28/1/15

ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΤΡΩΝΟΥ ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Το πλυσταριό




Το σπίτι της κυρα-Βγένας ακουμπούσε στην ξερολιθιά που περιέφραζε το αλσύλλιο της εκκλησίας της Παναγιάς. Όχι ακριβώς το σπίτι, το πλυσταριό του. Το σπίτι, αρκετά παλιό αλλά πολύ περιποιημένο και καθαρό, είχε μια μεγάλη αυλή από την άλλη μεριά, όπου είχαν κτίσει τα δυο παιδιά της. Μερακλίδικα όλα, κάπως παράμερα από τα άλλα κτήρια της γειτονιάς, με τις γλάστρες τους, τα μικρά τους παρτέρια, ό,τι θα λέγαμε νοικοκυρεμένα.

Δεν σταματούσε εδώ το "μεράκι τους". Επεκτεινόταν και στην παρακείμενη εκκλησιά∙ δική τους τη θεωρούσαν. Τη φρόντιζαν όλο το χρόνο, η κυρα-Βγένα κρατούσε τα κλειδιά. Θεοσεβούμενη η ίδια, είχε εμπνεύσει τα ίδια αισθήματα και στα παιδιά της, κοντά σ’ αυτά και στις νύφες και τα εγγόνια. Χήρα από πολλά χρόνια, είχε βρει παρηγοριά και αποκούμπι στην "Παναγιά της". Απ’ τα χαράματα πήγαινε να ανάψει τα καντήλια, να καθαρίσει σχολαστικά το μέσα χώρο, και όταν τέλειωνε από ‘κει έκανε έναν μεγάλο γύρο στο αλσύλλιο, απλωμένο στην πλαγιά του λοφίσκου. Μάζευε κάθε σκουπιδάκι, κάθε χαρτί που είχε παρασύρει ο αέρας και το έριχνε κατά λάθος στην αυλή της Παναγιάς.

Εκείνο που δεν άντεχε ωστόσο καθόλου η κυρα- Βγένα, ήταν η έκλυση των ηθών της νεολαίας. Μην τύχαινε να δει νέα ζευγαράκια να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται. Γινόταν έξαλλη, άρχιζε τις φωνές και τις κατάρες. Έφτανε μάλιστα στο σημείο να παίρνει μία μαγκούρα που φύλαγε πρόχειρα έξω από την πόρτα και να τους κυνηγά! Μάταια προσπαθούσαν να την πείσουν όλη στην οικογένεια, ότι οι καιροί άλλαξαν, ότι οι νέοι τώρα ήταν πολύ πιο ελεύθεροι, δεν έκρυβαν ούτε τα αισθήματα ούτε τις αγάπες τους. Δεν άκουγε τίποτα και κανέναν. Το άσχημο βέβαια ήταν, ότι επειδή το αλσύλλιο βρισκόταν μακριά από τον κεντρικό δρόμο και δεν υπήρχε αυλόπορτα, είχε μετατραπεί σε φωλιά των νεαρών ερωτευμένων. Το καλοκαίρι, η κυρα-Βγένα παραφύλαγε όλη μέρα μην τυχόν και τσακώσει κάποιους να "μαγαρίζουν" το χώρο της εκκλησίας. Το χειμώνα όμως, όταν το κρύο ήταν τσουχτερό και έπεφτε και κανά μισό μέτρο χιόνι, ναι μεν αραίωναν οι επισκέπτες, αλλά δεν τολμούσε και η ίδια να ριψοκινδυνέψει την κατάσταση τής ήδη κλονισμένης υγείας της. Καθόταν τότε στο παράθυρο με τις ώρες και παρακολουθούσε όλη την κίνηση. Μόλις έβλεπε κανένα νέο ή νέα να περνάει, έπαιρνε αμέσως τηλέφωνο τις νύφες να κάνουν έναν γύρο μήπως και πιάσουν τους δράστες! Όχι ότι της έκαναν το κέφι εκείνες. Προσπαθούσαν απλά να την καθησυχάσουν, ότι μπορεί και να `θελαν να περάσουν μόνο, για να βγουν πιο γρήγορα στον κεντρικό δρόμο.

 Είχαν μεγαλώσει ήδη τα εγγόνια της. Η γιαγιά ήταν όλο συμβουλές και νουθεσίες. Να μην ξεπέσουν ποτέ τόσο χαμηλά, να μη διαβούν το δρόμο της εκκλησιάς για να "βγάλουν τα μάτια τους". Γελούσαν εκείνα και τη διαβεβαίωναν για το αντίθετο.

 Χειμώνας ήταν πάλι, κρύο τσουχτερό. Λυσσομανούσε έξω ένας σαρωτικός βοριάς. Το θερμόμετρο στο μηδέν, ίσως ακόμη πιο χαμηλά. Η κυρα-Βγένα, παρ’ όλα αυτά, στο παράθυρο∙ είχε αρχίσει κιόλας να σουρουπώνει. Είδε δυο σκιές να περνούν από μπροστά της∙ προς τη μεριά της εκκλησιάς πήγαιναν. Μα ούτε και το κρύο δεν τους φοβίζει! Απόρησε εκείνη, και παίρνοντας τη μαγκούρα, κουκουλώθηκε βιαστικά και έτρεξε να προφτάσει τους "παραβάτες". Πρόσεξε τότε, ότι το ζευγάρι, αντί να μπει στο αλσύλλιο, κατέφυγε στο πλυσταριό της. Ίδιος μαινόμενος ταύρος, χίμηξε όλο μανία στην κλειστή πόρτα. Τότε ήταν που δέχτηκε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι και έπεσε κάτω βογκώντας. Τη βρήκε ο γιος της πολύ αργότερα, ακουμπισμένη στον τοίχο του πλυσταριού να τρίβει ακόμη ένα καρούμπαλο στο κούτελο. Να μιλήσει ήταν αδύνατο. Θέλεις το χτύπημα, θέλεις η ταραχή; Βρήκε επίσης και κάτι άλλο ο γιος. Ένα σκουλαρίκι, ίδιο μ’ αυτό που είχε χαρίσει ο ίδιος στην κόρη του, όταν έκλεισε τα δεκάξι. Μάζεψε γιαγιά και σκουλαρίκι, και φρόντισε να μπει κλειδαριά στο πλυσταριό!


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 18 Σεπτεμβρίου 2014, αρ. φύλλου 756
Φωτογραφία: Patrick Caulfield Μικρό παράθυρο,1969 Tate Gallery, London.

2 σχόλια:

  1. Επώνυμος1/2/15

    Έχουμε γράψει αρκετές φορές επαινετικά σχόλια για τα κείμενα της Χρυσούλας Πατρώνου-Παπατέρπου και ίσως γι' αυτό, για να μην επαναλαμβανόμαστε, δεν σχολιάζουμε πλέον κάθε της δημοσίευμα.
    Σήμερα όμως νιώθω μια έντονη επιθυμία να επανέλθω με μια επισήμανση, την οποίαν δεν αποκλείεται να έχουν κάμει και άλλοι πριν από εμένα. Προσωπικά μιλώ.
    Διαπιστώνω ότι ολοένα και προοδεύει ως συγγραφέας. Δεν συνηθίζω τους διθυράμβους, γιατί συνήθως δεν ωφελούν ούτε τους συγγραφείς ούτε τους αναγνώστες, αλλά τελευταία έχω ένα προαίσθημα ότι με τα χρόνια θα φανεί πως η ΧΠΠ σώζει μέσα στα διηγήματά της την Καστοριά και τη ζωή της, όπως έκανε ο Παπαδιαμάντης για τη Σκιάθο.
    Αμήν !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος5/2/15

    Ωραίο διήγημα. Απλό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.