13.7.07

ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΜΠΑΓΓΟΥ: Να μην ανεβαίνει στα βουνά χωρίς καπέλο

Κάθισε στη καρέκλα του ιατρείου άκρη- άκρη με τη ζακέτα της στραβοκουμπωμένη, κρατώντας μια τσάντα που κάποτε ήταν καφετιά και τώρα είχε ξεφτισμένο περίγυρο και σκουρόχρωμους λεκέδες. Όταν η νοσοκόμα ρώτησε το όνομά της απάντησε χαμηλόφωνα με ήχο που έσβησε πριν τελειώσουν οι λέξεις. Έδειχνε ντροπιασμένη για το όνομα, την αρρώστια, το άτομό της, δεν γίνονταν ακόμα διακριτό. Πετάρισε τα βλέφαρα και σφάλισε τα μάτια της με μια υπόνοια πόνου που έκαναν το γιατρό να κλείσει μηχανικά τα στόρια στο παράθυρο, για να αφαιρέσει από το φως που έμπαινε την παραπανίσια διεισδυτικότητα.
Πίσω από την ατημελησιά και την κατάπτωση έβλεπες ένα σώμα συμμετρικό, με δέρμα καθαρό και σαν διαφανές γύρω από τα έντονα γαλάζια μάτια της. Συμμάζευε τα πόδια της έτσι που να πιάνουν τον λιγότερο δυνατό χώρο κι έχωνε κάθε τόσο ένα τρεμάμενο παχουλό χέρι στα μαλλιά της, για να τα στρώσει πίσω από το αυτί.
Το όνομά σας, παρακαλώ, επανέλαβε η νοσοκόμα.
Λιθαρή….τάδε, απάντησε ξεψυχισμένα κι απρόσμενα ύστερα εξήγησε στον γιατρό που την κοίταζε ότι πέθαιναν όλα τα παιδιά της μάνας της και για να ζήσει εκείνη, για αυτό και μόνο, τη βάφτισαν Λιθαρή, για να γίνει γερή σαν το λιθάρι
Μιλούσε σωστά, φαίνονταν να έχει κάποια μόρφωση, μ’ έναν σχεδόν αδιόρατο σπασμό στο απάνω χείλος, από τη μία του πλευρά. Ήθελε να δείξει τις ‘ελιές’ που είχε στην πλάτη στον γιατρό, αφού σήμερα ήταν η μέρα κατά του μελανώματος, δέκα του Μάη, κάπου εκεί.
Η νοσοκόμα χαμογέλασε αμυδρά καθώς της ανασήκωσε το πουκάμισό και φάνηκε το ροζ εσώρουχο με την νταντέλα, ξεφτισμένο κι αυτό, αλλά πάλαι ποτέ καλής ποιότητας. Και δεν φαίνονταν χαρισμένο από αλλού, γιατί της ταίριαζε πολύ, τώρα που εξοικειωμένη με το χώρο έδειχνε μια χαριτωμένη αδεξιότητα, μια παιδικότητα χρονίζουσα, αλλά συμπαθητική που απευθύνονταν περισσότερο στους άλλους.
Ξέρετε, τους είπε, ο κύριος που ήταν έξω μου είπε να έρθω να εξεταστώ, επειδή η εξέταση σήμερα γίνεται δωρεάν. Κι αυτός θα ρθει σε λίγο.
Όχι, όχι, δεν είναι γιατρός, οικοδόμος είναι, ήταν δηλαδή. Όχι εδώ, στη Γερμανία. Και οι οικοδόμοι στη Γερμανία, στο Μόναχο, είναι σα δάσκαλοι, μου είπε, με τα εργαλεία τους, με τις στολές τους, με τα ψυγεία για το κολατσιό, όχι σαν εδώ! κι ύψωσε για πρώτη φορά το κεφάλι μιλώντας όλο και δυνατότερα, όλο και πιο γρήγορα.
Την ρώτησαν αν είχε εκτεθεί πολύ στον ήλιο από μικρή, αν τα αδέρφια της, οι γονείς, οι συγγενείς είχαν παθήσεις του δέρματος. Απάντησε αρνητικά, δεν της άρεσε διόλου ο ήλιος, τον φοβόταν, τόσο ολόλαμπρο και δυνατό. Κι οι γονείς της πέθαναν από γηρατειά, όχι από τίποτα άλλο.
Είχε, όμως, έναν μικρότερο αδερφό, αλλά δεν ήξερε πού ζούσε τώρα. Σ’ εκείνον άρεσε να ανεβαίνει στα βουνά, στα βράχια, στις κορφές -Όλο και ψηλότερα, όλο και μακρύτερα.
Τοποθετώντας, ο γιατρός τον φακό, εξέτασε την μεγάλη ‘ελιά ‘ στην πλάτη της. Έμοιαζε με μικρό αστέρι καθώς πέντε ακτινωτά πόδια πρόβαλαν ολόγυρα από ένα καφετί κέντρο. Δεν του άρεσε αυτό που είδε και της είπε καθαρά ότι ο σπίλος έπρεπε να αφαιρεθεί χειρουργικά. Τον κοίταξε ενοχλημένη. Μα, γιατί; τον ρώτησε, αφού δεν με πονάει∙ και η ‘ελιά’ μου αυτή, ήταν, είναι όμορφη, διόρθωσε. Όλοι μου το έλεγαν κι εγώ φοράω εξώπλατα, γι αυτό, για να φαίνεται κάτω από την δεξιά ωμοπλάτη, εκεί που τώρα τα κοριτσόπουλα κάνουν τατουάζ, εγώ έχω την ‘ελιά’ από την μάνα μου, είπε, κι έβαλε τα κλάματα.
Την κοίταζαν αμήχανα χωρίς να ξέρουν πώς να την προσεγγίσουν : σαν παιδί ή σαν ενήλικη που από μια πάθηση κινδυνεύει η ζωή της; Συνεννοήθηκαν με το βλέμμα, από επαγγελματική, συνένοχη συνήθεια και δίνοντας της απορροφητικό χαρτί για να σκουπίσει τα μουσκεμένα της μάγουλα, της εξήγησαν ότι η αφαίρεση θα γίνονταν για να έχει καλύτερη ποιότητα ζωής τα επόμενα χρόνια - και είχε πολλά μπροστά της. Η τομή δεν θα φαίνονταν καθόλου, θα της συμμάζευαν μάλιστα το δέρμα κι αυτό σίγουρα θα την ομόρφαινε.
Αυτόματα σηκώθηκε και με γρήγορα, μικρά βήματα, πηγαίνοντας μπροστά στον καθρέφτη, μισο-γύρισε, και μια κοίταζε την ‘ελιά’ και μια την έκρυβε με το πουκάμισο της, μη μπορώντας να αποφασίσει αν ήθελε να την έχει ή να την ξεφορτωθεί, σαν επικίνδυνο φορτίο.
Θα χάσω την ‘ελιά ‘μου, είπε τέλος, κι έσκυψε το κεφάλι.
Συμφώνησαν για την θεραπεία. Τώρα έδειχνε περισσότερο ήρεμη. Άνοιξε την πόρτα και είδε τον οικοδόμο που της χαμογελούσε.
Δεν θα αργήσω πολύ, περίμενε με, της είπε, καθώς έμπαινε στο ιατρείο. Εκείνη κάθισε στην άκρη μιας καρέκλας περιμένοντας υπάκουα.
Στην σκέψη της ήρθε ο αδερφός της. Έπρεπε να τον βρει για να του πει να μην ανεβαίνει στα βουνά χωρίς καπέλο.

1 σχόλιο:

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.