βόρειες επεκτάσεις της πόλης, όπου εκεί δημιουργούν πάρκα, καθώς και στην λεωφόρο των Κύκνων, αλλά στο εσωτερικό πάρκινγκ. Ο καλλίτερος τρόπος για να ασχημύνει ακόμη περισσότερο η πόλη.

Μετά το υποβρύχιο πάρκινγκ Ναυτίλος που είχε εξαγγείλει κάποια χρόνια πριν ένας άλλοτε υποψήφιος Δήμαρχος Καστοριάς κάτω από το πάρκο της ολυμπιακής φλόγας στην Νομαρχία, τώρα η πόλη θα αποκτήσει drive in ηρώο! Παντού θα γεμίσει σταματημένα αυτοκίνητα.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός, ότι παρά τις διαμαρτυρίες, παρά την συλλογή εκατοντάδων υπογραφών πολιτών που εκφράζουν την αντίθεσή τους, παρά τα δυσμενή σχόλια του συνόλου σχεδόν του τύπου και των ΜΜΕ της Καστοριάς, και παρά την αποστροφή που έχει προκαλέσει η ανακίνηση του μεγαλοφυούς αυτού οράματος, που συνδυάζεται «αρμονικά» και με τις υπόλοιπες, ήδη γνωστές περιβαλλοντικές ευαισθησίες των δημοτικών αρχόντων (όπως το άγριο κλάδεμα των πλατανιών και τα στραβά μάτια στο ριζικό κόψιμο άλλων), οι υπεύθυνοι δηλώνουν αποφασισμένοι. Δηλώνουν ακάθεκτοι.

Μοιάζουν να αδιαφορούν για το… πολιτικό κόστος! Θα είναι προφανώς πεπεισμένοι ότι έχουν τα περιθώρια να χάσουν από το περίπου 73,29% του λαού τους και ότι σε κάθε περίπτωση, πάλι αυτοί θα είναι οι κυρίαρχοι του τόπου στις επόμενες εκλογές. Και πώς να μην το πιστεύουν με ένα ακόμη σημαντικό «μεταρρυθμιστικό» έργο που αφήνουν στην τετραετία τους; Εύγε.

22/10/08

ΘΕΑΤΡΟ: Παραλλαγές πάνω σ' ένα θέμα αμετάθετο



Στην Θεσσαλονίκη μεταφέρεται η επιτυχημένη παράσταση «Παραλλαγές πάνω σ’ ένα θέμα αμετάθετο» βασισμένη στα διηγήματα του Ηλία Παπαμόσχου («Καλό ταξίδι κούκλα μου» & «Και του χρόνου κυνήγια», εκδόσεις ''Κέδρος''), από τον πολιτιστικό και περιβαλλοντικό σύλλογο ''Σπασμένο Ρόδι''. Οι παραστάσεις θα δοθούν στην αίθουσα του ''Θεάτρου Έξω από τα Τείχη'' τις πρώτες εβδομάδες του Νοεμβρίου.
Σκηνοθεσία: Σοφία Καρακάντζα, σκηνογραφία-κοστούμι: Θάνος Μπουλουγράς, μουσική σύνθεση: Γιάννης Ζορπίδης. animation: Τάσος Αριστοτέλους, φωτογραφίες: Jonathan Smith, ερμηνεία: Ελένη Τσαδήλα

Τρίτη, 4/11, Τετάρτη 5/11, Πέμπτη 6/11 και Τρίτη 11/11, Τετάρτη 12/11, Πέμπτη13/11 στις 22:00. ''Θέατρο Έξω από τα Τείχη'' (Πανεπιστημίου 2 & Ευαγγελιστρίας, τηλ. 2310210308)




Σχετικά κείμενα:

21/10/08

ΜΑΓΔΑΣ ΔΟΥΚΑ: Για τα Ελγίνεια ή Μάρμαρα του Παρθενώνα…

Μία από τις προκλήσεις της αρχιτεκτονικής μελέτης του Νέου Μουσείου Ακρόπολης ήταν η ευθύνη της στέγασης των πιο σημαντικών γλυπτών της ελληνικής αρχαιότητας. Το σύνολο των εκθεμάτων προσδιόρισε το έργο πριν ακόμα επιλεγεί ο χώρος, όπως υποστηρίζει ο αρχιτέκτονας του έργου Bernard Tschumi.

Το κτήριο που σχεδιάστηκε και κατασκευάζεται για να φιλοξενήσει τα εκθέματα του Μουσείου της Ακρόπολης και μελλοντικά τα γλυπτά του Παρθενώνα εκφράζει την καθαρότητα της περιήγησης μέσα από τα τρία υλικά: μάρμαρο, μπετόν και γυαλί. Πρωταρχικός στόχος των αρχιτεκτόνων υπήρξε η κλασική λιτότητα, ο πλούσιος φυσικός φωτισμός και η οπτική αντίληψη του βράχου, με σκοπό την καλύτερη ανάδειξη και τη συσχέτιση των εκθεμάτων με την ακρόπολη. Βέβαια, μόνο στην πράξη θα φανεί τελικά αν κάτι τέτοιο θα επιτευχθεί επισφαλώς.
Η βάση του σχεδίου του κτηρίου είναι να δίνει την αίσθηση ότι αιωρείται πάνω από τις αρχαιολογικές ανασκαφές. Η γυάλινη επίστεψη είναι αυτή που μας ενδιαφέρει εδώ. Η ορθογώνια αίθουσα του Παρθενώνα, που διατάσσεται γύρω από ένα αίθριο, διαθέτει γυάλινο περίβλημα, το οποίο εξασφαλίζει άμεση θέαση προς την ακρόπολη, το ιστορικό σημείο αναφοράς. Τα γλυπτά του Παρθενώνα θα είναι εκτεθειμένα στην αίθουσα αυτή, ώστε παράλληλα να φαίνονται και από τους επισκέπτες της ακρόπολης.

Σύμφωνα με τους αρχιτέκτονες του έργου, ο προσανατολισμός των γλυπτών θα είναι ακριβώς ο ίδιος όπως και στον Παρθενώνα, και ο τρόπος έκθεσής τους θα δημιουργεί ένα μοναδικό περιβάλλον για την κατανόηση των επιτευγμάτων που αντιπροσωπεύει το ίδιο το μνημείο. Το σχέδιο φιλοδοξεί να εξασφαλίσει - μέσω της διαφάνειας των υλικών του - το context που χρειάζεται κάθε εκθεσιακός χώρος, προκειμένου τα εκθέματα να αποκτήσουν και να ανακτήσουν την ιδιαίτερη σημασία τους. Δεν μένει παρά να το δούμε και στην πράξη.

Αφορμή για το κείμενό μου, στάθηκε μία διημερίδα που πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο της Ακροπόλεως με τίτλο «H προστασία των πολιτιστικών αγαθών από την Παράνομη διακίνηση και η διεκδίκησή τους». Έτσι στο νου μου ήρθαν και πάλι τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, για τα οποία η συζήτηση στην Ελλάδα δεν έχει σταματήσει ποτέ. Και στον υπόλοιπο κόσμο ο επαναπατρισμός πολιτιστικών αγαθών αποτελεί συνεχώς το μήλο της έριδος μεταξύ ανεπτυγμένων μουσείων και κυβερνήσεων κρατών.

Σχετικά με τα μάρμαρα του Παρθενώνα διαβάζουμε στη βικιπαίδεια ότι:
Τα Γλυπτά του Παρθενώνα, γνωστά και ως Ελγίνεια Μάρμαρα, είναι μία μεγάλη συλλογή από μαρμάρινα γλυπτά που μεταφέρθηκαν στην Βρετανία το 1806 από τον Τόμας Μπρους, Ζ' Κόμη του Έλγιν, πρέσβη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1799 μέχρι το 1803. Εκμεταλλευόμενος την Οθωμανική ηγεμονία στην ελληνική επικράτεια, κατάφερε και απέκτησε φιρμάνι για την αποκαθήλωσή τους με σκοπό την μέτρηση και ζωγραφική τους από τον Παρθενώνα από τον Οθωμανό Σουλτάνο και στη συνέχεια προχώρησε στην αφαίρεση και φυγάδευσή τους.
Τα γλυπτά αυτά αποθηκεύτηκαν στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου το 1816 και το 1936 τοποθετήθηκαν στην έκθεση Duveen που δημιουργήθηκε για αυτό το σκοπό. Εδώ και δεκαετίες έχουν λάβει χώρα πολλές προσπάθειες για την επιστροφή και επανένωση των γλυπτών, με σημαντικότερο το αίτημα που ανέπτυξε κατά τη δεκαετία του '80 ως Υπουργός Πολιτισμού η Μελίνα Μερκούρη.

Σε ανακοίνωση που εξέδωσε το Βρετανικό Μουσείο τον Απρίλιο του 2007, αναφέρεται ότι δεν προτίθεται να παραχωρήσει την κυριότητα των Γλυπτών του Παρθενώνα σε ελληνικό μουσείο.
Η επιστροφή ή απόδοση πολιτιστικών αγαθών που διακινήθηκαν παράνομα προβλέπεται από ορισμένες διεθνείς συμβάσεις καθώς και από διμερείς πολυμερείς συμφωνίες.
Από τις διάφορες κυρώσεις για την παράνομη διακίνηση των πολιτιστικών αγαθών, δεν ενδιαφέρει μόνο η τιμωρία του δράστη, ούτε τόσο η χρηματική αποζημίωση για την επανόρθωση της ζημιάς. Ενδιαφέρει κυρίως η επιστροφή των ιδίων αντικειμένων στη χώρα προέλευσης ή καταγωγής τους, λόγω ακριβώς της μοναδικότητάς τους ως στοιχείων της εθνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ωστόσο το ζήτημα είναι πιο βαθύ. Η πλευρά του Βρετανικού Μουσείου υποστήριζε πάντα την προστασία και συντήρηση των μαρμάρων γι’ αυτό και δεν δεχόταν να τα επιστρέψει στην Ελλάδα λόγω έλλειψης ικανού χώρου να τα φιλοξενήσει ασφαλώς. Τώρα, πώς το Βρετανικό Μουσείο με τα συμπόσια που οργάνωσε στις αίθουσές του τα προστάτευσε καλύτερα από τα ελληνικά μουσεία, είναι απορίας άξιο...

Βέβαια, το νέο Μουσείο της Ακροπόλεως που έχει ανεγερθεί στην Αθήνα εξασφαλίζει την προληπτική συντήρηση και την προστασία των αρχαιοτήτων που θα φιλοξενήσει καθώς έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τις πιο σύγχρονες μουσειολογικές προδιαγραφές. Μάλιστα, εξασφαλίζει πια ειδική αίθουσα στο ψηλότερό του όροφο, ο οποίος με τα διαφανή υλικά δόμησης θα επιτρέπει στα μάρμαρα να συνδεθούν άμεσα με το μνημείο του Παρθενώνα που στέκεται απέναντι.

Το Βρετανικό Μουσείο κατέχει κυρίως έργα ελληνικά και ρωμαϊκά αλλά και αιγυπτιακές συλλογές, ασιατικές και έργα από κάθε γωνιά της γης! Είναι ένα ιδιαίτερα αναπτυγμένο μουσείο τουριστικά συνεπώς οποιοσδήποτε θα μπορούσε να πει δικαίως ότι τα μάρμαρα του Παρθενώνα όπως και οι υπόλοιπες συλλογές γίνονται αντικείμενα επίσκεψης και θαυμασμού από έναν ευρύτερο πληθυσμό τουριστών και μη, συνεπώς θεμιτό είναι που βρίσκονται εκεί και όχι στις πατρίδες τους. Από την άλλη, αν τα μάρμαρα επέστρεφαν στην Αθήνα, τότε το μεγαλύτερο μέρος των συλλογών του Βρετανικού Μουσείου θα έπρεπε ακολούθως να επιστρέψει σπίτι του!

Ένα είναι βέβαιο, πως αν τα μάρμαρα επιστρέψουν στην Αθήνα και τοποθετηθούν στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ο Παρθενώνας πια μπορεί να αποτελέσει ένα μοναδικό μνημείο συνολικής πολιτιστικής και ιστορικής αξίας.

ΟΔΟΣ: Το αρχοντικό Πηχιών

Απελπιστική, -στα όρια της κατάρρευσης της στέγης- περιγράφουν οι περίοικοι (και οι κάθε λογής ενοχλητικοί με τις ευαισθησίες τους) την κατάσταση που επικρατεί στο αρχοντικό Πηχιώνος στην πλατεία Ντολτσού. Το οποίο εδώ και 40 χρόνια έχει περιπέσει σε δίνη περιπετειών.

Όλα άρχισαν από τότε που ο ιδιοκτήτης του κ. Αναστάσιος Πηχιών αποφάσισε να το δωρίσει αρχικά στο οκνηρό Ελληνικό Δημόσιο για να το μετατρέψει σε Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα και στην συνέχεια τον Δήμο Καστοριάς με τον ίδιο όρο. Παρά τις παλινωδίες των αρμοδίων, τα μεγάλα λόγια και τις φλυαρίες των κάθε φορά υποψηφίων, το εξαιρετικό αρχοντικό, βρίσκεται σε τόσο άθλια κατάσταση από πλευράς συντήρησης και φροντίδας που άρχισαν να εγείρονται βάσιμες υπόνοιες για την τύχη του στο μέλλον.

Φυσικά ουδείς – μα ουδείς λόγος για την εγκατάσταση και λειτουργία του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.
Δεν άρχισαν να γίνονται κάπως περίεργα όλα αυτά;
Ή μήπως κάποιοι το θεωρούν κι’ αυτό «εθνικισμό»;

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 2.10.2008

20/10/08

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΖΗΜΑΚΑ: Το «Νησί»

ο προϊστορικός οικισμός και η τελευταία μάχη για την ελευθερία

Την ημέρα της Αναλήψεως του Κυρίου, κινητής εορτής η οποία εμπίπτει συνήθως περί τα τέλη Μαΐου, γίνεται πανηγύρι στον ομώνυμο ιερό ναό του Δισπηλιού, χωριού κειμένου παρά τις νότιες παρυφές της λίμνης Ορεστιάδας. Ο ναός της Αναλήψεως εγείρεται στη θέση «Νησί», ήτοι σε παραλίμνιο χλοερό πλάτωμα, οι ακτές του οποίου λείχονται επί αιώνες από τα λιμναία ύδατα. Εκεί φυτρώνουν πανύψηλες αργυρόχρωμες λεύκες και καλάμια τα οποία περιορίζουν την εκείθεν θέα και δυσχεραίνουν τον σαφή διαχωρισμό μεταξύ της ξηράς και των υδάτων, όπως το τρίχαπτον* γυναικείου ενδύματος δυσχεραίνει τον αφορισμό του κρασπέδου του. Αντιθέτως, η νότια πλευρά του εν λόγω πλατώματος οριοθετείται σαφώς από τα υπολείμματα αρχαίου τείχους.

Στον ναό της Αναλήψεως συνωθούνταν ανέκαθεν οι ευσεβείς χριστιανοί από την Καστοριά και τα γύρω χωριά, οι οποίοι, μετά το πέρας του τελετουργικού μέρους, έσπευδαν να συμμετάσχουν και των υπολοίπων εκδηλώσεων της πανήγυρης κάτω από τον λαμπρό της Άνοιξης ήλιο και τις ευλογίες του χοροστατούντος μητροπολίτου Νικηφόρου. Το ποίμνιο, μετά τη λήψη της πνευματικής τροφής, κατέληγε στον περίβολο, προκειμένου να επιλέξει και από τα αφθόνως εκεί παρουσιαζόμενα υλικά αγαθά. Διάφοροι έμποροι δραττόμενοι της ευκαιρίας προσέφεραν ποικίλα εμπορεύματα: αρτύματα, είδη ένδυσης και υπόδησης, ποικίλματα, κοσμήματα και προπαντός παιχνίδια για την ικανοποίηση της περιέργειας και της φαντασίας των νεαρών πανηγυριστών. Εδώ πρωτοεμφανίζονταν και οι πρωίμως ερυθριώντες και ωριμάζοντες καρποί της κερασιάς, προσκομιζόμενοι αφθόνως από το παρακείμενο χωριό Κορησός, όπου ευρέως καλλιεργούνταν.

Στο πανηγύρι μετείχαν επίσης και πλανόδιοι φωτογράφοι, φέροντες επ’ ώμου την ογκώδη μετά τρίποδος φωτογραφική τους μηχανή, όπως οι οπλίτες τον βαρύ οπλισμό τους. Φωτογραφικές μηχανές αυτού του είδους μόνο στα μουσεία μπορεί κανείς σήμερα να συναντήσει και να θαυμάσει. Ο σχετικά ευρύχωρος σκοτεινός θάλαμος του ενδιαφέροντος αυτού μηχανήματος αποτελούσε τρόπον τινά ένα φορητό εργαστήριο, δια του οποίου γινόταν η φωτογράφηση αλλά και η εμφάνιση, στερέωση και αναστροφή της φωτογραφίας. Η όλη διαδικασία γινόταν από το πίσω άνοιγμα του σκοτεινού θαλάμου με το ένα μόνο χέρι του φωτογράφου, το οποίο περνούσε μέσα από μαύρο περιβραχιόνιο, και κινούνταν ψηλαφητικά και με μεγάλη σπουδή, όπως κινείται ο πόντικας στις σκοτεινές στοές των υπονόμων. Παράλληλα, ο εργαζόμενος χειριστής σήκωνε κατά διαστήματα το κεφάλι του και μειδιούσε επί τούτοις, προκειμένου να κατασιγάσει την ανυπομονησία των πελατών του. Ένεκα δε της επί τόπου και γρήγορης εμφάνισης οι φωτογραφίες αυτές χαρακτηρίζονταν «της στιγμής» σε σχέση με τις άλλες, τις καλύτερες, οι οποίες απαιτούσαν ειδική επεξεργασία στα φωτογραφικά εργαστήρια, το κοινό ρετουσάρισμα, και αποκαλούνταν «εβδομαδιαίες».

Κατά το σωτήριο έτος 1938 οι γονείς μου θεώρησαν ότι έπρεπε να με μεταγάγουν στην εν λόγω ιερή πανήγυρη προκειμένου να λάβω συλλήβδην θεία χάρη και ενθύμιο, όπως μαρτυρεί μια ληφθείσα εκεί και διασωθείσα του πανδαμάτορος χρόνου φωτογραφία μου. Τότε, μόλις μπορούσα να στέκομαι όρθιος και να περπατώ υποστηριζόμενος, όπως οι μέθυσοι από τους συνοδούς τους. Στη φωτογραφία απεικονίζομαι σε όρθια θέση επί κοινού καθίσματος, του σώματός μου στηριζομένου στο ερεισίνωτο, ενώ η εξαδέλφη μου Έλλη επιμελώς κρυμμένη όπισθεν συγκρατεί τα ιμάτιά μου για λόγους ασφαλείας, όπως η αντιρίδα τον νεαρό βλαστό. Η όψη και η θρέψη μου εμφανίζονται ικανοποιητικές. Ο πόλεμος απείχε από της εισβολής του ακόμη δυο και πλέον έτη και οι γονείς μου είχαν την ευκαιρία να φροντίζουν την ανάπτυξή μου με ελιξίριο σιρόπι το οποίο παρασκεύαζαν δια βρασμού νεαρών φύλλων καρυδιάς. Τα χέρια μου φαίνονται να κρατούν και να θωπεύουν τη μια από τις δυο εξ ερίου σφαίρες, οι οποίες κοσμούσαν τα άκρα περίδεσης του χειροποίητου ενδύματός μου, και όπως αποδείχτηκε με την πάροδο των ετών, τα χέρια αυτά έμελλε να μην εφησυχάσουν δια βίου.

Η εν λόγω επίσκεψη στο «Νησί» αποτέλεσε την απαρχή αρκετών οικογενειακών και σχολικών εκδρομών, της μεταφοράς γενομένης εκεί είτε συνήθως δια της χερσαίας, είτε σπανιότερα δια της λιμναίας οδού, μέσω των δικώπων λέμβων με όρθιο τον λάμνοντα χειριστή, τα κοινώς αποκαλούμενα «καράβια» στην τοπική διάλεκτο. Την εξαιτίας των ζωηρών παιχνιδιών μας κόπωση αντιμετωπίζαμε εκεί με το αντίδοτο της κατάκλισης στην παχιά σκιά των παρά την λίμνη ευτραφών δέντρων, ενώ την συμπαρομαρτούσα υπογλυκαιμία θεραπεύαμε με τα λιτά μεν σε ποικιλία πλούσια δε σε ποσότητα γεύματα, ρυπαίνοντας συνάμα και τον περιβάλλοντα χώρο. Τα εκδιωχθέντα δυστυχή τετράποδα κοίταζαν μακρόθεν με διεσταλμένους τους οφθαλμούς, ως να απορούν γιατί άραγε διακόπταμε το δωρεάν από τη φύση προσφερόμενο γεύμα τους.

Εντούτοις, παρά τις δραστηριότητές μας πάνω σε εκείνο τον παθητικώς υπομένοντα χορτοτάπητα, κανείς δεν είχε αντιληφθεί, ούτε κάποιος φρόντισε να μας πληροφορήσει, ότι κάτω από τα ζωηρώς κινούμενα πόδια μας εγκαρτερούσε επί εβδομήντα και πλέον αιώνες ο αρχαιότερος της Ευρώπης λιμναίος προϊστορικός οικισμός.

***

Ο εκ Βλάστης ορμώμενος καθηγητής της αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αείμνηστος Αντώνιος Κεραμόπουλος, διακόπτων κατά τους θερινούς μήνες τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα, αποσυρόταν συνήθως στη γενέτειρά του. Από κει, με σύντροφο και βοηθό την βακτηρία του, επισκεπτόταν τους αρχαιολογικούς τόπους της Δυτικής Μακεδονίας και με την επιστημονική του πείρα ανακάλυπτε πράγματα μεγάλης αρχαιολογικής σημασίας, όπως ο θηρευτικός κύων οσμίζεται και αποκαλύπτει τα θηράματά του.

Ο χειμώνας και το θέρος του έτους 1932 παρήλθαν χωρίς χιόνια και βροχές, με αποτέλεσμα η στάθμη της λίμνης να υποχωρήσει αρκετά. Εξαιτίας της καθόδου των νερών αποκαλύφθηκαν τα ανώτερα μέρη των εμπηγμένων πασσάλων στην λιμναία παρά το Δισπηλιό κοίτη, δίνοντας στον κοινό θεατή την εντύπωση υπερμεγέθων βατράχων, οι κεφαλές των οποίων προείχαν της επιφανείας των ηρεμούντων υδάτων. Ο πεπειραμένος όμως οφθαλμός του Κεραμόπουλου διέκρινε την πραγματικότητα και χαρακτήρισε τα ευρήματα ως κατάλοιπα προϊστορικού λιμναίου οικισμού. Να πως περιγράφει ο ίδιος την ανακάλυψη αυτή σε άρθρο του στα Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρίας (1938) με τίτλο Έρευναι εν τη Δυτική Μακεδονία: «Ενταύθα σχηματίζεται μικρά ελαφρώς υψηλότερα της λίμνης νησίς, εφ’ ης είναι η εκκλησία της Αναλήψεως. Άλλοτε περιέπλεον την νησίδα δια των λέμβων, τώρα όμως είναι ξηρά πέριξ. Η μεταξύ της νησίδος και των υδάτων της λίμνης, ξηρανθείσα νυν ταινία γης είναι προς το μέρος της και εν μέρει εντός των υδάτων αυτής κατάσπαρτος υπό εξεχόντων πασσάλων των λιμναίων κατοικιών».

Από το κείμενο αυτό πληροφορούμαστε ότι η εν λόγω περιοχή περιβρεχόταν από τα νερά της λίμνης, γι’ αυτό και «Νησί» αποκαλούνταν από τους ντόπιους κατοίκους, όνομα που πέρασε από γενιά σε γενιά μέχρι και τις μέρες μας, μολονότι σήμερα δεν φαίνεται να υπάρχει εκεί κάποιο νησί.

Κατά επακολουθήσαντα άνυδρα έτη 1938 και 1940 ο Κεραμόπουλος προέβη σε συστηματικότερες ανασκαφές, από τις οποίες προέκυψαν 530 εργαλεία της νεολιθικής εποχής μεγάλης αρχαιολογικής αξίας. Ατυχώς, οι έρευνες δεν συνεχίστηκαν εξαιτίας του ενσκήψαντος δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και μόνο κατά το 1965, όταν και πάλι η στάθμη της λίμνης κατέβηκε, ο καθηγητής της αρχιτεκτονικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) Νίκος Μουτσόπουλος μελέτησε υπεύθυνα την περιοχή αυτή και ιδιαίτερα σε ότι αφορά την αποτύπωση των επιφανειακών στοιχείων του χώρου.
Το καλοκαίρι του 1992, 60 χρόνια μετά τις δοκιμαστικές έρευνες του Κεραμόπουλου, ο καθηγητής της προϊστορικής αρχαιολογίας στο ΑΠΘ Γεώργιος Χουρμουζιάδης ανέλαβε επιτέλους συστηματικές ανασκαφές στη θέση «Νησί» και ο κλοιός της έρευνας άρχισε να σφίγγει γύρω από το ωραίο προϊστορικό παραμύθι. Τις υποθέσεις αντικατέστησαν αποδείξεις οι οποίες φώτισαν τις ζοφερές άγνωστες πτυχές ενός κόσμου, που κατάφερε να επιβιώσει με πρωτόγονους τρόπους γεωργικής καλλιέργειας, κτηνοτροφίας και αλιείας από τη μέση νεολιθική εποχή (5.500 π.Χ.) μέχρι και την πρώιμη χαλκοκρατία (3.500 π.Χ.). Η εγκατάλειψη του οικισμού και η μετανάστευση του πληθυσμού του έγινε για λόγους επισιτιστικούς και οικονομικούς σταδιακά και όχι κάτω από βίαιες καταστροφικές συνθήκες.

Οι άνθρωποι του προϊστορικού αυτού οικισμού είχαν αναπτύξει πολιτισμό. Όταν τέλειωναν τις δουλειές τους, κάθονταν να πλάσσουν τον πηλό και να φιλοτεχνήσουν φιγούρες και εντυπωσιακά ειδώλια, ή να σκαλίσουν διάφορα υλικά και να κατασκευάσουν κοσμήματα. Και σαν έρχονταν τα δειλινά, έπιαναν τις φτιαγμένες από οστά πουλιών φλογέρες, να παίξουν και να παραβγούν με των βατράχων τα κοάσματα. Εκεί βρέθηκε και μια ξύλινη πινακίδα με χαραγμένα «σήματα» που αποτελούν προφανώς ένα πρωτόγονο σύστημα μετάδοσης πληροφοριών, ένα είδος γραφής. Παράλληλα, είχαν αναπτύξει κοινωνικές σχέσεις μεταξύ τους αλλά και με τους περαστικούς, αφού ο οικισμός τους βρισκόταν, κατά τον Hammond, πάνω στο δρόμο που οδηγούσε από τη Θεσσαλία δια της κοιλάδας του Αλιάκμονα προς την Αδριατική Θάλασσα.

Μέχρι το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το σώμα του προϊστορικού αυτού κοιμωμένου γίγαντα εφησύχαζε κάτω από την προστατευτική σκέπη του στερεού του καλύμματος, ενώ τα άκρα του ανακουφίζονταν βυθισμένα στο νερό της λιμναίας λεκάνης. Ουδόλως ενοχλούνταν από τις κωδωνοκρουσίες της άπαξ του έτους ιερής πανήγυρης, μηδέ από τις συχνές παιδιές των ανήσυχων νεαρών, αλλά και την καθημερινή βοσκή των τετραπόδων, των πρωτόγονων αυτών χορτοκοπτικών μηχανών. Διότι δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί τα σύγχρονα ηλεκτροκίνητα ή βενζινοκίνητα αντίστοιχα μηχανήματα, δια των οποίων απαλλάσσεται ο άνθρωπος εν ριπή οφθαλμού, από την κακή συνήθεια της φύσης να βλασταίνει χόρτα σε ανεπιθύμητους χώρους. Αλλά ούτε και η ευγενική κατά τα άλλα αρχαιολογική σκαπάνη του αείμνηστου Κεραμόπουλου διατάραξε την ηρεμία του, ούτε οι ορδές του Μουσολίνι κατόρθωσαν να φτάσουν ως εδώ και να καταπατήσουν το έδαφός του. Το μόνο που άκουγε κανείς κατά τη διάρκεια του πολέμου, σαν ακουμπούσε το αφτί του καταγής, ήταν ο βαθύς αχός των πυροβόλων του μετώπου, που ολοένα εξασθενούσε καθώς οι ιταλικές δυνάμεις οπισθοχωρούσαν. Στον γερμανικό στρατό θα λάχαινε αργότερα η μοίρα, να πάρει μέρος στο υπαίθριο αυτό θέατρο των επιχειρήσεων εναντίον των Ελλήνων, οι οποίοι θα έδιναν εκεί την τελευταία τακτική μάχη επί ανοικτού πεδίου πριν την ηρωική τους πτώση.

***

Κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ο Χίτλερ ήθελε την Ελλάδα σύμμαχό του ή τουλάχιστο ουδέτερη, ώστε να μην αποτελέσει έρεισμα των Άγγλων εναντίον της νότιας πτέρυγας του γερμανορωσικού μετώπου, σύμφωνα με το σχέδιο «Μπαρμπαρόσα»το οποίο είχε ήδη εκπονήσει. Εξάλλου, επειδή βιαζόταν να αρχίσει τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας πριν τον προλάβει ο χειμώνας, προσπάθησε να εκκαθαρίσει γρήγορα τις αντιστάσεις στη Ελλάδα και την Γιουγκοσλαβία κηρύσσοντας τον πόλεμο εναντίον των δυο χωρών ταυτόχρονα, στις 6 Απριλίου του 1941 (σχέδιο «Μαρίτα») με την 12η στρατιά, υπό τον στρατάρχη Φον Λιστ, η οποία ήδη βρισκόταν στη Βουλγαρία.

Ωστόσο, δυο πολεμικά γεγονότα μετέβαλαν το αρχικό σχέδιο του γερμανικού επιτελείου: η κραταιά αντίσταση των οχυρών της «γραμμής Μεταξά», και η άμεση διάσπαση του νοτίου τομέα του γιουγκοσλαβικού μετώπου. Το αποτέλεσμα ήταν να υπερφαλαγγίσει ο εχθρός τα οχυρά μέσω Γιουγκο σλαβίας, να προελάσει δια κοιλάδας του Αξιού ποταμού και να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη. Ήταν κάτι που έμοιαζε με την προηγηθείσα υπερφαλάγγιση της γραμμής «Μαζινό»στη Γαλλία. Ένα άλλο μέρος της γερμανικής στρατιάς, με αιχμή του δόρατος την επίλεκτη τεθωρακισμένη μεραρχία «Σωματοφυλακή SS Αδόλφος Χίτλερ» εισέβαλε στο ελληνικό έδαφος, επίσης μέσω Γιουγκοσλαβίας, με στόχο να υπερφαλαγγίσει τα μετόπισθεν του ελληνοϊταλικού μετώπου από το δρόμο Φλώρινας, Πτολεμαίδας, Κλεισούρας, Καστοριάς. Διοικητής της εν λόγω μεραρχίας ήταν ο νεαρός υποστράτηγος Γιόζεφ Ντήτριχ εκ των ιδρυτών των SS και ευνοούμενος του Χίτλερ.

Η αγωνία του Γενικού Επιτελείου ήταν μεγάλη, μπροστά στον κίνδυνο αιχμαλωσίας των νικηφόρων στρατευμάτων του ελληνοϊταλικού μετώπου, ιδιαίτερα δε του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ), αποτελούμενο από την 9η, 10η, 13η και 16η μεραρχία, διότι βρισκόταν βορείως και γειτνίαζε προς τις προελαύνουσες γερμανικές δυνάμεις. Ιδού η άπελπις αναφορά του επιτελάρχη του Τμήματος προς το ΓΕΣ κατά την 11η Απριλίου: «Η ευκαιρία αναλήψεως υποχωρητικού ελιγμού παρήλθε εις βάρος του στρατεύματος, όπερ νικηφόρον υπεχρεώθη να παρίσταται θεατής του εχθρού προελαύνοντος εις τα νώτα αυτού». Μετά ταύτα διατάχτηκε τακτική υποχώρηση του ΤΣΔΜ από το βράδυ της 12ης μέχρι και την 15η Απριλίου με κατεύθυνση: Ελληνοαλβανική μεθόριος, Γράμμος, δυτικός κλάδος του Αλιάκμονα, Σμίξη περιοχής Βογατσικού, Γρεβενά. Εν τούτοις, η λίαν χλιαρή αντίσταση και οι συνεχείς υποχωρήσεις των συνδραμουσών αγγλικών δυνάμεων στο υψίπεδο της Πτολεμαΐδας έφεραν σύντομα τον επιτιθέμενο γερμανικό στρατό στην Κλεισούρα, πάνω στο βουνό «Νταούλι», με αποτέλεσμα ένα μέρος της μεραρχίας SS Αδόλφος Χίτλερ να στρατοπεδεύσει στο χωριό Κορησός το βράδυ της 14ης Απριλίου. Επομένως, χρειαζόταν μια ακόμη κρίσιμη μέρα για την ασφαλή ολοκλήρωση της οπισθοχώρησης του ΤΣΔΜ προς τα Γρεβενά. Η μόνη απομένουσα λύση, η οποία και επιλέχτηκε, ήταν η πάση θυσία καθυστέρηση της γερμανικής προέλασης και η καθήλωση του εχθρού επί τόπου τουλάχιστον για μια μέρα. Το εγχείρημα υπήρξε εξαιρετικά δύσκολο, αν ληφθεί υπόψη η κόπωση των οπισθοχωρούντων πεζοπόρων τμημάτων. Ο κλήρος έλαχε στην 13η Μεραρχία Πεζικού, την επωνομαζομένη «του Αρχιπελάγους», διότι οι οπλίτες της κατάγονταν από τα νησιά Λέσβος, Χίος και Σάμος. Ήταν νησιώτες γεωργοί, ψαράδες και εργάτες που ήρθαν μαζί με τους άλλους Έλληνες να πολεμήσουν στη Δυτική Μακεδονία. Αντίθετα, οι γερμανικές δυνάμεις ήταν μηχανοκίνητες, ξεκούραστες και είχαν την υποστήριξη αρμάτων, πυροβολικού και αεροπορίας.

Για την εφαρμογή του σχεδίου διατάχθηκαν να μετακινηθούν εσπευσμένως βορείως της λίμνης Καστοριάς, ανάμεσα στα χωριά Απόσκεπος και Φωτεινή, μια μοίρα βαρέος πυροβολικού (8 πυροβόλα), ένα πεδινό αντιαρματικό πυροβόλο, μια ομάδα όλμων και ένα αντιαεροπορικό πυροβόλο. Στη διάβαση φωτεινής τοποθετήθηκε η 21η Ομάδα Αναγνωρίσεως, μια ίλη ιππικού και ένας αντιαρματικός ουλαμός των 47 (δυο πυροβόλα). Ωστόσο, η κύρια ευθύνη αναχαίτισης ανατέθηκε σε όσα τμήματα της 13ης Μεραρχίας κατάφεραν να φθάσουν οδοιπορικώς και να ανασυγκροτηθούν μπροστά στα χωριά Δισπηλιό, Άργος Ορεστικό, Αμπελόκηποι και Μηλίτσα. Ήταν συνολικά τρία τάγματα (το 3ο του 22ου Συντάγματος Πεζικού, το 1ο του 23ου ΣΠ, το 2ο τάγμα πολυβόλων θέσεων και δυο διμοιρίες βαρέων πολυβόλων), η 13η Ομάδα αναγνωρίσεως και εννέα ελαφρές και βαριές πυροβολαρχίες (36 πυροβόλα). Από πλευράς μαχητών οι Έλληνες ήταν λιγότεροι από το ένα πέμπτο των Γερμανών, ενώ από πλευράς πολεμικών μέσων και εφοδίων η διαφορά ήταν συντριπτική υπέρ του εχθρού. Συγκεκριμένα, λόγω απωλειών στο ελληνοϊταλικό μέτωπο, το ελληνικό πεζικό ήταν μειωμένο κατά 80%, τα πυροβόλα κατά 50%, ενώ τα πυρομαχικά ήταν ελάχιστα. Μολαταύτα το ηθικό των αξιωματικών και των οπλιτών υπήρξε ακμαίο.

Διοικητής της 13ης Μεραρχίας Πεζικού ήταν ο ηλικίας 47 ετών Σωτήρης Μουτούσης παλαίμαχος των πολέμων 1912-13, 1917-18 και 1919-22. Προερχόμενος από τις τάξεις του πυροβολικού διέθετε εξαιρετική πείρα πάνω στη ορθή χρήση των πυροβόλων, ενώ στα πεδία των μαχών αναδείχτηκε σε έναν από τους καλύτερους ηγήτορες. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του μεράρχου και εν όψει της μάχης του Πόγραδετς στο αλβανικό μέτωπο, απηύθυνε προς τους μαχητές της μονάδας του τα παρακάτω απλά αλλά μεστά σε περιεχόμενο λόγια: «Την επίθεση θα υποστηρίξω δια του βαρέος πυροβολικού και θα την παρακολουθήσω έφιππος εκ του εγγύς». Μόνο ικανοί ηγήτορες ξέρουν να διατυπώνουν τέτοια νοήματα και να εγείρουν πατριωτικά αισθήματα.

Πριν την κατάληψη του Πόγραδετς, μεταξύ του επιτιθεμένου 18ου Συντάγματος πεζικού και των αμυνομένων ιταλικών δυνάμεων παρεμβαλλόταν η βαθιά χαράδρα του ποταμού Τσεράβα. Ο καιρός ήταν ομιχλώδης, οι θέσεις του εχθρού δυσδιάκριτες και η επίθεση εξαιρετικά δυσχερής. Τότε ο στρατηγός Μουτούσης προσέγγισε τη γραμμή μάχης, αναπέτασε τη σημαία του Συντάγματος και διέταξε να σημάνουν όλοι οι σαλπιγκτές: «Προχωρείτε, προχωρείτε...». Και ενώ τα πολυβόλα του εχθρού απαντούσαν μανιωδώς, προσπαθούσε με τις διόπτρες να επισημάνει τις θέσεις του ιταλικού φραγμού πυρός. Εκεί στο βάθος της απέναντι όχθης σαν να διέκρινε την αχνή λάμψη ενός ιταλικού πολυβόλου. Τότε διέταξε να του φέρουν ένα πυροβόλο. Του προώθησαν ένα ορειβατικό των 105 και αμέσως έδωσε τα στοιχεία βολής που υπολόγισε με το μάτι. Ύστερα από δυο με τρεις βολές το ιταλικό πολυβολείο τινάχτηκε στον αέρα. Όπλα, πυρομαχικά και άνθρωποι έγιναν μια μάζα. Εξαιτίας του στρατιωτικού του ήθους και της γενναιότητάς του στα πεδία των μαχών τιμήθηκε δυο φορές με το Αριστείο Ανδρείας, δυο φορές με τον Πολεμικό Σταυρό Β΄Τάξης, καθώς επίσης και με το μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων. Αυτός ήταν ο στρατηγός της 13ης Μεραρχίας, στον οποίο ανατέθηκε η πιο κρίσιμη και ουσιαστικά η μόνη από πλευράς στρατιωτικής τακτικής μάχη εκ συναντήσεως επί ανοιχτού πεδίου μεταξύ του ελληνικού και του γερμανικού στρατού. Η διοίκηση των παρατεταγμένων ελληνικών δυνάμεων ανατέθηκε στον συνταγματάρχη Ευστάθιο Λιώση.

Στις 5.30 το πρωί της 15ης Απριλίου άρχισε η προώθηση των γερμανικών τμημάτων προς το Δισπηλιό με 15 άρματα μάχης και πεζικό. Μισή ώρα μετά εκδηλώθηκε έντονη δραστηριότητα του εχθρικού πυροβολικού και ακολούθως ευρεία επίθεση μηχανοκινήτων και πεζοπόρων τμημάτων, τα οποία αποκρούστηκαν επιτυχώς από το ελληνικό πυροβολικό και τα πυρά των οπλιτών. Εκεί τέθηκαν εκτός μάχης 25 αυτοκίνητα και άρματα του γερμανικού στρατού.

Οι ερπύστριες των σιδερένιων γιγάντων του εχθρού άρχισαν τώρα να σέρνονται στριγκλίζοντας και να πληγώνουν το αρχέγονο ρούχο του προϊστορικού οικισμού, που η φύση ύφαινε υπομονετικά εδώ και χιλιάδες χρόνια. Όποιο αγγείο είχε γλυτώσει από το φθοροποιό του χρόνου πέρασμα, έτριζε τώρα μέσα στα σπλάχνα του και κομματιαζόταν κάτω από το βάρος και τις δονήσεις των καινοφανών αυτών πολεμικών μηχανών, επιτευγμάτων της νοσηρής του ανθρώπου φαντασίας.

Στις 11 π.μ. επιχειρήθηκε και δεύτερη πλέον σθεναρή επίθεση με 10 βαριές πυροβολαρχίες, άρματα και πεζικό. Στόχος του εχθρού η υπερφαλάγγιση του χωριού Αμπελόκηποι και της πιο αδύνατης δεξιάς πλευράς των Ελλήνων προς το χωριό Μηλίτσα, ένεκα που δεν υπήρχαν εκεί επαρκείς δυνάμεις να καλύψουν τα κενά. Η άμυνα στηριζόταν κυρίως σε βολές πυροβολικού, που είχαν εξαιρετική ευστοχία εναντίον των αρμάτων και των εχθρικών πυροβόλων, τα οποία άλλαζαν συνεχώς θέσεις. Στις 12.30 μια μοίρα ορειβατικού πυροβολικού υπό τον ταγματάρχη Ιωάννη Παπαρόδου εγκαταστάθηκε πίσω από το Δισπηλιό, στο ξεροβούνι προς το χωριό Μανιάκοι. Ήταν αθέατη από τον εχθρό και έκανε μεγάλη θραύση. Λίγο μετά προωθήθηκαν διαδοχικά και τάχθηκαν στο πεδίο μάχης η μια πεδινή και οι τρεις ορειβατικές πυροβολαρχίες.
Παράλληλα όμως με την κύρια αυτή επίθεση απέτυχε και η δευτερεύουσα, που εκδηλώθηκε βορείως της λίμνης στη διάβαση του χωριού Φωτεινή. Όλες οι επιμέρους εκεί επιθέσεις αποκρούστηκαν επιτυχώς.

Στο μεταξύ, έφθασαν στο Άργος δημοσιογραφικές πληροφορίες, ότι άλλες γερμανικές δυνάμεις εξ ανατολών κατέλαβον την Σιάτιστα και ότι επίκειται από στιγμής σε στιγμή η κατάληψη της γέφυρας του Αλιάκμονα κοντά στην Νεάπολη. Ο δρόμος πλέον προς τα Γρεβενά είχε αποκοπεί και ο μέραρχος, μετά τον έλεγχο αντοχής της ξύλινης γέφυρας του Αλιάκμονα παρά το Άργος, διέταξε την μέσω αυτής αλλαγή της οδού οπισθοχώρησης προς Σκαλοχώρι. Επιπλέον, ζήτησε την επείγουσα αποστολή αυτοκινήτων για την ταχύτερη απομάκρυνση του στρατού, αλλά ουδεμία απάντηση πήρε.

Στις 1.30 το μεσημέρι εκδηλώθηκε και Τρίτη ισχυρότατη γερμανική επίθεση με επίκεντρο και πάλι το χωριό Αμπελόκηποι. Στις 2μ.μ. ύστερα από κραταιά μάχη πίπτει ηρωικά μαχόμενος ο εκεί διοικητής ίλαρχος Κλείτος Χατζηλιάδης και καταλαμβάνεται το χωριό. Στο δεξιό των ελληνικών δυνάμεων δημιουργήθηκε τώρα ρήγμα που ήταν δύσκολο να καλυφθεί. Η αγωνία έφτασε στο κατακόρυφο. Στο μεταξύ πίσω από τους μαχητές ολοένα περνούσαν τα υποχωρούντα πεζοπόρα ελληνικά τμήματα, ταλαιπωρημένα και εξουθενωμένα από την συνεχή πορεία σε τραχειά μονοπάτια. Ο μέραρχος, πάνω σε μια μοτοσυκλέτα, επισκέπτεται βιαστικά τα μαχόμενα τμήματά του, δίνει οδηγίες και εμψυχώνει τους μαχητές. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή καταφέρνει να συγκροτήσει μια δύναμη εκ των ενόντων από περαστικούς ημιονηγούς, αδέσποτους οπλίτες, μια τυχαίως διερχομένη διμοιρία μηχανικού, στρατιώτες μηχανημάτων των 22ου και 23ου ΣΠ., ένα αντιαρματικό των 47 και ο,τιδήποτε άλλο βρισκόταν διαθέσιμο. Με την ομάδα αυτή πιάνει θέσεις στους χωματόλοφους μπροστά και δεξιά από το Άργος Ορεστικό, υπό την διοίκηση του 23 Σ.Π. Έστω και λίγο να κρατήσει ο καθένας στις κρίσιμες αυτές ώρες, έχει μεγάλη σημασία για την αποτροπή της υπερφαλάγγισης των ελληνικών δυνάμεων, ώσπου να γλιστρήσει όλο το ΤΣΔΜ προς τα κάτω μακριά από τον εχθρό.

Στο μεταξύ κατέφθασε και το 4ο Τάγμα Πολυβόλων κινουμένων επί τετρατρόχων, το οποίο μερίμνη των επιτελικών αξιωματικών και του μεράρχου τοποθετήθηκε σε κρίσιμες θέσεις. Ήταν και αυτό μια ανακούφιση. Όμως συνέβησαν και δυσάρεστα. Στις 1 το μεσημέρι έπεσε επί των πυροβόλων του ο ταγματάρχης πυροβολικού Ιωάννης Παπαρόδου, ενώ στις 3μ.μ. η Ομάδα Αναγνωρίσεως της 13ης Μεραρχίας υπό τον έφεδρο υπολοχαγό Σπυρίδωνα Γερασιμίδη εγκατέλειψε τις θέσεις μάχης στο ύψωμα «Σπαϊλίκια» βορείως του Άργους και οπισθοχώρησε προς Αρμενοχώρι. Ο μέραρχος έσπευσε επί τόπου, επέπληξε τον αξιωματικό και διέταξε επάνοδο στις θέσεις του. Ο υπολοχαγός προσποιήθηκε επιστροφή, αλλά αργότερα θεάθηκε να φεύγει βορειοδυτικά. Στο διάστημα αυτό η αμαξιτή οδός προς Βογατσικό, δυο χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Μηλίτσας, βρισκόταν ήδη υπό τα πυρά του εχθρού.

Kατά τις 4 το απόγευμα έφθασε στη γέφυρα «Μανιάκοι» με αρκετή καθυστέρηση καταπονημένο και ελλιπές το 3ο τάγμα του 22ου Σ.Π. Ο στρατηγός έβαλε τους οπλίτες να ξεκουραστούν στην σκιά των παραποτάμιων δέντρων και τους εξήγησε την κρίσιμη κατάσταση. Τον κατανόησαν. Τότε άρπαξε ένα πολυβόλο, μπήκε μπροστά και οι άλλοι τον ακολούθησαν . Το ηρωικό αυτό τάγμα που έφτασε τα όρια της αντοχής δημιούργησε αμέσως σχηματισμούς προσπέλασης και μέσα σε 30’ της ώρας εγκαταστάθηκε στο ύψωμα «Σπαϊλίκια» πριν προλάβει να το καταλάβει ο εχθρός. Από τη θέση αυτή ελεγχόταν το δεξιό πλευρό των αντιπάλων. Οι ελπίδες να κρατήσουν οι γενναίοι μέχρι το βράδυ αναπτερώθηκαν.

Στις 5 το απόγευμα ξεκίνησε και τέταρτη αποφασιστική επίθεση του εχθρού με άρματα και πεζικό, ύστερα από καταιγιστικά πυρά πυροβολικού, ιδιαίτερα εναντίον του 2ου τάγματος πολυβόλων του 22ου Σ.Π., το οποίο από το πρωί μαχόταν αδιαλείπτως και οι άνδρες του είχαν καταματωθεί και εξαντληθεί. Οι επιτιθέμενοι αντιλήφθηκαν επιτέλους ότι τα πράγματα δυσκόλευαν γι’ αυτούς και μολονότι πλησίαζε η νύχτα δεν είχαν ακόμη πετύχει το σκοπό τους. Για το λόγο αυτό άρχισαν να χρησιμοποιούν προπαγανδιστικά μέσα. Έβαλαν ελληνομαθείς στρατιώτες, να φωνάζουν μέσω μεγαφώνων: «Είμαστε φίλοι σας, μη μας χτυπάτε... Αφήστε τα όπλα σας και φύγετε... Πετάξτε τα όπλα σας, ελάτε μαζί μας... Παραδοθείτε...». Ιδού το κατάντημα του ισχυρότερου στρατού του κόσμου, να ζητάει από μια χούφτα ταλαιπωρημένων Ελλήνων να παρατήσουν τα όπλα! Και σαν να μην έφτανε αυτό επιβεβαίωσαν την αδυναμία τους ζητώντας τη βοήθεια της αεροπορίας τους. Ήρθαν 40 βομβαρδιστικά στούκας κάθετης εφόρμησης με τις σειρήνες τους να ουρλιάζουν σαν τα άγρια ζώα της ζούγκλας προς εκφοβισμό, να ίπτανται ανενόχλητα πάνω από το πεδίο της μάχης και να πετούν φωτοβολίδες, σαν τα βεγγαλικά που ρίχνουν οι δήμαρχοι κατά τις χρονιάρες μέρες πάνω από την πόλη. Αυτή ήταν η χαρά τους: παιδιάστηκα παιχνίδια με φονικά όργανα, ελλείψει αντιαεροπορικού εξοπλισμού του αντιπάλου. Συγκέντρωσαν τα πυρά τους κυρίως πάνω στα πυροβόλα τα οποία δεν μπορούσαν να εντοπίσουν οι χερσαίες τους δυνάμεις. Μια μια οι πυροβολαρχίες άρχισαν να σιγούν.

Ο ανθυπολοχαγός Άγγελος Βενετσιάνος και 13 στρατιώτες έπεσαν ηρωικώς μαχόμενοι στην ολοήμερη εκείνη μάχη της 15ης Απριλίου του 1941, στερνή θυσία στην πατρίδα τη μέρα της Μεγάλης Τρίτης, την Εβδομάδα των Παθών του Κυρίου. Συγκινητικές ήταν οι στιγμές αποχαιρετισμού, μέσω τηλεφώνου, του διοικητή των βαρέων πολυβόλων και του διοικητή της πεδινής πυροβολαρχίας υπολοχαγού Τούσα προς τον διοικητή πεζικού της μεραρχίας, οι οποίοι δήλωναν ότι κυκλώθηκαν από τον εχθρό και ότι από στιγμής σε στιγμή επίκειται η αιχμαλωσία τους. Αντάλλαξαν πατριωτικούς χαιρετισμούς και ακολούθως εσίγησαν.

Στις 6 μ.μ. ανατινάσσεται η γέφυρα παρά το χωριό Μανιάκοι και η οπισθοχώρηση των τελευταίων τμημάτων συνεχίστηκε από την ξύλινη γέφυρα του Άργους. Ακολούθως, τα εναπομείναντα ελάχιστα πυροβόλα έβαλαν κατά του εχθρού και το τελευταίο τους βλήμα με ρυθμό ταχυβολίας. Στις 7 μ.μ. καταλαμβάνεται το Άργος Ορεστικό χωρίς οδομαχίες, σύμφωνα με την επιθυμία των Αργεστών, για να μη καταστραφεί η πόλη τους. Οι κάτοικοι της πόλης στάθηκαν όλη την ημέρα παρά το πλευρό των πολεμιστών και βοήθησαν μεταφέροντας πυρομαχικά στις θέσεις μάχης καθώς και τραυματίες στους σταθμούς πρώτων βοηθειών. Στις 8μ.μ. έγινε μέσα σε βαρύ κλίμα και η τυπική παράδοση της Καστοριάς από τον δήμαρχο Β. Νικίδη.

Η αποστολή της 13ης Μεραρχίας πέτυχε με σκληρή ολοήμερη άμυνα στη μάχη του Άργους Ορεστικού (ή του Δισπηλιού ή της Καστοριάς, όπως συνηθίζουν μερικοί να την αποκαλούν). Η πρώτη φάση του υποχωρητικού ελιγμού του ΤΣΔΜ έγινε με τον καλύτερο τρόπο και ο ιταλικός στρατός δεν ξαναέλαβε την επαφή μαζί του. Η τελευταία μάχη των ηρώων του αλβανικού μετώπου έμελλε να γίνει εναντίον του γερμανικού και όχι του ιταλικού στρατού, ο οποίος κράτησε αποστάσεις και θέσεις αναμονής.

Οπωσδήποτε, θα πρέπει να τονιστεί με ιδιαίτερη έμφαση ότι η εν λόγω μάχη αποτελεί ένα από τα πλέον ασυνήθη συμβάντα στην πορεία της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Ενώ δηλαδή το προηγούμενο βράδυ (13 προς 14 Απριλίου) τμήματα της 13ης Μεραρχίας συγκρούστηκαν με ιταλικές δυνάμεις στο Τσαγκόνι της Αλβανίας, διαλύοντας ένα λόχο Βερσαλλιέρων και συλλαμβάνοντας 26 αιχμαλώτους, το πρωί της επομένης (15 Απριλίου) ενεπλάκη, ύστερα από εξουθενωτική πεζοπορία, σε άνισο αγώνα εκ συναντήσεως επί ανοιχτού πεδίου με υπέρτατες δυνάμεις άλλης αυτοκρατορίας. Θα μπορούσε, ίσως, να συγκριθεί με τη μάχη των οχυρών της «γραμμής Μεταξά» αν το πεδίο σύγκρουσης είχε οχυρωθεί καταλλήλως προ πολλού. Η έλλειψη οχυρώσεων και η λιτότητα των αμυντικών μέσων εξαίρουν έτι περαιτέρω την μαχητικότητα, τον ηρωισμό και το πολεμικό ήθος των αξιωματικών και οπλιτών της 13ης Μεραρχίας.

Ο γερμανικός στρατός ύστερα από τη σθεναρή αντίσταση των Ελλήνων δεν επιδίωξε περαιτέρω προέλαση, αρκεσθείς μόνο σε βομβαρδισμούς των οδών οπισθοχώρησης. Την επομένη παρέμεινε επί τόπου, ερευνώντας προφανώς την ορεινή περιοχή Κωσταραζίου- Βογατσικού με τις αντιαρματικές τάφρους, προς εντοπισμό πιθανών αντιστάσεων, και την μεθεπομένη στις 17 Απριλίου Μεγάλη Πέμπτη πέρασε από το Βογατσικό με κατεύθυνση προς Νεάπολη και Γρεβενά. Ήταν η 12η μέρα από την εισβολή και είχε διανύσει 150 χιλιόμετρα περίπου μέσα στο ελληνικό έδαφος.

Ο επίλογος της μάχης του Άργους Ορεστικού έμελλε να γραφτεί επί χάρτου ένα μήνα αργότερα στη σκλαβωμένη πρωτεύουσα, μέσα σε ένα γραφείο του γερμανικού φρουραρχείου, όταν ο Γιόζεφ Ντήτριχ ζήτησε να δει έναν Έλληνα αξιωματικό που μετείχε σε εκείνη την επιχείρηση. Παρουσιάστηκε ο συνταγματάρχης Ευστάθιος Λιώσης, που είχε διατελέσει διοικητής της γραμμής μάχης, και ο οποίος ρωτήθηκε για τον αριθμό και τις θέσεις των μονάδων που έλαβαν μέρος εκεί. Ο συνταγματάρχης έδωσε σαφείς πληροφορίες πάνω στο χάρτη, αλλά ο Ντήτριχ θύμωσε και ύψωσε τη φωνή του, γιατί θεώρησε ότι ο Λιώσης του έλεγε ψέματα. Είχε, λέει, πληροφορίες πως εκεί πολέμησαν τρεις μεραρχίες (η 9η, η 10η και η 13η) και όχι τρία τάγματα, όπως υποστήριζε ο Έλληνας αξιωματικός. Ύστερα από δίωρη έντονη συζήτηση ο συνταγματάρχης ανέφερε πολλές λεπτομέρειες και επιχειρήματα που έπεισαν τον Ντήτριχ, ο οποίος τελικά του έδωσε συγχαρητήρια με την παράκληση να τα διαβιβάσει και στον μέραρχο Μουτούση. Για μια φορά ακόμη αναγνωριζόταν το σθένος και ο ηρωισμός των Ελλήνων μαχητών και μάλιστα από την πιο ισχυρή ομάδα του γερμανικού στρατού, τους φοβερούς Ες Ες.

Ο στρατηγός Μουτούσης θεωρούσε την έκβαση της μάχης του Άργους Ορεστικού ως ένα από τα πλέον σημαντικά επιτεύγματα του ελληνικού στρατού και συχνά αφηγούνταν στους φίλους του τα συμβάντα εκείνης της μέρας. Θεωρούσε το Άργος ως δεύτερη πατρίδα του, διότι εκεί γνώρισε ακόμη μια σελίδα δόξας, εκεί τελείωσε τη στρατιωτική του σταδιοδρομία και αποχαιρέτησε τους εν ζωή συμπολεμιστές του, αποτίσας συνάμα φόρο τιμής και σε εκείνους που έπεσαν ηρωικά στο πεδίο της μάχης. Λέγεται ότι αποκαλούσε τη μάχη του Άργους «θυγατέρα» του, όπως ο μεγάλος Βοιωτός (Βοϊωτός) στρατηγός Επαμεινώντας, ο δημιουργός της λοξής φαλαγγας, θεωρούσε «κόρες» του τις μάχες των Λεύκτρων και της Μαντινείας. Πέθανε δικαιωμένος το 1978 σε ηλικία 84 ετών.

Εκεί στις δυτικές παρυφές της λίμνης Ορεστιάδας στέκεται περίφανο ακόμη το πολύπαθο «Νησί» του Δισπηλιού. Εκεί που ο Αντώνης Κεραμόπουλος, ο γόνος μιας μικρής υπανάπτυκτης χώρας, ανέσκαψε το βαρύτιμο χώμα με την ευγενική αρχαιολογική του σκαπάνη. Εκεί που ο Γιόζεφ Ντήτριχ, ο γόνος μιας μεγάλης πολιτισμένης χώρας της Ευρώπης, κατέσκαψε το ίδιο χώμα με τόνους πυρίτιδας. Εκεί όπου υπάρχει ακόμη η παρακαταθήκη της θρησκευτικής παράδοσης και του θαμμένου προϊστορικού πολιτισμού. Εκεί που σαλεύουν κάποιες σελίδες γραμμένες με το αίμα των λαβωμένων και των σκοτωμένων ηρώων, σελίδες που δυστυχώς ολοένα ξεφτίζουν και πέφτουν από το βιβλίο της ελληνικής ιστορίας.

(*) τρίχαπτον = Δαντέλα.