Πού τραγουδιέται και χορεύεται στη Μακεδονία
Επιμέλεια: Σόνια Ευθυμιάδου Παπασταύρου,
από το «Μακεδονικόν Ημερολόγιον» του Ν. Σφενδόνη, 1961
ΣΕ ΟΠΟΙΑ «ΧΑΡΑ» κι αν πας στην Καστοριά, σ’ όποιο γλέντι κι αν βρεθείς κι όσες φορές ακόμα τύχει να δεις να πιάνονται σε χορό, το δίχως άλλο θα τραγουδήσουν και θα χορέψουν τη «Ρουσούλαινα». Κι όχι μόνο στην Καστοριά. Μα κι εδώ στη Θεσσαλονίκη, στη γιορτή του Κλήδωνα που τη γιορτάζει κάθε χρόνο το Λύκειο Ελληνίδων, τα κορίτσια του στους Ελληνικούς χορούς που χορεύουν θα χορέψουν τη «Ρουσούλαινα» και θα χτυπήσουν απάνω στον χορό με δροσερή χάρη και σκέρτσο τα χέρια και τα πόδια τους.
Δε φανερώνει όμως μήτε χάρη μήτε σκέρτσο το χτύπημα αυτό παρά μονάχα το… πείσμα μιας όμορφης Καστοριανής, της Πηνελόπης του Καρανά, που γι’ αυτήν βγήκε το τραγούδι κι έγινε χορός. Κι από τότε και τώρα και για πάντα θα τραγουδιέται και θα χορεύεται:
«Πηνελόπη Καρανά, ποια θα κάμεις πεθερά;
-Και τώρα και τώρα τη Ρουσούλαινα, τη Ρουσούλαινα…».
Μα πώς να μη βγάλουν τραγούδι; Ολόχαρη ομορφιά και νιότη ήταν η Πηνελόπη με τη δροσιά της λίμνης ζυμωμένη! Απόμεναν μ’ ορθάνοιχτα μάτια δίχως να τη χορταίνουν, δίχως να σβύνουν τη δίψα που τους βασάνιζεν όσοι τη βλέπανε, πότε στο παραθύρι να ποτίζει τα βασιλικά και τη μαντζουράνα, πότε στη λίμνη να πλένη και να λεικαίνη.
Δεν ήταν ματιές αυτές που της έρριχναν! Ήταν όρκοι, ήταν φιλιά και ραβασάκια, ήταν υποσχέσεις και τραγούδια αγάπης από τους νιους. Ήταν θυμός και ζήλεια από τα κορίτσια. Γιατί ήταν όμορφη η Πηνελόπη. Κι όχι πως ήταν η πρώτη φορά που την έπλασεν έτσι ο Θεός, μα η δροσιά στα μάγουλά της και το γέλιο της νιότης ξανάνιωναν και γέρον ακόμα.
Ο λαιμός της, τα χέρια της, το πρόσωπό της περνούσαν από κάθε στόμα αντρίκιο και γινότανε…καημός! Κι ήταν αποφασισμένος ο καθένας να τάξει το κάθε τι για την αγάπη της. Μα τι να σας πολυλογώ; Όλοι κι όλες, θέλοντας και μη, παραδεχόνταν την ομορφιά της και την καμάρωναν κρυφά και φανερά. Ως κι οι γρηές.
Παινετικές κουβέντες άκουγες στην κάθε γειτονιά για την Πηνελόπη και προξενητάδες έβλεπες κάθε τόσο νάρχωνται στο σπίτι της. Άλλο δεν είχε να συλλογιέται η Πηνελόπη παρά τον άντρα που θα της διάλεγαν ο πατέρας κι η μάνα της. Κι έτσι κι έγινε… Βρήκαν εκείνον που νόμιζαν πως της ταίριαξε. Ο λόγος του πατέρα, ο λόγος των γονιών, ήτανε νόμος τον καιρό εκείνο.
Μα την αγάπη; Μήτε την ρώτησε πατέρας και μάνα μήτε τη γνώριζεν ως τότε η Πηνελόπη μήτε και της ξεμυστηρεύτηκε κανείς πόσα καπρίτσια κάμει σε λεύτερους και… παντρεμμένους! Ούτε και της άνοιξεν αυτή ποτέ την πόρτα της για νάρθη. Κι όμως ήρθεν εκείνη.
Ήρθεν ακάλεστη κι αναπάντεχη. Ήρθεν καλή της ώρα και θρόνιασεν στα μάτια ενός λεβέντη, του Ρουσούλη. Μαργιόλα και δυνατή, ζωγραφίστηκεν απ’ την πρώτη στιγμή στα μάτια του άντρα και δε γύρευε απ’ την ώρα εκείνη παρά να ξεπλανέψει και τα μάτια της Πηνελόπης. Τι κι αν ήταν μάτια που έπρεπε να θωρούν τον άντρα μόνο που της διάλεξαν οι δικοί της για δικόν της;
Λεύτερος καθώς απόμενεν ο νους της, ξαγρυπνούσε και χόρευε κάθε φορά που η φαντασία της τραγούδαγε τρελλούς σκοπούς αγάπης. Μιας αγάπης μι’ αγάπη. Νάσαι νεια, νάσαι όμορφη και να βλέπεις να περνάει κάτω από τα παραθύρια σου λεβεντονιός να σου χαμογελάει, να σου γνωρίζει τι είναι η αγάπη! Τι άλλο είναι από πειρασμός που κολάζει νου και καρδιά; Που σε παίρνει ανερώτητα και σ’ αφήνει να κολυμπάς στη θάλασσα δυο ματιών που τα φωτίζει σαν ήλιος μι’ αγάπη και τα κάμει όλα γλυκά σαν το… μέλι; Πάει τότε η… ντροπή περίπατο, ο λόγος του πατέρα, κι απομένει αφέντρα η αγάπη. Κρυφή και μεγάλη.
Μα κρύβεται, τάχα στ’ αλήθεια; Καθώς συχνά-πυκνά γλυκονειρεύονταν η Πηνελόπη, μήτε κατάλαβε μήτε πρόλαβε να την διπλοκλειδώσει. Ξάστερη κι αληθινή έφτασε στα μάτια της, μαντεύτηκε, μαρτυρήθηκε, μαθεύτηκε στη γειτονιά, σε ξένους και γνωστούς, στην Καστοριά όλη και την… ψεγάδιασαν με το τραγούδι.
Άρχισαν να της τραγουδούν… περιγελαστικά σαν να τη ρωτούσαν:
«Πηνελόπη Καρανά, ποια θα κάμεις πεθερά;». κι απαντούσε εκείνη… πεισματικά, χτυπώντας το χαριτωμένο ποδαράκι της: «Και τώρα και τώρα, τη Ρουσούλαινα, τη Ρουσούλαινα».
Τώρα, θες η Τύχη, θες ο λόγος του πατέρα, που ήταν νόμος, δεν άφησαν να περάσει το πείσμα της Πηνελόπης και να κάμει πεθερά τη Ρουσούλαινα. Μα το τραγούδι της απόμεινε να τραγουδιέται και να χορεύεται και θα χορεύεται:
«Πηνελόπη Καρανά, ποια θα κάμεις πεθερά;
-Και τώρα και τώρα, τη Ρουσούλαινα, τη Ρουσούλαινα».
Κι όπως ούτε εγώ τα είδα ούτε κι η μάνα μου που τα ξέρει, παρά μόνο που τ’ άκουσα να τα διηγούνται γεροντότεροι πολύ για την όμορφη Πηνελόπη, έτσι σας τάγραψα.
* * *
ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΑ το κείμενο αυτό της Ι.Διδασκάλου ακριβώς επειδή «Πατρίδα είναι κι οι χοροί και τα τραγούδια μας» και, άρα, η ιστορία του χορού που, όχι τυχαία, αποκαλείται «Καστοριανός χορός» είναι ένα μάθημα πατριδογνωσίας. Το επιμελήθηκα και από νοσταλγία για τις γυμνάστριες που στα μαθητικά μου χρόνια στο γυμνάσιο, επειδή το σχολείο μας δε διέθετε κλειστό γυμναστήριο, μας μιλούσαν για την ιστορία των χορών της Πατρίδας μας -αξέχαστα μαθήματα, αξεπέραστα συναισθήματα, που τώρα πια μόνο στο «Αλάτι της γης» ακούμε και νιώθουμε κι είναι κρίμα…
■ Δύο οι μουσικές στιγμές που μου προκάλεσαν ιδιαίτερη συγκίνηση φέτος στις γιορτές: η μία ανήμερα Πρωτοχρονιά, αμέσως μετά το τέλος της Θ. Λειτουργίας, που η παρέα των εφήβων μάς περίμενε έξω από τον ναό, όπως πάντοτε, με τα όργανά της για να χορέψουμε και να ενισχύσουμε τον κουμπαρά της. Τα μέλη της ορχήστρας, λοιπόν, μαθητές του Μουσικού Σχολείου, έπαιξαν το "Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά", ως είθισται, κι ευθύς η έκπληξη: "Η Εβραιοπούλα", καστοριανό δημοτικό τραγούδι, χορευτικό, που δε θυμάμαι να το 'χω ξανακούσει σε άλλη τέτοια στιγμή, μεγαλείο!!!
■ Η δεύτερη συγκινητική μουσική στιγμή απόψε, που, φεύγοντας από το σπίτι του εορτάζοντος κουμπάρου μας Γιάννη, ψηλά στην Αθανάσιου Χριστόπουλου, κι ενώ η όμορφη πόλη μας καθρεφτιζόταν στη λίμνη μας στολισμένη με όλα της τα φώτα -και τα χριστουγεννιάτικα- ακουγόταν πάλι ένα παραδοσιακό της τραγούδι από παρέα που γλεντούσε στη βόρεια παραλία της! Όμορφη εικόνα, όμορφος ήχος, πανέμορφος συνδυασμός!
■ Γιατί, είπαμε πως, ναι, τα πράγματα εξελίσσονται, αλλά άλλο πράγμα η εξέλιξη και τελείως άλλο η επιβολή έξωθεν και η μετάλλαξη. Διότι η παράδοση είναι ένα ποτάμι που πηγάζει από τον τόπο σου, με γάργαρο νερό που κυλάει μέσα στην κοίτη του, πίνεις το νερό του και ξεδιψάς, δροσίζεται η ψυχή σου, ξεχωριστά από τη νοσταλγία που σου προκαλεί πάντα... Όταν όμως χύνεται νερό απέξω κι οι ξένες προσμείξεις πληθαίνουν και υπερτερούν πια, τότε το νερό θολώνει και μαζί του θολώνει κι ο νους του ανθρώπου που γυρεύει να ξεδιψάσει μα είναι αδύνατον να σβήσει τη δίψα του με νερό θολό και ξενοφερμένο...
■ Όταν το 1980 ήρθα νύφη στο Μαυροχώρι (ως γνωστόν, το Μαυροχώρι κομμάτι της πόλης της Καστοριάς ήτανε), γλεντούσαμε τρεις νύχτες ως το πρωί (31/12, 1 και 2/1). Αμείωτο ήταν το κέφι με καστοριανούς σκοπούς -πού πήγαν όλες αυτές οι μουσικές, αναρωτιόμαστε σήμερα που κυριαρχούν άλλα κι αλλότρια;
■ Θυμήθηκαν σήμερα τα μέλη μιας καστοριανής παρέας ανδρών γύρω στα 60 πως τότε που γλεντούσαν ακόμη μες στα καφενεία, την τελευταία νύχτα του καρναβαλιού, πριν το διαλύσουν, τραγουδούσαν το τραγούδι του Παύλου Μελά κι έπειτα έφευγαν στα σπίτια τους! Δεν πρόκειται για έθιμο, αλλά για ένα άλλο ήθος, τόσο διαφορετικό από το ήθος που φαίνεται να επικρατεί σήμερα…
■ Για το τρελό νερό της ξενομανίας μας κάνει λόγο ο Φώτης Κόντογλου, που το πίνουμε αλόγιστα, άσπρο πάτο, κι ό,τι θέλει ας γίνει -πόσο κακό και τι κρίμα!!!
■ Τα φερτά έξωθεν υλικά δεν είναι πάντοτε αθώα, αυτό θα ‘πρεπε να το ξέρουμε όλοι. Π.χ. στο ιδίωμα που μιλιόταν από τους σλαβόφωνους του Μακεδονικού Αγώνα, τον κύριο κορμό των Μακεδόνων που αγωνίζονταν για τη λευτεριά της Μακεδονίας μας, «πάνω από τις μισές λέξεις ήταν γνήσιες ελληνικές. Μετά το 1940 όμως , με την τεράστια προπαγάνδα των Σλάβων, το ιδίωμα έχει γίνει “βουλγαρικότερο” ή “σλαβικότερο”», έχει γράψει ο γιατρός και συγγραφέας Π. Βυσσούλης από το Νεστόριο. Εμείς, λοιπόν, οι κάτοικοι των άκρων της Πατρίδας οφείλουμε να γνωρίζουμε και να καταλαβαίνουμε, όχι μονάχα τι συμβαίνει και τι επιδιώκεται, αλλά κυρίως την ευθύνη που έχει ο καθένας μας απέναντι στον τόπο και την Ιστορία μας. Εκτός κι αν δεν έχουμε πάρει χαμπάρι πως ο πόλεμος που κάποτε γινόταν με όπλα σήμερα διεξάγεται με την προπαγάνδα, τη βασιζόμενη στην αλλοίωση της γλώσσας και της παράδοσής μας. Αν δεν το ‘χουμε αντιληφθεί αυτό, τότε είμαστε άξιοι της μοίρας μας...
Σ. Ευθυμιάδου-Παπασταύρου
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16 Ιανουαρίου 2025, αρ. φύλλου 1256.
Σχετικά:

Από χθες που έρχεται στο νου μας όλο και περισσότερο ο λόγος της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, θυμάμαι και ένα απόφθεγμά της.
ΑπάντησηΔιαγραφή“Είναι άλλο πράγμα η γνώμη και άλλο η γνώση. Η γνώμη αλλάζει. Η γνώση δεν αλλάζει.”
Από ό,τι φαίνεται από την παραπάνω δημοσίευση, δεν έγινε προσωπική προσπάθεια αλλαγής γνώμης της επιμελήτριας, αλλά αλλαγής της γνώσης (όχι της δικής της πάντως!)
Γι’ αυτό δεν πείθει σχετικά με το εν λόγω θέμα, τουλάχιστον μέχρι στιγμής.
Κρίμα, γιατί είχε γραφεί από αναγνώστη της ΟΔΟΥ σε σχόλιο με στοιχεία.
"Με περισσότερη προσοχή στις χρονολογίες και με βάση τα ιστορικά γεγονότα, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι δεν πρόκειται μόνο για “ Οκτώ χρόνια μετά την ανταλλαγή”, αλλά και για εννέα χρόνια μετά την ίδρυση του τουρκικού κράτους. Οθωμανική αυτοκρατορία (1299-1922) / Δημοκρατία της Τουρκίας (από το 1922 και εντεύθεν)
Σε απλά ελληνικά : Παλαιότουρκοι και Νεότουρκοι.
“Έχει έρεισμα λοιπόν και η άποψη ότι η μουσική σύνθεση είναι από τούρκικο γαμήλιο τραγούδι. Δεν είναι ακριβώς κλεμένη, αλλά αποτελεί μια παρωδία, αφού την έντυσαν με στίχους που αναφέρονται σε γάμο. Πού να ενδιαφερθούν οι άνθρωποι τότε για πνευματικά δικαιώματα ;"
Αυτό δεν αναφέρεται πουθενά, έστω εμμέσως πλην σαφώς. Αντίθετα, υπάρχει πάλι μια εμμονική υποψία για προπαγάνδα.
Συμπέρασμα : Η παρουσίαση είναι μονομερής.
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑπό πού προέρχεται η “έμπνευση” γι’ αυτό το άρθρο;
ΑπάντησηΔιαγραφήΑς μας εξηγήσετε, παρακαλώ, τί σημαίνει σε αυτήν την περίπτωση “επιμεληθηκα”. [....] Επειδή κάποιοι δεν τολμούν να φέρουν αντιρρήσεις ή εργαλειοποιούν κείμενα άλλων [....] θα πρέπει όλοι εμείς οι αναγνώστες να συμμορφωνόμαστε προς τας υποδείξεις τους;
Επιμένω στο ερώτημά μου. Γιατί, επιμέλεια σημαίνει διόρθωση ορθογραφικών, γραμματικών και συντακτικών λαθών, έλεγχο ύφους, λεξιλογίου και στίξης, καθώς και ουσιαστική αναδιάρθρωση για μέγιστη κατανοητότητα.
ΑπάντησηΔιαγραφήΈγινε κάτι τέτοιο στο κείμενο της Ιφιγένειας Διδασκάλου;
Αντίθετα, παρουσιάζεται ένα αυτούσιο παράθεμα, το οποίο αποτελεί το κείμενο-πηγή για τις σκέψεις και κυρίως τον συναισθηματισμό της γράφουσας.
Το «Μακεδονικόν Ημερολόγιον» του Ν. Σφενδόνη, 1961 έπρεπε να αναφέρεται όσον αφορά στα πνευματικά δικαιώματα.
Όποιος θέλει να ενημερωθεί περισσότερο για τις έννοιες “επιμέλεια κειμένου”, “παράθεμα”, “κείμενο-πηγή”, “πνευματικά δικαιώματα” , μπορεί με μια απλή διαδικτυακή αναζήτηση στις ιστοσελίδες “ΙΑΝΟΣ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ”, “Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα” και φυσικά σε εκείνες των Πανεπιστημίων.
Για να προσέχουμε και για να ακριβολογούμε.
Άιντε ρε κορόιδα! Κάθεστε και ασχολείστε με ποια έκανε πεθερά η Πηνελόπη Καρανά, ενώ ο άλλος ο έξυπνος έβγαλε 25 χιλιάρικα ευρώ σε ένα χρόνο για live streaming! Βγάζετε εσείς τόσα σε ένα χρόνο; Και τόσο εύκολα;
ΑπάντησηΔιαγραφή