16/3/15

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Από τον Νοέμβριο του 1973 στον Νοέμβριο του 2014



Μόλις πριν από λίγες μέρες ακούσαμε τον ίδιο τον πρωθυπουργό της χώρας μας να αποκαλεί τους «εξεγερμένους» και φέτος φοιτητές «θρασίμια» και «κακοαναθρεμμένους» και πραγματικά εκπλαγήκαμε. Νιώσαμε έκπληξη όχι για την «εξέγερση» -αυτό είναι έθιμο πια, καμιά χρονιά τις τελευταίες δεκαετίες δεν περνά χωρίς τις «εξεγέρσεις» και τις καταλήψεις της (συνδυασμένες συχνά με τη βιαιότητα) για λόγους από ασαφείς και νεφελώδεις έως και ανύπαρκτους. Πάντοτε υπάρχουν οι «μπροστάρηδες», παιδιά που πιστεύουν πως έχουν δίκιο, μα το μόνο που κάνουν όταν αντιδρούν με βία είναι να αδικούν κατάφωρα τον ίδιο τον εαυτό τους πρώτα πρώτα. Και μετά το κοινωνικό σύνολο, μόνο που αυτό δεν τους ενδιαφέρει καθόλου.

Η έκπληξη λοιπόν δεν ήταν τα επεισόδια. Ήταν που, επιτέλους, ένας πολιτικός, ο κορυφαίος της χώρας, πήρε θέση και δε δίστασε καθόλου να καταδικάσει. Κι όχι μόνο αυτό. Η ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη ήταν η ανυπαρξία γενικευμένης αντίδρασης στα λόγια του. Προσωπικά περίμενα να ξεσπάσει στα Μ.Μ.Ε., που χρόνια ολόκληρα, Μέσα Μαζικής Συσκότισης είναι περισσότερο κι όχι Ενημέρωσης, η γνωστή γενικευμένη αντίδραση, που όμως δεν προέκυψε. Αυτό –κατ’ εμέ- φανερώνει απλώς πως δεν πήγαινε άλλο. Πως κι ως εδώ που έφτασε πολύ, πάρα πολύ ήταν.

Γιατί και ποιος από μας δε θυμάται τις ατέλειωτες συζητήσεις για το πανεπιστημιακό άσυλο και την άρση ή μη άρση του και ποιος δε θυμάται τους πολιτικούς να μη μετακινούνται διόλου από το «απαραβίαστο» και το «άβατο» των καταστροφών και της λεηλασίας; Μας είχαν πείσει όλοι τους πως επρόκειτο για κάτι απολύτως αδιαπραγμάτευτο κι ας πληρώναμε όλοι μας τις συνέπειες. Τέτοια κατάντια… Όσο για το πώς φτάσαμε εκεί…

«Η γενιά του Πολυτεχνείου διεκδίκησε την ανταμοιβή της για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στο έθνος, χωρίς όμως να γίνει πρότυπο συμπεριφοράς για τους επιγενομένους» συνόψισε πολύ πετυχημένα τον περσινό Νοέμβριο ο Θ. Βερέμης στην Καθημερινή και εξέφρασε και τη λύπη μας γιατί οι ελεύθεροι αγωνιζόμενοι το ’73 φοιτητές, που μεγάλωσαν συζητώντας στα οικογενειακά τους τραπέζια για ιδανικά και αξίες, αυτοί οι φοιτητές που αψήφησαν τις προτροπές των γονιών τους και δε φοβήθηκαν να υψώσουν τη φωνή τους, δεν άργησαν να χάσουν τον προσανατολισμό τους και να γίνουν από πρότυπα προς μίμησιν, όπως θα μπορούσαν, κακά παραδείγματα. Σ’ αυτό, βέβαια, έβαλαν το χεράκι τους πολλοί: τα κόμματα –ήδη το σύνθημα του ’73 «όλοι ενωμένοι», που φέτος έχει κυριαρχήσει στον νου μου περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα, έχει πάει περίπατο- που δικαιολογούσαν, μα και υποκινούσαν επί τόσα πολλά χρόνια τις εν ονόματι του εορτασμού της επετείου, που σιγά σιγά έγιναν και καθημερινές, καταστροφές έχουν ξεφύγει και εγκληματούν στο ίδιο το σώμα της πολύπαθης πατρίδας, που το ‘δειχνε πως δεν αντέχει άλλο, αλλά ποιος της έδινε σημασία…

«Το Πολυτεχνείο απελευθέρωσε πολλούς από την τυραννία των απαγορεύσεων και των αναστολών τους, χωρίς να τους διδάξει τον σεβασμό στο κράτος δικαίου, που αποτελεί εγγύηση για την ομαλή λειτουργία της Δημοκρατίας» (Θ. Βερέμης) και αυτή η ασέβεια στην ίδια τη Δημοκρατία και στη δημόσια περιουσία, με άλλα λόγια στην περιουσία του λαού, που εμείς είμαστε, αλλά το είχαμε ξεχάσει, μα και στην ιδιωτική περιουσία συμπολιτών μας είχε καταντήσει εθνική μας ντροπή και διασυρμός μας, ένα χαρακτηριστικό της φυλής μας, που από έθνος ηρώων είχαμε γίνει οι μπαχαλάκηδες που έκαιγαν κτίρια σαν το Αττικόν, που κατέστρεψαν ανθρώπους στη Μαρφίν, που καταστρέφουν ακόμη, με τεράστια ευκολία και χωρίς κανέναν ενδοιασμό, κτίρια ιδιωτικά και δημόσια, μνημεία και αγάλματα…
Όμως…

Όμως η έξω από τα δόντια αναφορά του πρωθυπουργού στην κακή ανατροφή των τωρινών «εξεγερμένων» φοιτητών παραπέμπει κατευθείαν στον θεσμό της οικογένειας, που δείχνει και αυτός διαταραγμένος στην εποχή μας και γι’ αυτό –δυστυχέστατα- ολοένα και συχνότερα συναντάμε τίτλους όπως: «Μήπως χρειάζονται καλύτεροι γονείς;» ή «Η γενιά των αποτυχημένων γονέων!» και αυτό όχι μόνο μας στενοχωρεί όλους, αλλά μας φοβίζει και μας τρομάζει όλους όσους έχουμε παιδιά και εγγόνια, για τα οποία ανησυχούμε και για τα οποία επιθυμούμε ένα καλύτερο κι όχι χειρότερο μέλλον.

Αλλά, για να έχουμε το περιθώριο να ελπίζουμε σ’ αυτό το καλύτερο μέλλον, είναι απαραίτητο να πάψουν να υπάρχουν ειδήσεις όπως εκείνη του 2009 με το θέμα της διαρροής των θεμάτων στις εξετάσεις του International Baccalaureate, που έγινε με αποκλειστικούς υπεύθυνους τους ίδιους τους γονείς των εξεταζόμενων μαθητών, οι οποίοι αγόρασαν τα θέματα, όπως παραδέχτηκε στον τύπο μία μητέρα εξαιρετική γιατί ήταν εξαίρεση, η κ. Β. Δούσκα, Νομικός Σύμβουλος του Κράτους, και προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση σε όλους με την ομολογία της. Και, ακόμα, ποιος από εμάς που διαβάσαμε το 2006 την ανοιχτή επιστολή-χαστούκι του 13χρονου τότε μαθητή Αλέξανδρου Ανδρικόπουλου με τον τίτλο «Σε σας μιλάω, γονείς…», που η Ελευθεροτυπία (7/11) έκανε πρωτοσέλιδο, μπορεί να την ξεχάσει;… Ποιος μπορεί ποτέ να ξεχάσει φράσεις όπως «Ας μην τρελαθούμε, αγαπητοί μου γονείς, ανεκπαίδευτοι κατά τα άλλα. Από εσάς ξεκινάει το πρόβλημα. Δε γεννιέται κανείς έτσι ξαφνικά παραβάτης. Εσείς εισάγετε την παραβατικότητα μαζί με τα επώνυμα ρούχα, τα ακριβά αυτοκίνητα, τα σπίτια με τις πισίνες. Μέσα από την τηλεόραση, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που μας επιβραβεύουν με μπόνους, με έναν όρο, να σκοτώσουμε όλο και πιο πολλούς».

Και η επιστολή του πραγματικά και δικαιολογημένα εξεγερμένου μαθητή συνεχίζεται λέγοντας αλήθειες που τσακίζουν κόκαλα, χωρίς να εκτρέπεται ο ίδιος, αλλά και δίχως να εντρέπεται να αποκαλέσει τους ίδιους τους γονείς «νεοέλληνες και τσιφτετέλληνες γονείς», κατηγορώντας τους που «μας εκπαιδεύσατε να ζούμε σε έναν κόσμο χωρίς αισθητική, σε έναν κόσμο που κερδίζετε με τη δύναμη της υποταγής, του φόβου, του όπλου, τη μαγκιά και την πνευματική μιζέρια»…

Τα είχαν λοιπόν προφητέψει τα χάλια μας κάποιοι γονείς, ακόμη και κάποια παιδιά. Μόνο που ήταν γονείς και παιδιά-εξαιρέσεις· μια ισχνότατη μειονότητα που έπεφτε να κοιμηθεί και δεν μπορούσε να ησυχάσει γιατί έβλεπε· έβλεπε και καταλάβαινε τη σαπίλα και τη διαφθορά που είχαν κυριαρχήσει στις ζωές των περισσότερων, στο γενικό πλαίσιο όπου ζούσαμε και δρούσαμε οι περισσότεροι. Μα τώρα που τα ζούμε φαίνεται πως δεν ωφελεί το γεγονός πως κάποιοι τα είχαν πει πολύ πριν ξεσπάσει η κρίση. Ή, για να είμαστε πιο σωστοί, πριν ζήσουμε τις συνέπειες της κρίσης, γιατί αυτό ζούμε τώρα, τις συνέπειες, η κρίση έχει προηγηθεί κι είναι η περίοδος των επώνυμων ρούχων και των πολυτελών σπιτιών, γενικά η εποχή όπου το φαίνεσθαι και το έχειν κυριαρχούσαν έναντι του είναι.

Κυριαρχούσαν; Έχουν πάψει να κυριαρχούν; Ή κυριαρχούν ακόμη;


ΥΓ: Ακριβώς στις μέρες μας, μόλις προχτές, σε εκπομπή αφιερωμένη στα αναβολικά και τη χρήση τους στην Ελλάδα, γνωστός δικηγόρος της Αθήνας έλεγε και ξανάλεγε για τους γονείς που, με πλήρη επίγνωση του πόσο επικίνδυνα είναι, συναινούν στη χορήγησή τους στα ίδια τα παιδιά τους –θα ‘θελα πολύ να έβαζα εδώ το γνωστό θαυμαστικό μες στην παρένθεση, που δείχνει την έκπληξή μου, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ, γιατί πια δεν εκπλήσσει ούτε το χειρότερο-, μόνο και μόνο για να τα καταφέρουν να γίνουν πρωταθλητές, και ας παραμονεύει ο θάνατος. Αναρωτιέμαι μόνο για ποια ακριβώς «αξία» θυσιάζουν και την ίδια τη ζωή των παιδιών τους αυτοί οι γονείς, τι βάζουν παραπάνω κι από τα ίδια τους τα σπλάχνα… 

Αφιερώνεται εξαιρετικά στον διευθυντή, τους δασκάλους 
και τα παιδιά του 4ου Δημοτικού Σχολείου Άργους Ορεστικού 
με τις ευχαριστίες μου για τα όσα δημοσίευσαν με αφορμή την
ομιλία μου στο Σχολείο τους για την απελευθέρωση του 
νομού μας τον Νοέμβριο του 1912… 


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 13 Νοεμβρίου 2014, αρ. φύλλου 764



1 σχόλιο:

  1. Ανώνυμος19/3/15

    Μπράβο στον κ. Μπαϊρακτάρη που ανέβασε το συγκεκριμένο άρθρο αυτές ακριβώς τις μέρες του 6ήμερων βανδαλισμών σε βάρος της Νομικής Αθηνών-άραγε μέχρι πότε θα συνεχίσουμε να ζούμε αυτά τα φαινόμενα που πραγματικά και αντικειμενικά μας στιγματίζουν ως λαό;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.