12.3.14

Θάλεια Φλωρά-Καραβία (1871-1960)

Με αφορμή την 11η Νοεμβρίου 2013


«Η Θάλεια Φλωρά-Καραβία, αν ζούσαμε σε άλλη χώρα, θα -ταν τόσο γνωστή όσο και η Πηνελόπη Δέλτα. Ζωγράφος και ανταποκρίτρια του πολέμου, έστελνε κείμενα στην “Εφημερίδα που εξέδιδε ο άνδρας της στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Αλλά αυτό ήταν το ελάχιστο. Το κείμενο για τον νεκρό στρατιώτη, ένας «άγνωστος ήρως (που) πήρεν από άγνωστα χείλη φιλιά και δάκρυα, που δεν τα πήρεν από τους δικούς του, που θα τον λαχταρούνε, που θα τον περιμένουν”, απελευθερώνει μεγάλη δύναμη. Η περιγραφή είναι ενός καβαφικού Ιησού».
Έτσι έγραψε ο Νίκος Βατόπουλος στην εφ. Καθημερινή, με αφορμή την έκθεση για τους Βαλκανικούς Πολέμους που διοργάνωσε πέρσι το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο με αφορμή τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Αλλά και ο Νικόλαος Μέρτζος, ξεναγώντας μας στη δική μας αντίστοιχη έκθεση που διοργάνωσε ο Δήμος Καστοριάς για την ίδια επέτειο, επεσήμανε το κενό που υπάρχει σχετικά με την προσφορά αυτής της τόσο σημαντικής αλλά και τόσο άγνωστης Ελληνίδας ηρωίδας, που έχει έρθει πια (κι άργησε πολύ) η ώρα να τη γνωρίσουμε:
«Η Θάλει Φλωρά-Καραβία, ζωγράφος με παγκόσμια ακτινοβολία και γλαφυρή συγγραφέας, συνδύαζε στην προικισμένη της προσωπικότητα την ευγενική ιέρεια της τέχνης με τον ατρόμητο στρατιώτη στην πρώτη γραμμή των εθνικών μας αγώνων.
Γεννημένη στη Σιάτιστα το 1871, στερνοπαίδι του παπα-Χριστόδουλου Φλωρά, όντας νήπιο εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στην Κωνσταντινούπολη, όπου έζησε τα νεανικά της χρόνια και με υποτροφία σπούδασε στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο. Θα μπορούσε να σταδιοδρομήσει ως δασκάλα, μα την κατάτρωγε ο πόθος να σπουδάσει ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μονάχου, όνειρο άπιαστο για νέα των καιρών της. Και τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο δύσκολα με τον θάνατο του πατέρα της. Ωστόσο ο αδελφός της Λάζαρος την ενθάρρυνε και το 1895 έφτασε στο Μόναχο με ελάχιστα χρήματα και πολλή αισιοδοξία. Αλλά και κει νέες πίκρες την περίμεναν, γιατί γυναίκες δεν γίνονταν δεκτές. Έτσι απεφάσισε να παρακολουθήσει ιδιωτικά μαθήματα στα εργαστήρια των μεγάλων ζωγράφων Νάουεν, Άζμπε, Βάλτερ Τορ και Φερ και συνδέθηκε με τον Γύζη, κοντά στην οικογένεια του οποίου βρήκε θαλπωρή και αγάπη, ενώ με την προτροπή του επιδόθηκε στην προσωπογραφία.
Μετά σπουδές τριών χρόνων, το 1898, επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη και το 1899 παρουσιάζει την πρώτη ατομική της έκθεση στον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο με καταπληκτική επιτυχία. Έπειτα πραγματοποιεί σειρά εκθέσεων στα μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα της Ευρώπης και το 1905 στο Μόναχο αποθεώνεται.
Ακολουθούν εκθέσεις στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία και την Αίγυπτο. Το 1907 στην Αλεξάνδρεια γνωρίζει και παντρεύεται τον διακεκριμένο δημοσιογράφο και εκδότη εφημερίδας Νίκο Καραβία. Εκεί πια θα εγκατασταθεί μόνιμα κι από κει με την καλλιτεχνική της φλόγα θα κατακτήσει όλο τον κόσμο. Ελάχιστοι σύγχρονοι καλλιτέχνες γνωρίζουν τέτοια δόξα. Μα η ίδια παραμένει σεμνή. «Νομίζω πως δεν έκανα τίποτε ακόμη αξιόλογο στη ζωή μου» λέει, ενώ αδιάκοπα εργάζεται. Γιατί ίσως διαισθάνεται πως, πέρα από τις καλλιτεχνικές δάφνες, την περιμένει κι εκείνη της ηρωίδας.
Έτσι φτάνει το 1912. Ο ελληνικός στρατός ξεκινά για τη Μακεδονία. Η Θάλεια μαθαίνει την είδηση κι η ψυχή της σκιρτά. Νιώθει πως η θέση της είναι πλάι στο στρατιώτη. Αφήνει το ατελιέ, φορά χακί ταγιέρ εκστρατείας, φτάνει στην Αθήνα, παίρνει υπουργική άδεια κι έρχεται στην πρώτη γραμμή του πυρός, για να ζήσει δίπλα στον τσολιά όλες τις αγωνίες, τις δοκιμασίες, μα και τις χαρές του. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος πληροφορείται την άφιξή της στο μέτωπο, την προσκαλεί στο επιτελείο του και μαζί μπαίνουν στις πόλεις που ελευθερώνονται. Κι ολόκληρος εκείνος ο πόλεμος ιστορείται από το μάγο χρωστήρα της σε 300 σκίτσα, σχέδια, λάδια, υδατογραφίες, πορτρέτα και σκηνές, όπως τον είδε και τον έζησε η καλλιτεχνική της ευαισθησία.
Λεπτή κι αέρινη, καταπλήσσει με την αντοχή της στις κακουχίες. Εμψυχώνει τα παλλικάρια κι αδιάκοπα ζωγραφίζει, καθώς ακολουθεί τη στρατιά, που εξορμά στο Μπιζάνι. Μπαίνει κάτω από ζητωκραυγές στα Γιάννενα και παραδίδει με τους μουσαμάδες της στην αιωνιότητα τις ανεπανάληπτες εκείνες εθνικές στιγμές. Σε όλα είναι παρούσα. Ο Κώστας Ουράνης γράφει στην Ακρόπολη της 23ης Απριλίου του 1913: «Η πλήξις με έφερνε στα χειρουργεία, όπου ένιωθε κανείς ένα αντικαθρέφτισμα του πολέμου. Και ήταν σ’ ένα από αυτά, που πρωτοαντίκρισα την κυρία Φλωρά-Καραβία, όρθια, γλυκιά κι αγέρωχη να παίρνει σκίτσα των σκηνών του χειρουργείου μπρος στα έκπληκτα μάτια των κατακειμένων τραυματιών και όλων ημών, που κάθε άλλο επεριμέναμεν να ιδούμε στο Εμίν Αγά παρά μία γυναίκα».
Αλλά και σημειώσεις από τις πολεμικές επιχειρήσεις κρατά, που το 1936 τις εκδίδει σε βιβλίο με τίτλο: «Εντυπώσεις από τον πόλεμο του 1912-1913». Το ιστορικό εκείνο ντοκουμέντο από τον Σωτήρη Σκίπη χαρακτηρίστηκε ως μνημείο των Βαλκανικών πολέμων και τη Ρούλα Παπαδημητρίου ως εθνικό μας Ευαγγέλιο. Είναι γραμμένο σε μορφή ημερολογίου, όπου οι περιγραφές κι οι εντυπώσεις αποδίδονται ζωντανά και συγκινητικά. Μεταξύ των άλλων στον πρόλογο διαβάζουμε: «Ο συναγερμός του ελληνικού κόσμου ήταν στο αποκορύφωμά του με την επιστράτευση. Οι νέοι πήγαιναν με ενθουσιασμό να πολεμήσουν κι όλοι έσπευδαν να προσφέρουν ό,τι μπορούσε ο καθένας για τον μεγάλο αγώνα: χρήμα, υλικό, εργασία. Εκείνη τη στιγμή η πολεμική δράση ήταν στη Μακεδονία, την ιδιαιτέρα μου πατρίδα. Κάτι συνταρακτικό μου έδωσε το σκούντημα να πάγω να ζήσω από κοντά τον απελευθερωτικόν αυτόν αγώνα».
Μετά το νικηφόρο τέλος του πολέμου, η Θάλεια επιστρέφει στην καλλιτεχνική της δημιουργία κι οι εκθέσεις διαδέχονται η μια την άλλη, ώσπου το 1919 κηρύσσεται η Μικρασιατική εκστρατεία. Η πατριωτική της φλόγα την πυρπολεί. Της επιτάσσει και πάλι να βρεθεί στην πρώτη γραμμή, για να ζήσει και ν’ απαθανατίσει όλες τις θλιβερές στιγμές του άτυχου εκείνου πολέμου. Στέλνει συγκλονιστικές ανταποκρίσεις στην εφημερίδα του συζύγου της και ζωγραφίζει αδιάκοπα. Τόσο που ο χρονογράφος της Εσπερινής στις 10/1/1922 γράφει: «Δεν εγνώρισα παραγωγικότερον τάλαντον. Διότι η Καραβία ζωγραφίζει παντού και πάντοτε. Τη φαντάζεται κανείς με το πινέλο πάντοτε στο χέρι».
Όταν τελειώνει ο πόλεμος, προσπαθεί να ξεχάσει τον πόνο της καταστροφής με καλλιτεχνικά ταξίδια και γράφει το βιβλίο «Ταξιδεύοντας», όπου με λυρισμό αποδίδει τις ομορφιές των χωρών της Ευρώπης και της Αμερικής που επισκέπτεται. Το 1934 πραγματοποιεί προσκύνημα στους Αγίους Τόπους κι έπειτα εκδίδει τρίτο βιβλίο με τίτλο: «Ταξιδεύοντας λίγες μέρες στην Παλαιστίνη».
Έτσι, τα χρόνια περνούν γεμάτα δράση και δημιουργία. Τα μαλλιά λευκαίνουν. Και το 1940 το ζεύγος Καραβία αποχαιρετά την Αλεξάνδρεια για να κάνει αραξοβόλι των γηρατειών του ένα όμορφο διαμέρισμα της Γ’ Σεπτεμβρίου στην Αθήνα. Εδώ η Θάλεια οργανώνει και πάλι το ατελιέ της και το ανοίγει για κάθε φιλότεχνο. Μα την πατρίδα νέες συμφορές την περιμένουν. Τον Οκτώβριο η Ιταλία μας κηρύσσει τον πόλεμο. Η Θάλεια είναι ήδη 70 χρονών κι αρκετά ηλικιωμένη για να βρεθεί στην πρώτη γραμμή, όπως πολύ θα το επιθυμούσε. Όμως και στα μετόπισθεν υπάρχει πεδίο δράσεως για μια ηρωίδα. Δε μένει λοιπόν αδρανής. Μπορεί και δίνει τη δική της μάχη σε νοσοκομεία, στη φανέλα του στρατιώτου, στην περίθαλψη των ορφανών και σκορπώντας απλόχερα αγάπη σημαδεύει την παρουσία της στο εθνικό προσκλητήριο, ενώ με αξιόλογα έργα αποτυπώνει και πάλι την ατμόσφαιρα των ιστορικών στιγμών.
Ακολουθούν τα μαύρα χρόνια της Κατοχής. Το 1943 η κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας την αξία της, μελετά τη συνταξιοδότησή της. Μα η ίδια, όταν το πληροφορείται, με αξιοπρέπεια ζητά να σταματήσει κάθε ενέργεια. Μετά την απελευθέρωση, το 1945, η Ακαδημία Αθηνών της απονέμει αργυρό μετάλλιο και το 1954 ο Βασιλεύς Παύλος το σταυρό του Ταξιάρχη του τάγματος ευποιίας.
Εν τω μεταξύ οι εκθέσεις της διαδέχονται η μια την άλλη. Το 1950 γίνεται στη Θεσ/νίκη αναδρομική παρουσίαση των πολεμικών της έργων, που όλα τα αγοράζει το Γ’ Σώμα Στρατού ως ιστορικά ντοκουμέντα. Για τελευταία φορά λαμβάνει μέρος σε ομαδική έκθεση προσωπογράφων στο Εντευκτήριο της Πνευματικής Εστίας το 1959.
Τον ίδιο χρόνο χάνει τον καλό της σύντροφο Νίκο Καραβία. Και τότε αυτή η αδάμαστη, η Εργάνη και Παλλάδα, για πρώτη φορά αισθάνεται να συντρίβεται. Έτσι στις 17/1/1960 τον ακολουθεί στον τάφο, σε ηλικία 89 ετών, αφήνοντας πίσω της έργο λαμπρό: την προσφορά στην πατρίδα, τρία βιβλία και 2.500 πίνακες εγκατεσπαρμένους σε Μουσεία, δημόσια κτίρια και ιδιωτικές συλλογές σε όλο τον κόσμο».


Από το βιβλίο της Α. Τζινίκου-Κακούλη «Η Μακεδόνισσα στο θρύλο και την ιστορία».

Επιμέλεια Σόνιας Ευθυμιάδου Παπασταύρου
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 14 Νοεμβρίου 2013, αρ. φύλλου 715


6 σχόλια:

  1. Αναγνώστης12/3/14

    Μπράβο σας, κ. Μπαϊρακτάρη, που το αναρτήσατε κοντά στη γιορτή της γυναίκας! Έτσι προβάλλετε στις αναγνώστριες του μπλογκ σας πρότυπο ωραίο και τιμάτε τη γιορτή τους με τον καλύτερο τρόπο. Σας ευχαριστούμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος12/3/14

    Εξαιρετικό! Αξίζει να το διαβάσουμε όλοι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Athena13/3/14

    Η "ΟΔΟΣ" στα καλύτερά της !
    Ευχαριστούμε, κύριε Μπαϊρακτάρη, που μέσα από τα φύλλα της εφημερίδας σας επιτελείτε όχι μόνον ειδησεογραφικό αλλά και παιδαγωγικό έργο.

    @ "Αναγνώστης"
    Μέτρον άριστον, αγαπητέ (-ή). Μην παίρνουν κιόλας τα μυαλά μας αέρα. Μακαρία η γυναίκα που ήρθη (-θη, -θη, -θη) στο ύψος των περιστάσεων, αλλά το έπραξε στο μερίδιο που τής αναλογούσε.
    Από το κείμενο της κ. Τζινίκου δεν φαίνεται πουθενά να είχε και παιδιά να αναθρέψει. Άρα, άριστο πρότυπο κυρίως για τις γυναίκες που δεν ευτύχησαν να αποκτήσουν τέκνα. Για τις μητέρες υπάρχουν και άλλα πρότυπα. Διάκριση πάνω απ' όλα.
    Μας αρέσει-δεν μας αρέσει, δεν μπορούμε να είμαστε μέσα σε όλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ο Ανώνυμος της ενορίας σας14/3/14

    Συγχαρητήρια στην κυρία Τζινίκου-Κακούλη που με το βιβλίο της αυτό κάνει γνωστές στο παρόν μας "αφανείς ηρωίδες" του παρελθόντος.
    Μπράβο και στην κυρία Σόνια που είχε την ιδέα και επιμελήθηκε να δημοσιευθεί ένα τόσο αξιόλογο κείμενο.
    (κοιτάμε και τα ψιλά γράμματα...)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Κ.Χ.14/3/14

    Θέλω να πω κάτι που πιστεύω ότι είναι αληθινό, κι ας ξεσπαθώσουν οι φεμινίστριες.
    Τελικά, όσο πιο αφανώς εργάζεται μια γυναίκα, όσο πιο άσημη περάσει τη ζωή της, τόσο πιο πολύ στο τέλος θα δικαιωθεί και θα γίνει αστέρι!
    (κορίτσια, πιείτε ένα ποτήρι νερό στην υγειά μου και μη φωνάζετε όλες μαζί... ξανασκεφθείτε το ψύχραιμα και θα θυμηθείτε τα λόγια μου)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Μιμόζα η αισχυντηλή14/3/14

    Εσύ Κ.Χ. αγόρι είσαι και τα λες αυτά;
    (ακούς εκεί "κορίτσια"!)
    Αυτό που λες ισχύει και για τους άνδρες επίσης!
    ("εποίησεν τον άνθρωπον άρσεν και θήλυ...", όπως θα μας υπενθύμιζε και ο Ανώνυμος της ενορίας μας...)
    Η συνεχής έκθεση στα φώτα της δημοσιότητας τελικά βλάπτει, γιατί κάνει τους ανθρώπους αγχώδεις για την εμφάνιση και το κύρος (να μη πω γόητρο), τελειομανείς, ανικανοποίητους, και κυρίως να χάνουν την αυτογνωσία τους και να ζουν σε έναν κατά φαντασίαν κόσμο, όπου με την ψευδαίσθηση της αναγνωρισιμότητας καταντούν κατ' ουσίαν ακοινώνητοι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.