30.8.08

ΟΔΟΣ: Εικόνες

Η εικόνα που παρουσιάζει ο εσωτερικός παραλίμνιος της Καστοριάς (γνωστός και ως «γύρος της λίμνης») αλλά και το βουνό του Αγίου Αθανασίου που αποτελεί την εξοχή της ορεινής χερσονήσου στην λίμνη της Καστοριάς, ήταν απογοητευτική. Παντού αυτοφυή άγρια χόρτα, τα πιο πολλά ξερά, να κλείνουν τους δρόμους, να δυσχεραίνουν την μετακίνηση πεζών και οχημάτων αλλά και να αποτελούν αιτίες από τις οποίες θα μπορούσε να προκληθεί μεγάλη περιβαλλοντική καταστροφή, ακόμη και από τυχαία γεγονότα, όπως πυρκαγιά από ένα τσιγάρο.

Η αλήθεια είναι ότι οι δήθεν έριδες σε σχέση με την κυριότητα και την δικαιοδοσία του βουνού και του παραλίμνιου δρόμου, μεταξύ Δήμου Καστοριάς και κρατικών φορέων, θολώνουν κάπως την κατάσταση, με αποτέλεσμα να επικρατεί αμφιβολία για την ονομαστική ευθύνη των περιοχών αυτών. Όμως, οι έριδες αυτές γίνονται απλώς για να τις θυμούνται οι εκατέρωθεν θερμόαιμοι αρμόδιοι και όχι για την διαχείριση των χώρων, μια και στην Καστοριά, η εγκατάλειψη και η αδιαφορία γι’ αυτούς (όπως και για τους περισσότερους άλλους που δεν είναι δίπλα σε εμπορικά καταστήματα) είναι ολοφάνερη και ανησυχητική. Επομένως οι λεονταρισμοί και οι φιλονικίες μεταξύ Δήμου και άλλων φορέων για την διεκδίκησή τους είναι μάλλον υποκριτικοί και γίνονται για το θεαθήναι και τα δάκρυα για την κατάσταση τους, είναι δάκρυα κροκοδείλια.

Τα δύο τελευταία χρόνια μάλιστα, στην περιοχή της σπηλιάς του Δράκου (περιοχή Αγίου Νικολάου κάτω από το Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο) όπου έχουν γίνει υπερβολικές παραβιάσεις του περιβάλλοντος και του χώρου, με κοπές μεγάλων πλατάνων και εκβραχισμούς για την δημιουργία άπλετων χώρων στάθμευσης οχημάτων για τις… αναμενόμενες ουρές των τουριστών που θα έρχονται απ΄ όλο τον κόσμο για να θαυμάσουν την άγνωστη μοναδικότητα του σπηλαίου, έχουν επιβαρύνει σημαντικά πολύ την κατάσταση.

Παρά το γεγονός ότι πίσω από την δενδροσειρά των πλατανιών, από την πλευρά του βουνού κατασκευάστηκε ένα μονοπάτι (που δεν χωρά περισσότερο 1 ενήλικο) ωστόσο και αυτό, βυθισμένο στα αυτοφυή χόρτα, την σκόνη και τα χώματα, έχει υπαχθεί και υποτοαχθεί «αρμονικά» σε ένα «εικαστικό» σύνολο χόρτων, μπαζών, βράχων, σκόνης, χόρτων και ξερών κλαδιών που απαρτίζουν την σημερινή εικόνα του εσωτερικού παραλίμνιου.

Όλα αυτά, προκαλούν εύλογα ερωτηματικά για τις πραγματικές αιτίες καθώς και για τα πιθανά κίνητρα αυτών που έχουν την ευθύνη της περισσευμένης εγκατάλειψης. Πρόκειται για αμέλεια, ανικανότητα, αδιαφορία, ή για συνειδητή διαδικασία υποβάθμισης μιας διαδρομής 8 χιλιομέτρων που διατηρεί την ιδιαίτερη φυσική ομορφιά του τοπίου -χειμώνα καλοκαίρι; Μιας διαδρομής που φιλοξενεί μνημεία και αξιοθέατα μερικά από τα οποία έχουν ιδιαίτερη ιστορική αλλά και καλλιτεχνική αξία, όπως η Ιερά Μονή της Μαυρώτισσας αλλά και άλλα, όπως τα «μαγαζιά», τον Άγιο Νικόλαο, την Αγία Κυριακή και άλλα.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, η κατάσταση συνδέεται με την παρουσία στην ευρύτερη περιοχή του Νοσοκομείου, το οποίο ως γνωστό προκαλεί ρίγη αντιρρήσεων σε όσους δεν μπορούν να συνηθίσουν την γεωγραφική του θέση στα «παραμέσα» της Καστοριάς. Με αποτέλεσμα να ερεθίζει η θέση αυτή τα τοπικιστικά, αναχρονιστικά αντανακλαστικά αυτών που επιδιώκουν με κάθε μέσο, τίμημα και τρόπο να το μεταφέρουν (οπουδήποτε) αλλού, αρκεί να είναι μακριά από την πόλη.

Ίσως πάλι το γεγονός ότι ο δρόμος αυτός αρχίζει από την καρδιά της παραδοσιακής Καστοριάς και καταλήγει στο Απόζαρι, που τελεί σε ένα ιδιόρρυθμο εμπάργκο, να εξηγεί την ουσία των βαθύτερων αιτίων και κινήτρων για την κατάσταση ερήμωσης που παρουσιάζει μια από τις περιφημότερες περιπατητικές διαδρομές που μπορεί να συναντήσει κανείς σε ελληνική πόλη. Δεν είναι λίγοι οι συμπολίτες που παρατηρούν ότι όχι μόνο στον γύρο της λίμνης με τα έργα στην σπηλιά και τον Άγιο Νικόλαο, αλλά και στην πλατεία Ομονοίας όπου καρκινοβατεί η ανακατασκευή της πλατείας, επικρατεί και πάλι η σύμπτωση, τα «έργα» που δεν τελειώνουν ποτέ, αν και υποτίθεται ότι εξαγγέλθηκαν για να προσφέρουν στην αναβάθμιση, οδήγησαν σε ακόμη πιο ζοφερή υποβάθμιση τις ευρύτερες περιοχές τους.

Οι παρατηρήσεις αυτές έχουν μια άλλη αξία, αν συσχετισθούν με την πεποίθηση ότι τα ίδια ακριβώς συνέβησαν με αφορμή την έδρα της πανεπιστημιακής σχολής, ή την ιδέα δημιουργίας αρχαιολογικού μουσείου, πινακοθήκης, δημοτικού θεάτρου ή κτηρίου πολιτιστικών χρήσεων μέσα στην Καστοριά. Καθ’ ότι αμέσως μετά, ξεκίνησε για όλες αυτές τις περιοχές της πόλης μια ιδιόρρυθμη περίοδος και διαδικασία αποδόμησης, αποψίλωσης, ερήμωσης και εγκατάλειψης.

Με την πλάστιγγα να γέρνει πια προς την «πλαστική» Καστοριά των παραλιών, ελάχιστοι είναι πια οι κάτοικοι της Καστοριάς και φυσικά οι περιηγητές (τουρίστες) που επισκέπτονται ή γνωρίζουν σημαντικά μνημεία όπως η Παναγία Κουμπελίδικη, οι Άγιοι Ανάργυροι, η ΙΜ Μαυρώτισσας, τα βυζαντινά τείχη, το βυζαντινό Μουσείο, τα υπολείμματα των τειχών της πελασγικής εποχής στο βουνό, το τέμενος (τζαμί) που ήταν προηγούμενα εκκλησία, και ακόμη πιο πριν αρχαίος ναός, κοκ.

Γνωρίζουν όμως όλοι την εικόνα μιας επιφανειακής Καστοριάς, που εξαντλείται στις παραλίες της, ή έστω το πολύ ως τις παρυφές των γειτονικών χωριών και συνοικισμών που προσφέρουν θέα προς την πόλη. Τίποτε άλλο και τίποτε περισσότερο.

Στο πλαίσιο αυτό, εξηγείται η μελαγχολία που προκαλεί η εικόνα της προχωρημένης αδιαφορίας και εγκατάλειψης και του βουνού της Καστοριάς, αλλά και του εσωτερικού παραλιμνίου, που σε συνδυασμό με την μολυσμένη λίμνη, από θαύματα φυσικής ομορφιάς, έφθασαν να συναποτελούν το ανυπόφορο άθροισμα, μιας σαφούς, απερίφραστης και ίσως καθόλου τυχαίας εγκατάλειψης. Μεγάλοι άθλοι, ιστορικές ευθύνες.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 31.7.2008]

ΟΔΟΣ: Βαρόμετρο πολιτισμού

Το αίσθημα της ασφάλειας και ο σεβασμός στους ανθρώπους, αλλά και σε μικρά ζώα, ή ιδιόκτητα πράγματα οικιακής χρήσης που για κάποιους λόγους είναι εκτεθειμένα σε αφύλακτους χώρους είναι το βαρόμετρο του πολιτισμού κάθε κοινωνίας, όπως και της Καστοριάς.
Αντίθετα όπου παρατηρούνται -κατά την διάρκεια της νύκτας συνήθως- κρούσματα βάνδαλης συμπεριφοράς και ξεσπάσματος πάνω σε πράγματα, ή σε οικιακά ζώα, εκεί οι πολιτισμικοί δείκτες, κτυπούν κόκκινο.

Στην οδό Μητροπόλεως, οι υπεύθυνοι εμπορικού καταστήματος, είχαν τοποθετήσει μπροστά στην βιτρίνα της επιχείρησής τους, δύο μεγάλες γλάστρες από πηλό, (πιθάρια) με φυτά, που χάριζαν στην πρόσοψη του καταστήματος και της περιοχής, μια αξιοσημείωτη νότα καλογουστιάς, σαν κι’ αυτές που άφθονες συναντά κανείς οπουδήποτε, ειδικά εκτός Ελλάδας, αλλά εξαιρετικά σπάνια στην Καστοριά.
Πριν μερικές ημέρες όμως, άγνωστοι, βρήκαν την ευκαιρία να επιδείξουν το «θάρρος» και την «τόλμη» τους στο ένα από τα δύο πιθάρια και τα κατέστρεψαν με αποτέλεσμα ένα αποκαρδιωτικό θέαμα.

Η σύμπτωση είναι ότι κάτι αντίστοιχο, είχε συμβεί και πριν μερικά χρόνια, σε αντίστοιχη επιχείρηση, σε λίγες δεκάδες μέτρα απόσταση στην πλατεία Δαβάκη, όπου και εκεί άγνωστοι πάντα, κατέστρεψαν πιθάρια από εμπορικό κατάστημα, με αποτέλεσμα ο υπεύθυνος του καταστήματος να απογοητευθεί όπως ήταν φυσικό και να μην επιχειρήσει έκτοτε να εκθέσει στον κίνδυνο βανδαλισμού και λεηλασιών μια ιδέα, που συνέβαλε στην αισθητική.
Κανένα απ’ αυτά τα περιστατικά δεν σημειώθηκε σε περίοδο καρναβαλιών, οπότε λόγω της υπερβολικής κατανάλωσης οινοπνευματωδών έχουν παρατηρηθεί αντίστοιχα κρούσματα απρεπών πράξεων.

Όμως το νέο αυτό περιστατικό ξεσπάσματος πάνω σε πιθάρια που κοσμούσαν τον χώρο και το περιβάλλον, αποδεικνύει για μια ακόμη φορά το απογοητευτικά χαμηλό επίπεδο πολιτιστικής ανοχής, εγγύησης και ασφάλειας διακοσμητικών αντικειμένων που η τοπική κοινωνία δεν έχει συνηθίσει. Και προφανώς, δεν συγχωρεί.
Όπως ήταν αναμενόμενο, και στο νέο αυτό περιστατικό, ο υπεύθυνος του καταστήματος, απομάκρυνε άρον-άρον τα πειστήρια μιας όμορφης ιδέας, που δεν ανέχεται το πασίγνωστο και ένδοξο… ελληνικό φιλότιμο.


[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 3.7.2008]

ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΥ: Παραλλαγές πάνω σ’ ένα θέμα αμετάθετο

Time is a fake healer anyhow.
MALCOLM LOWRY
Under the volcano

1

Άκουγα το This hard land του Bruce Springsteen ξανά και ξανά, εκεί, στο παλιό γουναράδικο του πατέρα μου, που το ‘κανα γραφείο. Ξαπλωμένος στον καναπέ, απολάμβανα την ομορφιά της θλίψης αυτού του τραγουδιού που λέει για όνειρα ματαιωμένα. Ο ήλιος ήταν στη δύση του, περνούσε μες απ’ τις γρίλιες της σιδερένιας τζαμόπορτας κι έπεφτε πάνω στον ασβεστωμένο τοίχο. Στο σουβά, δίπλα απ’ την κλειδωνιά, ήταν κάτι χαρακιές, έπεφταν μέσα οι αχτίδες, ένα ποτάμι το φως, κι εκείνες σαν κοίτες κάποιων τυφλών του παραπόταμων. Ακούγοντας τη μελωδία, έβλεπα μια βάρκα να πλέει σ’ ένα ποτάμι, δίχως διόλου να κουνά, και να πιάνει σε μια όχθη, στην ίδια απ’ την οποία ξεκίνησε, η υγρή άμμος της ήταν γεμάτη χαρακιές απ’ το σύρσιμο βαρκών. Μην μπορώντας να εξηγήσω τούτη την ονειροφαντασιά, κι ενώ οι στερνοί ήχοι του τραγουδιού έσβηναν, οι χαρακιές του τοίχου(σημεία μιας γραφής που χαράχτηκε εκεί για να διαβαστεί), είχαν, ασύνειδα, μέσα μου μετατραπεί σ’ ένα αίνιγμα, που λύθηκε. Ήταν, σαν ένας σπόρος να ‘πεσε πριν χρόνια εκεί, σ’ εκείνα τ’ αυλάκια του ασπροβαμμένου ντουβαριού, και κείνη τη στιγμή να βλάστησε, μες στο, πάντα, εύφορο, με φως ποτισμένο, χώμα της ενατένισης, βλάστημα μιας παλιάς σποράς, απ’ όπου αναφύεται, καρποφορώντας, η ανάμνηση.

Οι χαρακιές ήταν οι νυχιές των σκυλιών, που τις έκαναν απ’ τη λαχτάρα τους, ενόσω αδημονούσαν περιμένοντάς τον πατέρα μου να ξεκλειδώσει την τζαμόπορτα και να τη σπρώξει για να ξεχυθούνε έξω. Ήταν οι χαρακιές εκείνες σαν τις άλλες που φανταζόμουν πως χαράζουν μέσα στο μυαλό οι αναμνήσεις μας, τόσο βαθιές που, κάποιες, απ’ τις σκέψεις μας, λοξοδρομώντας, εκεί μέσα κυλάνε, σε κείνους τους τυφλούς παραπόταμους• ένα δίχτυ μες στο μυαλό μας οι αναμνήσεις πλέκουν και πιάνουνε τις σκέψεις μας.
Συμβαίνει κάτι παράξενο σ’ αυτό το χώρο, μετά από απουσία εβδομάδων, μηνών, οσμίζομαι πάλι τη διαπεραστική μυρωδιά της γούνας κι εκείνη τη βαριά των σκυλιών, κει που ‘λεγα πως χάθηκαν για πάντα, επιστρέφουν• είναι τότε που είμαι μόνο μνήμη, είναι τότε που είμαι σαν ένα ζώο λυπημένο, γιατί μόνο απ’ τον άλλο κόσμο φυσάει.


2

Έχω να πάω χρόνια…, τέσσερα θα ‘ναι. Έπαιξε ρόλο και που μου ‘πε: «Έτσι κι έτσι τον θέλω, και μετά… στα σαράντα μόνο, εξάμηνα και χρόνους δεν θέλω». Ήταν κι ο τρίτος θάνατος στη σειρά, ο θυμός, που ξεκίνησε απ’ τον πρώτο, μέστωσε. Στην αρχή, ήταν για τον εκτελεστή, τότε πίστευα, γι’ αυτό δεν τόλμησα να τα βάλω με τον εντολοδότη. Μετά, που ‘χασα την πίστη μου, και δεν έβλεπα πίσω από το θάνατο τίποτα πέρα από φυσική αναγκαιότητα, κάτι σαν τη λήθη, όπως η αναβολή της λύπης, σκέφτηκα, ήταν ό,τι πρέπει. Δύσκολο είναι να ξεχάσεις, ειδικά όταν δεν πρέπει.

Με τρώει που δεν πάω, για το τι θα πει ο κόσμος, λιγάκι, μια χαζή σκέψη κυρίως, πως έχει κι ο νεκρός ανάγκες, ένα κορμί ζωντανό κι αγαπημένο να κάψει από πάνω του για λίγο, μα είπαμε, είναι ο θυμός κι ένα πείσμα παιδιάστικο που δεν μ’ αφήνει, η άρνηση το χαμό τους να δεχτώ, που δεν αφήνει το κορμί να κοντέψει και ν’ αρπάξει κι αυτό σαν κερί, μα κι απ’ τις δυο μεριές αυτό, και να κάψει γρήγορα απ’ τη μια ποτισμένο πως είναι από φόβο, κι απ’ την άλλη αργά, ποτισμένο πως είναι με λύπη βραδύκαυστη, κι όχι γι’ αυτό λιγότερο βασανιστικά, καθώς όλο σαν να πηγαίνει να σβήσει να κάνει, μ’ εκείνους τους μικρούς εκκωφαντικούς ήχους, που πιότερο απ’ τους μεγάλους σε τρομάζουν, καθώς είναι ποτισμένο τύψη το φυτίλι, τύψη, που σώνεται και μην στερέψει εντελώς το πένθος. Μην πηγαίνοντας, άλλωστε, πιο εύκολα τους ζωντανεύω, ξαναζούν πάλι και πάλι, το τέλος της φυσικής τους ύπαρξης σήμανε την αρχή της φανταστικής τους. Ζωοποιό πένθος η συγγραφή.
Απ’ τα μνήματα προτιμάω τον άλλο τον τόπο, εκείνο που είναι μέσα σου, απ’ τον οποίο δεν έχεις κάνει ρούπι στιγμή, εκεί ψηλά, στο καύκαλο είναι, αθέατη κορφή βουνού αδιάβατου.
«Πήγαινε να τους περιποιηθείς», μου ‘πε κάποια γνωστή, μ’ αυστηρό ύφος, κοιτώντας με υποτιμητικά, μου ‘ρθε να τη σκυλοβρίσω, μα τι θα καταλάβαινε; Μήπως το παραμελημένο μνήμα δεν κάνει κι αυτό τη δουλειά του; Ένα παραπέτασμα είναι, ένα ψέμα που δεν παύει να εξωραΐζει, έστω και ατελώς, την αλήθεια, και που ‘ναι απεριποίητο, καλύτερα, ενώ οι καθαροί, σαν καινούργιες κουρτίνες σ’ ερείπια.

Θα σ’ ωριμάσει αυτό, σκεφτόμουνα παλιά, το πένθος εννοώ, ουδέν κακόν αμιγές καλού, τώρα που πέρασαν τα χρόνια, ξέρω πως, στην ουσία, διόλου δεν μ’ άλλαξε, ό,τι δεν μπορείς να καταλάβεις (κι ο έρωτας, κάποιες φορές) μόνο να σε τρομάξει μπορεί, γι’ αυτό ένα φοβισμένο παιδί είμαι ακόμη, ένας μαθητής αδιάβαστος μέσα σε μια τάξη άδεια, που του ζητά ένας δάσκαλος να λύσει μια άσκηση για να ειρωνευτεί την αδυναμία του, θέλετε πείτε τον θεό, θέλετε πείτε τον θάνατο, ένας βιτσιόζος μαθηματικός είναι πάνω απ’ όλα, ένας σαδιστής που καυλώνει με το ακαριαίο και την ακρίβεια• είναι να πάτε εκδρομή, ακούγονται γέλια στην αυλή, κι αυτός σε κρατάει εκεί, μπρος στον πίνακα, κι είναι κάτι κιμωλίες σαν κοκαλάκια της παλάμης στη βάση του, και ξέρεις, απ’ το τράνταγμα που κλονίζει το κορμί σου όταν τις πιάνεις, πως είναι κομμάτια από κείνους, ξεντυμένα τη σάρκα τους• και δοκιμάζεις έστω μια γραμμή να σύρεις, όμως καμιά αντίσταση δεν βρίσκεις πάνω στο μαυροπίνακα, κι απελπισμένος, τρελαμένος από αγωνία – ο μπάσταρδος γελάει σαν ν’ ακούς κιμωλία να στριγκλίζει – θέλεις, τουλάχιστον, να τις βαρέσεις πάνω στον πίνακα, να βάλεις, έστω, μια τελεία, ν’ αφήσεις κείνη τη λευκή τη βούλα που κάνουν σπάζοντας, όμως αυτές μέσα του, μαζί με το χέρι σου, βυθίζονται, γιατί… ποιος έγραψε ποτέ επάνω στο σκοτάδι;


3

Θυμάμαι που ακροπατώντας πλησίασα στη φυρή πόρτα. Απ’ το άνοιγμα φαίνονταν το κάτω μέρος του κρεβατιού κι ένα κομμάτι του τοίχου. Εσάς δεν σας έβλεπα, άκουγα μόνο το ηδονόχαρο κοντανάσαιμα εκείνου και τη δική σου παραίνεση να μην τελειώσει μέσα σου. Ο ήλιος κατέβαινε αργά το ντουβάρι.
Κρυμμένος πίσω από μια πετσέτα θαύμασα το εφηβικό στήθος σου, το άγουρο καΐσι που σοφίλιαζε τέλεια με της μασχάλης σου την κοιλότητα, τα στήθη σου που κρέμασαν κι άδειασαν, σαν δυο μαραγκιασμένα σύκα οι θηλές, καθώς για μήνες σε θήλασε, σαν αδηφάγο μωρό, ο θάνατος. Έβραζε το στέρνο σου, η ανάσα σου με τρόμαζε, σαν μουγκρητό ακούγονταν, κι όλο τίναζες τα χέρια και τα πόδια, σαν για να διώξεις, σαν για να ξεφύγεις από κάτι, κι έλεγες κάθε τόσο: Μανούλα μου, μανούλα μου!
Η καρδιά μου είναι σαν το μανίκι του κουλού.
Θυμάμαι που κλεινόσουν στο δωμάτιό με τις φίλες σου και λέγατε τα μυστικά σας, που θύμωνα γιατί δεν με εμπιστευόσασταν, και βάραγα την πόρτα, κι έκλαιγα, και ούρλιαζα, και που της στερνής σου κάμαρης τη θύρα ξένοι την κλείσανε.
Με σένα, αδερφή μου, η πληγή πήγε κάτω από τη μνήμη, γι’ αυτό κι όταν δεν σε θυμάμαι πονώ.
Μέσα μου… δεν λιώνεις.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 24.7.2008]

ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΡΑΠΤΗ: Tο ιρλανδικό δημοψήφισμα και το Δημο-ψήφισμα

Πριν λίγο καιρό η Ευρώπη δοκίμασε άλλη μία ψυχρολουσία με το απορριπτικό αποτέλεσμα του ιρλανδικού δημοψηφίσματος. Έστω και με μικρή συμμετοχή, έστω και με όχι μεγάλη διαφορά οι ιρλανδοί πολίτες ψήφισαν αρνητικά ως προς την έγκριση της Συνθήκης της Λισσαβόνας.
Το αρνητικό αποτέλεσμα του ιρλανδικού δημοψηφίσματος, που θα επαναλαμβανόταν πιθανόν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, συναιρώντας σε ένα βαθμό το λαϊκισμό και τις απλουστεύσεις ακροκινούμενων πολιτικών δυνάμεων, αποδίδεται και στην κακή συγκυρία. Μία συγκυρία που συνδυάζει τη συνεχιζόμενη την τελευταία δεκαετία οικονομική και κοινωνική συμπίεση της ευρωπαϊκής μεσαίας τάξης και τη χρόνια έλλειψη μεταρρυθμίσεων με την τριπλή χρηματοπιστωτική, διατροφική και ενεργειακή κρίση στη παγκόσμια οικονομία.

Ωστόσο δίνει ένα ξεκάθαρο πολιτικό σήμα. Η Ευρώπη δεν πάσχει τόσο από το πολυβόητο έλλειμμα δημοκρατίας αλλά από κούραση και ανία. H έλλειψη του πολιτικού καταλογισμού, της σύγκρουσης των ιδεών και της πολιτικής κινητοποίησης κάνει τους ευρωπαίους να τη βαριούνται και να μη την παίρνουν στα σοβαρά.
Πριν λίγες μέρες το Συμβούλιο Υπουργών Εργασίας συμφώνησε στο σχέδιο Οδηγίας που δυνητικά αυξάνει το εβδομαδιαίο όριο ωρών εργασίας στις 65. Ποιος αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος; Kαι οι 27 υπουργοί ή μονάχα εκείνοι που υπερψήφισαν; Kαι σε ποια ακριβώς εκλογική αναμέτρηση;

Aκόμη περισσότερο, ποιος θα αναλάβει να συντάξει τις πολιτικές συμμαχίες για τις οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η Ευρώπη; Tο κατακερματισμένο Συμβούλιο Υπουργών ή η γραφειοκρατία της Κομισιόν; Σε ενιαία πολιτική γραμμή ο Mπράουν, ο Mπερλουσκόνι και ο Θαπατέρο; Ρητορικά ερωτήματα στο μέτρο που πολιτική παράγεται εκεί που υπάρχει ενιαίο πολιτικό διακύβευμα. Που εντείνει τον ανταγωνισμό και οξύνει τις ιδέες. Oι ευρωπαίοι ηγέτες έχουν εκλεγεί με διαφορετική πολιτική ατζέντα, εκφράζουν διαφορετική πολιτική παράδοση και αισθητική και θα κριθούν σε ασύνδετες μεταξύ τους εκλογικές αναμετρήσεις.

Η πολιτική ευθύνη και η πολιτική κινητοποίηση βρίσκονται στον πυρήνα του δημόσιου χώρου και της δημοκρατίας. Ο πολιτικός ανταγωνισμός γύρω από αυτόν ακριβώς τον πυρήνα αναπτύσσεται και μέσω αυτού προωθούνται οι ιδέες, στοιχίζονται τα πάθη, αναπτύσσονται οι συλλογικότητες και γεννιέται η έμπνευση και μερικές φορές η αλλαγή.

Ακριβώς αυτή η έλλειψη της μη εκλογής των κεντρικών ευρωπαϊκών οργάνων απευθείας από το ευρωπαϊκό δήμο είναι που αναχαιτίζει τις πολιτικές συσπειρώσεις και αποθαρρύνει τις πολιτικές συγκρούσεις. Αυτή ακριβώς εξαλείφει την πολιτική ευθύνη και γελοιοποιεί την επίκληση των πολιτικών αλλαγών. H Ευρώπη καλείται να αποτελέσει απάντηση στο πρόβλημα της κοινωνικής ανασφάλειας και της πολιτικής άπνοιας. Με ποιο τρόπο ωστόσο; Ως συνεταιρισμός συμβιβασμών και μικρο-ρυθμίσεων ή ως η ένωση των ευρωπαίων πολιτών των πολλαπλών ταυτοτήτων και ταυτίσεων που βιώνουν την κοινή ευρωπαϊκή μοίρα;

Δημο-ψήφισμα λοιπόν για τον νέο ευρωπαϊκό Δήμο. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, τη ίδια μέρα με ενιαίο ευρωπαϊκό αποτέλεσμα. "Εσύ είσαι ο λαός της Ευρώπης". Bάζουμε σταυρό στο ναι ή το όχι.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 24.7.2008]

ΟΔΟΣ: Το γαρ πολύ της παραδόσεως

Όχι. Το σημερινό πρωτοσέλιδο, δεν θα αφιερωθεί στις ιταμές προκλήσεις των Σκοπιανών σε βάρος της Ελλάδος μετά την ανταλλαγή επιστολών που ακολούθησε την προσπάθεια του πρωθυπουργού της FYROM να διευρύνει την ατζέντα των διμερών «εκκρεμοτήτων» εγείροντας θέμα «μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα και περιουσιών όσων αυτομόλησαν την περίοδο του Εμφυλίου, επειδή αισθάνονταν «αλλιώς». Ούτε θα ασχοληθεί με τις (για τα κλάματα) προκλήσεις τους, ένθεν και ένθεν των συνόρων κατά την διάρκεια των (δήθεν απλών) πολιτιστικών «πανηγύρεων» κατά την γιορτή του Προφήτη Ηλία την π. Κυριακή 20 Ιουλίου.

Αυτά τα πράγματα δεν είναι σοβαρά. Καθ’ όσον για την Ελλάδα, θέμα εδαφικής ακεραιότητας και εθνικής ασφάλειας δεν τίθεται. Επίσης δεν μπορεί να νοηθεί διπλωματία των πανηγυριών και των «μουσικοχορευτικών παραδόσεων», όπου διαπρέπουν τα γνωστά (στους αφελείς και ρομαντικούς και στην Καστοριά), ως ακούσματά «μας». Να είναι καλά, να τα χαίρονται! Με αυτά τα δεδομένα, μόνο ιλαρότητα προκαλείται από τα βαλκανοειδή συμβάντα των περασμένων ημερών, είτε οφείλονται στους Σκοπιανούς, είτε σε μερικούς θερμόαιμους εθνικιστές μέσα από τα σύνορα.

Απλώς να σημειωθεί ότι ίσως τώρα, να μπορούν να δηλώνουν δικαιωμένοι όσοι, 2-3 χρόνια πριν, ανακαλώντας την πρόσκλησή τους να τελεστεί στον Δήμο Καστοριάς ιστορικό συμπόσιο που θα ανακινούσε ανύπαρκτα προβλήματα, δεν επέτρεψαν την διατύπωση ιστορικού ιδεολογήματος, που σήμερα θα χρησιμοποιούνταν (και αυτό) από τους Σκοπιανούς. Μπορεί να λυπήθηκαν τότε κάποιοι «ιοί», που παντού βλέπουν μειονότητες και παρεμφερείς μιζέριες -ακριβώς όπως τις βλέπουν και οι χαμηλόβαθμοι πράκτορες «φιλικών» στους ίδιους κρατών, αλλά καλύτερα να στεναχωριούνται αυτοί, παρά να νοιώθουν όλοι οι άλλοι ξαφνικά, ξένοι ή και κατακτητές στον τόπο τους.

Ίσως απ’ όλα αυτά, αλλά και την θέα των μεσόκοπων κυριών στην Μελίτη της γείτονος Φλώρινας να χορεύουν γύρω-γύρω όλες με κάτι άσπρα, παραδοσιακά φορέματα, μάλλινες παραδοσιακές κάλτσες, και το συναφές «παραδοσιακό», αλλά και εξαιρετικά εύγλωττο ύφος, να δόθηκε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αντιληφθούν οι κάθε λογής αρμόδιοι περί τα πολιτιστικά, το πού οδηγεί το γαρ πολύ της παραδόσεως. Πολλώ μάλλον της αυθεντικής.
Και να αποφασίσουν επιτέλους να προτιμούν στο εξής, το παρόν, ή ακόμη καλλίτερα, το μέλλον.

Η ΟΔΟΣ, στο σημερινό της φύλλο, μπορεί να μην σχολιάσει εκτενώς τις φαιδρότητες του Σαββατοκύριακου, αλλά θα μείνει στο θέμα. Θα ασχοληθεί με τις εικόνες ενός θεάματος που όλες τις προηγούμενες ημέρες κυκλοφορούσαν στο διαδίκτυο (Internet), και δεν ήταν αποσπάσματα (φθηνής) τηλεοπτικής παραγωγής, ούτε πρόβες κινηματογραφικής ταινίας. Αντίθετα ήταν απολύτως πραγματικές, ήταν ρεπορτάζ που κατέγραφε τα δρώμενα:
Έξω από ένα χώρο, που θα μπορούσε να είναι χώρος υποδοχής των V.I.P σε ένα οποιοδήποτε (μικρό σχετικά) αεροδρόμιο, και πράγματι ήταν το αεροδρόμιο των Σκοπίων, επικρατούσε συνωστισμός από κόσμο.

Ανάμεσά τους, διέκρινε κανείς, ανθρώπους ντυμένους με κόκκινες χλαμύδες, φορώντας απομιμήσεις περικεφαλαίας (κόκκινες κι’ αυτές). Μερικοί κρατούσαν και ασπίδες, ίσως και ακόντια σαν σάρισες. Ο χώρος ήταν γεμάτος κόκκινες σημαίες με τον ήλιο της Βεργίνας (την πρώτη «σημαία» του κράτους των Σκοπίων μετά την ανεξαρτητοποίησή του από την ευδαίμονα Γιουγκοσλαβία) και όλοι μαζί, φώναζαν «Μακεντόνιγια-Μακεντόνιγια», και κάτι άλλες ιαχές, άγνωστες στους μη γνώστες του αρχαιοπρεπούς ιδιώματος, που όπως εσχάτως μαθαίνει ο κόσμος, χάρη στον Μέγα Αλέξανδρο, έφθασε ως τα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου. Μόνο ο Βουκεφάλας έλειπε από το σκηνικό, αλλά ποιος ξέρει μπορεί να σταυλιζόταν ακόμη το τετράποδο.

Τότε, άνοιξε μια πόρτα και εξήλθε από την αίθουσα V.I.P ένα ζεύγος. Ο άνδρας, κοντού σχετικά αναστήματος, αρκετά σκουρόχρωμος ώστε να είναι εμφανώς Πακιστανός, φυσιογνωμικά θύμιζε τον πρόεδρο Μουσάραφ (του Πακιστάν) ή γνωστό νεοέλληνα καρδιοκατακτητή αοιδό που υμνεί τους νταλκάδες και την εν γένει καψούρα. Η κυρία που τον συνόδευε, φορούσε ενδυμασία πακιστανική με ινδική νοοτροπία και έδειχνε ενθουσιασμένη που πατούσε το πόδι της σε ευρωπαϊκό έδαφος, σε ένα ταξίδι που τα είχε όλα, έστω κι’ αν αυτό ήταν στα Σκόπια. Ήταν τόση η έκφραση ευγνωμοσύνης στο πρόσωπό της, ώστε ήταν φανερό, ότι και βασίλισσα του Σαβά να την έλεγες, αυτή θα το πίστευε αν ήταν all included.

Μόλις είδαν το ζεύγος οι συγκεντρωμένοι, ξεσηκώθηκαν ακόμη περισσότερο. Άρχιζαν να χειροκροτούν και να φωνάζουν «Μακεντόνιγια» «Μακεντόνιγια» ακόμη πιο δυνατά. Να κουνούν τα λάβαρα, τις ασπίδες και τις χλαμύδες και να ζητοκραυγάζουν. Ο ενθουσιασμός ήταν φανερός και τα ρίγη της συγκίνησης δύσκολα συγκρατούσαν τα δάκρια στα μάτια των πιο ευαίσθητων από τους πατριώτες του σκηνικού.

Eπρόκειτο -όπως στα σοβαρά διαδόθηκε στο Internet- για την «επιστροφή» του…. διαδόχου και απογόνου του Μεγάλου Αλεξάνδρου (!!) 2.500 περίπου χρόνια μετά, από τα οροπέδια του Πακιστάν, στην «μητέρα» γη , την «Μακεντόνιγια». Τον ανακάλυψαν οι καλοί Αιγαιάτες Μακεντόνσκι κάπου στα υψίπεδα της κεντρικής Ασίας και τον κάλεσαν με την -σαν άλλη Ρωξάνη- συμβία του, να επισκεφθούν επίσημα την πατρώα και μητρώα γη αυτής της ιστορίας.

Ναι! Υποδέχθηκαν μετά βαϊων, κλάδων και την κατάλληλη σκηνογραφία τον… «νόμιμο» κληρονόμο της Μακεδονικής Δυναστείας και το θέαμα ήταν απίστευτο. Την αυτού Μεγαλειότητα. Ήταν θέαμα ουτοπικό, σουρεαλιστικό, ιλαροτραγικό. Ένα θέμα περίπου εξωγήϊνο, αλλά αληθινό. Πέρα για πέρα γεγονός. Φερμένο από τον Άρη για τους Αρειανούς. Και προκαλούσε γέλια, αλλά μέχρι δακρύων για το επίπεδο σημαντικού μέρους του απλού γειτονικού λαού, που βρίσκεται σε απόσταση μερικών δεκάδων χιλιομέτρων από την Καστοριά, την οποία έχει βαλθεί να απελευθερώσει από τον ελληνικό ζυγό, καλοκαιριάτικα.

Βλέποντας αυτές τις σκηνές, και την πατριωτική καλοσύνη των γειτόνων, φίλος της εφημερίδας σκέφθηκε να θέσει στο τραπέζι της ονοματολογίας, μια σύνθετη ονομασία για το γειτονικό κράτος, που δύσκολα θα αρνούνταν οι παραδοσιακοί φίλοι που διεκδικούν κι΄ αυτοί τα ακούσματά τους, oύτε Nova, ούτε Gorna, ούτε Βόρειο Μακεδονία, αλλά «Ντόμπρα Μακεντόνιγια», όπερ μεθερμηνευόμενο ελληνιστί σημαίνει: «Καλή Μακεντόνιγια». Μέχρι και οι γενοκτόνοι Έλληνες, δύσκολα θα αρνούνταν αυτό το όνομα, στον εσχάτως θερμόπληκτο πρωθυπουργό τους. Οπότε, το Μακεδονία θα έμενε αποκλειστικά στην διάθεση της Ελλάδος.
Regular και εξ αντιδιαστολής, βεβαίως – βεβαίως.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 24.7.2008]

29.8.08

Β.Π. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: «Ο Ερως σκέπει την πόλην» μας

Μα τι ερωτικοί άνθρωποι που είναι αυτοί στον Δήμο Κοζάνης! Δεν μπορείς, αν θέλεις, να τους παρακολουθήσεις στις εκδηλώσεις τους, που έχουν ως κεντρικό ζήτημα τις διακλαδώσεις του έρωτα.

Διάβαζα χθες εμφανώς και παρά πόδα των εφημερίδων, σεμνά ορισμένως στις εσωτερικές τους σελίδες ή πολύχρωμα στην προγραμματική σινδονιάδα της φετινής Λασσανειάδας, πως εντός των ημερών, γίνεται επιτόπια διαδήλωση ποίησης και μουσικής, έρωτα και φύσης! Ετούτη τη φορά πρωταγωνιστεί το τμήμα πρασίνου του Δήμου Κοζάνης (στις διαταγές του οποίου υπάγεται και η υπηρεσία περί της ανακομιδής λειψάνων του αγίου Γεωργίου). Το «δρώμενο» (όπως το ονομάζουν οι σφόδρα εγγράμματοι των τοπικών ΜΜΕ), θα διαπραχθεί στον πολύ ωραίο, δημοτικό Κήπο, πρώην 889 ΑΤΧ, ήγουν στρατιωτική μονάδα διαχείρισης αναλώσιμων υλικών (από κει προμηθευόμασταν σάρωθρα, σχοινοκαθαριστήρες, σάπονας, σκελέες, βερνίκια αρβυλών).

- Είπα αρβύλες.

«βγάλε τη στολή σου
βγάλε τις αρβύλες σου
ο έρωτας μας θέλει γυμνούς


τι ειρηνικό πλάσμα που είσαι χωρίς στολή
πόσο ανθρώπινα είναι τα πόδια σου χωρίς αρβύλες-
μυρίζουν βέβαια μα είναι δική σου η μυρωδιά
ενώ οι αρβύλες μυρίζουν σφαγείο

(Ντ. Χρστνπλς)

Αμέσως μετά τη λήξη της εκδήλωσης οι ακροατές, όσοι κι αν είναι αυτοί, κατά ζεύγη θα ανηφορίσουν προς τη γειτονική του Κήπου δασική φύση δια τα περαιτέρω κι εφαρμογή των μόλις πριν διδαχθέντων.
Μας έχουν κάπως ζαλίσει τον και στον έρωτα, αλλά δεν πειράζει, οι του Δήμου, συνεπικουρούμενοι από τους κατ’ εξοχήν αρμοδίους στο είδος αυτό, επιστήμονες και καλλιτέχνες, οι οποίοι έχουν χρεωθεί το αίσθημα-πράξη σχεδόν με 108 (όσοι υπηρέτησαν την πατρίδα γνωρίζουν τον κωδικό) και δεν τολμά έτερος ή εταίρος κανείς, να παρεισφρήσει στα εδάφη ή τα …Τσαϊρια του, πλην βεβαίως του εξόχου ποιητού κ. Ντίνου Χριστιανόπουλου.

ΤΣΑΪΡΑΔΑ

Εδώ δεν είναι τόπος να πλαγιάσουμε
Τ’ αγκάθια τσιμπούν
και τα τριβόλια κολνούν και προδίνουν.
Το λασπωμένο ρέμα, όλο κουνούπι και κακό,
δε μοιάζει τα ολοκάθαρα ρυάκια του χωριού σου.


Εδώ δεν είναι τόπος να ξανάρθουμε.
Εχτισαν κι άλλο σπίτι,
βλέπω φως στο παράθυρο.
Ο χωματόδρομος περνάει σχεδόν δίπλα μας.
Ζευγάρια επιστρέφουν με το μοτοσακό.


Εδώ δεν είναι τόπος να ησυχάσουμε
Αυτό το ρεμπέτικο μου χάλασε όλο το κέφι.
Βουρκώνει το μέσα μου καθώς σ’ αγκαλιάζω.
Μου κάνει κακό ν’ ακούω για τους ξενιτεμούς.


Εδώ δεν είναι τόπος για μας
Ακόμα κι η εξοχή έχει τον τρόπο της να μας πληγώνει.


Είναι μια προσφορά του Δήμου στους δημοπολίτες του, αφού τους εξασκεί επί το λογιότερον, όχι το φυσιολογιότερον, σ’ αυτό το αίσθημα-πράξη.
Όμως, μήπως θα πρέπει να το δουν και λίγο πιο πρακτικά. Να διοργανώσει ας πούμε βραδιές αφιερωμένες στον παραφύση (Η «Παλατινή Ανθολογία» είναι γεμάτη ωραιότατων ποιημάτων) ή στον παρά την φύση έρωτα, (βουκολικόν επί το πλείστον, κι εδώ ο κ. Περεσιάδης και το ποιμενικόν δράμα «Γκόλφω» έχει τον πρώτο λόγο), ή αφού ανακατώνουν και την ποίηση ν’ αφιερωθούν και στον έρωτα ως μοναχική αυτο-ικανο-ποίηση που το πάει και το φέρνει και προς την απόγνωση.

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ

Εσεις που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά
ένα σώμα ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους


Ντ. Χριστιανόπουλος


Σκέφτομαι μήπως εδώ θα πήγαινε καλύτερα το ποίημα «Ο θάνατος του Αυνάν» του ανωτέρω.


Πληρώνω ακριβά τη διαστροφή μου
με το θάνατο
Στα φυματικά μου μάτια ποιός
θ’ αναγνώριζε το νέο με το ρόδο στο στήθος
να τριγυρνάει στα μηχανουργεία την ώρα που σχολνούνε οι φάμπρικες,
να μη χάνει παρέλαση για παρέλαση
ή να στριμώχνεται στα γήπεδα
προσμένοντας σα θείο δώρο το συνωστισμό.
Πληρώνω ακριβά τη διαστροφή μου με θάνατο
Τώρα θα πήγαινα κι εγώ να κατοικήσω
στη Γεσέμ
αργότερα θα έπαιρνα μετάθεση για την
πρωτεύουσα,
γκρεμίζοντας όλους τους φράχτες της
αστικής ηθικής για μια στιγμή παραδομού.


Ιωσήφ, γλυκέ μου Ιωσήφ, δόξα κι ομορφιά της Αιγύπτου
συχνά ο θείος Ρουβήν μου μιλούσε για σένα:
«Ην Ιωσήφ καλός τω είδει και ωραίος τη όψει σφόδρα» έλεγε,
κι εγώ που κοσμούσα το καλύβι μου μ’ αυτά
τα παράξενα
ρόδα της ηδυπάθειας, δίχως ηλεκτρικό,
με μόνα τα κηροπήγια,
κι εγώ που αναζητούσα στα μάτια του Βενιαμίν τη ματιά σου
μοιράζοντας την καρδιά μου σε ίσιες δόσεις
τρυφερότητας,
πεθαίνω φορώντας τον άσπιλο χιτώνα σου
σπιλωμένο με
με το αίμα ερίφου το τελευταίο σου καλοκαίρι στη Χαναάν.


Αδελφέ μου Ηρ, σ’ αυτή την εποχή των ισχνών αγελάδων
εμείς δεν έχουμε έναν Ιωσήφ,
δεν υπάρχει για μας Ιωσήφ,
λυτρωτής Ιωσήφ, αφέντης του κορμιού και της σκέψης.
Αδελφέ μου Ηρ, εσύ που ξέρεις γράμματα, γράψ’ του κάτι
για μένα:
όταν ανθίζουν οι πασχαλιές με παιδεύει
η νοσταλγία,
συχνά παίρνω Κάιρο στο ράδιο ν’ ακούσω
τα διαγγέλματά του.
Πεθαίνω φορώντας το σπιλωμένο χιτώνα του-
Η τελευταία που μ’ απόμεινε ηδονή.


Νομίζω πως είναι μια σημαντική παράμετρος του ερωτικού όλου μας, που δεν πρέπει να αγνοεί και μάλιστα επιδεικτικά ο Δήμος Κοζάνης, όστις φροντίζει εκπολιτιστικά τόσο μα τόσο, μετά συγχωρήσεως, τους κοζανίτες του.
Διαφορετικά ξεκίνησα το θέμα αλλιώς μου βγήκε. Πήγα για χλεύη και μου προέκυψε κάπως σαν δράμα.

«Σε πήρα για επισκευή
Κι εσύ με ξεχαρβάλωσες»

Ντ. Χρ.

Σημ.: Τίτλος βιβλίου («Ο Ερως σκέπει την πόλην») του Χρίστου Ζαφείρη για την ερωτική τοπογραφία της Θεσσαλονίκης

Υ.Γ. Ευχαριστώ τους ωραίους «αίτιους» που μ’ έκαναν να χαθώ (και να λυτρωθώ) και πάλι στον μοναχικό άγιο, Ανω Θεσσαλονίκης και προς Σαράντα Εκκλησίες, Ντίνο Χριστιανόπουλο.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 17.7.2008]



28.8.08

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΜΝΑΤΣΑΚΑΝΙΑΝ: Η πολυπόθητή μας ελευθερία

Το κείμενο γράφτηκε για την ημέρα της ανεξαρτησίας της Αρμενίας,
δηλαδή την αποκοπή της από την Ρωσσία


Με μια ιδιαίτερη προσοχή και ευαισθησία, σκάλιζε ο παππούς μου κάτω από κάθε δέντρο, πότιζε τα αυλάκια ανάμεσα στις φασολιές και τις ντοματιές. Μετά, καθόταν κάτω από την μεγάλη γέρικη μουριά να ξαποστάσει και να πάρει μια ανάσα: «Το κλαδί αυτής της μουριάς από την ‘‘χώρα’’1 το έφερα,- μονολογούσε ο παππούς μου, - και τώρα δες τι μεγάλο δέντρο έχει γίνει, τι γλυκιά δροσούλα δίνει.» Και σιγοτραγουδούσε το τραγούδι της ξενιτιάς: «Κελέ2, παιδί μου, σήκω να πάμε στη χώρα μας».

«Παππού, που είναι η «χώρα» σου, τι έχει εκεί και θέλεις τόσο πολύ να πας;»
«Στη χώρα μας είναι το σπίτι μας, είναι τα χωράφια και ο κήπος μας, οι τάφοι των παππούδων μας εκεί ανθίζουν. Οι ιεροί ναοί και οι εκκλησίες μας είναι έρημες και κανείς δεν ανάβει κεριά εκεί. Η καρδιά και η ψυχή μου είναι εκεί. Η ‘‘χώρα’’ είναι η πατρίδα μας, παιδί μου».
«Γιατί υποφέρεις τόσο, παππού; Σήκω μια μέρα να πας να δεις την ‘‘χώρα’’ σου, που επιθύμησες τόσο πολύ, και έλα πάλι πίσω», μες στην παιδική μου αφέλεια προσπαθούσα να παρηγορήσω την παραπονεμένη ψυχή του παππού μου.
« Εε, παιδί μου! Οι δρόμοι είναι κλειστοί, η κυβέρνηση δεν επιτρέπει, δεν έχουμε ανεξαρτησία, ελευθερία για να κάνουμε αυτό που ζητάει η καρδιά μας», με τρεμάμενη φωνή παραπονέθηκε ο παππούς μου.

Μη καταλαβαίνοντας από τα λεγόμενά του τίποτα, έτρεξα στους φίλους μου να παίξω, αφήνοντάς τον μόνο του να παλεύει για την ανεξαρτησία του αρμένικου λαού.
Γρήγορα κύλησαν και πέρασαν τα χρόνια. Και μαζί με αυτά έφυγαν κι ο παππούς μου και οι φίλοι του, που μαζευόταν κάτω από την μουριά μας και μιλούσαν για την ‘‘χώρα’’…
Θυμάμαι, σαν να ήταν σήμερα, που η Αρμενία ξαφνικά αναστατώθηκε, ο λαός επαναστάτησε, ξεσηκώθηκε. Αυτήν την φορά για την απελευθέρωση του Καραμπάχ και για την επανασύνδεσή της με την Αρμενία .
Ξανά πόλεμος, ξανά αίμα, μαυροφορεμένες χήρες, αδελφές, μητέρες, πάλι ορφανά παιδιά, πάλι νύχτες, φωτισμένες μόνο με κεριά, πάλι πείνα, φτώχια, και ανεργία, πολύ ανεργία…
Άλλα όπως και να’ναι , πραγματοποιήθηκε το όνειρό μας, που καρτερούσαμε τόσο πολύ – ο Αρμένιος απέκτησε την ανεξαρτησία και την ελευθέρια του.

Όλοι οι δρόμοι άνοιξαν. Ο πολυπόθητος δρόμος του παππού μου προς την ‘‘χώρα’’ έγινε μια απλή υπόθεση. Κι ο αφελής Αρμένιος, που πάντα θεωρούσε τον εαυτό του από τους εξυπνότερους λαούς, αντιλήφθηκε ότι τον γέλασαν και πάλι. Η μήπως δεν γελάστηκε και η ελευθερία, που απέκτησε, ήταν αληθινή…;
Αλλά μερικοί άνθρωποι επωφελήθηκαν την ασταθή κατάσταση στο κράτος και λειτούργησαν για το συμφέρον τους. Και η ελευθερία, που αποκτήσαμε με αίμα και τόσες στερήσεις, μας έφερε μόνο απογοήτευση, ο λαός έμεινε να πλέει αβοήθητος, σαν ακυβέρνητο καράβι.
Και πάλι οι άνθρωποι πιάσανε το δρόμο της ξενιτιάς για να βρουν ένα κομμάτι ψωμί σε ξένες χώρες… Τι απογοήτευση και τι ταπείνωση…!

Και εμένα με περίμενε η ίδια μοίρα. Τις τελευταίες ημέρες, πριν την άφιξή μου, περπατούσα στους δρόμους του Ερεβάν, στα πάρκα και στις γειτονιές, και σκεφτόμουν, σκεφτόμουν… σαν να ήθελα να βεβαιωθώ για τελευταία φορά, αν πράττω σωστά. Μήπως δεν χρειάζεται να φύγω, ίσως ακόμα δεν είναι αργά, ίσως μπορώ να βρω κι εδώ ένα κομμάτι ψωμί για την επιβίωση των τριών ορφανών μου, ίσως…
Το αίμα χτύπησε στο πρόσωπο μου , όταν είδα την αγαπημένη μου καθηγήτρια σε ένα δρόμο να πουλάει σπόρια. Προσεκτικά κρύφτηκα, για να μην με αναγνωρίσει...
…Αντίο, αγαπημένη μου Αρμενία, αντίο αγαπημένη μου πρωτεύουσα Έρεβαν. Πόσο πολύ σε αγαπούσα και σ’ αγαπώ! Αντίο, «ελεύθερη» Αρμενία…!

Τώρα, εδώ στην Ελλάδα φροντίζω μια κατάκοιτη ηλικιωμένη γυναίκα, που μπορεί να κινεί μόνο το ένα της χέρι. Και με αυτό το χέρι, που και που σκουπίζει τα δάκρυά μου, δίχως να καταλαβαίνει γιατί αυτά όλο τρέχουν και τρέχουν…

Μερικές φορές θυμάμαι των παππού μου. Αγαπημένε μου και αθώε μου παππούλη! Αν μπορούσες μόνο για μια στιγμή να δεις την τόσο πολύ ονειρεμένη ελευθερία και ανεξαρτησία μας. Οι δρόμοι άνοιξαν. Είμαστε ελεύθεροι, είμαστε ανεξάρτητοι. Και δες πού μας πήγε αυτός ο διάπλατα ανοικτός δρόμος, δες πού βρίσκεται η αγαπημένη σου εγγονούλα, και τι κάνει αυτή τώρα.


1. «χώρα» ο παππούς -και οι ξενιτεμένοι σαν κι αυτόν φίλοι του, ονόμαζαν τα μέρη τους, που έμειναν στα χέρια των Τούρκων, μετά από διωγμό και την τελευταία γενοκτονία των Αρμενίων.
2. «κελέ» στα αρμ.- άντε πάμε

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 31.7.2008]

ΟΔΟΣ: Πρωτοβουλία για την λίμνη

Με μια αξιέπαινη πρωτοβουλία που εκτυλίσσεται στο διαδίκτυο, και συγκεκριμένα στην ιστοσελίδα http://www.gopetition.com/online/20522.html, όπου συγκεντρώνονται υπογραφές, ορισμένοι ευαισθητοποιημένοι πολίτες είχαν χρήσιμη ιδέα να κάνουν ευρύτερα γνωστή την έκκληση για την λήψη άμεσων μέτρων για την σωτηρία της λίμνης της Καστοριάς. Με την προσδοκία ότι η ισχύς ενός αιτήματος εξαρτάται από την εμβέλεια του, στο συνοπτικό κείμενο – διακήρυξη, αναφέρονται τα εξής:

«Οι λίμνες της Μακεδονίας αργοπεθαίνουν, πολλές από αυτές όπως η λίμνη της Καστοριάς έχουν φτάσει σε ένα ανυπόφορο σημείο. Εκτός των ιχθύων, πτηνών και άλλων ζώων που ζούσαν και ζουν ακόμη σε αυτήν, οι άνθρωποι που ζουν γύρω της και κυρίως στην πόλη της Καστοριάς τα καλοκαίρια υποφέρουν από την πολλές φορές αβάσταχτη δυσοσμία. Με την συλλογή υπογραφών θέλουμε να διαμαρτυρηθούμε σε όλους τους δημόσιους φορείς,-δήμο-νομαρχία και ομάδες προστασίας-υποτίθεται της λίμνης για την άμεση και δραστική λήψη ουσιαστικών μέτρων προστασία της λίμνης και υγείας των πληθυσμών. Ειδικά η αδιαφορία των τοπικών αρχών εδώ και δεκαετίες είναι σχεδόν απίστευτη για ένα φυσικό χάρισμα που αντί πλέον να είναι χαρά θεού και ανθρώπων, είναι κατάρα και δυστυχία».

Βεβαίως καλά θα ήταν να απαντηθεί με έργα και πράξεις το αίτημα για την λήψη άμεσων μέτρων για την λίμνη, τουλάχιστον από τους φορείς που είναι υπεύθυνοι για την διαχείριση και την κατάστασή της και ιδίως για τον Δήμο Καστοριάς. Όμως σε κάθε περίπτωση η δημόσια έκφραση μιας τέτοιας ανησυχίας, σε μια περιοχή σαν την Καστοριά όπου κυριαρχεί η ματαιοδοξία και η μακαριότητα καταγράφεται ως θετικό βήμα. Δείχνει ότι κάποιοι έστω, παρατηρούν και ενοχλούνται.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι τουλάχιστον μέχρις στιγμής, κανείς αρμόδιος δεν συνυπέγραψε το SOS που εκπέμπεται για την λίμνη στο Internet. Φυσικά άφαντοι είναι και όλοι εκείνοι που διδάσκουν στο Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης και οι οποίοι απέστειλαν προ μηνών υβριστική επιστολή στην ΟΔΟ, απαντώντας στην κριτική για την εγκατάλειψη του περιβάλλοντος της Καστοριάς, την υποβάθμισή του και την κατασπατάληση πόρων που προορίζονταν για την λίμνη. Με μόνο κίνητρο τις θεσούλες και τα κεκτημένα.
Απ’ αυτούς κανείς δεν υπογράφει την έκκληση SOS. Θα ζουν προφανώς σε άλλους γαλαξίες, μίζερους και θλιβερούς όσοι νομίζουν ότι η λίμνη μυρίζει, σαπίζει και χάνεται.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 31.7.2008]

7.8.08

ΟΔΟΣ: Ο προστάτης

Ο Προφήτης Ηλίας. 1180-1200. 
Βυζαντινό Μουσείο Καστοριάς

Την καρδιά του καλοκαιριού, στις 20 Ιουλίου, όταν κορυφώνονται οι ζέστες και τα γουναρικά ως ένδυμα, ως ανάγκη, πολυτέλεια ή τρόπος ζωής, βρίσκονται στις πιο απομακρυσμένες σκέψεις και προτεραιότητες των ανθρώπων στις περισσότερες εύκρατες περιοχές του βορείου ημισφαιρίου, είχαν διαλέξει από τα παλιά κιόλας χρόνια οι γουνοποιοί της Καστοριάς, ώστε ανήμερα του Προφήτη Ηλία που ανακήρυξαν για προστάτη τους, να γιορτάζουν πανηγυρικά για την Γούνα, γουνεργάτες, γουνοποιοί, γουνέμποροι και μεσίτες.

Με τα χρόνια, αναπόφευκτα η γιορτή των γουνοποιών, ειδικά στην περίοδο της μεγάλης ακμής της Γούνας, από την δεκαετία του 1960 έως τα μισά της δεκαετίας του 1980, προσέλαβε πάνδημες διαστάσεις και καθιερώθηκε καθολικά στην πόλη. Μόνο η γιορτή του Αγίου Μηνά, πολιούχου της Καστοριάς μπορούσε να συγκριθεί με αυτή των γουνοποιών.

Τα οξύμωρα και τα περίεργα της υπόθεσης, όπως το γεγονός ότι η γούνα δεν έχει και ιδιαίτερη σημειολογική αναφορά στο κατακαλόκαιρο, ή σε ένα Προφήτη που σχετίζεται με τον ... καυτό ήλιο, δεν προβλημάτισαν ποτέ κανένα. Άλλωστε, κατά κάποιο τρόπο, ανάλογα οξύμωρα υπήρχαν πάντοτε στην Καστοριά, αφού και οι αλιείς -ο δεύτερος σημαντικός παραγωγικός κλάδος της πόλης, γιόρταζαν με μεγάλες και λαμπρές εκδηλώσεις την μνήμη του Αγίου Νικολάου, προστάτη των ναυτικών κυρίως, σε μια περιοχή της Ελλάδος με την μεγαλύτερη απόσταση από την θάλασσα, όπου η σχέση των αλιέων με την (κατά κυριολεξία) ναυτοσύνη, ήταν τα … (κατ’ όνομα) καράβια των αλιέων, δηλαδή τα γνωστά μονόξυλα της λίμνης. Τα οποία, μόνο ως σχήμα οξύμωρο μπορούν να θεωρηθούν για καράβια. Κι΄ όμως η Καστοριά, είναι σίγουρα η πόλη της ηπειρωτικής Ελλάδας, με τις περισσότερες εκκλησίες του Αγίου Νικολάου.

Έτσι λοιπόν, κανείς ποτέ δεν προσπάθησε να αναλύσει (ούτε) τα οξύμωρα της υπόθεσης της Γούνας, ούτε από την οπτική γωνία κάποιων συμπτώσεων ή απλών παραδόσεων. Άλλωστε, το μεγαλύτερο οξύμωρο της υπόθεσης ήταν η ίδια η ακμή της Γούνας, την εποχή που βασίλευαν τα αποκόμματα, δεδομένου ότι οι τεχνίτες της Καστοριάς, παρήγαγαν κομψοτεχνήματα γούνας – με παγκόσμια φήμη – από μικρά κομματάκια γούνας. Που στα μάτια των άλλων, μπορεί να έμοιαζαν με απλά σκουπίδια.

Σήμερα πια, στο Σωτήριο 2008 έτος, μπορεί ο κλάδος της Γούνας να μην έχει καμμιά σχέση με τα αποκόμματα, αλλά δεν έχει σχέση ούτε και με την δύναμη και την αίγλη που αντιπροσώπευε μέχρι 15 χρόνια πριν. Πολύ σύντομα αναμένεται, τα άτομα της νέας γενιάς να αγνοούν εντελώς την λαμπρή ιστορία της γουνοποιΐας. Παρά ταύτα όμως, οι ελάχιστοι γουνοποιοί, είτε γουνεργάτες είτε γουνέμποροι, επιμένουν να γιορτάζουν τα λείψανα ενός ιδιαίτερα ανθηρού παρελθόντος αν και οι λαμπρές εκδηλώσεις προς τιμήν του Προφήτη Ηλία και προστάτη των γουναράδων, μοιάζουν πλέον ως επιμνημόσυνες δεήσεις.

Στις οποίες ως γνωστόν οι πολιτικοί του τόπου, αν θα προσέλθουν θα το πράξουν για καθαρά ψυχολογικούς ή ψηφοθηρικούς λόγους και οπωσδήποτε στο βάθος, οι εκδηλώσεις αυτές είναι κάτι που θα ήθελαν να αποφύγουν. Θα εύχονταν ακόμη, αν είναι δυνατό, ακόμη και να καταργηθούν. Όπως περίπου καταργήθηκαν οι γουνοποιοί, αλλά και οι αλιείς της Καστοριάς, με αποτέλεσμα εδώ και πολλά χρόνια να έχουν περάσει στις αναμνήσεις των (πολύ) μεγαλυτέρων και των αφηγήσεων η λαμπρότητα και η καθολικότητα των γιορτών των ψαράδων τις μέρες του Αγίου Νικολάου. Καθ’ ότι η Καστοριά, μήτε λίμνη, μήτε γούνα έχει πια.

Επιπλέον ο κλάδος των γουνοποιών χαρακτηρίζεται από την εικόνα ενός κόσμου προβληματικών και καταχρεωμένων επιχειρήσεων, οι οποίες είτε φυτοζωούν, είτε επιβιώνουν «αρμονικά» ενταγμένες στο πλαίσιο του γνωστού πολιτικού και πιστωτικού πελατειακού συστήματος. Άλλες πάλι επιχειρήσεις, πέρασαν στα χέρια ελάχιστων που όχι μόνο αντιμετωπίζουν αντίστοιχες (ή και ακόμη δυσμενέστερες) καταστάσεις και προβλήματα απ’ αυτά που αντιμετωπίζει ο συρρικνωμένος κόσμος των μεσαίων, αλλά τα τελευταία χρόνια, έχοντας διαιρεθεί βαθύτατα και χωριστεί σε στρατόπεδα, ομοσπονδίες, εκθέσεις και συνδέσμους, αλλάζοντας επωνυμίες και επιθετικούς προσδιορισμούς για το «όνομα», δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να υπονομεύουν ο ένας τον άλλο. Και υποδαυλίζουν από κοινού, όσες πιθανότητες ή ελπίδες θα μπορούσε να έχει ο κόσμος της Γούνας και η Καστοριά να ξαναζήσουν λίγες έστω από τις παλιές, καλές μέρες.

Κατά βάθος, ο περισσότερος κόσμος, βλέπει φατριασμένους συμπολίτες, να πέφτουν θύματα των πολιτικών συμπτώσεων και των διαχωριστικών γραμμών των πολιτικών παραγόντων, όπως των βουλευτών ή των κομματικών συσχετισμών, και να δίνουν μάχες εμφυλιοπολεμικές με το πρόσχημα της δικαίωσης των θέσεών τους, ενώ στην πραγματικότητα, παίζουν απλώς το στημένο παιγνίδι των πολιτικών.

Τελευταίο παράδειγμα κακής ανάμειξης σε ένα κόσμο που θα έπρεπε να αποτελεί την προμετωπίδα της ελεύθερης οικονομίας και το άσυλο των κανόνων της Αγοράς, είναι η έμμεση διαπόμπευση πρώην προέδρου του Συνδέσμου Γουνοποιών, με την εν Δήμω περιφορά των διαφωνιών και την επίδειξη των Πραιτωριανών της σημερινής εποχής. Με τις ανοχές της τοπικής βουλευτού (βεβαίως).

Kατά βάση, κανείς δεν γνωρίζει αν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των απόψεων που κατά καιρούς διατυπώνονται ή δήθεν συγκρούονται ή αν όλοι τους, έχοντας προσβληθεί από το σαράκι της εφήμερης προβολής και της δημοσιότητας, προσπαθούν να προσδώσουν στο περιβάλλον της δράσης τους, κοινωνικά χαρακτηριστικά glamourous, με ολίγη ατμόσφαιρα club της Εκάλης.

Καθ’ ότι, οι εκδηλώσεις σαν κι’ αυτές που προγραμματίζονται για τον ερχόμενο Οκτώβριο για τις οποίο ανακοινώθηκε η συμμετοχή του Συνδέσμου σε κοσμικό γκαλά για το «Άσυλο του Παιδιού» σε καζίνο της Θεσσαλονίκης, όχι μόνο δεν παρέχουν προτάσεις ή δεν λύνουν προβλήματα, αλλά αποπροσανατολίζουν. Και δίνουν την ψευδαίσθηση μιας ευμάρειας που δεν υπάρχει, και κυρίως δεν ανήκει σε όσους μπερδεύουν τον Προφήτη Ηλία με τον Άγιο Βασίλη. Γιατί η Καστοριά έχει ανάγκη από λύσεις, προσδοκίες και όραμα για την γούνα και την τοπική οικονομία, και όχι αυτούς που εζήλωσαν τις κοσμικότητες και τις φανφάρες.

Εκτός κι’ αν, συνειδητά κάποιοι, προσπαθούν να οδηγήσουν ακόμη πιο βαθειά στο περιθώριο την ίδια την Καστοριά, την Γούνα και τον κόσμο της, για να την κρατούν δέσμια και ευάλωτη σε πιέσεις και συναλλαγές. Οπότε πράγματι έχει και η Γούνα τον προστάτη της.
Μόνο που δεν είναι Προφήτης.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 17.7.2008]


Σχετικά κείμενα:

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ