12.2.14

ΟΔΟΣ: Έρχονται τα χοιρότερα


ΟΔΟΣ 17.10.2013 | 711

Αγαπητή ΟΔΟΣ

Είχα αποφασίσει να μην ενοχλήσω χωρίς σημαντική αφορμή με τις επιστολές και τις απόψεις μου. Παρακολούθησα μερικές από τις αντιδράσεις για τις απόψεις που διατύπωσε ένας Α.Λ. αφού σε κάποιους φάνηκαν αυθάδεις και μη αποδεκτές. Κοινώς απαράδεκτες. Και μη χειρότερα δηλαδή. Επί μήνες σωφρονιζόμουν και είχα αποφασίσει να μην ενδώσω σε πειρασμό να γράψω.

Αλλά ας όψεται το μέγα πολιτιστικό και πολιτικό – εμποροπανηγύρι του Άργους Ορεστικού, που έκλεισε μεν, αλλά επέδρασε σαν κομήτης στις αποφάσεις μου: έφερε τα πάνω – κάτω. Και αποφάσισα να γράψω. Έστω κι’ αν αδυνατώ να εξηγήσω τους «σεισμούς» που προκλήθηκαν στις αρχές του 2013. Με μόνες τις απόψεις και κρίσεις για τους τούρκικους χορούς και τα τραγούδια στην τουρκική γλώσσα σε τηλεοπτικό σταθμό της Κοζάνης. Σε εκπομπή που μεταδόθηκε στους πρώτους μήνες του έτους: Με φωτογραφικό πανοραμικό φόντο την Καστοριά νεαρές και νεαροί χόρευαν τα τραγούδια και τους αμανέδες στην γλώσσα του λαού της γειτονικής χώρας. Σε υπαινικτική κατάσταση, υποθετικής νιρβάνα, α λα Τούρκα.

Και μη χειρότερα. Όχι δα για κανένα άλλο λόγο. Διότι αν και τυπικά σύμμαχος η Τουρκία, παρεμπιπτόντως κατέχει την μισή Κύπρο. Επιβουλεύεται το μισό (και πλέον Αιγαίο). Επιχειρεί την αποψίλωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με το θέμα της Χάλκης. Ή ακόμη χειρότερα χρησιμοποιεί το θέμα εκβιάζοντας την λειτουργία τεμένους στην Αθήνα, κάτι που βεβαίως είναι επιβεβλημένο να επιτραπεί. Ενορχηστρώνει επίσημα ή ανεπίσημα δίκτυο λαθραίας μετανάστευσης προς την Ευρώπη μέσω Ελλάδας. Τροφοδοτεί με τις εγγυήσεις της την αδιαλλαξία των Σκοπίων, που τα ενθαρρύνει να αποκαλούν την Ελλάδα «Γιουνανιστάν» (όπως Αφγανιστάν, Τουρκεστάν, Τουρκμενιστάν, Πακιστάν κλπ). Και ενσαρκώνει τον πολλά βαρύ της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Επιδιώκοντας να επιβάλλει τον ηγεμονικό ρόλο που της εξασφαλίζει η όση κληρονομιά του οθωμανικού κράτους απέμεινε. Και μη χειρότερα.

Σαν να μην έφθανε αυτό αγνοώντας προφανώς ότι αρκετούς μήνες μετά το πανηγύρι θα ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο, είχε το θράσος ο επιστολογράφος σου, να υποστηρίζει ότι το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της τηλεοπτικής παραγωγής πρόσφερε θέαμα χαμηλής αισθητικής και επιπέδου. Αυτό δε το τελευταίο ήταν που προκάλεσε ακόμη περισσότερο τους επικριτές. Εντυπωσιακό στα αλήθεια, να έχεις το δικαίωμα να διατυπώσεις την άποψή σου για τους άλλους και επί παντός επιστητού και όχι για την αισθητική και την ποιότητα. Τέλος πάντων για να μην επεκταθώ και σου προκαλέσω περαιτέρω αντιδράσεις, ο γέγονε, γέγονε και ευτυχώς αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.

Αλλού είναι το θέμα τώρα: Όχι, δεν είναι η Φατμαγκιούλ του τουρκικού σήριαλ που δεν παρακολουθώ βέβαια, αλλά συνηθίζεται στα δίγλωσσα πλέον ελληνικά κανάλια, να την διαφημίζουν. Ούτε βέβαια η Τζεμηλέ. Τουλάχιστον όχι δαύτη που έχω κατά νου καθώς και η Τζεμηλέ που πρωταγωνιστεί –λέει- σ’ αυτό το φοβερό, το βγαλμένο από την ζωή, τηλεοπτικό σήριαλ που επιφυλάσσεται στο ελληνικό τηλεοπτικό κοινό με τον εύγλωττο τίτλο «Προδοσία».

Ούτε καν η «Αλεξιάδα». Για την οποία πιστεύω ότι βρίσκεται ακόμη σε σπάργανα. Κι’ ότι χρειάζεται πολλή (μα πολλή) δουλειά και προσπάθεια ώστε να πετύχει τον στόχο της και να καθιερωθεί ως θεσμός. Και ότι δεν είναι ούτε πολιτικά, ούτε καλλιτεχνικά ορθό να μην δέχονται κριτική οι συντελεστές της. Αλλά ούτε και αυτοί που υπερέβαλαν με τις κριτικές τους. Μη χειρότερα.

Ώστε να μου επιτρέπεται να συμπεράνω ότι κουβέντα αντίρρησης δεν θα είχε κανείς, αν στην βάρκα του happening μέσα στο νερό της λίμνης -μέσα στο νερό- αντί του Αλεξίου Κομνηνού βρισκόταν κάποιος σουλτάνος, ένας χαλίφης, ένας βεζύρης. Ο Ταμερλάνος έστω ή ο Τσέγκις Χαν. Δεν πειράζει που δεν ήλθαν ποτέ εδώ  -άσε που δεν υπάρχουν μάρτυρες γι’ αυτό: εμείς, χάριν της Τέχνης και της Παράδοσης και της ελληνοτουρκικής αδελφοσύνης, θα τους φέρναμε. Κι εν πάση περιπτώσει, αν στο story δεν είχαν ανάμειξη αυτοί οι (Θεός φυλάξοι) Καθολικοί Νορμανδοί, αλλά τίποτε Σουλεϊμάν. Αν αντί για την Άννα Κομνηνή, την ιστορία την έγραφε η Φατμαγκιούλ αυτοπροσώπως. Ή έστω αν υπήρχε μια κυρά Φροσύνη με ένα Αλή Πασά, σαν στα Ιωάννινα.

Αλλά να που η προσπάθεια της αντιδημαρχίας και της εικαστικής – καλλιτεχνικής απόδοσης, δεν ανέχεται εύκολα την αντίρρηση. Τροφοδοτεί έτσι κάθε είδους κριτική, χωρίς η ίδια η προσπάθεια να μπορεί να κάνει διακρίσεις και να αποκομίσει τα σωστά συμπεράσματα. Ώστε να δημιουργήσει μια νέα «παράδοση» απαλλαγμένη απ’ όσους μοιάζουν βαρίδια, μια «παράδοση» που θα εξοικειώνει την σημερινή Καστοριά και με δυτικά πρότυπα. Να ανασάνουν και όσοι συμφωνούν ότι το ίδιο, αν όχι ακόμη πιο καλές από τις ανατολικές, είναι οι δυτικές επιρροές. Χωρίς ντροπή και μη χειρότερα.

Αφορμή για την νέα αυτή επιστολή μου, είναι το πανηγύρι. Και δεν έλαβα υπ’ όψη μου ούτε καν την μετάδοση της όπερας από την ΜΕΤ της Νέας Υόρκης που ξεκίνησε και πάλι ζωντανά, ενώ το μεθεπόμενο Σάββατο θα αναμεταδοθεί από το θρυλικό λυρικό θέατρο απ’ ευθείας χάρη στην προσπάθεια του Δήμου Καστοριάς, η δεύτερη παράσταση για την φετινή σαιζόν. Μάλιστα γι’ αυτό το θέμα, δεν θα πω τίποτε περισσότερο, είναι σημαντικό από μόνο του και δεν προσφέρεται.

Μόνο που μου κάνει εντύπωση η συστηματική απουσία συμπολιτών, που δεν μπορούν να αφιερώσουν στην αξιέπαινη προσπάθεια αντίστοιχη ευκαιρία με αυτή που αφιερώνουν όταν επισκέπτονται μια έκθεση ζωγραφικής, χωρίς να είναι εκ των προτέρων βέβαιοι ότι θα τους αρέσει, ή μια θεατρική παράσταση. Όσοι οχυρώνονται πίσω από την διαπίστωση, ότι στην Καστοριά δεν γίνεται τίποτε το αξιόλογο και ουσιαστικό. Διότι και τώρα που άρχισε να γίνεται, άδεια καθίσματα βλέπω και τρανταχτές απουσίες και μη χειρότερα.

Τέλος αφορμή δεν είναι ούτε κάτι φωτογραφίες που είδα να κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Του δημάρχου Καστοριάς * φερ’ ειπείν με κάτι σεβάσμιες βεβαίως μοναχές. Σέβομαι ασφαλώς την απόφασή τους να αποσυρθούν από τα κοσμικά. Αλλά όπως τις είδα στις φωτογραφίες να έχουν αφήσει ακάλυπτα μόνο τα μάτια και τη μύτη τους, θαρρώ πιο πολύ Τεχεράνη στα πρώτα χρόνια της Ισλαμικής Επανάστασης μου θύμισε το σκηνικό. Και συγνώμη που το αναφέρω δηλαδή, αλλά εγώ που ανατράφηκα σε φιλικό περιβάλλον, εκτός πια κι’ αν με απατά τόσο πολύ η μνήμη μου, δεν θυμάμαι στα παιδικά μου χρόνια τέτοια αμφίεση.

Ώστε τουλάχιστον δικαιούμαι να απορώ, για το τι ακριβώς άλλαξε και όλα γύρω μας δείχνουν πια τόσο υπερσυντηρητικά. Και για να προλάβω όσους θα βιαστούν να επικρίνουν τις απορίες μου, να αντιπροτείνω το ερώτημα, αν η περιβολή κάθε ανθρώπου που δείχνει τις προσωπικές απόψεις τις πεποιθήσεις ή την πίστη του με την αμφίεσή του είναι πράγματι τόσο ελεύθερη στην Ελλάδα, ώστε να μην έχω καθόλου το δικαίωμα να εκφράσω την εντύπωση μου.

Ούτε το θέμα μου είναι η –δικαιολογημένη αγωνία και λαχτάρα μου- ως «υπόλοιπος επαγγελματίας» για το αν έφυγε τελικά η Δ.Ο.Υ από την μισθωμένη στέγη της, να μετακομίσω εκεί, να βοηθήσω και εγώ κάθε συνάνθρωπό μου που είναι υποψήφιος δήμαρχος να ξεπεράσει την απόγνωση, και τα χειρότερα.

Και για να αφήσω τις φλυαρίες... το θέμα μου είναι όπως ήδη εξήγησα στην αρχή, το μεγάλο, παμμέγιστο πολιτιστικό γεγονός όλων των εποχών: Οι εμποροπανηγύρεις και ειδικά η τελευταία και καλύτερη, που πάει τέλειωσε και μας άφησε. Αναγνωρίζω και αποδέχομαι ότι ο Δήμος Άργους Ορεστικού παρουσιάζει αξιοσημείωτο πολιτιστικό έργο. Διαθέτει επαρκείς, αν όχι πολύ καλές υποδομές, όπως είναι οι πολιτιστικοί του χώροι, που αντίστοιχους ούτε στα πιο τολμηρά όνειρά του δεν μπορεί να διανοηθεί κάποιος στην Καστοριά. Αλλ’ ούτε και στα χειρότερα.

Αλλά τις εβδομάδες που πέρασαν, μετρούσα κάθε λεπτό και κάθε ώρα να τις δρασκελίσω για να έλθει το μεγάλο γεγονός της εμποροπανηγύρεως στα τέλη του Σεπτέμβρη. Την οποία πολύ απολάμβανα παραδοσιακά, αφού είναι το μοναδικό event τέτοιας εμβέλειας που πραγματοποιείται στο Άργος Ορεστικό. Θαρρώ ότι είναι απείρως ανώτερο από αυτό του Αμυνταίου που ακολούθησε και της Κοζάνης που γίνεται αυτές τις ημέρες. Όπως ανταγωνίζεται και το άλλο τεράστιο πολιτιστικό δρώμενο της Καστοριάς, «Ραγκουτσάρια». Και στην οποία εμποροπανήγυρη, πληροφορήθηκα εξ εγκύρου πηγής ότι μια θαυμάσια μυσταγωγία υφάσματος – δέρματος – χαλβά και τσίκνας, αναδύθηκε για μια ακόμη φορά και πλημμύρισε από κοινού με τις έξοχες μουσικές υποκρούσεις της κατακαημένης Χούλιας που κρύβουν –είναι κοινό μυστικό πια- βαθειά μέσα τους πολλές (και όχι μόνο) ίσως κατατρεγμένες. Ψυχές εννοώ.

Και να που, χωρίς να παραγνωρίζω τα οφέλη της τοπικής οικονομίας, πληροφορήθηκα ότι το εξαίσιο αυτό γεγονός, όχι μόνο είναι πανάρχαιο, πάνω από 400 χρόνια μπορώ να σου πω, (σαν τα 400 χρόνια της κατοχής ακούγεται αυτό, αλλά μάλλον απλή σύμπτωση θα είναι), αλλά εκτός από εμποροπανήγυρη είναι και πολιτιστικό γεγονός. Ναι πολιτιστικό γεγονός. Και μη χειρότερα.

Στην αρχή ξαφνιάστηκα. Μου φάνηκε οξύμωρο, για να μην το χαρακτηρίσω αλλιώς. Μετά όμως το είδα πιο ψύχραιμα. Γιατί όχι σκέφτηκα; Πού αλλού θα μπορούσαν να συνδυαστούν πλούσιο φαγοπότι, αγορές self service στα σκαρπίνια και στο άλλο χέρι σουβλάκια, γύρους με χοιρινό και άλλα υψιπετή εδέσματα, μαζί με την Φατμαγκιούλ απ’ ευθείας για να μην χάνουν τα επεισόδια οι θεατές-επισκέπτες; Άρτος και θεάματα στην κυριολεξία. Αν δεν είναι αυτό πολιτισμός, τότε τι είναι;

Μόνο που εκτός από πολιτισμός, οι αρμόδιοι, ξέχασαν να προβάλλουν το πανηγύρι σαν το μεγαλύτερο ετήσιο πολιτικό γεγονός. Διότι κατά την διάρκειά του, βουλευτές, υποψήφιοι βουλευτές, δήμαρχοι και υποψήφιοι δήμαρχοι, σύμβουλοι και υποψήφιοι σύμβουλοι, όλοι τους, με αποφασιστικότητα και θάρρος περιέρχονται όχι μια, αλλά πολλές φορές τον χώρο της εμποροπανηγύρεως, σφίγγοντας χέρια –μερικά μάλιστα με σουβλάκια- και τάσσοντας λαγούς και πετραχήλια στους πρόθυμους να πειστούν επισκέπτες.

Έτσι λοιπόν μετά απ’ αυτά και τα διαπιστευτήρια ποιότητας ISO 400 χρόνων, που εξασφάλισα, έχοντας κατά νου το πανηγύρι τα διάφορα άλλα πανηγύρια, πείστηκα ότι δεν είναι όνειρο αυτό που ζω. Αλλά πολιτιστικός ορυμαγδός. Σκέτο γκαλά. Και ότι είμαι πολύ τυχερός στ’ αλήθεια, τώρα που αναλογίζομαι ότι πλησιάζουν οι πανάρχαιες πολιτιστικές γουρουνοχαρές. Που έχουν την επιστημονική ονομασία χοιροσφάγια.

Α! Kαι μιας και αναφέρθηκα στα χοιροσφάγια, μήπως πρέπει τελικά να το ξανασκεφτεί ο τόπος; Μήπως ο χοίρος στις διατροφικές μας συνήθειες τελικά μιαίνει το σώμα και την ψυχή του ανθρώπου και μας εμποδίζει να προσχωρήσουμε εκεί που ακάθεκτα, ρέπουμε; Ή μήπως αυτό εννοούσαν στ’ αλήθεια με το μη χοίρον βέλτιστον που έλεγαν και οι αρχαίοι, ημών, πρόγονοι; Και μη χοιρότερα.

Ο ανώνυμος αναγνώστης σου 





(*) Σχετικό δημοσίευμα σελ. 7 (παραπομπή στο blog εδώ)



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 17 Οκτωβρίου 2013, αρ. φύλλου 711



2 σχόλια:

  1. Ανώνυμος13/2/14

    Άντε να καλέσεις εσύ τώρα "τον μπατζανάκη σου" ας πούμε, να λάβει μέρος "εις τα χοιροσφάγια...
    Θα σου πει "γιατί με βρίζεις ρε; Τι σου έχω κάνει και μου φέρεσαι έτσι;: Και με το δίκηο του!
    Πες του όμως το συνθηματικό: έχουμε "γουρνοχαρές" και θα τον δεις να σπεύδει με τριπλές μασέλες με τα λαγουτα, τα βιολιά και τα νταούλια... (μη πω και με τα χάλκινα!)

    Ας κρατήσουμε το μέτρο αδελφοί ημών! Κι η γλώσσσα του λαού έχει θέση αναμεσά μας
    [ κι όπως έιπε κι ο Βαλαωρίτης: "Δεν υπαρχουν ανήθικες λεξεις.Μονάχα ανηθικοι άνθρωποι"...]

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος13/2/14

    Ανώνυμε τα λές πολύ ωραία .
    'Οπως π.χ.Ευτυχία δεν υπάρχει, ευτυχισμένες [μόνο] στιγμές υπάρχουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.